J.C. HAGGIPAVLOU & SON LTD ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 30768/2013, 6/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 30768/2013 J.C. HAGGIPAVLOU & SON LTD Παραπονούμενη - εναντίον -
- ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
- ΖΗΝΩΝΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- ΠΑΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ
- ΠΟΛΥΣ ΚΟΥΡΟΥΣΙΔΗΣ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 06/02/2018 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: Γιώτα Μυλτιάδου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Για να ακούσει την απόφαση: .................). Για την Κατηγορουμένη 1: Καμία εμφάνιση ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΠΟΙΝΗ
- Σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, στην Κατηγορουμένη 1 υπό εκκαθάριση εταιρεία, προσήχθησαν 11 κατηγορίες (ήτοι, οι κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11) που στηρίζονται στο Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 που αφορά την διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Αφορά 11 επιταγές που εκδόθηκαν από την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία επί συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος για το συνολικό ποσό των €78.620,
- Η Κατηγορουμένη 1, ετέθη υπό καθεστώς εκκαθάρισης μετά από την έναρξη της υπό εξέταση ποινικής δίωξης. Εντούτοις, άδεια για συνέχιση της ελήφθη από το αρμόδιο Δικαστήριο. Ο εκκαθαριστής της εταιρείας, παρά το γεγονός της επίδοσης του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης σε αυτόν, εν συνεχεία της προαναφερόμενης εξέλιξης, δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία και η διαδικασία σε σχέση με την Κατηγορουμένη 1 προχώρησε με την απόδειξη της.
- Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του άρθρου 305(Α)
(1)στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίαση της στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και, στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». 3. Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η Παραπονούμενη, παρουσίασε στο Δικαστήριο ένορκη μαρτυρία δια της οποίας τέθηκαν ενώπιων του Δικαστηρίου προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών της, μεταξύ άλλων, και οι επίδικες επιταγές. Έχοντας εξετάσει την ένορκη μαρτυρία και ειδικότερα την σφραγίδα που τοποθετήθηκε από το τραπεζιτικό ίδρυμα επί του σώματος των επίδικων επιταγών σε ότι αφορά τον λόγο της μη πληρωμής της κάθε μίας από αυτές, ικανοποιούμε ότι η Παραπονούμενη έχει επιτύχει να αποδείξει την διάπραξη των αδικημάτων στον απαιτούμενο βαθμό. Βλ. Άρθρο 305Α[
(3),
(4)και
(8)] του Κεφ. 154, καθώς επίσης και το Άρθρο 30 του Κεφ. 262 και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Robust Trading Co. Ltd v Γεωργίου Λεωνίδα
(1996)1 Α.Α.Δ. 304, Νίκος Ιωάννου ν Ναιναιμο Λτδ
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016, Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/
- Κρίνεται συνεπώς ένοχη η Κατηγορουμένη 1 σε όλες τις προαναφερόμενες κατηγορίες που της προσήχθησαν σε αυτή την υπόθεση. Ως εκ της κατάληξης μου αυτής, προχωρώ στο να της επιβάλω ποινή.
- Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε η Κατηγορούμενη 1, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σύμφωνα με την νομολογία, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, κρίνεται πάντοτε με σημείο αναφοράς την προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Γιάννης Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων (βλ. Gary John Robb v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 201, Ηλία v Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 283 και Παπαπαύλου ν Αστυνομίας, Ποινική Εφεση Αρ. 320/2015, 25/05/2016 [[i]]), προβλέπει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €10.000 ή και στις δύο ποινές [[ii]]. Εντούτοις, και σύμφωνα πάντοτε με την νομολογία, η ανώτατη ποινή που μπορεί σύμφωνα με τον νόμο να επιβληθεί από το Δικαστήριο για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, (β) από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του καταδικασθέντος, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι το μητρώο του τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, καθ' έξιν εγκληματία (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. την απόφαση του στην υπόθεση Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτείται εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του συγγράμματος Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579).
- Η επιβολή ποινής, είναι ένα πολύ λεπτό έργο που επιτελείται από το Δικαστήριο, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής, ώστε, αυτή, να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη, δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται να δοθεί αποτρεπτικός χαρακτήρας στη ποινή [[iii]]. Σε κάθε όμως περίπτωση, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (βλ. Γουίλιαμ Τζιάμα ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2017, 18/12/2017). Όπως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους, επιβάλλει, την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει, η αυστηρή τιμωρία του, για την προστασία της κοινωνίας [[iv]].
- Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, με αναφορά στην προγενέστερα εκδοθείσα απόφαση του στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Χρίστου Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016, αδικήματα της φύσης αυτής, ευρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, με αποτέλεσμα να παρίσταται ανάγκη να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα. Παρατέθηκε προς ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής σε τέτοιες υποθέσεις, το ακόλουθο απόσπασμα από την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Χρίστου Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016: «Οι κατηγορίες στις οποίες οι εφεσίβλητοι κρίθηκαν ένοχοι είναι αρκετά σοβαρές εφόσον η έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό. Αυτό της ασφάλειας και εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς. Πρόκειται για αδικήματα για τα οποία ο νόμος (άρθρο 305(Α)
(2)του Π.Κ.) προνοεί κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης 3 ετών ή ποινή προστίμου €10.000 ή αμφότερες τις ποινές, πρόνοια που αντανακλά και τη σοβαρότητα που προσδίδει ο Νομοθέτης στα υπό αναφορά αδικήματα. Όπως δε προκύπτει από τη νομολογία (Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299, Σιμιλλίδης ν. Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Nikiforos Technologies Ltd ν. Χρίστου, Ποιν. Έφ. 18/2012, ημερ. 26.4.2014 και L.C.A. Domiki Ltd ν. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 17.3.2015), το σύνηθες μέτρο ποινικής μεταχείρισης για τα αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα είναι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Όμως το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των περιστατικών της.». (Βλ. επίσης, Χρίστος Αντωνίου Χρίστου ν Μάρκου Αδάμου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 772).
- Ανάλυση των αρχών επιβολής ποινής σε υποθέσεις του είδους, έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση L.C.A. Domiki Ltd v R. K. A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/
- Εκεί γίνεται μία αναδρομή στην νομολογία με αναφορά στο είδος και ύψος της επιβληθείσας ποινής. Θα αναγνώσω από την απόφαση του Εφετείου σχετικό απόσπασμα, για σκοπούς της εδώ ανάλυσης: «Η κατηγορία που αντιμετώπισαν οι εφεσίβλητοι στο πρωτόδικο Δικαστήριο και στην οποία βρέθηκαν ένοχοι από το Εφετείο, στηρίχθηκε στο άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και επιφέρει ποινή φυλάκισης μέχρι τα τρία έτη ή ποινή προστίμου μέχρι €10.000 ή αμφότερες τις ποινές. Η νομολογία κατά συστηματικό τρόπο έχει στιγματίσει την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρυσμα ή την πρόκληση μη εξόφλησης επιταγών χωρίς εύλογη αιτία, ενέργειες που δημιουργούν σοβαρή αναστάτωση στο εμπόριο εφόσον αφαιρείται το υπόβαθρο της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης που πρέπει να εμποτίζουν τις συναλλαγές αυτές. Η σοβαρότητα συνεπώς του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσίβλητοι είναι δεδομένη, ιδιαίτερα διότι είναι, δυστυχώς, σύνηθες αδίκημα που πλήττει ευθέως τις εμπορικές συναλλαγές. Παρόλον που ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης, εν τούτοις παρατηρείται ότι το σύνηθες μέτρο ποινικής μεταχείρισης είναι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, το Εφετείο παραμέρισε την αθωωτική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και έκρινε ένοχο τον εφεσίβλητο για την έκδοση δύο επιταγών χωρίς αντίκρισμα για ποσά ύψους £32.100 και £34.240, αντίστοιχα. Κατά την επιβολή της ποινής στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299, αφού τονίστηκε και πάλι από το Εφετείο η σοβαρότητα των αδικημάτων με έμφαση στις δυσμενείς επιπτώσεις που τα αδικήματα έχουν στις συναλλαγές των ανθρώπων, ο εφεσίβλητος καταδικάστηκε σε τρίμηνη συντρέχουσα ποινή φυλάκισης σε κάθε κατηγορία. Πιο πρόσφατα, στη Μάνος Συμιλλίδης ν. Νίκου Νικολάου, Ποιν. Έφ. αρ. 62/2013, ημερ. 20.6.2013, (θα δημοσιευθεί ως
(2013)2 Α.Α.Δ. 444), το Εφετείο μείωσε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών σε επτά μήνες σε αδίκημα έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος ύψους €100.000 έναντι του οποίου πληρώθηκε μόνο το ποσό των €1.000. Λήφθηκε υπόψη ότι δεν υπήρξε ουσιαστική συμμόρφωση, αλλά ο εφεσείων είχε μακρά εμπορική δραστηριότητα και κοινωνική ζωή χωρίς προηγούμενες καταδίκες ενώ ήταν ευθύς εξ αρχής η επιδίωξη του να παραδεχθεί, όπως και έγινε τελικώς. Δεν λήφθηκε υπόψη, όμως, η περίοδος των 3½ ετών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, η δε καθυστέρηση της καταχώρησης υπόθεσης στο Δικαστήριο είχε εξηγηθεί στο πλαίσιο των εκεί γεγονότων, με το Εφετείο να παρατηρεί ότι η καθυστέρηση αυτή ήταν εύλογη στα συνήθη πλαίσια της διαδικασίας, ενώ η όποια περαιτέρω καθυστέρηση οφειλόταν εξ ολοκλήρου στον ίδιο τον εφεσείοντα. Στην Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Χρίστου, Ποιν. Έφ. αρ. 18/2012, ημερ. 24.6.2014, το Εφετείο αφού ανέτρεψε την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, καταδίκασε τον εφεσίβλητο σε 10μηνη συντρέχουσα φυλάκιση σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπισε για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι κατηγορίες αφορούσαν σε δύο επιταγές των €40.000 εκάστη και μια τρίτη για €20.
- Κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε μετά την καταδίκη και ούτε έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό ως στοιχείο ουσιαστικής μεταμέλειας. Στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ότι ο εφεσίβλητος είναι λευκού ποινικού μητρώου, είναι άνεργος και βρίσκεται προ ουσιαστικής οικονομικής αδυναμίας να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι της επιταγής των €12.
- Όπως με ειλικρίνεια δήλωσε ο συνήγορος του, ο εφεσίβλητος είναι σε αναζήτηση εργασίας και αν καταφέρει να εξεύρει εργασία θα μπορεί να πληρώνει έναντι κάποιο μικρό ποσό μηνιαίως και αυτό όχι σε σύντομο χρόνο. Η εφεσίβλητη εταιρεία, από την άλλη, έχει τεράστια χρέη και ουσιαστικά βρίσκεται προ των θυρών της χρεωκοπίας εφόσον ως γίνεται αντιληπτό μετά δυσκολίας πληρώνει ορισμένα από τα χρέη της. Λαμβάνεται σοβαρά υπόψη επίσης το γεγονός ότι το αδίκημα διεπράχθη προ επτά σχεδόν ετών στη βάση των γεγονότων που έχουν διεξοδικά καταγραφεί στο σκεπτικό του Εφετείο ημερ. 30.1.2015, με το οποίο ανατράπηκε η αθωωτική απόφαση. Ο εφεσίβλητος είναι οικογενειάρχης που έχει τρία δικά του παιδιά από προηγούμενη γάμο, είναι ουσιαστικά πτωχεύσας και έχει αναστείλει τις εργασίες της εταιρείας, με τον ίδιο να αναζητά εργασία. Από την άλλη, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν επιταγή προς όφελος των εφεσειόντων στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών, την οποία όμως στη συνέχεια ανακάλεσαν χωρίς εύλογη αιτία. Εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στην εφεσίβλητη εταιρεία πρόστιμο ύψους €3.000, στον δε εφεσίβλητο άμεση ποινή φυλάκισης έξι μηνών. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιστατικά που οδήγησαν στην έκδοση της επιταγής, αλλά και τα προσωπικά δεδομένα του ίδιου του εφεσίβλητου 2, δεν παρέχεται η δυνατότητα για αναστολή της ποινής φυλάκισης.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Η Κατηγορουμένη 1, είναι νομικό πρόσωπο και ως εκ τούτου, δεδομένων και των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης, η ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από χρηματική. Το χρηματικό πρόστιμο, ως γνωστόν, είναι η ποιο συνηθισμένη μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο νομικό πρόσωπο. Το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση του χρηματικού προστίμου που θα επιβάλει, λαμβάνει υπόψη του ανάλογους παράγοντες που προσμετρούν στην διαμόρφωση της κρίσης του όταν επιβάλλει ποινή σε ένα φυσικό πρόσωπο. Όπως είναι για παράδειγμα, η σοβαρότητα του αδικήματος, η υπαιτιότητα του υπό τιμωρία προσώπου στην διάπραξη του, οι οικονομικές του περιστάσεις και κατά πόσο υπήρξε παραδοχή από πλευράς του στην διάπραξη του αδικήματος και πότε.
- Στόχος του χρηματικού προστίμου, όπως επεξηγήθηκε από τον Δικαστή Phillips στην υπόθεση R v Balfour Beauty Rail Infrastructure Ltd [2006] EWCA Crim. 1586, είναι, το μήνυμα της αποτροπής δια της τοιαύτης ποινής, να διεισδύει πέραν του διοικητικού της συμβουλίου και να φτάνει [στο να προκαλεί αίσθημα ανησυχίας και αποτροπής] μέχρι και τους μετόχους της: «. Knowledge that breach of this duty can result in a fine of sufficient size to impact on shareholders will provide a powerful incentive for management to comply with this duty. This is not to say that that the fine must always be large enough to affect dividends or share prise. But the fine must reflect both the degree of fault and the consequences so as to raise appropriate concern on the part of shareholders at what has occurred. Such an approach will satisfy the requirement, which will rightly be reflected by public opinion, that a company should be punished for culpable failure to pay due regard for safety, and for the consequences of that failure.».
- Στην προκείμενη περίπτωση, διαπιστώνονται, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, τα εξής γεγονότα και δεδομένα, τα οποία, σταθμίζοντας τα, με οδηγούν στο να επιβάλω στην Κατηγορουμένη 1 στις κατηγορίες υπ' αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11, -στις οποίες, ως έχει προαναφερθεί, έχει κριθεί ένοχη•, μετά από συνολική αποτίμηση της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς της-, σε κάθε μία από αυτές (βλ. Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403), χρηματικό πρόστιμο ύψους €360.: i. Τα αδικήματα: (α) της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α του Κεφ. 155 και (β) της συμμετοχής στην διάπραξη του από τρίτο πρόσωπο που διώκεται ως αυτουργός κάτω από τα Άρθρα 20 και 305Α του Κεφ. 155, βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός που επιβάλλει, η ποινή που το Δικαστήριο θα επιβάλει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Για το γεγονός, ότι, η διάπραξης των προαναφερόμενων αδικημάτων, βρίσκεται σε έξαρση, το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση, virtute officio (βλ. The Attorney-General v Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93, καθότι, η διάπραξης τους είναι διαδεδομένη, -ως έχει αναφερθεί από το Δικαστήριο στην υπόθεση The Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225- με την έννοια ότι είναι, δυστυχώς, «κοινά». Γεγονός, το οποίο, έχει κατ' επανάληψη καταγραφεί και ως διαπίστωσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σωρεία πρόσφατων αποφάσεων του (βλ. ενδεικτικά L.C.A. Domiki Ltd v R. K. A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015). Χαρακτηριστικά άλλωστε, εν προκειμένω, είναι και τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο το έτος 2004, στην απόφαση του στην υπόθεση Παναγιώτα Νικολάου ν Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, τα οποία, παρά το πέρασμα τόσου χρόνου, εξακολουθούν, δυστυχώς, να χαρακτηρίζουν και τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων: «Η δικηγόρος της εφεσείουσας προσπάθησε να μας πείσει πως η υπό συζήτηση ποινή είναι έκδηλα υπερβολική. . Δεν έχουμε πεισθεί από την επιχειρηματολογία της δικηγόρου της εφεσείουσας και δεν καλέσαμε το συνήγορο του κατήγορου να αγορεύσει. . Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν στην έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέας Δημητρίου Πισκοπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ., και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Βίκτωρα Μενελάου Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603, «Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του. Η ανάγκη προστασίας ποικίλλει, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος.». Ως προαναφέρθηκε, το στοιχείο της αποτροπής, είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους. Η σοβαρότητα του υπό συζήτηση αδικήματος, έχει αναγνωριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία πρόσφατων αποφάσεων του, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Χρίστου Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016, στην οποία ελέχθη, ότι, τούτο έγκειται στο γεγονός ότι: «. η έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό. Αυτό της ασφάλειας και εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς». Η προκείμενη περίπτωση, δεν είναι από αυτές που η ανώτατη ποινή, σύμφωνα με το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154, δικαιολογείται να επιβληθεί στην Κατηγορουμένη 1 από το Δικαστήριο για το συγκεκριμένο αδίκημα (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Εντούτοις, τα αδικήματα που έχουν διαπραχθεί και στα οποία η Κατηγορουμένη 1 έχει καταδικαστεί, είναι πολύ σοβαρά. Συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω, δεδομένης της έντασης στην διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και τις οικονομικές επιπτώσεις που αντικειμενικά κρίνεται ότι επέφερε στην Παραπονούμενη ως θύμα της αδικοπραγίας της. Γεγονός που προκύπτει από το συνολικό ποσό των επιταγών που παρέμειναν απλήρωτες σε αυτή την υπόθεση, που καθιστά την περίπτωση αυτή, μία από τις σοβαρότερες του είδους της. Ας σημειωθεί εδώ περαιτέρω και το γεγονός ότι, το χρέος της Κατηγορουμένης 1 προς την Παραπονούμενη που προκύπτει από τις επίδικες επιταγές, δεν είχε καταβληθεί στην Παραπονούμενη εταιρεία ή άλλως πως εξασφαλιστεί η πληρωμή του, μετά την διάπραξη των αδικημάτων και πριν αυτή τεθεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης και σύμφωνα με τον νόμο (βλ. Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Χρίστου Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016). ii. Η Κατηγορουμένη 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου προηγούμενες καταδίκες της, που σύμφωνα με την νομολογία μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής της. Αποτελεί αρχή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι, το ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, ως μία πτυχή του χαρακτήρα και του ιστορικού του, έχει σημασία και πρέπει, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις, να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 59). Και τούτο, γιατί, οι προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορουμένου αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού που αυτός επιδεικνύει προς τους νόμους της πολιτείας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73 και Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 60: «Ο νόμος βρίσκεται στον πυρήνα της κοινωνικής οργάνωσης. Παραβιάζοντας τις διατάξεις του, ο ένοχος σχίζει τον ιστό της κοινωνίας. Παραβιάζοντας τον νόμο, ένας άνθρωπος υποβιβάζει τον εαυτό του; εξ ου και τα εξασθενητικά αποτελέσματα των προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσίαση του, εφόσον το Δικαστήριο είναι στην υπηρεσία του νόμου.». Ως προκύπτει επίσης από την νομολογία, το ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, δικαιολογεί, αναλόγως αυτού, την προοδευτική απώλεια του μετριασμού που αυτός δικαιούται όταν είναι λευκού ποινικού μητρώου. Δηλαδή, η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης ή καταδικών, επιτρέπει στο Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής, την μείωση του μετριασμού, της, κατά τα άλλα αρμόζουσας τιμωρίας, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος διέπραττε το συγκεκριμένο αδίκημα ή αδικήματα για πρώτη φορά (βλ. Θεόδωρος Θεοδώρου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 163/2016, 01/11/2017, Χαράλαμπος Χατζημάρκου ν Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482, Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Αεριπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17, Σάββας Ανδρέα Περικλέους ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34, Κυπριανίδης κ. α. ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, Georghios Kyriacou Katsiou v The Police
(1982)2 Α.Α.Δ. 150). Με αυτό το σκεπτικό, η δημιουργία ποινικού μητρώου, δικαιολογεί, προοδευτικά, την κατάργηση της εν λόγω μείωσης, για να αντιμετωπιστεί η επανάληψη στην διάπραξη ποινικών αδικημάτων (βλ. Σωτήρης Ζαχαρία Γεωργίου ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Συνεπώς, το Δικαστήριο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, λόγω του ποινικού μητρώου ενός κατηγορουμένου, να του επιβάλει ποινή μεγαλύτερη από αυτήν που επιβάλλουν οι περιστάσεις. Η ποινή η οποία επιβάλλεται σε μία υπόθεση, είναι ποινή για παράβαση του νόμου στην συγκεκριμένη υπόθεση και κανένας δεν μπορεί να τιμωρηθεί δεύτερη φορά σε σχέση με το ίδιο αδίκημα. Βλ. το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 60 (βλ. επίσης Kakathymis v Republic
(1971)2 C.L.R. 309, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63, Επαρχιακός Λειτουργός Πάφου ν Κώστας Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1995)2 Α.Α.Δ. 290). Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία του, «οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης». Για σκοπούς επιβολής ποινής, λαμβάνονται υπόψη του Δικαστηρίου, μόνον καταδίκες του κατηγορουμένου για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος που αφορά η υπόθεση, σε σχέση με την οποία το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, οι οποίες [καταδίκες], απαραιτήτως, λαμβάνουν χώρα («ολοκληρώνονται») πριν από την καταδίκη στην υπόθεση που το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα της ποινής (βλ. Ανδρέας Αντωνίου Ιωάννου άλλως Μουσικός ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Νίκη Τσιάκκα ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282 και το σύγγραμμα του Τ. O' Maley, Sentencing, Law and Practise, στην σελίδα 189, στην παράγραφο 6-119). Το γεγονός ότι εκκρεμεί έφεσης σε σχέση με προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου που βαρύνει το ποινικό μητρώο του και η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής του, και πάλι σύμφωνα με την νομολογία, είναι ζήτημα αδιάφορο για το Δικαστήριο (βλ. Μίλτος Αποστόλου ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ.153/2017, 27/09/2017). Η βαρύτητα που μπορεί να αποδίδεται σε προηγούμενες καταδίκες, καθώς και ο βαθμός κατά τον οποίο μπορούν να στερήσουν ένα κατηγορούμενο από την έκκληση του για μετριασμό της ποινής του, εξαρτάται από τη φύση του αδικήματος ή των αδικημάτων σε σχέση με το οποίο ή τα οποία έχει προηγουμένως καταδικαστεί και ιδιαίτερα, από την ομοιότητά τους με τα αδικήματα για τα οποία καταδικάζεται και σε σχέση με τα οποία το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, το χρόνο διάπραξης τους και τον αριθμό τους (βλ. το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 60 και William Jamas v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 10, Χαράλαμπος Χατζημάρκου ν Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482, Λάρης Βραχίμης ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Κώστας Ανδρέα Ιακώβου
(1996)2 Α.Α.Δ. 47, Georghios Christou Havatzia v The Police
(1980)2 Α.Α.Δ. 195, Charalambos Panayiotou v The Police
(1979)2 Α.Α.Δ. 266, Argyros A. Argyrou v The Police
(1979)2 Α.Α.Δ. 254, Demetris Michael Kourris v The Police
(1970)2 Α.Α.Δ. 53, Panayiotis Georghiou Alexandrou v The Police
(1966)2 Α.Α.Δ. 77). Σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, πολύ σημαντικές είναι και οι διατάξεις του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου του 1981, Νόμος 70/1981, που ρυθμίζει ρητά το ζήτημα της αποκατάστασης καταδικασθέντων και εξάλειψης καταδίκης αδικημάτων (βλ. Σταύρος Κώστα Μιχαήλ κ. α. ν Της Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 232, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ κ. α. ν Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 119). Στην προκείμενη περίπτωση, η Παραπονούμενη, δεν μερίμνησε για την δέουσα παρουσίαση των προηγούμενων καταδικών της Κατηγορουμένης 1 (με αναφορά σε συγκριμένη ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων), ώστε το Δικαστήριο, ακόμη και να υπάρχουν, να μην είναι σε θέση να κρίνει αν αυτές μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής της σε ότι αφορά τα αδικήματα αυτής της υπόθεσης. iii. Η Κατηγορουμένη 1 έχει κριθεί ένοχη στην διάπραξη των αδικημάτων κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και όχι ένεκα δικής της παραδοχής. Η ομολογία στις διωκτικές αρχές ή/και η παραδοχή στο Δικαστήριο, της διάπραξης του αδικήματος, σύμφωνα με την νομολογία, αποτελεί στοιχείο που οδηγεί στην επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής του. Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, το αντίθετο, -δηλαδή η μη παραδοχή ενοχής,- σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας, καθότι, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία, είναι απόλυτο δικαίωμα του κάθε κατηγορουμένου στα πλαίσια της έμπρακτης μεταγραφής του τεκμηρίου της αθωότητας, να μην παραδεχθεί την κατηγορία του. Κατ' αντιστοιχία, η νομολογία έχει καθορίσει, ότι, ακόμη και η προβολή μιας εξωπραγματικής υπεράσπισης, δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα (βλ. Κώστας Βενιζέλου ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59). Η παραδοχή του κατηγορουμένου της διάπραξης του αδικήματος [η απολογία του, στις περιπτώσεις όπου αυτή εκφράζεται και κρίνεται ως ειλικρινής, βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384) και η μεταμέλεια του, όταν είναι έμπρακτη και καταδεικνύεται έγκαιρα, βλ. Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60], αποτελούν μεν ελαφρυντικό παράγοντα που επενεργεί στην ποινή που επιβάλλεται από το Δικαστήριο, δεν μπορούν όμως, -είτε ενυπάρχουν όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, είτε μόνο ένα ή περισσότερα από αυτά- να επηρεάσουν σε βαθμό που να εξουδετερώνει την σοβαρότητα του αδικήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορώ να αναγνωρίσω στην Κατηγορουμένη 1 για σκοπούς μετριασμού της ποινής της το προαναφερόμενο ελαφρυντικό. Ενόσω η Κατηγορουμένη 1 ελάμβανε τις αποφάσεις της μέσω του διοικητικού της συμβουλίου, δεν είχε καταχωρήσει παραδοχή των κατηγοριών που προσήχθησαν εναντίον της. Παρατηρώ, εν προκειμένω, περαιτέρω, τόσο από το δηλωτικό του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας δια του οποίου δόθηκε άδεια για συνέχιση της υπό κρίση διαδικασίας που βρίσκεται κατατιθέμενο στον φάκελο αυτής της υπόθεσης, όσο και από τα πρακτικά αυτής της διαδικασίας, ότι, ο εκκαθαριστής, δεν μερίμνησε να εμφανιστεί στην διαδικασία, είτε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, όταν ελεγχόταν το κατά πόσο οι περιστάσεις δικαιολογούσαν το Δικαστήριο να δώσει άδεια για συνέχιση αυτής της διαδικασίας (σε σχέση πάντοτε με το πώς μπορούσε να επηρεαστεί η διαδικασία της εκκαθάρισης από αυτήν την υπόθεση)-; είτε ενώπιων του παρόντος Δικαστηρίου, για να δώσει, τουλάχιστον, την εικόνα που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει σε ότι αφορά την διαδικασία της εκκαθάρισης και σε ποιο στάδιο αυτή βρίσκεται, τα περιουσιακά στοιχεία της Κατηγορουμένης 1, τους πιστωτές και συνεισφορείες της, αν υπάρχουν, και πως αυτοί μπορεί να επηρεάζονται από αυτή την διαδικασία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, λαμβάνει υπόψη του μόνον το γεγονός ότι η Κατηγορουμένη 1 βρίσκεται υπό καθεστώς εκκαθάρισης και ότι από αυτό το γεγονός μπορεί αντικειμενικά να συνάγεται σε ότι αφορά την οικονομική της κατάσταση, συνέχεια και πόρους. iv. Αν και τα αδικήματα χρονολογούνται και η δίωξης της Κατηγορουμένης 1 ήταν άμεση, -χωρίς να διαπιστώνονται από το Δικαστήριο περιστάσεις που θα μπορούσαν κριθούν ως επηρεάζουσες δυσμενώς την νομική θέση και υπεράσπιση της Κατηγορουμένης 1 σε αυτή την υπόθεση-, το προαναφερόμενο γεγονός, ότι δηλαδή αυτή στο μεταξύ ετέθη υπό καθεστώς εκκαθάρισης, προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής της, ως στοιχείο μετριαστικό της. Εντούτοις, καθίσταται ξεκάθαρο ότι, αν και είναι γνωστές στο Δικαστήριο οι αρχές που έχουν να κάμουν με την διανομή των περιουσιακών στοιχείων εταιρείας υπό εκκαθάριση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών πιστωτών που ορίζει ο νόμος και ειδικότερα αυτής που έχει να κάμει με τους ανεξασφάλιστους πιστωτές της, -ήτοι, της περισυλλογής και διανομής, ισομερώς και χωρίς προτεραιότητα εξόφλησης μεταξύ τους («pari passu») κατόπιν κάλυψης των προνομιούχων πιστωτών της-, εντούτοις, αυτό το Δικαστήριο, που ασκεί ποινική δικαιοδοσία και καλείται να επιβάλει ποινή στην Κατηγορούμενη 1 για την έκνομη συμπεριφορά της, κατά την επιβολή της ποινής (και δη της επιμέτρησης της), δεν καθοδηγείται από τις εν λόγω αρχές. Το αρμόδιο Δικαστήριο (εταιρικό Δικαστήριο), έκρινε ότι η διαδικασία αυτής της δίωξης μπορούσε να συνεχίσει με ενδεχόμενη την καταδικαστική της κατάληξη και την επιβολή προς την Κατηγορουμένη 1 χρηματικής ποινής, προφανώς λαμβάνοντας υπόψη και εφαρμόζοντας, μεταξύ άλλων σχετικών παραγόντων, και των προαναφερόμενων αρχών. Στα προαναφερόμενα, πρέπει να σημειωθεί ως σχετικό και το γεγονός ότι ο εκκαθαριστής της εταιρείας, δεν ενήργησε προς παρουσίαση προς το Δικαστήριο όλων εκείνων των στοιχείων, που ως έχει προαναφερθεί, καλό θα ήταν να έχει υπόψη του το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή της Κατηγορουμένης 1. Συνεπώς, το Δικαστήριο, αν και θα λάβει υπόψη του το γεγονός ότι η εταιρεία είναι υπό εκκαθάριση, ως στοιχείο που μετριάζει την ποινή της (με αναφορά στις προοπτικές συνέχισης των σκοπών της και οικονομικών μέσων και πόρων), εντούτοις, η ποινή που θα επιβάλει, ως έχει προαναφερθεί, θα πρέπει να ενέχει το στοιχείο της αποτροπής και να είναι αυστηρή, αναλόγως της σοβαρότητας των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί. Ακόμη και σε μία εταιρεία υπό εκκαθάριση, πέραν της ανάγκης για την γενικότερη αποτροπή στην διάπραξη ενός αδικήματος η διάπραξης του οποίου βρίσκεται σε έξαρση, η επίπτωση της ποινής, θα πρέπει να φτάνει μέχρι και τους τυχόν συνεισφορείς της, που σίγουρα και αυτοί αναμένουν από την διαδικασία της εκκαθάρισης, αν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας επαρκούν, για να λάβουν πίσω μέρος ή ολόκληρο της επένδυσης τους (αναλόγως, πάντοτε, μετοχικού κεφαλαίου). v. Οι προαναφερόμενες αρχές, αν και δεν επηρεάζουν καθοριστικά το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί στην Κατηγορουμένη 1 εταιρεία, αποφασίζουν το ζήτημα του κατά πόσο ενδείκνυται στην προκείμενη περίπτωση η έκδοσης διατάγματος αποζημίωσης της Παραπονούμενης εναντίον της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας στην βάση των προνοιών του Άρθρου 24
(1)του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960. Προκύπτει ότι η οφειλή της Κατηγορουμένης 1 προς την Παραπονούμενη από τις επίδικες επιταγές είναι ανεξασφάλιστη. Για αυτό τον λόγο και επειδή η έκδοσης διατάγματος αποζημίωσης, -που, είναι άξιο να σημειωθεί, δύναται να εκτελεστεί με βάση τις διατάξεις του Μέρους 4 (ΙV) του Κεφ. 155-, μπορεί να διαταράξει την προαναφερόμενη αρχή «pari passu» του δικαίου περί αφερεγγυότητας, με οδηγεί στο να αποφασίσω την μη έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Άλλωστε, σε αυτή την υπόθεση, δεν αξιώθηκε από πλευράς Παραπονούμενης η έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. vi. Η αρχή της συνολικότητας της ποινής («the totality principle»), που εφαρμόζεται και όταν επιβάλλεται χρηματική ποινή σε καταδικασθέντα κατηγορούμενο, επενεργεί προς καθορισμό της ποινής της Κατηγορουμένης 1 (βλ. Ανδρέας Σ. Θεοδώρου ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 376, Μιχάλης Παραρέ ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 257). Η αρχή της συνολικότητας της ποινής που ισχύει και εφαρμόζεται και στην Κύπρο, επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββας Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443. Ως αναλύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed."». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Το ζητούμενο είναι, απαραιτήτως, τιμωρώντας τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο να αποφύγει την επιβολή ποινής που θα ήταν υπέρμετρη ή δυσανάλογη ως προς τη συνολική ποινική του ευθύνη (βλ. τα συγγράμματα, του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στις σελίδες 91, 92, 93 και Blackstone's, Criminal Practice 2004, στην ενότητα Ε1.5). Βλέπε επίσης, William Jamas v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 10, Ηράκλης Ηρακλέους ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 534, Παναγιώτης Φράγκου ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 13, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Κυριάκος Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562, Άθως Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Σε ότι αφορά τα της εφαρμογής της εν λόγω αρχής στις περιπτώσεις όπου η τιμωρία που επιβάλλεται είναι χρηματικό πρόστιμο και στρέφεται εναντίον νομικού προσώπου, βλ. το σύγγραμμα των A. Pinto και M. Evans, Corporate Criminal Liability, 3η έκδοση, στις σελίδες 146 και
- Η Παραπονούμενη, δεν έθιξε το ζήτημα των εξόδων της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση το εξετάζω. Το ζήτημα των εξόδων της ποινικής διαδικασίας και κατά πόσο αυτά δύναται να κληθεί να τα καταβάλει ο κατηγορούμενος, ρυθμίζεται από το Άρθρο 168 του Κεφ.
- Σύμφωνα με αυτό: «Όταν πρόσωπο καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει αυτό να καταβάλει τα έξοδα της κατηγορίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή η οποία δύναται να επιβληθεί σε αυτό και σε περίπτωση δημοσίων διώξεων τα έξοδα αυτά, όταν εισπραχθούν, καταβάλλονται στις δημόσιες προσόδους.».
- Όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Dias Yvan Katharina v Θεόδωρος Ευθυμίου κ. α.
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, «H άσκηση γενικά της εξουσίας για την επιδίκαση εξόδων σε ποινικές υποθέσεις αποτέλεσε το αντικείμενο συζήτησης στην Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C.
- Διευκρινίζεται ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα. Υπεισέρχονται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και όλοι οι άλλοι παράγοντες δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι αφορούν την έγερση ποινικής διαδικασίας.».
- Ως έχει ήδη λεχθεί, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια επί του ζητήματος (βλ. Eleftherios Nicolaou v The Police
(1969)2 Α.Α.Δ. 84): (α) αν θα διατάξει τον κατηγορούμενο να καταβάλει, ως μέρος της τιμωρίας του, τα έξοδα της διαδικασίας•, και (β) σε περίπτωση που αυτό αποφασίσει, να καθορήσει και το ύψος τους, έχοντας ως γνώμονα την σοβαρότητα και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, σε συνδυασμό με τον αριθμό και τη χρονική διάρκεια των ενώπιον του εμφανίσεων (βλ. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Πάμπου Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Χάρη Βασιλείου & Σια Λτδ κ. α. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 411). Στην περίπτωση όπου το κατηγορητήριο στρέφεται εναντίον πέραν του ενός κατηγορουμένων, το Δικαστήριο, αν, κατόπιν καταδίκης των κατηγορουμένων, θα τους καταδικάσει στα έξοδα της διαδικασίας, έχει την διακριτική ευχέρεια να επιμερίσει τα έξοδα μεταξύ τους, ως κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις (βλ. Eleftherios Nicolaou v The Police
(1969)2 Α.Α.Δ. 84), ή ακόμη να διατάξει την καταβολή τους από κοινού ή χωριστά.
- Οι αρχές που διέπουν το προαναφερόμενο ζήτημα που αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αναλύονται στα συγγράμματα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στις σελίδες 366, 367 και 368, και Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στις σελίδες 49 και
- Με γνώμονα τις προαναφερόμενες αρχές της νομολογίας, δεν επιδικάζω υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον της Κατηγορουμένης 1 ως μέρος της ποινής της τελευταίας, οποιαδήποτε έξοδα διαδικασίας, καθότι, και αυτή η διαταγή θα απέληγε σε διατάραξη της προαναφερόμενης αρχής «pari passu» του δικαίου περί αφερεγγυότητας, που θέλει ισονομία μεταξύ των ανεξασφάλιστων πιστωτών της.
- Τελική κατάληξη επί ποινής: Κατηγορία/ες Ποινή/ες Α. Στις κατηγορίες που καταδικάστηκε η Κατηγορούμενη 1: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 Α. Σε κάθε μία από αυτές, χρηματικό πρόστιμο €
- Β. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. επίσης και στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1811, στην παράγραφο Ε.1.
- [ii] Βλ. τον Περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμος του 2008, Νόμος 70(Ι)/
- [iii] Βλ. Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.245. [iv] Βλ. Χρίστου Μιχαήλ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 130/2013, ημερομηνίας 16/05/2014, Γενικός Εισαγγελέας ν Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση 98/2012, ημερομηνίας 19/02/2013, Γενικός Εισαγγελέας ν Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ.331 και Κλεοβούλου ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο