← Κύπρος

KLIVERO LIMITED ν. MEGABET LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8736/12, 31/1/2018

KLIVERO LIMITED ν. MEGABET LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8736/12, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8736/12 KLIVERO LIMITED -εναντίον-

  1. MEGABET LIMITED
  2. ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Σιαμμούτη Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Γ. Κυριάκου Κατηγορούμενος 2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, έκαστος εκ των κατηγορουμένων 1 και 2 (στο εξής «οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο ξεχωριστός προσδιορισμός έκαστου) αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Πιο συγκεκριμένα, η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για έκδοση ισάριθμων επιταγών, χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (1η, 3η και 5η κατηγορία) και ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται με βάση το άρθρο 20 του Κεφ.154, για παροχή συνδρομής προς αυτή, (2η, 4η και 6η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, κατά ή περί τον Αύγουστο του 2010 η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε και παρέδωσε προς την παραπονούμενη έναντι νομίμου ανταλλάγματος την επιταγή με αριθμό 81835394, ημερομηνίας 17.8.2010, για το ποσό των €420.000, της Τράπεζας Κύπρου η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, κατά ή περί την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση της. Ο κατηγορούμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της κατηγορουμένης 1 παρείχε συνδρομή στην έκδοση της εν λόγω επιταγής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τρίτης και τέταρτης κατηγορίας, κατά ή περί τον Αύγουστο του 2010 η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε και παρέδωσε προς την παραπονούμενη έναντι νομίμου ανταλλάγματος την επιταγή με αριθμό 81835395, ημερομηνίας 26.8.2010, για το ποσό των €580.000, της Τράπεζας Κύπρου, η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, κατά ή περί την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση της. Ο κατηγορούμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της κατηγορουμένης 1 παρείχε συνδρομή στην έκδοση της εν λόγω επιταγής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πέμπτης και έκτης, κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2010 η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε και παρέδωσε προς την παραπονούμενη έναντι νομίμου ανταλλάγματος την επιταγή με αριθμό 87532561, ημερομηνίας 7.9.2010 για το ποσό των €1.000.000, της Τράπεζας Κύπρου, η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, κατά ή περί την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή και λόγω παγοποίησης (account frozen) του τραπεζικού λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση της. Ο κατηγορούμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της κατηγορουμένης 1 παρείχε συνδρομή στην έκδοση της εν λόγω επιταγής. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες. Συγκεκριμένα τον Χριστόδουλο Έλληνα (Μ.Κ.1) Διοικητικό Σύμβουλο της παραπονούμενης, τον Παύλο Δημητρίου (Μ.Κ.2), τραπεζικό υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών και τον Γιώργο Χ'' Σπύρου (Μ.Κ.3) Λειτουργό στο Τμήμα Εκκαθάρισης και Διακανονισμού του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφού το Δικαστήριο εξέτασε τη μαρτυρία και έκρινε καθηκόντως και στην απουσία σχετικής εισήγησης από μέρους της Υπεράσπισης, ότι απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, και τους εξηγήθηκαν στη συνέχεια τα δικαιώματα που είχαν, οι κατηγορούμενοι δήλωσαν ότι θα προβάλουν κοινή υπεράσπιση, και ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να προβεί σε ένορκη μαρτυρία (Μ.Υ.1) και να καλέσουν πέντε μάρτυρες. Συγκεκριμένα τον Κυριάκο Κολοκασίδη (Μ.Υ.2) Οικονομικό Διευθυντή της κατηγορούμενης 1 κατά την περίοδο Ιουλίου του 2010 μέχρι τα τέλη Μαρτίου του 2012, τον Παύλο Παπαδόπουλο (Μ.Υ.3) αδελφό του κατηγορούμενου 2, τον Δούρο Ιωάννη (Μ.Υ.4) συνεργάτη του Παύλου Παπαδόπουλου και τον Ανδρέα Παναγιώτου, (Μ.Υ.5) ειδικό γραφολόγο. Να σημειωθεί επίσης ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν 39 Τεκμήρια συμπεριλαμβανομένων και των γραπτών δηλώσεων των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Υ.1, Μ.Υ.2, Μ.Υ.3, Μ.Υ.
  1. Μαρτυρία Η μαρτυρία όσων κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Παραθέτω, ωστόσο, μια σύνοψη των θέσεων που κάθε ένας από αυτούς προέβαλε στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.1 διευθυντής της παραπονούμενης, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι στις 3.8.2010 η παραπονούμενη συμφώνησε με τον Μ.Υ.3, την πώληση 27.000.000 μετοχών της Sea Star Capital Plc (στο εξής «Sea Star»), έναντι του ποσού των €4.500.
  2. Την ίδια ήμερα ο Μ.Υ.3 συμφώνησε με την κατηγορούμενη 1 όπως μέρος του ποσού των €4.500.000 και συγκεκριμένα το ποσό των €2.000.000 καταβληθεί προς την παραπονούμενη από την κατηγορούμενη
  3. Έτσι την ίδια ημέρα υπογράφηκε γραπτή δήλωση εκ μέρους του Μ.Υ.3 (και του κατηγορούμενου 2, στην παρουσία του, στο γραφείο της παραπονούμενης στη Λευκωσία, στην οποία ενσωματώθηκαν οι προφορικές συμφωνίες της ημέρας (στο εξής η «η γραπτή δήλωση»). Η μεταβίβαση των μετοχών προς την κατηγορούμενη 1, θα γινόταν με την εξαργύρωση των επιταγών που θα εκδίδονταν και επιπλέον με την καταβολή του ποσού των €2.500.000 προς την παραπονούμενη εκ μέρους του Μ.Υ.
  4. Η παραπονούμενη δήλωσε έτοιμη να εκπληρώσει τις πιο πάνω υποχρεώσεις της και η κατηγορούμενη 1 μέσω του διευθυντή και/ή εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου της κατηγορούμενου 2, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της κατηγορούμενης 1, έκδωσε τις επίδικες επιταγές, θέτοντας ενώπιον του την υπογραφή του επί αυτών. Όταν οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα», ενώ στην επίδικη επιταγή με αριθμό 87532561, τέθηκε και η σφραγίδα με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Με την επιστροφή της επίδικης επιταγής 81835394, πριν ακόμη οι άλλες δύο επίδικες επιταγές επιστραφούν ανεξαργύρωτες, ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 2 για το γεγονός ότι η εν λόγω επιταγή δεν τιμήθηκε, και ο κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε ότι ήταν εις γνώση του ότι ο λογαριασμός δεν είχε επαρκή υπόλοιπα για την πληρωμή οποιασδήποτε εκ των επίδικων επιταγών. Επίσης του γνωστοποίησε την πρόθεση του Μ.Υ.3 για μη τίμηση της συμφωνίας για καταβολή του €2.500.
  5. Η μη τίμηση των επίδικων επιταγών παραμένει μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι κατά την υπογραφή της γραπτής δήλωση, δεν ήταν παρών ο Μ.Υ.
  6. Αρνήθηκε, επίσης ότι η γραπτή δήλωση υπογράφηκε τον Οκτώβριο του
  7. Αρνήθηκε ότι η ημερομηνία 3.8.2010 επί της γραπτής δήλωσης τέθηκε για να συνάδει με την ημερομηνία των επίδικων επιταγών. Αρνήθηκε, περαιτέρω, ότι υπήρχε συνεργασία με τον Μ.Υ.3 για την αγορά των μετοχών της Sea Star όταν η παραπονούμενη αποφάσισε να αγοράσει τις εν λόγω μετοχές. Αρνήθηκε, επίσης ότι οι επίδικες επιταγές ουδέποτε παραλήφθηκαν από τον ίδιο στο γραφείο του, και ότι οι αυτές παραλήφθηκαν από την υπάλληλο του Μαρία Κλάππα. Επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος 2 ενώπιον του συμπλήρωσε και υπέγραψε τις εν λόγω επιταγές τις οποίες του έδωσε μία, μία στο χέρι. Αρνήθηκε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές δεν του παραδόθηκαν τη συγκεκριμένα ημέρα που ανέφερε. Δεν θυμόταν εάν οι επίδικες επιταγές ήταν οι μοναδικές που δόθηκαν προς την παραπονούμενη που να αφορούσαν τη γραπτή δήλωση. Θυμόταν όμως ότι προσωπικά του είχαν δοθεί από την κατηγορούμενη 1 και άλλες επιταγές, οι οποίες μπορεί να δόθηκαν για αλλαγή των επίδικων επιταγών. Σε σχέση με τις επιταγές με αριθμό 87532563 και 81835393 (Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα) ανέφερε ότι αυτές οι επιταγές αφορούσαν άλλες υποθέσεις του Μ.Υ.
  8. Αρνήθηκε ότι απείλησε τον κατηγορούμενο 2, και ότι του είπε ότι θα του στείλει Ρώσους να βλάψουν τον ίδιο και την οικογένεια του. Αρνήθηκε ότι εκβίασε τον κατηγορούμενο 2, προκειμένου να εξασφαλίσει τόσο τις επιταγές όσο και την υπογραφή του επί της γραπτής δήλωσης. Αρνήθηκε, περαιτέρω ότι γνώριζε ότι οι επίδικες επιταγές δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να καλυφθούν, και ανέφερε πως αν υπήρχε αυτό το ενδεχόμενο δεν θα αποδεχόταν αυτή τη συμφωνία. Αρνήθηκε επίσης, ότι ο λόγος που επέμενε στην έκδοση των επίδικων επιταγών, όπως ο ίδιος έλεγε, ήταν για να έχει μία εξασφάλιση στο χέρι, διότι πίστευε ότι ο Μ.Υ.3, δεν θα άφηνε τον κατηγορούμενο 2 στο έλεος του (του Μ.Κ.1). Ερωτηθείς εάν υπήρχε συγκεκριμένη έγγραφη συμφωνία μεταξύ M.Y.3 και της παραπονούμενης για την αγορά των μετοχών της Sea Star, ανέφερε ότι δεν θυμάται και ότι νομίζει ότι δεν υπήρχε και ότι δόθηκε απλώς εντολή, όπως όλες οι εντολές που δίδονται στο Χρηματιστήριο. Ανέφερε, ότι οι μετοχές της Sea Star από την παραπονούμενη, αγοράστηκαν με δάνειο που είχε συνάψει η εταιρεία με την Τράπεζα Κύπρου. Δεν θυμόταν εάν είχε και χρήματα η παραπονούμενη και τα έβαλε για την αγορά των εν λόγω μετοχών. Ούτε θυμόταν εάν αυτός και ο Φίλιππος Λάρκος έβαλαν χρήματα για την εν λόγω αγορά. Κληθείς να αναφέρει εάν γνωρίζει την εταιρεία Sagem Ltd, (στο εξής «Sagem») απάντησε ότι δεν θυμάται. Στην συνέχεια αφού του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 9 το οποίο φέρει τίτλο Loan Agreement, ημερομηνίας 11.1.2008, κληθείς να αναφέρει εάν το αναγνωρίζει, ανέφερε ότι το αναγνωρίζει και ότι θυμήθηκε. Ανέφερε επίσης ότι αυτό το έγγραφο υπογράφηκε για κάποιες χρηματιστηριακές και χρηματοοικονομικές δουλειές που έγιναν στην Ελλάδα και αφορούσαν υπηρεσίες που είχαν προσφερθεί στην Ελλάδα και καμία σχέση έχει με την παρούσα υπόθεση. Ανέφερε επίσης ότι εκ του ποσού του δανείου που αναφέρεται στο Τεκμήριο 9 έλαβε το ποσό του €1.000.000 αλλά δεν θυμόταν για τα υπόλοιπα €2.500.000 αν τα έλαβαν. Αρνήθηκε ότι έλαβαν το ποσό των €2.500.000 με εμβάσματα στους λογαριασμούς του ιδίου και του Λάρκου. Αρνήθηκε, επίσης ότι η Sagem είχε δανείσει €3.500.000 σε αυτόν και τον Λάρκο και ότι αυτός με τον Λάρκο έδωσαν γύρω στα €2.500.000 προς την παραπονούμενη, εξασφαλίστηκε ένα δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου και με όλα αυτά τα ποσά μαζί αγοράστηκαν οι μετοχές της See Star, δηλαδή από την αρχή ο Μ.Υ.3 είχε δώσει λεφτά για να αγοραστούν μετοχές της Sea Star από την «παραπονούμενη. Επίσης, αρνήθηκε ότι η συμφωνία ήταν ότι οι εν λόγω μετοχές θα υποθηκεύονταν προς όφελος του δανείου της Τράπεζας Κύπρου και συμφωνήθηκε ο τρόπος διανομής των κερδών που θα πραγματοποιούνταν από την πώληση των μετοχών της Sea Star. Αρνήθηκε επίσης ότι ουδέποτε υπήρξε συμφωνία για αγορά μετοχών της Sea Star από τον Μ.Υ.
  9. Αρνήθηκε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν ως εξασφάλιση διότι εκβιαστικά απαιτούσαν από τον Μ.Υ.3 να παρέχει εξασφαλίσεις για να τις παρουσιάσουν στην τράπεζα προκειμένου να απαλλαχτούν από το προσωπικό δάνειο που είχαν εξασφαλίσει. Σε σχέση με το δάνειο της Τράπεζας Κύπρου ανέφερε ότι υπάρχει αγωγή. Δέχθηκε επίσης ότι η Τράπεζα Κύπρου πίεζε για περαιτέρω εξασφαλίσεις και απειλούσε με εκποίηση των μετοχών, αλλά δεν έκανε οτιδήποτε. Δέχθηκε ότι ένεκα των πιέσεων της τράπεζας, επικοινωνούσε με τον Μ.Υ.3 και ζητούσε να του δώσει λεφτά αφού δεν πληρώθηκαν οι επιταγές. Δέχθηκε περαιτέρω ότι τον Σεπτέμβριο του 2010 στάλθηκε η επιστολή Τεκμήριο 12 από την παραπονούμενη προς τον Μ.Υ.
  10. Ωστόσο ανέφερε ότι αυτή ήταν μια πρόταση που δεν έγινε αποδεκτή από τον Μ.Υ.
  11. Αρνήθηκε ότι με βάση την εν λόγω επιστολή οι επίδικες επιταγές θεωρούνταν εξασφαλίσεις που θα παρουσίαζε στην Τράπεζα Κύπρου προκειμένου να απαλλαχτεί από το προσωπικό του δάνειο. Ο Μ.Κ.2 στην κυρίως εξέταση του, παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήρια το πιστοποιητικό διευθυντών και το πιστοποιητικό μετόχων της κατηγορούμενης
  12. Επίσης παρουσίασε και κατέθεσε ως τεκμήρια δύο αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της κατηγορούμενης 1, ημερομηνίας 18.1.2008 και 23.4.2010 οι οποίες ως ανέφερε αφορούσαν το άνοιγμα των λογαριασμών με αριθμό 0199-01-006817 και 0199-05-
  13. Παρουσίασε και κατέθεσε ως τεκμήριο την κατάσταση του λογαριασμού 0199-01-006817-00 για την περίοδο από 1.8.2010 μέχρι και 31.12.
  14. Επίσης παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο την αίτηση ανοίγματος του λογαριασμού 0199-01-006817-00 στην οποία επισυνάπτεται το δείγμα υπογραφών των εξουσιοδοτημένων προσώπων και επιστολή ημερομηνίας 19.3.2010 με την οποία έγινε αλλαγή στα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα που θα δέσμευαν με την υπογραφή τους το λογαριασμό 0199-01-006817-00 συνοδευμένη με το δείγμα υπογραφών των ατόμων αυτών, που λήφθηκε στις 23.4.
  15. Ανέφερε ότι με βάση την προαναφερόμενη επιστολή το λογαριασμό 0199-01-006817-00 από τις 19.3.2010 δέσμευαν με την υπογραφή τους ο Αργύρης Παπαδόπουλος (κατηγορούμενος 2) και ο Κυριάκος Κολοκασίδης (Μ.Υ.2). Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, ανέφερε ότι αυτές εκδόθηκαν από τον λογαριασμό 0199-01-006817-
  16. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο εκάστης επίδικης επιταγής, στο χρόνο παρουσίασης και επιστροφής της και στο λόγο που έκαστη επιστράφηκε απλήρωτη. Ανέφερε επίσης ότι οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών πρέπει να έτυχαν του ελέγχου του υπευθύνου βάρδιας στο clearing της τράπεζας από τον οποίο περνούν καθημερινά οι επιταγές που γίνονται κατάθεση. Ανέφερε επιπλέον ότι ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές παγοποιήθηκε στις 28.9.
  17. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι μετά την παγοποίηση του προαναφερόμενου λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 δεν ανοίχθηκε άλλος λογαριασμός. Εξήγησε επίσης τη διαδικασία που ακολουθείται κατά την παρουσίαση μίας επιταγής για εξαργύρωση, την επιστροφή μίας ακάλυπτης επιταγής μέχρι και την παγοποίηση του λογαριασμού από την Κεντρική Τράπεζα. Ανέφερε επίσης ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 παγοποιήθηκε λόγο της επιταγής με αριθμό 81835393 με δικαιούχο την εταιρεία Smart Holdings Ltd για το ποσό των €120.
  18. Ο Μ.Κ.3 αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της συγκεντρωτικής κατάστασης λογαριασμών επενδυτή της παραπονούμενης. Ανέφερε ότι με βάση την προαναφερόμενη κατάσταση η παραπονούμενη κατείχε 27.139,618 μετοχές της Sea Star εκ των οποίων οι 26.000.000 ήταν ενεχυριασμένες. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, αναφέρθηκε στη διαδικασία εκτέλεσης συναλλαγών εκτός πατώματος όταν επέρχεται συμφωνία για αγορά ή πώληση μετοχών. Ανέφερε ότι για την περίοδο από 1.1.2010 μέχρι 31.12.2010 η συγκεντρωτική κατάσταση του λογαριασμού επενδυτή της παραπονούμενης δεν παρουσιάζει εξωχρηματιστηριακή μεταβίβαση. Ο κατηγορούμενος 2 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε επαγγελματική ή προσωπική σχέση είτε ως πρόσωπο είτε δια μέσου της κατηγορούμενης 1 με την παραπονούμενη. Η πρώτη και μοναδική φορά που γνώρισε τον Μ.Κ.1 ήταν στα πλαίσια της συνεργασίας της κατηγορουμένης 1 και της Megaelectric αναφορικά με την αγορά ηλεκτρονικών υπολογιστών και όχι τηλεοράσεων όπως ο Μ.Κ.1 ανέφερε. Κατά ή περί τις 3.8.2010 ενώ ήταν Διευθύνων Σύμβουλος της κατηγορούμενης 1 επικοινώνησε μαζί του ο αδελφός του (ήτοι ο Μ.Υ.3) ο οποίος του ζήτησε όπως τον βοηθήσει σε μία πράξη στην οποία είχε εμπλακεί μαζί με τον Μ.Κ.1 και τον Λάρκο. Συγκεκριμένα, του ζήτησε να επικοινωνήσει με τον οικονομικό διευθυντή της κατηγορουμένης 1, Μ.Υ.2, προκειμένου να εκδώσει ορισμένες επιταγές, γιατί ο ίδιος δεν δεχόταν να το κάνει και απειλούνταν όλοι με καταστροφή αν δεν γινόταν. Λόγω του ότι βρισκόταν στην Μάλτα, μίλησε τηλεφωνικώς με τον Μ.Υ.2, ο οποίος πανικοβλημένος του ανέφερε τα ποσά που ζητούσε ο αδελφός του και τον ρώτησε τι έπρεπε να κάνει. Συμβούλευσε τον Μ.Υ.2 να μην εκδώσει τέτοιου ύψους επιταγές αφού όλοι ήξεραν ότι σε περίπτωση κατάθεσης τους, η κατηγορούμενη 1 δεν θα μπορούσε να τις τιμήσει και θα είχαν σοβαρό πρόβλημα. Τελικά ο Μ.Υ.2, μετά από πολλά τηλεφωνήματα και πιέσεις, εξέδωσε και υπέγραψε τρεις επιταγές τις οποίες παρέδωσε στον Μ.Κ.1, δίνοντας όμως αμέσως εντολή στην τράπεζα για ανάκληση της πληρωμής τους. Δύο ημέρες μετά, αφού επέστρεψε, επικοινώνησε μαζί του ο αδελφός του και του είπε ότι έπρεπε να εκδώσει αυτός νέες επιταγές που να καλύπτουν τις προηγούμενες. Όταν αρνήθηκε να το κάνει, τότε δέχτηκε τηλεφώνημα από τον Μ.Κ.1 ο οποίος τον απείλησε ότι αν δεν έβγαζε τις επιταγές θα πήγαιναν Ρώσοι μισθοφόροι να του απαγάγουν το παιδί του και ότι δήθεν ο αδελφός του έμπλεξε με αδίστακτους Ρώσους οι οποίοι ήταν τρελοί και δεν θα δίσταζαν να του κάνουν κακό (του κατηγορούμενου 2). Ο αδελφός του, του επιβεβαίωσε ότι ο Ρώσος αλλά και ο Μ.Κ.1 είναι επικίνδυνοι και ότι θα έπρεπε να συμμορφωθεί καθώς παρόμοιες απειλές δεχόταν και ο ίδιος μέσω της συζύγου του. Στις 6.8.2010 αφού πρώτα πέρασε από το γραφείο του Μ.Υ.2, ο οποίος συμπλήρωσε και του παρέδωσε τρεις επιταγές της Λαϊκής Τράπεζας τις οποίες αφού υπέγραψε, πήρε στα γραφεία του Μ.Κ.1 όπου τις παρέδωσε στην Μαρία Κλάππα, δικηγόρο, κατόπιν σχετικών οδηγιών του. Η Μαρία Κλάππα ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Μ.Κ.1 για το ύψος και την τράπεζα που εκδόθηκαν οι επιταγές και τότε αφού μίλησε και ο ίδιος με τον Μ.Κ.1, ο τελευταίος του ανέφερε ότι ήθελε επιταγές της Τράπεζας Κύπρου και εάν το έπραττε δεν είχε κάτι να φοβηθεί. Έτσι πήγε ξανά πίσω στον Μ.Υ.2 και συμπληρώθηκαν τρεις νέες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου από τον Μ.Υ.2, οι δύο προς την παραπονούμενη (επίδικες επιταγές με αριθμό 81835394 και 81835395, Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα) και η άλλη προς την εταιρεία Smart Holdings (επιταγή με αριθμό 81835393 Τεκμήριο 20 (η οποία σημειώνω ότι είναι η ίδια επιταγή με το Τεκμήριο 11)). Την ίδια ημέρα υπέγραψε και παρέδωσε τις επιταγές στην Μαρία Κλάππα η οποία αφού μίλησε με τον Μ.Κ.1 τις δέχτηκε. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα επικοινώνησε μαζί του ο αδελφός του και ο Μ.Κ.1 και του ζήτησαν να παραδώσει τρεις νέες επιταγές στον Μ.Κ.1 προς αντικατάσταση αυτών που είχαν ήδη δοθεί και οι οποίες στο μεταξύ είχαν κατατεθεί και επιστραφεί ως αναμενόταν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Έτσι εξέδωσε τις επιταγές με αριθμό 87532563 (Τεκμήριο 10) και 81835393 (Τεκμήριο 11) για τα ποσά €160.000 και €120.000 αντίστοιχα, τις οποίες παρέδωσε προσωπικά στον Μ.Κ.1 στο σπίτι του. Ζήτησε από τον Μ.Κ.1 πίσω τις προηγούμενες επιταγές και αυτός αρνήθηκε να του τις επιστρέψει, καθησυχάζοντας τον ότι δεν είχε κάτι να φοβηθεί και πως θα τον απάλλασσε όταν ο αδελφός του θα του παρουσίαζε περιουσία στην Ελλάδα. Πριν τον Οκτώβριο του 2010 ο Μ.Κ.1 τον κάλεσε να συναντηθούν στο γραφείο του για να του δώσει μερικές από τις επιταγές πίσω. Μπαίνοντας στο γραφείο του είδε τον Μ.Κ.1 με ακόμα ένα άτομο το οποίο δεν γνώριζε και αφού του παρουσίασε τη γραπτή δήλωση του ζήτησε να την υπογράψει. Αφού τη διάβασε αντέδρασε και αρνήθηκε να την υπογράψει και τότε το άλλο άτομο του έδειξε ένα πιστόλι το οποίο ακούμπησε στο κεφάλι του λέγοντας του «Υπέγραψε». Τότε πανικοβλημένος έβαλε την υπογραφή του χωρίς να ρωτήσει οτιδήποτε άλλο αφού είχε στο μυαλό του την προειδοποίηση του αδελφού του ότι τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και ο Ρώσος ήταν επικίνδυνοι. Ο αδελφός του δεν ήταν παρών σε καμία συνάντηση του με τον Μ.Κ.1 και δεν γνωρίζει εάν και πότε υπέγραψε ο αδελφός του τη γραπτή δήλωση. Έκτοτε ουδέποτε ξαναμίλησε με τον Μ.Κ.
  19. Μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα και ενώ υπέθεσε ότι ο αδελφός του και ο Μ.Κ.1 τα είχαν βρει, του επιδόθηκε η παρούσα υπόθεση. Έτσι αποφάσισε να σταματήσει να τους καλύπτει αφού βρέθηκε πλέον εκτεθειμένος για τις δικές τους δουλειές. Έτσι πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Πύλης Πάφου για να υποβάλει παράπονο από όπου τον έδιωξαν στέλνοντας τον στον Αστυνομικό Σταθμό Ζυγίου για να υποβάλει παράπονο. Από εκεί τον έστειλαν στον Κεντρικό Σταθμό της Λάρνακας για να καταλήξει εκ νέου στον Αστυνομικό Σταθμό Πύλης Πάφου. Ο λόγος που ακολουθούσε τις οδηγίες του αδελφού του ήταν γιατί ένιωθε υποχρέωση ένεκα του γεγονότος ότι βρέθηκε να είναι Γενικός Διευθυντής της κατηγορούμενης 1 λόγω του γεγονότος ότι ο αδελφός του ήταν δια μέσου των συνεργατών του μέτοχος της κατηγορούμενης 1 και γιατί πίστευε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί εκτεθειμένος για δικές του δουλειές. Δεν γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα, ούτε τους λόγους πίσω από τη συμφωνία του αδελφού του με τον Μ.Κ.
  20. Ο μοναδικός λόγος που παρέδωσε επιταγές στο Μ.Κ.1 ήταν ο φόβος του για αυτόν, οι απειλές του, η φήμη του και οι διαβεβαιώσεις του ότι τόσο αυτός όσο και η οικογένεια του θα ήταν καλά εφόσον ακολουθούσε τις απαιτήσεις του. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι ο λόγος που προχώρηση στην υπογραφή των επιταγών ήταν γιατί ο Μ.Κ.1 δεν έχει καλή φήμη, όπως επίσης ότι ευθύνεται για την καταστροφή του χρηματιστηρίου και ότι κατέστρεψε παρά πολλούς και δεν έχει καθόλου ηθική. Κληθείς να αναφέρει γιατί δεν κατάγγειλε αμέσως την υπόθεση στην Αστυνομία, ανέφερε ότι η Αστυνομία δεν θα βοηθούσε και δεν τον βοήθησε. Δεν θα εμπιστευόταν τη ζωή του γιου του στην Αστυνομία και έκανε αυτό που θεωρούσε σωστό να κάνει για το καλό του γιού του. Σημείωσε ότι ακόμη και σήμερα φοβάται και ότι δεν πιστεύει ότι τελειώνει σήμερα. Σε σχέση με τη γραπτή δήλωση, ανέφερε ότι όταν αυτός υπέγραψε δεν ήταν παρών ο αδελφός του και δεν υπήρχε υπογραφή ούτε γνωρίζει εάν η άλλη υπογραφή που υπάρχει είναι του αδελφού του. Επανέλαβε ότι στις 3.8.2010, που είναι η ημερομηνία που φέρει η γραπτή δήλωση, ήταν στην Μάλτα δεν ήταν στην Κύπρο και ο αδελφός του ήταν στην Ελλάδα και ποτέ δεν βρέθηκαν στον ίδιο χώρο με τον Μ.Κ.
  21. Σε σχέση με τις επιταγές με αριθμό 81835394 και 81835395 (Τεκμήρια 6 και 7) ανέφερε ότι αυτές συμπληρώθηκαν από τον Μ.Υ.2, ενώ η επιταγή με αριθμό 87532561 (Τεκμήριο 8) συμπληρώθηκε από τον ίδιο και δόθηκε προσωπικά στον Μ.Κ.1 στο σπίτι του για να πάρει πίσω τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 6 και 7 τις οποίες όμως δεν του επέστρεψε. Ανέφερε, περαιτέρω ότι μαζί με την επιταγή Τεκμήριο 8 παρέδωσε στον Μ.Κ.1 στο σπίτι του και την επιταγή με αριθμό 87532563 (Τεκμήριο 10) και μία άλλη επιταγή την οποία όμως δεν ξέρει ούτε που είναι ούτε το δικαιούχο, ενώ σε σχέση με την επιταγή με αριθμό 81835393 (Τεκμήριο 11) ανέφερε ότι δεν παραδόθηκε στο σπίτι του Μ.Κ.1 αλλά στην Μαρία Κλάπα. Ήταν η θέση του ότι αποκλείεται οι επιταγές με αριθμό 81835393, 81835394 και 81835395 (Τεκμήρια 6, 7 και 8 αντίστοιχα) να εκδόθηκαν την ίδια ημέρα με την επιταγή με αριθμό 87532561 (Τεκμήριο 8), ως ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε και τούτο φαίνεται από τους αριθμούς των επιταγών. Μετά εκδόθηκαν οι επιταγές με αριθμό με αριθμό 87532561 και 87532563 (Τεκμήρια 8 και 10 αντίστοιχα) οι οποίες έχουν το δικό του γραφικό χαρακτήρα. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι η επιταγή με αριθμό 81835393 (Τεκμήριο 11) αριθμητικά προηγείται των επιταγών με αριθμό 81834394 και 81834395 (Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα) και αυτές δόθηκαν ταυτόχρονα στο γραφείο του Μ.Κ.1 στη Μαρία Κλάππα τις οποίες συμπλήρωσε ο Μ.Υ.
  22. Ενώ σε σχέση με την επιταγή με αριθμό 87532561 (Τεκμήριο 8) ανέφερε ότι αυτή παραδόθηκε εις αντικατάσταση των επιταγών με αριθμό 81835394 και 81835395 (Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα). Ο Μ.Υ.2, στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι περί τις αρχές Αυγούστου 2010 και ενώ ο κατηγορούμενος 2 απουσίαζε στην Μάλτα δέχθηκε οδηγίες από τον αδελφό του κατηγορούμενου 2 Μ.Υ.3 ο οποίος παρουσιαζόταν σαν μεγαλομέτοχος, να εκδώσει επιταγές προς όφελος εταιρειών ύψους €1.000.000 τις οποίες έπρεπε να παραδώσει στον Μ.Κ.
  23. Αντέδρασε έντονα και αρνήθηκε να το κάνει αφού κάτι τέτοιο μόνο προβλήματα θα τους δημιουργούσε αφού εκτός του ότι δεν εκκρεμούσε καμία οφειλή από μέρους της κατηγορούμενης 1 προς τις συγκεκριμένες εταιρείες, ούτε καν υπήρχαν τέτοια υπόλοιπα στο λογαριασμό. Ο Μ.Υ.3 του ανέφερε έντονα ότι αυτό που του ζητούσε θα το έκανε οπωσδήποτε διαφορετικά οι συνέπειες θα ήταν καταστροφικές χωρίς να του δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Την ίδια ημέρα επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος συμφώνησε μαζί του ότι η έκδοση τέτοιου ύψους επιταγών ήταν αδύνατη. Λόγω πιέσεων που συνέχισε να δέχεται εξέδωσε επιταγές της Λαϊκής Τράπεζας προς όφελος εταιρειών οι οποίες παραδόθηκαν στον Μ.Κ.
  24. Έδωσε, ωστόσο, αμέσως οδηγίες ανάκλησης της πληρωμής των εν λόγω επιταγών δεδομένης της ανυπαρξίας τέτοιων κεφαλαίων. Ακολούθως επικοινώνησε μαζί του ο Μ.Κ.1 και του είπε να μη φοβάται καθότι δεν είναι αυτόν που ήθελε αλλά τον Μ.Υ.3 και τον κατηγορούμενο 2 και νοουμένου ότι ο κατηγορούμενος 2 παρέδιδε άλλες επιταγές δεν θα τον ενοχλούσε. Πράγματι ο κατηγορούμενος 2 με την επιστροφή του από την Μάλτα του έδωσε οδηγίες και συμπλήρωσε άλλες επιταγές της Λαϊκής επ' ονόματι διαφόρων φυσικών και νομικών προσώπων. Αργότερα την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε να εκδώσει εκ νέου επιταγές αυτή τη φορά από λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου κάτι που έπραξε. Συγκεκριμένα εξέδωσε τρεις επιταγές μία προς την εταιρεία Smart Holdings Ltd και δύο προς την παραπονούμενη. Αναγνώρισε ακολούθως τον γραφικό του χαρακτήρα επί των επιταγών με αριθμούς 81835394, 81835395 και 81835393 (Τεκμήρια 6, 7 και 11 αντίστοιχα) και ανέφερε ότι εκδόθηκαν από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών. Ενώ για την επιταγή με αριθμό 87532561 (Τεκμήριο 8), ανέφερε ότι αυτή δεν φαίνεται να είναι από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών και εξήγησε ότι αυτό το διαπιστώνει από τους αριθμούς των επιταγών. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι όταν του ζητήθηκε να εκδώσει επιταγές ύψους €1.000.000 ρώτησε τον Μ.Υ.3 τι της ήθελε, πλην όμως η απάντηση που πήρε δεν ήταν ούτε ξεκάθαρη ούτε συγκεκριμένη, την οποία όμως δεν θυμάται και σε κάθε περίπτωση από αυτά που του ανέφερε δεν κατάλαβε γιατί έπρεπε να εκδοθούν. Ανέφερε επίσης ότι ο λόγος που προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής των επιταγών που είχε εκδώσει ο ίδιος κατόπιν οδηγιών του Μ.Υ.3 ήταν γιατί ο λογαριασμός δεν είχε τα λεφτά αυτά και γιατί δεν ήθελε να εκτεθεί. Ο λόγος που εξέδωσε τις εν λόγω επιταγές ήταν οι πιέσεις που δεχόταν. Ο λόγος που στη συνέχεια εξέδωσε τις επιταγές που του ζήτησε ο κατηγορούμενος 2 ήταν γιατί ενδιαφερόταν να πάρει πίσω τις επιταγές που αυτός είχε εκδώσει και να αντικατασταθούν με αυτές που θα εξέδιδε ο κατηγορούμενος
  25. Ο Μ.Υ.3, ανέφερε ότι με τον Μ.Κ.1 υπήρξαν συνέταιροι σε διάφορες συναλλαγές και πράξεις. Μια εξ αυτών ήταν και η αγορά ενός μεγάλου πακέτου μετοχών της Sea Star. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.1 τον προσέγγισε προκειμένου να τον δανειοδοτήσει ούτως ώστε να προβεί στην αγορά μεγάλου πακέτου μετοχών της εν λόγω εταιρείας με σκοπό την μεταπώληση τους σε ψηλότερη τιμή προκειμένου να αποκομίσει κέρδος. Η συμφωνία ήταν ότι θα δάνειζε στον Λάρκο και στον Μ.Κ.1 το ποσό των €3.500.000 μέσω της Sagem προκειμένου μέσω της παραπονούμενης να προβούν στην αγορά μετοχών της Sea Star αξίας €2.500.000 στην τιμή των €0.26 ανά μετοχή. Δόθηκε στον Λάρκο και στον Μ.Κ.1 το προαναφερόμενο ποσό από την Sagem το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει επιστραφεί. Στη συνέχεια, ως η συμφωνία τους, ο Λάρκος και ο Μ.Κ.1 θα εξασφάλιζαν δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου ύψους €4.800.000 με το οποίο θα αγόραζαν επιπλέον 18.000.000 μετοχές της Sea Star στη τιμή των €0.26 ανά μετοχή. Ακολούθως συμφωνήθηκαν ποσοστά για τα κέρδη που θα υπήρχαν από την πώληση των μετοχών, μεταξύ της παραπονούμενης και της Sagem και σε περίπτωση που τα κέρδη ήταν πέραν των €2.400.000 και προς τον Γ. Παμπορίδη. Λόγω του ότι ο Μ.Κ.1 δεν μπορούσε να βρει αγοραστές για τις μετοχές της Sea Star ξεκίνησε να ανησυχεί καθότι βρισκόταν προσωπικά εκτεθειμένος τόσο απέναντι στην Sagem όσο και απέναντι στην Τράπεζα Κύπρου η οποία είχε αρχίσει πλέον να πιέζει για την είσπραξη του ποσού που είχε παραχωρήσει. Ο Μ.Κ.1 προσπάθησε με διάφορους τρόπους να τους καθησυχάσει για να κερδίσει χρόνο με την ελπίδα να πωλήσει τις μετοχές της Sea Star. Λόγω της συμφωνίας τους με τον Μ.Κ.1 είχαν συχνή επικοινωνία. Σε μία εξ αυτών, ο Μ.Κ.1 του ζήτησε να βρει τρόπους να τον εξασφαλίσει γιατί διαφορετικά θα είχε σοβαρά προβλήματα με την Τράπεζα Κύπρου η οποία απειλούσε να κατάσχει τις μετοχές με αποτέλεσμα να χάσουν και οι δύο το ενδεχόμενο μίας κερδοφόρας μεταπώλησης των μετοχών. Έτσι ξεκίνησε ο Μ.Κ.1 να ισχυρίζεται ότι αυτός (ο Μ.Υ.3) χρωστούσε λεφτά στην παραπονούμενη. Άρχισε να απειλεί να φωνάζει και απαιτεί να του παραχωρήσει εξασφαλίσεις για να τις δείξει στην Τράπεζα διαφορετικά του έλεγε ότι δεν θα έβλεπε ποτέ τα λεφτά του. Σε αρκετές περιπτώσεις συνεργάστηκε μαζί του καθότι η πώληση των μετοχών της Sea Star ήταν ο μόνος τρόπος να πάρει τα λεφτά του. Έτσι ζητούσε διάφορά για να καταλήξει να απαιτεί όπως η κατηγορούμενη 1 εκδώσει επιταγές και για τον σκοπό αυτό, να δώσει (ο Μ.Υ.3) οδηγίες προς τον κατηγορούμενο 2 αλλά και προς τον Μ.Υ.2 να προχωρήσουν στην έκδοση επιταγών. Αφού εκδόθηκαν πρώτα οι επιταγές από τον Μ.Υ.2 και ακολούθως αντικαταστάθηκαν από τις επιταγές που έκδωσε ο κατηγορούμενος 2, αρχικά της Λαϊκής Τράπεζας και ακολούθως της Τράπεζας Κύπρου, ακολούθως ο Μ.Κ.1 είχε άμεση επικοινωνία με τον κατηγορούμενο
  26. Παρόλο ότι τόσο ο Μ.Υ.2 όσο και ο κατηγορούμενος 2 αντέδρασαν έντονα στην έκδοση των επιταγών, ο ίδιος επέμεινε στην έκδοση των επιταγών καθώς ήταν όπως πίστευε ο μόνος τρόπος να πάρουν πίσω τα λεφτά τους. Παράλληλα προσπάθησε να αντικαταστήσει αυτές με άλλες εξασφαλίσεις για να απαλλάξει τον κατηγορούμενο 2, όπως την παραχώρηση προς όφελος της παραπονούμενης μετοχών που κατείχαν σε άλλες εταιρείες και στοιχεία ακινήτων στην Αθήνα προκειμένου να μεταβιβαστούν αλλά ουδέποτε μεταβιβάστηκαν. Ήταν κοινό έδαφος των συζητήσεων του με τον Μ.Κ.1 ότι δεν θα προέβαινε σε εκποίηση των όποιων εξασφαλίσεων αλλά θα χρησιμοποιούσε αυτές προκειμένου να κερδίσει χρόνο από την Τράπεζα με σκοπό να υλοποιηθεί η πώληση των μετοχών της Sea Star. Οι επιταγές κρατούνταν από τον Μ.Κ.1 πάντοτε ως εξασφάλιση αρχικά προκειμένου να παρουσιαστούν στην Τράπεζα και αργότερα ως μοχλός πίεσης και εκβιασμού εναντίον τους. Σε καμία περίπτωση δεν αντικατοπτρίζουν αξία πώλησης μετοχών, ούτε και υπήρξε τέτοια συμφωνία. Η γραπτή δήλωση ημερομηνίας 3.8.2010 δεν υπογράφηκε την ημερομηνία που αναγράφετε σε αυτήν και από τον ίδιο υπογράφηκε στην Ελλάδα σε διαφορετικό χρόνο και ενώ ήταν ήδη υπογεγραμμένη από τον κατηγορούμενο
  27. Η εν λόγω γραπτή δήλωση ήταν ένα επιπλέον μέτρο εξασφάλισης που ο Μ.Κ.1 θα παρουσίαζε στην Τράπεζα που αργότερα χρησιμοποίησε εναντίον τους. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του αρνήθηκε ότι έχει εξοφληθεί το ποσό των €3.500.000 που αφορούσαν τη δανειακή σύμβαση με την Sagem. Ανέφερε επίσης ότι η σχέση του με την Sagem προέκυψε αφού είχε χρηματοδοτήσει την εν λόγω εταιρεία με €10.000.000 και για το ποσό αυτό πήρε ως αντίτιμο κάποιες μετοχές. Κατά τον χρόνο της συμφωνίας με την Sagem ήταν απλώς συνεργάτης και σύμβουλος του Φράγκου και Δούρου και από τις συναλλαγές που έκαναν έπαιρνε ποσοστά και χρηματοδοτούσε τις εταιρείες τους. Ανέφερε επίσης ότι υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Sea Star από τον Μάρτιο του 2010 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2010 όπου και παραιτήθηκε. Ο Μ.Υ.3 αναφέρθηκε επίσης στις εξασφαλίσεις που έδωσε στον Μ.Κ.1 έναντι των επίδικων επιταγών για να απαλλάξει τον κατηγορούμενο
  28. Ωστόσο διευκρίνισε ότι τούτο το έπραξε όχι γιατί αναγνώριζε ότι του όφειλε χρήματα αλλά γιατί εάν τιμούσαν τη μεταξύ τους συμφωνία εάν έχαναν θα μοιράζονταν την ζημιά. Ανέφερε, επίσης ότι οι επιταγές δόθηκαν γιατί ο Μ.Κ.1 φώναζε και ωρυόταν και ήταν ως εγγύηση. Καμία σχέση είχαν οι επιταγές με εμπορική συναλλαγή. Ο Μ.Υ.4 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι το 2010 συνεργαζόταν με τον Μ.Υ.
  29. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους ανέλαβε για λογαριασμό του Μ.Υ.3 την αγοραπωλησία μετοχών διαφόρων εταιρειών καθώς και το διορισμό του ως διοικητικού συμβούλου εταιρειών συμφερόντων του. Μία από τις πράξεις τις οποίες συνεργάστηκε με τον Μ.Υ.3 ήταν και η Sea Star η οποία εισήχθηκε στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου μέσω της MEGABET. Ο Μ.Υ.3 με τον Μ.Κ.1 και τον Λάρκο συμφώνησαν μεταξύ τους την αγορά εκ μέρους εταιρείας των τελευταίων, ενός μεγάλου πακέτου μετοχών της Sea Star με λεφτά τα οποία θα εξασφάλιζαν από αυτούς και από προσωπικό δάνειο με την Τράπεζα Κύπρου. Αυτό έγινε τελικά μέσω της Sagem στην οποία ήταν μέτοχος με τη συμφωνία ημερομηνίας 11.1.
  30. Η συμφωνία αυτή υπογράφηκε με την προοπτική κέρδους σε περίπτωση πώλησης των μετοχών σε ψηλότερη από αυτή της αγοράς τιμή. Δηλαδή αν οι Λάρκος και Μ.Κ.1 έβρισκαν αγοραστές θα πωλούσαν τις μετοχές σε ψηλότερη τιμή και τα κέρδη θα μοιράζονταν ανάλογα μεταξύ τους. Για το σκοπό αυτό συντάχθηκε σχετικό έγγραφο το οποίο όμως δεν υπογράφηκε. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Μ.Κ.1 και του Λάρκου το €1.000.000 είχε καταβληθεί στον κ. Ευθύμιο Ευαγγελάτο και τα υπόλοιπα €2.500.000 μεταφέρθηκαν με έμβασμα κατευθείαν στους λογαριασμούς των δανειοληπτών. Μέχρι σήμερα ο Μ.Κ.1 και ο Λάρκος δεν έχουν επιστρέψει τα ποσά που δανείστηκαν από την Sagem. Ο ίδιος δεν είχε άμεση επαφή με τον Μ.Κ.1 αλλά ήταν σε συνεννόηση με τον Μ.Υ.
  31. Εξ όσων πληροφορήθηκε αργότερα η πράξη κάπου κόλλησε καθώς οι μετοχές δεν μπορούσαν να πωληθούν με αποτέλεσμα τα περιθώρια να στενεύουν για τον Μ.Κ.1 ειδικά από πλευράς τράπεζας. Τότε ο Μ.Κ.1 άρχισε να απαιτεί όπως του παραχωρήσουν διάφορες εξασφαλίσεις με σκοπό να παρουσιάσει αυτές στην τράπεζα προκειμένου να κερδίσει χρόνο με την ελπίδα ότι θα κατόρθωνε τελικά να πωλήσει τις μετοχές. Καθώς η πώληση των μετοχών ήταν ο μόνος τρόπος να πάρουν πίσω τουλάχιστον τα λεφτά που του είχαν δανείσει μέσω της Sagem, παραχώρησαν κατά καιρούς διάφορες εξασφαλίσεις προς τον Μ.Κ.
  32. Ορισμένες από αυτές ήταν μετοχές εταιρειών που τους άνηκαν ή ακίνητα ιδιοκτησίας εταιρειών του. Ανέφερε περαιτέρω ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε η αγορά των μετοχών της Sea Star από τον Μ.Υ.3, κάτι που ήταν και αδύνατο καθότι ο Μ.Υ.3 ήταν Διοικητικός Σύμβουλος της Sea Star και τέτοια πράξη θα απαιτούσε ανάλογες ανακοινώσεις στο Χρηματιστήριο. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι πληροφορήθηκε ότι η πράξη κάπου κόλλησε από τον Μ.Υ.
  33. Επίσης ανέφερε ότι το 2010 η οικονομία γενικά είχε μπει σε μία φάση που κανένας δεν αγόραζε μετοχές, δεν μπορούσαν να πουλούν, η αξία της μετοχής έπεφτε συνέχεια και υπήρχε μια ανησυχία από τον Μ.Κ.1 ότι θα χάσουν τα λεφτά και δεν θα μπορεί να δώσεις πίσω τα λεφτά του δανείου και έπρεπε να βρουν μια λύση από κοινού με τον Μ.Υ.3 αφού μαζί ξεκίνησαν αυτό το εγχείρημα. Ο ίδιος ως ανέφερε δεν είχε υποχρέωση να βρει εξασφαλίσεις για το δάνειο του Μ.Κ.1 και του Λάρκου. Ωστόσο έπρεπε να βοηθήσει να πετύχει για να πάρει πίσω τα €3.500.000 που χρωστούσαν στην Sagem. Ανέφερε επίσης ότι ο Μ.Υ.3 ποτέ δεν αγόρασε μετοχές της Sea Sta και ποτέ δεν υπήρξε μέτοχος της Sea Star. Υπήρξε ωστόσο ως ανέφερε για ένα τετράμηνο - πεντάμηνο του 2010 διευθυντής. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο Μ.Υ.3 δεν μπορούσε να αγοράσει μετοχές της Sea Star, γιατί τα συμφωνητικά ήταν την περίοδο που ήταν διευθυντής. Ανέφερε επίσης ότι ο Μ.Κ.1 τους καλούσε να βρουν λύση να πάρει λεφτά αλλιώς ως τους έλεγε θα κλείσει φυλακή τον κατηγορούμενο
  34. Επανέλαβε τις εξασφαλίσεις που παραχώρησαν τον Μ.Κ.1 και αναφέρθηκε ειδικότερα στις μετοχές της εταιρείας Avenir τις οποίες μάλιστα πούλησαν και πήραν και τα χρήματα, επίσης στις μετοχές της εταιρείας ΑΝΕΚ . Ο Μ.Υ.5 Αντρέας Παναγιώτου, ο οποίος ανέφερε ότι είναι ειδικός δικαστικός γραφολόγος, ανέφερε ότι εξέτασε τις επιταγές Τεκμήρια 6, 7, 8, 11 και 20 κατά πόσο η γραμμή συμπλήρωσης έγινε από ένα ή διαφορετικά πρόσωπα και ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του εξήγησε ότι η αναφορά του στην έκθεση της φράσης «γραφή συμπλήρωση της επιταγής» αφορά τη γραφή στην επιταγή που συμπληρώνει το όνομα και το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς. Ανέφερε επίσης ότι οι διαφορές που παρατηρούνται στο Τεκμήριο 8 σε σχέση με τα Τεκμήρια 6 και 7 είναι η γενική εμφάνιση της γραφής, η μορφή και ο τρόπος σχηματισμού των γραμμάτων, η δομή όσον αφορά τον σχηματισμό των γραμμάτων, το μέγεθος και τα διαστήματα μεταξύ των γραμμάτων, το ύψος, η σχέση, η αναλογία των γραμμάτων και παρατηρείται ένας ιδιόρρυθμος τρόπος σχηματισμού των γραμμάτων του «Ο», του «R», του «D», του «Κ», «Σ», «Μ», και «Ν» και στους αριθμούς 2, 8 και 1, όπου δεν παρουσιάζονται αυτά τα χαρακτηριστικά στα Τεκμήρια 6 και
  35. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Υ.5, οι δυο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του για σκοπούς της παρούσας απόφασης το οποίο δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα: Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων. Κριτήρια για την αξιολόγηση αυτή είναι οι παρατηρήσεις μου για τη συνολική εικόνα των μαρτύρων, που περιλαμβάνουν τον τρόπο που απαντούσαν στις ερωτήσεις, δηλαδή την αμεσότητα στις απαντήσεις, την πειστικότητα και τεκμηρίωση των όσων έλεγαν, την ευθύτητα ή τυχόν τάση για υπεκφυγή, τη διασταύρωση με άλλη μαρτυρία των όσων έλεγαν όπως έγγραφη ή προφορική και τέλος περιλαμβάνει και την εικόνα που έχω σχηματίσει για τον κάθε μάρτυρα έχοντας υπόψιν το ύφος, τη συμπεριφορά του και γενικά τις αντιδράσεις του ενόσω ευρίσκετο στο εδώλιο. Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τις αρχές και τα διδάγματα της κοινής λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας αποτελούν τη μέθοδο αξιολόγησης στην υπόθεση. Θα πρέπει να σημειώσω στο σημείο αυτό, πως ως έχει διαφανεί μέσα από την ακροαματική διαδικασία, δεν αμφισβητήθηκε η έκδοση των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη 1, η πατρότητα της υπογραφής επί των επίδικων επιταγών, η παρουσίαση αυτών στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και η επιστροφή τους με τις σφραγίδες με τις ενδείξεις που φέρουν στην όψη τους. Εκείνο που αμφισβητήθηκε εξαρχής από την υπεράσπιση είναι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και ιδιαίτερα το αν δόθηκε αντιπαροχή για την έκδοση των εν λόγω επιταγών. Εκ προοιμίου, αναφέρω ότι τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και ο Μ.Υ.3 που ήταν και τα μοναδικά πρόσωπα που είχαν πλήρη γνώση των γεγονότων που οδήγησαν στην έκδοση των επίδικων επιταγών, δεν μου έχουν δώσει την εικόνα προσώπων που ήλθαν να καταθέσουν για να βοηθήσουν το Δικαστήριο να εντοπίσει την αλήθεια. Από το σύνολο της μαρτυρίας τους αποκόμισα την εντύπωση ότι ήλθαν προετοιμασμένοι να προωθήσουν ο κάθε ένας τη δική του εκδοχή. Παρά την άνεση και την αμεσότητα με την οποία απαντούσαν, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι το σύνολο της μαρτυρίας τους παρουσιάζει αρκετές αδυναμίες και κενά, τα οποία έχουν δημιουργήσει αρνητική εικόνα και ερωτηματικά ως προς την ειλικρίνεια τους αναφορικά με ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Διαπιστώνω επίσης πως σε σημαντικές ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασης τους, έδιδαν μακροσκελείς δυσνόητες απαντήσεις, δεν απαντούσαν ευθέως αλλά με υπεκφυγές. Αναλύοντας τη δοθείσα μαρτυρία και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και ο Μ.Υ.3 παρέθεσαν στο Δικαστήριο θέσεις που στερούνται λογικής ή μισές αλήθειες που δεν είναι δυνατό να γίνουν αποδεκτές. Ενδεικτικά σημεία της μαρτυρίας τους τα οποία οδήγησαν το Δικαστήριο στην πιο πάνω κατάληξη του παρατίθενται κατωτέρω. Κρίνω προσφορότερο όπως το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας αξιολογηθεί κατά ενότητες όπως διακρίνονται τα ουσιώδες γεγονότα και συγκεκριμένα ως ακολούθως: Ø Συμφωνία πώλησης μετοχών Sea Star. Ø Έκδοση επίδικων επιταγών. Συμφωνία πώλησης μετοχών Sea Star Η εκδοχή του Μ.Κ.1 ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ παραπονούμενης και Μ.Υ.3 για την αγορά μετοχών της Sea Star δεν έπεισε. Σημειώνω ότι η ύπαρξη μίας τέτοιας συμφωνίας αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση. Στο στάδιο της αντεξέτασης του ο Μ.Κ.1 αφού ρωτήθηκε κατά πόσο υπήρχε έγγραφη συμφωνία για την αγορά των μετοχών μεταξύ Μ.Υ.3 και παραπονούμενης, ανέφερε αρχικά ότι δεν θυμόταν, στη συνέχεια ανέφερε ότι νομίζει πως δεν υπήρχε και ήταν απλώς εντολή που δόθηκε, όπως όλες οι εντολές που δίδονται στο Χρηματιστήριο. Αυτή η θέση του Μ.Κ.1 ξενίζει το Δικαστήριο καθότι είναι αδιανόητο για μία τόσο σοβαρή αγοραπωλησία μετοχών με ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό, να μην ήταν σε θέση να θυμάται εάν έγινε ή όχι έγγραφη συμφωνία. Το λογικό αλλά και το αναμενόμενο ήταν για μία τέτοια αγοραπωλησία να γινόταν έγγραφη συμφωνία. Πέραν αυτών, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση του επιβεβαίωσε ότι για χρηματιστηριακές εργασίες για πώληση ή αγορά μετοχών οι οδηγίες είναι είτε γραπτές είτε ηχογραφημένες. Παρόλα αυτά, και ενώ είχε το χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ των δύο δικασίμων που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η αντεξέταση του για να εντοπίσει την εντολή του Μ.Υ.3 ή τη συμφωνία αγοραπωλησίας των μετοχών, ερωτηθείς εάν είχε βρει τη συμφωνία αγοραπωλησίας των μετοχών, ανέφερε ότι δεν εντόπισε κάτι ψάχνοντας στα αρχεία τους. Εάν όντως ευσταθούσε ο ισχυρισμός του Μ.Κ.1, το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν, δεδομένου μάλιστα ότι οι επίδικες επιταγές, δεν ετιμήθηκαν, και σύμφωνα με τους δικού του ισχυρισμούς δόθηκαν προς εξόφληση μέρους του τιμήματος αγοράς των προαναφερόμενων μετοχών, να διαφύλασσε είτε την έγγραφη συμφωνία, αν υπήρχε, είτε την εντολή υπό οποιαδήποτε μορφή και αν δόθηκε, για σκοπούς απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού του. Έκπληξη προς το Δικαστήριο προκαλεί και η θέση του Μ.Κ.1 ότι δεν θεώρησε ορθό να παρουσιάσει τη συμφωνία που είχε απλά σχέση με την αγορά κάποιων μετοχών, λόγω της συμφωνίας, όπως τη χαρακτήρισε, που υπέγραψαν τόσο ο κατηγορούμενος 2 όσο και ο Μ.Υ.3 για την ανάληψη του χρέους και την έκδοση των επίδικων επιταγών. Κατ' αρχάς η έγγραφη συμφωνία, αν υπήρχε, ή η εντολή για αγορά μετοχών, αν υπήρχε, δεν θα αφορούσε οποιεσδήποτε άσχετες με τα αμφισβητούμενα γεγονότα μετοχές, αλλά τις μετοχές που οδήγησαν σύμφωνα πάντοτε με τους δικούς του ισχυρισμούς στην έκδοση των επίδικων επιταγών. Παρατηρώ επίσης ότι η θέση του Μ.Κ.1 ότι υπήρχε συμφωνία πώλησης μετοχών από την παραπονούμενη προς τον Μ.Υ.3 δεν συνάδει με την επίσης δική του θέση ότι η μεταβίβαση των μετοχών θα γινόταν προς την κατηγορούμενη 1 εκ μέρους της παραπονούμενης με την εξαργύρωση των επιταγών που θα εκδίδονταν και την επιπλέον καταβολή ποσού από τον Μ.Υ.
  36. Πώς και γιατί τελικά η μεταβίβαση των μετοχών θα γινόταν στην κατηγορούμενη 1 και όχι στον Μ.Υ.3 παρέμεινε άγνωστο. Σε κάθε όμως περίπτωση σημειώνω περαιτέρω ότι η θέση του Μ.Κ.1 ότι οι μετοχές θα μεταβιβάζονταν στην κατηγορούμενη 1 δεν επιβεβαιώνεται ούτε από το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης, στην οποία σύμφωνα με δική του θέση, ενσωματώθηκαν οι προφορικές συμφωνίες της ημέρας. Δεν μπορώ να αντιληφθώ με ποια λογική η παραπονούμενη θα μεταβίβαζε τις μετοχές στην κατηγορούμενη 1 από τη στιγμή που η συμφωνία για αγορά των μετοχών, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του Μ.Κ.1, έγινε με τον Μ.Υ.
  37. Από την άλλη η εκδοχή του Μ.Υ.3 ότι ουδέποτε έγινε συμφωνία για την αγορά μετοχών από την παραπονούμενη συνάδει με τη λογική της εξέλιξης των γεγονότων και την μαρτυρία του Μ.Υ.
  38. Εδώ είναι κατάλληλο σημείο να αναφέρω ότι αξιολογώντας τον Μ.Υ.4 κρίνω ότι κατέθεσε με αμεσότητα και συνέπεια εμμένοντας στη βασική του εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα που αφορούν τη δανειοδότηση του Λάρκου και του Μ.Κ.1 από την Sagem με το ποσό των €3.500.000 και ότι σκοπός αυτής της δανειοδότησης ήταν η αγορά ενός μεγάλου πακέτου μετοχών της Sea Star που συμφωνήθηκε να γίνει μεταξύ Μ.Υ.3, Μ.Κ.1 και Λάρκου. Έδωσε μια εικόνα αναφορικά με τη συμφωνία δανειοδότησης του Μ.Κ.1 και Λάρκου με πάσα λεπτομέρεια και με όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις οι οποίες κρίνονται βάσιμες και επιβεβαιώνονται από κατατεθειμένα τεκμήρια. Θεωρώ πως η ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Υ.4 στο σύνολο της ήταν τέτοια που με οδηγεί στο συμπέρασμα πως αυτός κατέθεσε με πλήρη ειλικρίνεια και ήθελε να αποκαλύψει όλα όσα ήξερε για την υπόθεση. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Επανερχόμενη, στην προαναφερόμενη εκδοχή του Μ.Υ.3, κατ' αρχάς η αναφορά του Μ.Κ.1 ότι ο Μ.Υ.3 ήταν ο κύριος σύμβουλος του Βαρδινογιάννη, κύριου μετόχου της Sea Star και είχε άριστη σχέση με την εν λόγω εταιρεία, συνάδει με τη θέση του Μ.Υ.3 ότι ο Μ.Κ.1 τον προσέγγισε προκειμένου να τον δανειοδοτήσει ούτως ώστε να προβεί στην αγορά μεγάλου πακέτου μετοχών της Sea Star. Επίσης συνάδει με την εκδοχή του Μ.Υ.4 ότι στα πλαίσια της συνεργασία του με τον Μ.Υ.3 ανέλαβε εκ μέρους του την αγοραπωλησία μετοχών διαφόρων εταιρών και μεταξύ αυτών ήταν και η αγορά ενός μεγάλου πακέτου μετοχών της Sea Star οι οποίες θα εξασφαλίζονταν με λεφτά που θα δάνειζαν προς τον Μ.Κ.1 και Λάρκο. Από την άλλη πλευρά η εκδοχή του Μ.Κ.1 ότι η δανειοδότηση από την Sagem δεν έχει καμία σχέση με την αγορά των μετοχών της Sea Star, πέραν των όσων σημειώνονται ανωτέρω σε σχέση με την αξιοπιστία του Μ.Υ.4, ήταν γενική και ατεκμηρίωτη. Ο Μ.Κ.1 αρκέστηκε να πει ότι η συμφωνία με την Sagem αφορούσε κάποιες χρηματιστηριακές και χρηματοοικονομικές δουλειές που έγιναν στην Ελλάδα, χωρίς να αναφέρει οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια προς τεκμηρίωση της εκδοχής του, παρόλο ότι ερωτήθηκε, λέγοντας ότι τις γνωρίζει ο Μ.Υ.
  39. Αυτό δε που ενισχύει τις αμφιβολίες του Δικαστηρίου ως προς την αλήθεια της προαναφερόμενης εκδοχής του Μ.Κ.1 είναι το γεγονός ότι προτού του υποδειχθεί η έγγραφη συμφωνία με την Sagem, ερωτηθείς εάν γνωρίζει κάποια εταιρεία με το εν λόγω όνομα, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι δεν θυμάται. Ήταν φανερό ότι ο Μ.Κ.1 δεν ήθελε να απαντήσει στην ερώτηση, προφανώς γιατί αντιλήφθηκε που θα οδηγείτο η αντεξέταση του σε σχέση με την εν λόγω εταιρεία. Όταν πλέον του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 9, η μνήμη του επανήλθε και απάντησε ότι «...τώρα το θυμήθηκα». Είναι πραγματικά άξιο απορίας πώς ο Μ.Κ.1 δεν θυμόταν την εταιρεία Sagem η οποία τον είχε δανείσει τουλάχιστον €1.000.000 όπως ο ίδιος δέχτηκε στην μαρτυρία του. Η θέση του επίσης ότι δεν θυμόταν εάν είχαν δοθεί και τα άλλα €2.500.000 που αναφέρονταν στη συμφωνία δανειοδότησης, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, τούτο γιατί το θεωρώ αδιανόητο να μην θυμόταν εάν έλαβε ή όχι αυτός και ο Λάρκος ένα ποσό αυτού του ύψους. Σε αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.4 σε σχέση με τη συμφωνία δανειοδότησης και ότι δόθηκαν τα €3.500.000 και συγκεκριμένα €1.000.000 προς κάποιο Ευθύμιο Ευαγγελάτο κατόπιν σχετικών οδηγιών του Μ.Κ.1 και Λάρκου και τα υπόλοιπα €2.500.000 μεταφέρθηκαν με έμβασμα κατευθείαν στους λογαριασμούς του Μ.Κ.1 και Λάρκου δεν αμφισβητήθηκαν. Αντίθετα υποβλήθηκε στον Μ.Υ.4 ότι τα χρήματα αυτά έχουν εξοφληθεί μέχρι και το τελευταίο σεντ. Επισημαίνω ακόμη ότι ανεξαρτήτως τούτου, η εκδοχή του Μ.Υ.4 ότι τα χρήματα αυτά είχαν δοθεί, ως αναφέρεται ανωτέρω, επιβεβαιώθηκε και από σχετικές πιστωτικές σημειώσεις (Τεκμήρια 31 και 32) αλλά και από επιστολή της τράπεζας Credit Suisse μέσω της οποίας έγιναν τα εμβάσματα των χρημάτων στους λογαριασμούς του Μ.Κ.1 και Λάρκου (Τεκμήριο 33) η αυθεντικότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.
  40. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω δεν μπορώ να αποδεκτό την εκδοχή του Μ.Κ.1 ότι οι πιστωτικές σημειώσεις είναι πλαστές και κατασκευασμένες από τον Μ.Υ.
  41. Επισημαίνω ότι τα πιο πάνω αποτελούν ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα της μαρτυρίας, της αναξιοπιστίας του Μ.Κ.1 σε σχέση με τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης συμφωνίας για αγορά μετοχών της Sea Star μεταξύ παραπονούμενης και Μ.Υ.3 και της εκδοχής του περί ανάληψης μέρους του χρέους του Μ.Υ.3 από την κατηγορούμενη 1 δια της υπογραφής του κατηγορουμένου
  42. Σε σχέση δε με την τελευταία του εκδοχή ότι η κατηγορούμενη 1 δια της υπογραφής του κατηγορουμένου 2 ανέλαβε την εξόφληση μέρους της οφειλής του Μ.Υ.3, σημειώνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τούτο γιατί δεν μπορώ να αντιληφθώ με ποια λογική η κατηγορούμενη 1 να αναλάμβανε την εξόφληση ενός τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού δια της έκδοσης επιταγών που γνώριζε εκ των προτέρων ότι δεν μπορούσε να τιμήσει λόγω μη ύπαρξης τέτοιων κεφαλαίων στο λογαριασμό της. Παρόλο που αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τη γραπτή δήλωση στην οποία αναφέρει ότι η κατηγορούμενη 1 αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης της οφειλής του Μ.Υ.3, εντούτοις δεδομένης της απόρριψης της εκδοχής του Μ.Κ.1 περί ύπαρξης συμφωνίας για αγορά των μετοχών από τον Μ.Υ.3, δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο λόγος που υπογράφηκε αυτή η γραπτή δήλωση ήταν για σκοπούς ανάληψης μέρους του χρέους από την κατηγορούμενη
  43. Ως προς αυτό το γεγονός, δηλαδή την υπογραφή της γραπτής δήλωσης σημειώνω επίσης ότι δεν έχω πεισθεί για την αλήθεια των ισχυρισμών που προέβαλε ο κατηγορούμενος 2 για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπέγραψε αυτό το έγγραφο. Τούτο γιατί δεν μπορώ να αντιληφθώ τη λογική να μην προβεί σε οποιαδήποτε καταγγελία για την ισχυριζόμενη απειλή με όπλο για να το υπογράψει αμέσως μετά που υπέγραψε και έπραξε τούτο όταν πλέον βρέθηκε αντιμέτωπος με το παρών κατηγορητήριο. Τα όσα ανέφερε προς αιτιολόγηση της μη άμεσης καταγγελίας του γεγονότος αυτού, δηλαδή σχέσης του Μ.Κ.1 με αξιωματικούς της Αστυνομίας, κάλυψης του Μ.Κ.1 σε σχέση με τις υποθέσεις του χρηματιστηρίου και άλλες παρόμοιες αναφορές, δεν υποστηρίχθηκαν με οποιαδήποτε μαρτυρία, αποτελούσαν δικές του ατεκμηρίωτες εκτιμήσεις, οι οποίες παρέμεινε άγνωστο και που στηριζόταν. Εν ολίγοις και με βάση τα πιο πάνω δεν έχω πειστεί για όσα ανέφερε ο Μ.Κ.1 σε σχέση με τις περιστάσεις έκδοσης των επίδικων επιταγών και τις λεπτομέρειες τις συναλλαγής που οδήγησε στην έκδοση τους και στην υπογραφή της γραπτής δήλωσης. Ως αποτέλεσμα επί των πιο πάνω αμφισβητουμένων ζητημάτων η μαρτυρία του Μ.Κ.1 απορρίπτεται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ως παντελώς αναξιόπιστη και ανειλικρινής. Έχοντας λοιπόν εξετάσει και αξιολογήσει όλα όσα ενώπιον μου έθεσαν ο Μ.Κ.1, ο Μ.Υ.3 και ο Μ.Υ.4 σφαιρικά και σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία και λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου τα γεγονότα που αποτελούν είτε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα εύρημα: Ø Ο Μ.Κ.1 προσέγγισε τον Μ.Υ.3 προκειμένου να τον δανειοδοτήσει ούτως ώστε να προβεί στην αγορά μεγάλου πακέτου μετοχών της Sea Star με σκοπό την μεταπώληση τους σε ψηλότερη τιμή προκειμένου να αποκομίσει κέρδος. Ø Ο Μ.Υ.1 μαζί με τον Μ.Κ.1 και Λάρκο συμφώνησαν μεταξύ τους την αγορά διά μέσου της παραπονούμενης, ενός μεγάλου πακέτου μετοχών της Sea Star. Ø Ο Μ.Υ.3 και ο Μ.Υ.4 ήταν συνεργάτες και στα πλαίσια της συνεργασίας τους ο Μ.Υ.4 χρηματοδότησε μέσω της Sagem, της οποίας ήταν μέτοχος τον Μ.Κ.1 και Λάρκο με ποσό ύψους €3.500.000 για την αγορά των μετοχών της Sea Star. Ø Για την προαναφερόμενη δανειοδότηση στις 11.1.2008 υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ Sagem, Μ.Κ.1 και Λάρκου. Η συμφωνία αυτή υπογράφηκε με την προοπτική κέρδους σε περίπτωση πώλησης των μετοχών της Sea Star σε ψηλότερη από αυτή της αγορά τιμή. Για το σκοπό αυτό συντάχθηκε σχετικό έγγραφο στο οποίο καταγράφονταν τα ποσοστά που θα ελάμβανε έκαστος από τα κέρδη που θα πραγματοποιούνταν πλην όμως παρέμεινε ανυπόγραφο. Ø Ο Μ.Υ.3 δεν συμφώνησε με την παραπονούμενη, την πώληση εκ μέρους της παραπονούμενης προς αυτόν των 27.000.000 μετοχών της Sea Star, έναντι του ανταλλάγματος των €4.500.
  44. Έκδοση επίδικων επιταγών Το πρώτο λοιπόν το οποίο πρέπει να σημειωθεί σε σχέση με την έκδοση των επίδικων επιταγών είναι ότι η εκδοχή του Μ.Κ.1 ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της κατηγορουμένης 1, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού η απόρριψη της εκδοχής του περί ύπαρξης συμφωνίας συμπαρασύρει και την εν λόγω εκδοχή του. Η επί του προκειμένου η εκδοχή του Μ.Υ.3, δηλαδή ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν στην παραπονούμενη ως εξασφάλιση που θα χρησιμοποιούσε ο Μ.Κ.1 προκειμένου να κερδίσει χρόνο από την τράπεζα, με σκοπό να υλοποιηθεί η πώληση των μετοχών της Sea Star, επίσης δεν έπεισε, γιατί δεν υπάρχει λογική εξήγηση για την έκδοση επιταγών προς αντικατάσταση άλλων επιταγών που είχαν εκδοθεί από την κατηγορούμενη 1 δια της υπογραφής του κατηγορούμενου 2 και είχαν δοθεί στον Μ.Κ.1, για τον ίδιο σκοπό, ως συνάγεται από την μαρτυρία του Μ.Υ.3, αντικατάσταση η οποία έγινε αφού δεν τιμήθηκαν οι πρώτες επιταγές που είχαν δοθεί από την κατηγορούμενη
  45. Η αντικατάσταση επιταγών που είχαν επιστραφεί από την τράπεζα λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων δεν συνάδει με τον σκοπό για τον οποίο εκδίδονταν σύμφωνα με την εκδοχή του Μ.Υ.
  46. Στο σημείο αυτό θεωρώ ορθό να σημειώσω ότι θεωρώ πως ο κατηγορούμενος 2 σε γενικές γραμμές είπε την αλήθεια, εκτός κάποια σημεία της μαρτυρίας του που σχολιάζονται ανωτέρω αλλά και στη συνέχεια τα οποία στερούνται λογικής και πειστικότητας. Παρά το ότι, μέρος της μαρτυρίας του απορρίπτεται, δεν συνεπάγεται ότι αυτόματα θα πρέπει να απορρίψω και τα υπόλοιπα σημεία της μαρτυρίας του, τα οποία είτε δεν αμφισβητήθηκαν, είτε επιβεβαιώνονται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία, και ήταν συνεπής, σταθερή και συνάδουσα με τη λογική των πραγμάτων. Συνεπώς, πλην των αναφορών του που σχολιάζονται, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 ως αληθή και αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Ήταν η θέση του κατηγορούμενου 2 ότι στις 6.8.2010 πήρε από τον Μ.Υ.2 τρεις επιταγές της Λαϊκής Τράπεζας τις οποίες είχε συμπληρώσει ο τελευταίος, και αφού τις υπέγραψε ο ίδιος της πήρε στο γραφείο του Μ.Κ.1 και τις παρέδωσε στην Μαρία Κλάππα. Αυτές την ίδια ημέρα αντιστάθηκαν με τις επίδικες επιταγές με αριθμό 81835394 (Τεκμήριο 6), 81835395 (Τεκμήριο 7) και την επιταγή 81835393 (Τεκμήριο 11) οι οποίες επίσης συμπληρώθηκαν από τον Μ.Υ.2 και υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο
  47. Αφού στο μεταξύ είχαν κατατεθεί και επιστραφεί λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων οι προαναφερόμενες επιταγές, ο Μ.Υ.3 και ο Μ.Κ.1 του ζήτησαν να εκδώσει άλλες επιταγές προς αντικατάσταση αυτών. Έτσι προχώρησε στην έκδοση τριών άλλων επιταγών ήτοι της επίδικης επιταγής με αριθμό 87532561 (Τεκμήριο 8) και της επιταγής με αριθμό 87532563 (Τεκμήριο 10) και μίας άλλης τα στοιχεία της οποίας δεν ανέφερε. Θεωρώ εντελώς παράλογο εάν όντως οι επιταγές δίδονταν για το σκοπό που ο Μ.Υ.3 ανέφερε, να συνεχίζει να δίνει οδηγίες στον κατηγορούμενο 2 για έκδοση νέων επιταγών προς αντικατάσταση προηγούμενων επιταγών που στο μεταξύ είχαν κατατεθεί και επιστραφεί λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Το λογικό θα ήταν να μην έδινε τέτοιες οδηγίες στον κατηγορούμενο
  48. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εξήγηση που έδωσε ο Μ.Υ.3 ως προς το λόγο που έδωσε οδηγίες στον κατηγορούμενο 2 να εκδώσει επιταγές προς τον Μ.Υ.1 και πάλι δεν έπεισε. Είναι αντίθετο με κάθε ανθρώπινη λογική να δεκτή κανείς πως λόγω της πίεσης που άσκουσε ο Μ.Κ.1 προς τον Μ.Υ.3, δια του τρόπου που περίγραψε ο Μ.Υ.3, δικαιολογείτο να δώσει οδηγίες για έκδοση επιταγών εις αντικατάσταση προηγούμενων επιταγών τις οποίες ο Μ.Κ.1 επιχείρησε να εξαργυρώσει, και μάλιστα επιταγών από λογαριασμό που γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για εξαργύρωση τους. Επισημαίνω ότι τα πιο πάνω αποτελούν ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα της μαρτυρίας της αναξιοπιστίας του Μ.Υ.3 σε σχέση με τον ισχυρισμό του ως προς το λόγο που εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Περαιτέρω οι θέσεις του Μ.Υ.3 ως προς τις εξασφαλίσεις που δόθηκαν προς τον Μ.Κ.1, τι ποσά αφορούσαν, πότε δόθηκαν ήταν τόσο συγκεχυμένες έτσι που το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια ως προς το τι εξασφαλίσεις δόθηκαν για τι ποσό και πότε δόθηκαν. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι δεν έχει και σημασία για τα επίδικα γεγονότα, δεδομένου μάλιστα ότι ως προέκυψε από την αντεξέταση του Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4 δεν αμφισβητείται ότι δόθηκαν κάποιες εξασφαλίσεις για το σκοπό που ανέφεραν. Θεωρώ επίσης σημαντικό να σημειώσω ότι η εκδοχή του Μ.Κ.1 ότι οι επίδικες επιταγές συμπληρώθηκαν και υπογράφηκαν στην παρουσία του από τον κατηγορούμενο 2, δεν βρίσκει έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία. Το αντίθετο προέκυψε. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2, ότι οι επίδικες επιταγές με αριθμό 81835394 (Τεκμήριο 6) και 81835395 (Τεκμήριο 7) φέρουν το δικό του γραφικό χαρακτήρα, με άλλα λόγια ότι η συμπλήρωση των στοιχείων των εν λόγω επιταγών, δηλαδή το όνομα του δικαιούχου, το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς και η ημερομηνία, έγινε από τον ίδιο, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης από την Κατηγορούσα Αρχή, ήταν σαφής και κατηγορηματική. Σαφής και κατηγορηματική ήταν επίσης η θέση του ότι μαζί με τις δύο αυτές επιταγές συμπλήρωσε και έδωσε στον κατηγορούμενο 2 και μία τρίτη επιταγή, και συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμό 81835393 (Τεκμήριο 11), η οποία επίσης δεν έτυχε αμφισβήτησης από την Κατηγορούσα Αρχή και συνάδει με άλλη μαρτυρία ήτοι του Μ.Υ.
  49. Επί του συγκεκριμένου σημείου αποδέχομαι, λοιπόν, την εκδοχή του κατηγορουμένου 2 η οποία συνάδει και επιβεβαιώνεται από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Υ.2, ότι δηλαδή οι δύο επίδικες επιταγές Τεκμήρια 6 και 7 συμπληρώθηκαν από τον Μ.Υ.2 και υπογράφηκαν από τον ίδιο, ενώ η επίδικη επιταγή με αριθμό 87532561 (Τεκμήριο 8) συμπληρώθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο. Τα όσα ισχυρίστηκε ο Μ.Κ.1 σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές από τον κατηγορούμενο 2, ήταν σαφέστατα και χωρίς αμφιβολία εκ των υστέρων επινοήσεις του, στην προσπάθεια του να καταδείξει την έκδοση των επίδικων επιταγών. Εκείνο που προκάλεσε εντύπωση στο Δικαστήριο είναι η θέση του Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος 2 στη συνάντηση τους στις 3.8.2010 είχε ξεχάσει να πάρει το βιβλιάριο επιταγών και αφού πήγε και το έφερε συμπλήρωσε τις επιταγές τις υπόγραψε και μία, μία του τις έδωσε. Αυτή η εκδοχή του Μ.Κ.1, αφενός δεν συνάδει με την αξιόπιστη εκδοχή του Μ.Υ.2 η οποία συνάδει και επιβεβαιώνει την μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 και αφετέρου δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής και δεν υποστηρίζεται από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Συγκεκριμένα παρατηρώ ότι οι δύο επίδικες επιταγές ήτοι η επιταγή με αριθμό 81835394 και 81835395, αριθμητικά ακολουθεί η μία την άλλη ενώ η τρίτη επίδικη επιταγή φέρει αριθμό 87532561, ψηφία δηλαδή που ουδεμία σχέση έχουν με τους αριθμούς των άλλων δύο επιταγών. Θεωρώ ότι η κοινή λογική και ανθρώπινη εμπειρία καταδεικνύουν ότι η συμπλήρωση των επιταγών από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών λαμβάνει χώρα με την σειρά που αυτές είναι στο βιβλιάριο επιταγών. Συνεπώς, έχοντας υπόψη ότι ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε σε ένα βιβλιάριο επιταγών από το οποίο ο κατηγορούμενος 2 εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, η λογική επιτάσσει, ότι οι τρεις επίδικες επιταγές αριθμητικά θα έπρεπε να ακολουθούν η μία την άλλη, ή τουλάχιστον να υπήρχε διαφορά στα τελευταία ψηφία του αριθμού τους. Με άλλα λόγια εφόσον εκδόθηκαν τρεις επιταγές την ίδια ημέρα, από ένα βιβλιάριο επιταγών, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Μ.Κ.1, είναι θέμα λογικής σειράς πως η επίδικη επιταγή με αριθμό 87532561 δεν εκδόθηκε από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών από το οποίο εκδόθηκαν οι άλλες δύο επίδικες επιταγές. Επομένως και επί του συγκεκριμένου σημείου αποδέχομαι, την εκδοχή του κατηγορουμένου 2, ότι δηλαδή οι δύο επίδικες επιταγές Τεκμήρια 6 και 7 δεν εκδόθηκαν από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών με την επίδικη επιταγή Τεκμήριο
  50. Είναι φανερό από όσα έχουν ήδη καταγραφεί ανωτέρω πως, η εκδοχή του κατηγορουμένου 2 ως προς την χρονολογική σειρά που εκδόθηκαν τόσο οι επίδικες επιταγές όσο και οι άλλες επιταγές, πέραν του ότι η μαρτυρία του επί των γεγονότων αυτών δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση ταυτόχρονα, συνάδει με την λογική. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.1 στο στάδιο της αντεξέτασης του δέχθηκε ότι είχαν εκδοθεί και άλλες επιταγές οι οποίες μάλιστα ως ανέφερε μπορεί να εκδόθηκαν προς αντικατάσταση αυτών. Πρέπει να παρατηρήσω βεβαίως πως η εκδοχή του κατηγορουμένου 2 ότι προχώρησε στην έκδοση των επιταγών λόγω του φόβου του για τον Μ.Κ.1 αλλά και απειλών δεν έπεισε το Δικαστήριο. Δεν μπορώ να αντιληφθώ με ποια λογική ένας άνθρωπος που δεν είχε καμία εμπλοκή στις συναλλαγές του Μ.Κ.1 και του Μ.Υ.3 είχε λόγο να φοβάται τον Μ.Κ1 και να δικαιολογούσε την πράξη του, δηλαδή την έκδοση επιταγών της κατηγορουμένης 1 δια της υπογραφής του. Ούτε βεβαίως η υποχρέωση που ένιωθε ότι είχε να ακολουθεί τις οδηγίες του Μ.Υ.3 δικαιολογούσαν να εκδίδει επιταγές της κατηγορουμένης 1 για τέτοια ποσά τα οποία ως ο ίδιος ανέφερε γνώριζε ότι δεν υπήρχαν στο λογαριασμό της κατηγορούμενης
  51. Ποια η λογική να εκδώσει επιταγές οι οποίες γνώριζε ότι δεν θα εξαργυρωνόταν σε ένα άτομο που φοβόταν. Ούτε βεβαίως μπορώ να αντιληφθώ τη λογική να συνεχίζει να εκδίδει επιταγές προς αντικατάσταση άλλων που είχε εκδώσει οι οποίες και πάλι γνώριζε ότι δεν θα εξαργυρωνόταν αφού δεν υπήρχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της κατηγορουμένης
  52. Αυτό που ενισχύει τις αμφιβολίες του Δικαστηρίου ως προς την εκδοχή του κατηγορούμενου 2 περί φόβού και απειλών για σκοπούς έκδοσης των επιταγών και για απειλή με τη χρήση όπλου κατά την υπογραφή της γραπτής δήλωσης, είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν προέβηκε αμέσως σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Όσα ανέφερε προς αιτιολόγηση της μη υποβολής άμεσα καταγγελίας στην Αστυνομία δεν έπεισα. Επισημαίνω ότι με βάση τα πιο πάνω δεν έχω πειστεί για όσα ανέφερε ο Μ.Υ.3 σε σχέση με το σκοπό που εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια για πιο λόγο ήταν τελικά που εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 οι επίδικες επιταγές προς όφελος της παραπονούμενης ούτε για πιο λόγο υπογράφηκε η γραπτή δήλωση από τον κατηγορούμενο 2 δια λογαριασμό της κατηγορουμένης
  53. Ως αποτέλεσμα επί των πιο πάνω αμφισβητουμένων ζητημάτων η μαρτυρία του Μ.Υ.3 απορρίπτεται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ως παντελώς αναξιόπιστη και ανειλικρινής. Έχοντας λοιπόν εξετάσει και αξιολογήσει όλα όσα ενώπιον μου έθεσαν ο Μ.Κ.1, ο κατηγορούμενος 2, ο Μ.Υ.2, ο Μ.Υ.3 και ο Μ.Υ.4 σφαιρικά και σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία και λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου τα γεγονότα που αποτελούν είτε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα περαιτέρω εύρημα: Ø Κατά ή περί τις 3.8.2010 η κατηγορούμενη 1 δια της υπογραφής του Μ.Υ.2 εξέδωσε τρεις επιταγές της Λαϊκής Τράπεζας τις οποίες παρέδωσε στα γραφεία του Μ.Κ.
  54. Ο Μ.Υ.2 αμέσως μετά έδωσε οδηγίες στην τράπεζα για ανάκληση της πληρωμής τους. Ø Στις 6.8.2010 η κατηγορούμενη 1 δια της υπογραφής του κατηγορούμενου 2 εξέδωσε τρεις επιταγές της Λαϊκής Τράπεζας τις οποίες παρέδωσε στα γραφεία του Μ.Κ.1 οι οποίες όμως την ίδια ημέρα αντικαταστάθηκαν με άλλες τρεις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου. Ø Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 1 δια της υπογραφής του κατηγορουμένου 2 εξέδωσε τις ακόλουθες επιταγές, όλες της Τράπεζας Κύπρου: (α) επιταγή με αριθμό 81835393, για το ποσό των €120.000, ημερομηνίας 13.10.2010 προς όφελος της εταιρείας Smart Holdings Ltd, (β) επιταγή με αριθμό 81835394, για το ποσό των €420.000, ημερομηνίας 17.8.2010 προς όφελος της παραπονούμενης και (γ) επιταγή με αριθμό 81835395, για το ποσό των €580.000, ημερομηνίας 26.8.2010, προς όφελος της παραπονούμενης. Ø Η συμπλήρωση των στοιχείων των προαναφερόμενων τριών επιταγών της Τράπεζας Κύπρου, δηλαδή το όνομα του δικαιούχου, το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς και η ημερομηνία, έγινε από τον Μ.Υ.
  55. Ø Αφού οι προαναφερόμενες επιταγές είχαν παρουσιαστεί για εξαργύρωση και δεν τιμήθηκαν η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε άλλες τρεις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου τις οποίες παρέδωσε ο κατηγορούμενος 2 προσωπικά στον Μ.Κ.
  56. Οι δύο εκ των τριών επιταγών που εξέδωσε η κατηγορούμενη 1 είναι οι ακόλουθες: (α) επιταγή με αριθμό 87532561, για το ποσό των €1.000.000, ημερομηνίας 7.9.2010 προς όφελος της παραπονούμενης και (β) επιταγή με αριθμό 87532563, για το ποσό των €160.000, ημερομηνίας 15.9.2010 προς όφελος του Μ.Κ.
  57. Ερχόμενη στον Μ.Κ.2 πρέπει να πω ότι γενικά μου έδωσε την εικόνα αξιόπιστου και ειλικρινούς μάρτυρα. Παρακολουθώντας τον τρόπο και το ύφος του, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των απαντήσεων του δεν έχω καμία αμφιβολία ότι κατέθεσε αυτά που όντως υπέπεσαν στην αντίληψή του και το έπραξε με κάθε ειλικρίνεια. Κατέθεσε με ευθύτητα και πειστικότητα σε σχέση με γεγονότα που γνώριζε ως εκ της θέσης του στην Τράπεζα και από έγγραφα που είχε στην κατοχή του στα πλαίσια των καθηκόντων του, χωρίς καμία προσπάθεια παραποίησης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.2 υπήρξε απόλυτα ειλικρινής και αξιόπιστη και συνεπώς, τη δέχομαι εξ ολοκλήρου. Έχοντας παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή το Μ.Κ.3, θεωρώ πως υπήρξε εντελώς ανεξάρτητος και δεν επέδειξε καμιά διάθεση εύνοιας προς οποιαδήποτε πλευρά. Βασικό χαρακτηριστικό του ήταν η ευθύτητα στις απαντήσεις του. Η μαρτυρία του δεν έτυχε αμφισβήτησης παρά μόνο επιδιώχθηκε από τον συνήγορο της Υπεράσπισης η εξασφάλιση κάποιων διευκρινήσεων ως προς την διαδικασία εξωχρηματιστηριακών μεταβιβάσεων. Χωρίς κανένα ενδοιασμό ή δυσκολία καταλήγω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 υπήρξε απόλυτα ειλικρινής και αξιόπιστη. Την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ερχόμενη στον Μ.Υ.5, σημειώνω ότι αυτός κλήθηκε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα τους ως εμπειρογνωμόνων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου ρυθμίζεται βάσει των αρχών που προκύπτουν από τη Νομολογία. Ως εκ τούτου, προέχει η εξέταση του κατά πόσο ο μάρτυρας αυτός έχει τα σχετικά προσόντα για να θεωρηθεί όντως εμπειρογνώμονας, ούτως ώστε να αξιολογηθεί και η βαρύτητα της μαρτυρίας του. Η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (βλ. Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1)[. Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Σημειώνω εν πρώτοις ότι τα προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη του Μ.Υ.5 δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Στη Έκθεση που ετοίμασε Τεκμήριο 39 καταγράφονται τόσο τα ακαδημαϊκά του προσόντα, όσο και η πολύχρονη και ευρεία εμπειρία αυτού στον τομέα σε σχέση με τον οποίο έδωσε μαρτυρία. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να δεχτώ τον Μ.Υ.5 ως εμπειρογνώμονα σε σχέση με την επιστημονική εξέταση των εγγράφων που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  1. Πέραν τούτου, ο Μ.Υ.5 έθεσε όλο το αναγκαίο υπόβαθρο και δεδομένα ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα. Σημειώνω επίσης ότι κατά την αντεξέταση του από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση των ευρημάτων αυτού. Συνεπώς, τα όσα ο Μ.Υ.5 ανέφερε γίνονται δεκτά ως ευρήματα μου. Έχοντας λοιπόν εξετάσει και αξιολογήσει όλα όσα ενώπιον μου έθεσαν ο Μ.Κ.2, ο Μ.Κ.3 και ο Μ.Υ.5 σφαιρικά και σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία και λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου τα γεγονότα που αποτελούν είτε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα περαιτέρω εύρημα: Ø Η επιταγή με αριθμό 81835394, παρουσιάστηκε για εξαργύρωση για πρώτη φορά στις 18.8.2010 και επιστράφηκε στις 20.8.2010 φέροντας ενυπόγραφη σφραγίδα με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα». Παρουσιάστηκε εκ νέου στις 23.8.2010 και επιστράφηκε στις 25.8.2010 φέροντας ενυπόγραφη σφραγίδα με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη - Ανεπαρκή Υπόλοιπα». Ακολούθως παρουσιάστηκε στις 26.8.2010 και επιστράφηκε στις 30.8.2010 φέροντας ενυπόγραφη σφραγίδα με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη - ανεπαρκή υπόλοιπα». Παρουσιάστηκε και στις 20.9.2010 και επιστράφηκε στις 22.9.2010 φέροντας ενυπόγραφη σφραγίδα «Αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή». Ø Η επιταγή με αριθμό 81835395, παρουσιάστηκε τέσσερεις φορές για εξαργύρωση. Συγκεκριμένα στις 26.8.2010, 3.9.2010, 14.9.2010 και 20.9.2010 και επιστράφηκε αντίστοιχα στις 30.8.2010, 7.9.2010, 22.9.2010 και 22.9.2010 φέροντας αντίστοιχα τις ενυπόγραφες σφραγίδες με τις ενδείξεις «Να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα», «Αποταθείτε στον εκδότη - Ανεπαρκή υπόλοιπα», «Αποταθείτε στον εκδότη - Ανεπαρκή υπόλοιπα» και «Αποταθείτε στον εκδότη - Ακάλυπτη επιταγή». Ø Η επιταγή με αριθμό 87532561, παρουσιάστηκε για εξαργύρωση στις 30.9.2010 και επιστράφηκε στις 4.10.2010 φέροντας δύο ενυπόγραφες σφραγίδες με τις ενδείξεις «Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή υπόλοιπα» και «Ο λογαριασμός παγοποίηθηκε - ΚΑΠ». Ø Οι προαναφερόμενες επιταγές εκδόθηκαν από το λογαριασμό 0199-01-006817 της κατηγορούμενης
  2. Ø Η επιταγή με αριθμό 87532561 εκδόθηκε εις αντικατάσταση των επιταγών με αριθμό 81835394 και
  3. Ø Για τον τραπεζικό λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 από τον οποίο εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες επιταγές τα πρόσωπα που ήταν εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν κατά τον χρόνο έκδοσης των πιο πάνω αναφερόμενων επιταγών ήταν ο κατηγορούμενος 2 και ο Μ.Υ.
  4. Ø Ο λογαριασμός της κατηγορουμένης παγοποίήθηκε στις 28.9.2010 λόγω της επιταγής με αριθμό 81834393 με δικαιούχο την Smart Holdings Ltd. Ø Οι επίδικες επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Είναι νομολογημένο ότι σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Charitonos v. The Republic
(1971)2 C.L.R.40 και Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε μεταξύ άλλων Λοϊζου v. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας,
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου,
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας,
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Η κατηγορούμενη 1 ως έχει αναφερθεί ανωτέρω κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ.154, το οποίο έχει ως ακολούθως: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής.
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Σε ότι αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργείται με το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ.154, το οποίο αποδίδεται στην κατηγορούμενη 1 με τις τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει, σημειώνεται κατ' αρχάς ότι από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν ήτοι την Τράπεζα Κύπρου, η παρουσίαση τους έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες, και η μη εξόφληση τους οφείλετο στο ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα και σε σχέση με την επιταγή με αριθμό 87532561 και γιατί ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 είχε παγοποιηθεί. Επίσης έχει αποδειχθεί ότι οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν εντός 15 ημερών από την παρουσίαση τους και παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο, σημειώνω ότι «έκδοση» ως καθορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262, σημαίνει «την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος.» και «παράδοση» σημαίνει τη μεταβίβαση της κατοχής, πραγματικής ή τεκμαιρόμενης, από ένα πρόσωπο ή σε άλλο.». Σύμφωνα με το Κεφ.262 στο άρθρο 2 ο όρος «κάτοχος» ερμηνεύεται να σημαίνει «το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών», ενώ ως «κομιστής» καθορίζεται «το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». Η δε «παράδοση», κάτω από την ίδια νομοθεσία, σημαίνει μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή από ένα πρόσωπο σε άλλο. Ως προς την έννοια «επιταγή» σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, «σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη 1 δια της υπογραφής του κατηγορουμένου 2 εξέδωσε τις επίδικες επιταγές προς όφελος της παραπονούμενης και τις παρέδωσε στην παραπονούμενη, τις δύο μέσω της Μαρίας Κλάππας και τη μία μέσω του Μ.Κ.1. Υπενθυμίζω σε αυτό το σημείο ότι εκείνο που αμφισβητήθηκε εξαρχής από την υπεράσπιση είναι ο σκοπός έκδοσης των επίδικων επιταγών, με άλλα λόγια η διαφωνία των μερών έγκειτο στο αν υπήρχε ή όχι αντιπαροχή για την έκδοση αυτών. Επομένως το ζητούμενο είναι κατά πόσο το Δικαστήριο έχει αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του από την οποία να μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ως προς το λόγο έκδοσης των επίδικων επιταγών ή και ως προς το ποιο ήταν το αντάλλαγμα για τις εν λόγω επιταγές. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παραπονούμενη ήταν κάτοχος των επίδικων επιταγών εν τη έννοια του Νόμου, αφού η παραπονούμενη ήταν αδιαμφισβήτητα ο δικαιούχος των εν λόγω επιταγών. Όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν θεωρώ ότι μπορεί να τύχει εφαρμογής το μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται από το άρθρο 30
(1)του Κεφ.262 και τούτο διότι ο Μ.Κ.1 ως προς το ζήτημα της αντιπαροχής επέλεξε να μην βασιστεί σε αυτό, αλλά στη δική του μαρτυρία η οποία όμως κρίθηκε αναξιόπιστη. Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 και του Μ.Υ.3 που ήταν και τα μοναδικά πρόσωπα που θα μπορούσαν να προωθήσουν και να αποδείξουν τις θέσεις της κάθε πλευράς ως αναξιόπιστες, σε σχέση με το λόγο έκδοσης των επίδικων επιταγών και το αντάλλαγμα που δόθηκε για τις εν λόγω επιταγές, και μη έχοντας άλλη σχετική επί αυτών μαρτυρία, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Στην υπόθεση Μακάριος Παναγιώτου ν. Γεωργίας Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ.916, λέχθηκε πως στην περίπτωση του άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ.262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη έννοια του άρθρου 2 του Νόμου. Στην υπόθεση Γιαννάκης Τριφταρίδης ν. Σάββα Ηρακλέους, Ποινική Έφεση 340/15, ημερομηνίας 18.12.2017, λέχθηκαν τα ακόλουθα, σε σχέση με την εισήγηση του συνηγόρου του Εφεσείοντα ότι δεδομένου ότι σε κανένα στάδιο δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν «κάτοχος» των επίδικων επιταγών εν τη έννοια του Νόμου, θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ.262 και σε τέτοιες περιπτώσεις η Υπεράσπιση είναι που έχει στους ώμους της το βάρος της ανατροπής του με την προσκόμιση μαρτυρίας: «Οι περιστάσεις έκδοσης των επιταγών υπήρξαν αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο εφεσείων δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι τα ποσά των επιταγών δόθηκαν σε μετρητά για τους λόγους που ανέφερε ο ίδιος στη μαρτυρία του. Στηρίχθηκε δηλαδή ο εφεσείων στη δική του μαρτυρία ως προς το στοιχείο της αντιπαροχής και η εκδοχή του δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί να έχει δεύτερη ευκαιρία και να ζητήσει εκ των υστέρων ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30
(1). Αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε ότι ο Νόμος αντιστρατεύεται και εξουδετερώνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το Δικαστήριο. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παναγιώτου ν. Φουρνίδου: «Στην παρούσα υπόθεση το κατά πόσο ο εφεσείων ήταν κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, αποτέλεσε ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Στο πρωτόδικο δικαστήριο δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επιταγή περιήλθε στην κατοχή του εφεσείοντα, όπως και ως προς το αντάλλαγμα της. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο η μαρτυρία του εφεσείοντα, όσο και η μαρτυρία της εφεσίβλητης και του μάρτυρα της, απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστες. Συνεπώς, το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε εφόσον ο εφεσείων, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής.» Δεν διαφωνούμε με τον κ. Βορκά ότι τα γεγονότα στην πιο πάνω υπόθεση είναι διαφορετικά από την παρούσα. Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής, ενώ στην παρούσα το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Όμως, στην προκείμενη περίπτωση, δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και κυρίως ως προς το αντάλλαγμα αυτών, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας που δόθηκε σε συνάρτηση με αυτά τα ζητήματα. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε ούτε στην παρούσα περίπτωση.» Με βάση, λοιπόν τα πιο πάνω, λόγω των σοβαρών αμφιβολιών που έχουν δημιουργηθεί στο Δικαστήριο αναφορικά με το σκοπό έκδοσης των επίδικων επιταγών και κυρίως ως προς το αντάλλαγμα αυτών και δεδομένου ότι το Δικαστήριο απέρριψε ως αναξιόπιστες τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 και του Μ.Υ.3 που ήταν και τα μοναδικά πρόσωπα που θα μπορούσαν καταθέσουν αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα, η κατηγορούμενη 1 θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί και από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω είναι προφανές ότι δεν τίθεται θέμα καταδίκης ούτε του κατηγορούμενου 2, δεδομένου ότι δεν έχει αποδειχθεί το αδίκημα εναντίον της κατηγορούμενης 1 σε καμία εκ των τριών κατηγοριών που αντιμετωπίζει δεν είναι δυνατόν να βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος 2 για παροχή συνδρομής στο αδίκημα αυτό σε καμία εκ των τριών κατηγοριών. Συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι κατηγορίες που έκαστος εκ των κατηγορουμένων 1 και 2 αντιμετωπίζει απορρίπτονται και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται από όλες τις κατηγορίες που έκαστος αντιμετωπίζει. Όσον αφορά τα έξοδα είναι γνωστό ότι τα έξοδα είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας. Στην παρούσα έχοντας υπόψιν το σύνολο των περιστάσεων κρίνω ορθότερο και δικαιότερο όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή εξόδων και κάθε πλευρά να καταβάλει τα δικά της έξοδα. (Υπ) ............ Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.