Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παύλος Σιούερ, Αρ. Υπόθεσης: 22567/2016, 23/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22567/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Παύλος Σιούερ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αδίκημα για υπέρβαση ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος την 7.5.2016, στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή στην Έγκωμη, της Επαρχίας Λευκωσίας, καταγράφηκε από συσκευή φωτοεπισήμανσης να οδηγεί το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΜΧ403, με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 79ΧΑΩ αντί 65ΧΑΩ. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 7.5.2016 στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή στην Έγκωμη της Επαρχίας Λευκωσίας, το όχημα με αριθμούς εγγραφής MMX403, κινείτο με ταχύτητα 79 ΧΑΩ αντί 65 ΧΑΩ που είναι καθορισμένο όριο ταχύτητας. Τα παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και συνακόλουθα καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως μοναδικό επίδικο ζήτημα παρέμεινε το κατά πόσο το όχημα MMX403 οδηγείτο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, από τον Κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία και αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε περαιτέρω μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε πρώτη η Αστυφύλακας 809, Όλγα Ησαΐα (ΜΚ1), η οποία εργάζεται στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκτελούσε καθήκοντα στο Τμήμα Φωτοεπισήμανσης του εν λόγω σταθμού, ούσα υπεύθυνη παραλαβής των εντύπων Αστ.180, σε σχέση με αδικήματα που αφορούσαν υπέρβαση ορίου ταχύτητας στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, έλαβε το Αστ.180 (βλ. Τεκμήριο 1) στο οποίο αναφέρεται ότι στις 7.5.2016 και ώρα 13:13 στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή καταγράφηκε το όχημα με αρ. Εγγραφής MMX403 ιδιοκτησίας της εταιρείας Sentilio Limited, να κινείται με ταχύτητα 79ΧΑΩ. Μετά την παραλαβή του εν λόγω εντύπου η Αστ.65 (ΜΚ2), έστειλε επιστολή με την οποία καλείτο ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος, να προσέλθει στον αστυνομικό σταθμό. Μετά την αποστολή της επιστολής από την ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στις 2.6.2016 στο σταθμό. Εκεί, η ΜΚ1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο περί τίνος πρόκειται και αφότου ο τελευταίος έδωσε όλα του τα στοιχεία εκδόθηκε επ' ονόματι του το εξώδικο πρόστιμο με αριθμό F50000200032188 (βλ. Τεκμήριο 2). Η ΜΚ1, αν και δεν θυμόταν τον Κατηγορούμενο λόγω των χιλιάδων εξωδίκων που εκδίδει, ανέφερε ότι εν πάση περιπτώσει ποτέ δεν εκδίδεται εξώδικο αν ο παραβάτης δεν είναι παρών ώστε να ληφθούν όλα του τα στοιχεία. Μετά την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής του εξωδίκου, ετοιμάστηκε ανακριτικός φάκελος (βλ. Τεκμήριο 3) στον οποίο καταγράφεται μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος, «αφού πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε: ναι εγώ οδηγούσα». Η ΜΚ1 εξήγησε ότι πληροφόρησε η ίδια τον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και κατέγραψε την απάντηση του ηλεκτρονικά στο σύστημα την ώρα που εξέδωσε το εξώδικο. Η ΜΚ1 θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να διαφωτίσει ως προς τις συνθήκες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα για το τι διημείφθη στις 2.6.2016 στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου. Θεωρώ ότι η ΜΚ1 είναι μάρτυρας της αλήθειας. Εξήγησε με σαφήνεια και σταθερότητα την διαδικασία που ακολουθεί σε κάθε παρόμοια περίπτωση, ενώ δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν θυμάται τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, λόγω των χιλιάδων υποθέσεων παρόμοιας φύσης που καλείται να διεκπεραιώσει. Ήταν όμως κατηγορηματική και βέβαιη ότι σε καμία περίπτωση δεν θα εξέδιδε εξώδικο πρόστιμο σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν ήταν παρών ή το οποίο δεν αποδεχόταν ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο οδηγούσε. Ήταν επίσης κατηγορηματική ότι αν ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει ότι δεν οδηγούσε ο ίδιος, σίγουρα θα ζητούσε να μάθει ποιος οδηγούσε και θα λάμβανε από αυτόν σχετική κατάθεση. Η ΜΚ1 δήλωσε βέβαιη ότι ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε το όνομα John Ανδρέου ως τον οδηγό. Η ΜΚ1 ήταν σταθερή στις απαντήσεις της και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Δεύτερη και τελευταία μάρτυρας για την Κατηγορούσα αρχή ήταν η Αστυφύλακας 65, η οποία επίσης εργαζόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η ΜΚ2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 και ανέφερε ότι η εμπλοκή της στην παρούσα υπόθεση αφορούσε μόνο την αποστολή επιστολής προς την εταιρεία Sentilio Ltd, η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος με αρ. Εγγραφής MMX403. Όπως ανέφερε, η επιστολή που εστάλη είναι τυποποιημένη και με αυτή ζητείται από τον παραλήπτη να προσέλθει εντός πέντε ημερών, από την ημέρα παραλαβής της στον Αστυνομικό Σταθμό, για παραλαβή εγγράφου που τον αφορά. Η μαρτυρία της ΜΚ2 μπορεί να χαρακτηριστεί και ως τυπική. Οι πτυχές της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκαν και αποδέχομαι την μαρτυρία της ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος κατά την μαρτυρία του, ανέφερε ότι μετά που έλαβε την επιστολή προς την εταιρεία Sentilio Ltd, παρουσιάστηκε στον Αστυνομικό Σταθμό, όπου δήλωσε ότι δεν οδηγούσε ο ίδιος το όχημα. Ανέφερε επίσης ότι δεν παρέλαβε το εξώδικο πρόστιμο αλλά ανέλαβε να ειδοποιήσει το πρόσωπο που οδηγούσε το αυτοκίνητο. Ακολούθως, αποχώρησε χωρίς να δώσει σε οποιονδήποτε τα στοιχεία του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι κατά την επίσκεψη του στον σταθμό κάποιες κοπέλες, του υπόδειξαν ότι πρέπει να πληρωθεί το πρόστιμο και τότε ο Κατηγορούμενος τους είπε ότι δεν είναι ο οδηγός και αρνήθηκε να το παραλάβει. Πιστεύει ότι τα στοιχεία του λήφθηκαν από το αρχείο εγγραφής του οχήματος, καθότι τότε ήταν διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας. Πριν να λήξει η προθεσμία πληρωμής του εξωδίκου πήγε εκ νέου στον σταθμό και τους ανέφερε ότι δεν εντόπισε το άτομο που κατά τον ισχυρισμό του οδηγούσε. Ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι είπε την αλήθεια. Ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός ότι από την μια ανέφερε ότι δεν παρέλαβε κανένα εξώδικο και ότι δεν έδωσε σε κανένα τα στοιχεία του, ενώ από την άλλη επισκέφτηκε για δεύτερη φορά τον αστυνομικό σταθμό πριν την λήξη της προθεσμίας πληρωμής του εξωδίκου για να αναφέρει ότι δεν κατόρθωσε να εντοπίσει τον οδηγό του οχήματος. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος, παρά το ότι ήταν διευθυντής και γραμματέας της ιδιοκτήτριας εταιρείας, δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει το πρόσωπο το οποίο κατά τον ισχυρισμό του βρισκόταν πίσω από την εταιρεία, ώστε να ενημερώσει σχετικά τις αστυνομικές αρχές. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου τη συνολική παρουσία του Κατηγορουμένου στο εδώλιο του μάρτυρα, και ειδικότερα τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, καταλήγω ότι όσα αυτός ανέφερε είναι προϊόν δεύτερων σκέψεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης Κατηγορίας ως αυτά προκύπτουν από το άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), είναι: (α) η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό (β) ο ορισμός από την αρμόδια αρχή ανωτάτου ορίου ταχύτητας (γ) η αναγραφή του ορίου ταχύτητας επί πινακίδας η οποία να τοποθετήθηκε στην οδό κατά τρόπο που να διακρίνεται ευχερώς από τους οδηγούς, και (δ) η οδήγηση του οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του καθορισθέντος ανωτάτου ορίου ταχύτητας. Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το καθορισμένο όριο ταχύτητας στον επίδικο τόπο και χρόνο. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε επίσης ότι κατά την δεδομένη στιγμή που το όχημα ΜΜΧ403, αυτό φωτογραφήθηκε από την συσκευή φωτοεπισήμανσης, τούτο κινείτο με ταχύτητα 79ΧΑΩ αντί 65ΧΑΩ που ήταν το καθορισμένο όριο. Εκείνο που ο Κατηγορούμενος αμφισβήτησε ήταν ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο ήταν ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΜΜΧ403. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι σε περιπτώσεις καταγραφής από συσκευή φωτοεπισήμανσης, η Αστυνομία δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ένα μηχανοκίνητο όχημα. Η ιδιοκτησία ενός οχήματος δεν οδηγεί από μόνη της σε συμπέρασμα ότι το εν λόγω όχημα χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη. Όταν μάλιστα ο ιδιοκτήτης είναι νομικό πρόσωπο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η δυσκολία εντοπισμού του οδηγού είναι ακόμη μεγαλύτερη. Ο Νομοθέτης προνόησε δημιουργώντας ένα μαχητό τεκμήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Τροχαίων Αδικημάτων (Χρήση Συσκευών Φωτοεπισήμανσης και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου 55
(1)/2001, σύμφωνα με τον οποίο, όταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης λάβει γνώση ειδοποίησης κατά τον τρόπο που καθορίζει το άρθρο 6 του νόμου, έχει την υποχρέωση σε περίπτωση που δεν οδηγούσε ο ίδιος το όχημα να ενημερώσει εγγράφως και εντός 15 ημερών την Αστυνομία για το πρόσωπο το οποίο οδηγούσε το όχημα κατά τον χρόνο καταγραφής. Αν δεν το πράξει, τότε τεκμαίρεται ότι κατά τον χρόνο καταγραφής από την συσκευή φωτοεπισήμανσης αυτός ήταν ο οδηγός. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν θα μπορούσε να εφαρμοσθεί το πιο πάνω τεκμήριο καθότι ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος δεν είναι ο Κατηγορούμενος αλλά μια εταιρεία της οποίας ο Κατηγορούμενος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, αξιωματούχος. Ο αξιωματούχος μιας εταιρείας δεν μπορεί να ταυτιστεί, για τους σκοπούς του πιο πάνω τεκμηρίου, με τον ιδιοκτήτη του οχήματος. Συνεπώς, η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να βασιστεί στην ύπαρξη του τεκμηρίου για να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος. Η Κατηγορούσα αρχή στηρίζει την υπόθεση της στην ισχυριζόμενη παραδοχή του Κατηγορουμένου ότι εκείνος ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος κατά τον χρόνο καταγραφής. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ΜΚ1 όταν ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για το αδίκημα που αντιμετωπίζει αυτός απάντησε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο. Η σημασία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και έχει χαρακτηριστεί σαν η κορωνίδα της μαρτυρίας. Ένας κατηγορούμενος μπορεί να καταδικαστεί με μόνο τη δική του ομολογία αφού το Δικαστήριο βεβαιωθεί ότι το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330, 365 λέχθηκαν τα πιο κάτω: "Η αποδεικτική αξία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 203, 225 (απόφαση Πική, Δ. όπως ήταν τότε) λέχθηκαν τα εξής: "Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι αν είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της." Για τη σημασία της ομολογίας παραπέμπουμε και στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 166, 172 (απόφαση Νικήτα, Δ.): "Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το Δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65." Η μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την ίδια την παραδοχή του κατηγορούμενου προς την ΜΚ1 ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε το όχημα, δεν οδηγεί πουθενά αλλού παρά σε απόδειξη ενοχής του Κατηγορουμένου. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος τοποθέτησε τον εαυτό του στον αστυνομικό σταθμό όπου «κάποιες κοπέλες» του ανέφεραν για την ύπαρξη του εξωδίκου. Τούτο, σε συνδυασμό με την μαρτυρία της ΜΚ1 ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να εκδοθεί εξώδικο αν ο παραβάτης δεν είναι παρών, καθώς και ότι η ΜΚ1 κατέγραψε την παραδοχή του Κατηγορουμένου κατά τον χρόνο έκδοσης του εξωδίκου με οδηγούν σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ρητώς και ευθαρσώς ενώπιον της ΜΚ1 ότι ήταν ο οδηγός του οχήματος. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ήταν τόσο διευθυντής όσο και γραμματέας της ιδιοκτήτριας εταιρείας καθώς και έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας περιλαμβανομένης της παραδοχής του Κατηγορουμένου, καταλήγω σε εύρημα ότι ο τελευταίος την 7.5.2016 στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή στην Έγκωμη, της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΜΧ403 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 79ΧΑΩ αντί 65ΧΑΩ. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο