← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χριστόφορος Παπαδόπουλος, Αρ. Υπόθεσης: 36107/2014, 25/1/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χριστόφορος Παπαδόπουλος, Αρ. Υπόθεσης: 36107/2014, 25/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 36107/2014 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Χριστόφορος Παπαδόπουλος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενη: κ. Χρ. Χριστοφή με κα Σ. Παπαϊωάννου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:

  1. Αμελής οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Νόμου 86/
  2. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 22.1.2013 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά την έξοδο της βιομηχανικής Περιοχής Ιδαλίου της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής HPH408 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή.
  3. Υπέρβαση ορίου ταχύτητας υπέρβασης κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και ειδικότερα ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα με ταχύτητα 109ΧΑΩ αντί 100. 3. Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 65
(1)
(5)
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 και συγκεκριμένα ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας από 27.5.2012 ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Για να αποδείξει την υπόθεση, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 6 μάρτυρες κατηγορίας. Πιο κάτω καταγράφω με την μέγιστη δυνατή πληρότητα την μαρτυρία του καθενός. Ακολούθως, παραθέτω την μαρτυρία που έδωσε ο Κατηγορούμενος. Αφού παραθέτω, το σύνολο της μαρτυρίας, προβαίνω σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και τέλος καταγράφω τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αστυφύλακας 924 Αντρέας Δανιήλ (ΜΚ1) Πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας ήταν ο Αστ.924 Αντρέας Δανιήλ ο οποίος είναι ο ένας εκ των δύο εξεταστών της υπόθεσης. Υιοθέτησε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 13) στην οποία αναφέρεται ότι στις 5.6.2013, ο Αστ.3173 (ΜΚ2) του εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο σκηνής τροχαίου ατυχήματος (βλ. Τεκμήριο 14) που συνέβη στις 22.1.2013 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού με εμπλεκόμενο το όχημα με αριθμούς εγγραφής HPH408 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Την ίδια ημέρα, ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 15). Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε σε διάφορες ενέργειες που έγιναν για την διερεύνηση του ατυχήματος, όπως το ότι ο υπεύθυνος του αστυνομικού σταθμού απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 22.1.2013 (βλ. Τεκμήριο 18) ζητώντας να εξεταστεί το εμπλεκόμενο αυτοκίνητο. Στις 31.3.2013, λήφθηκε κατάθεση από τον Χριστόδουλο Χριστοδούλου (βλ. Τεκμήριο 17) που ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Την 1.7.2013, ο ΜΚ1 έλαβε γνώση για τις ζημιές και στις 17.7.2013 για την ταχύτητα του Κατηγορουμένου (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). Περί τον Οκτώβριο του 2013, o MK1 μετατέθηκε και παρέδωσε τον φάκελο στην Αστ.4916 Ευθαλία Νεοφύτου και έκτοτε δεν είχε εμπλοκή στην υπόθεση. Ο ΜΚ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο, δέσμη 4 εγγράφων που φέρουν τίτλο "διατακτικό εργασίας", (βλ. Τεκμήριο 16) από τα οποία προκύπτει ότι το αυτοκίνητο σε κάποιο χρονικό σημείο πριν το δυστύχημα παρουσίαζε πρόβλημα με τις βοηθητικές ταχύτητες και ότι έχανε λάδι το κλατς. Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι η εκδοχή του Κατηγορουμένου ότι άκουσε έναν δυνατό θόρυβο στο κιβώτιο ταχυτήτων διερευνήθηκε με τον μηχανολογικό έλεγχο του αυτοκινήτου που διενήργησε από τον Χάρη Αργυρού (ΜΚ3). Δεν γνωρίζει όμως αν κάποιος έστρεψε την προσοχή στον ΜΚ3 στην εκδοχή του Κατηγορουμένου, ότι δηλαδή ακούστηκε κάποιος θόρυβος από το κιβώτιο ταχυτήτων. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπήρχε από την αρχή επικοινωνία με τον γιο του κατηγορουμένου, τον οποίο ο ΜΚ1 συμβούλευσε να στείλει δικό του μηχανικό για να ελέγξει το αυτοκίνητο. Συμφώνησε ότι το όχημα ήταν μαρτυρικό υλικό και ότι έπρεπε υπό τις περιστάσεις να δοθεί η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να το εξετάσει. Αστυφύλακας 3173, Αχιλλέως Αχιλλέας (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 21) στην οποία ανέφερε ότι στις 22.1.2013 περί ώρα 07:05 μετέβη στην σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Εκεί προσήλθε Πυροσβεστική Υπηρεσία για τον απεγκλωβισμό του Κατηγορουμένου, ο οποίος ακολούθως μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στην συνέχεια, ο ΜΚ2 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 14) με διάφορες μετρήσεις που εντόπισε. Σημείωσε ότι το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή. Ο δρόμος είναι τριπλής λωρίδας κυκλοφορίας. Κατά τη διερεύνηση, διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το εν λόγω όχημα ενώ το πιστοποιητικό καταλληλότητας είχε λήξει από τις 27.5.
  1. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 συμφώνησε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την αιτία του δυστυχήματος, ούτε ποια συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη του κατηγορουμένου προκάλεσε το δυστύχημα. Συμφώνησε επίσης ότι το όχημα ήταν μαρτυρία στην υπόθεση καθώς και ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να το ελέγξει. Επανέλαβε ότι όταν εμπλέκεται κυβερνητικό όχημα σε οποιοδήποτε δυστύχημα, η πρακτική είναι να μεταφέρεται στην Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία για σκοπούς εμπειρογνωμοσύνης. Μιχάλης Αργυρού (ΜΚ3) Ο Μιχάλης Αργυρού είναι απόφοιτος του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου και εργάζεται ως τεχνικός μηχανικός στο Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών (ΗΜΥ) ως προϊστάμενος στο συνεργείο βαρέων μηχανημάτων και φορτηγών. Ασχολείται μεταξύ άλλων και με την διερεύνηση δυστυχημάτων στα οποία εμπλέκονται κυβερνητικά οχήματα. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση έχει ετοιμάσει έκθεση (βλ. Τεκμήριο 19) σύμφωνα με την οποία, στις 31.1.2013, διενήργησε εξέταση στο όχημα με αρ. εγγρ. ΗΡΗ
  2. Σκοπός της εξέτασης ήταν να ελεγχθεί η μηχανική κατάσταση του οχήματος καθώς και ο ρόλος της στην πρόκληση τροχαίου δυστυχήματος. Από το δυστύχημα, το όχημα υπέστη εκτεταμένες ζημιές. Ελέγχθηκε οπτικά το σύστημα διεύθυνσης και ανάρτησης χωρίς να εντοπιστεί οποιαδήποτε δυσλειτουργία. Το σύστημα πέδησης και χειρόφρενου ελέγχθηκε αφαιρώντας όλους τους τροχούς. Τα φρένα (brake pads) και οι δισκόπλακες και στους δύο άξονες ήταν σε καλή κατάσταση και δεν έφεραν ίχνη υπερθέρμανσης. Ο ΜΚ3 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ελαστικά ήταν σε καλή κατάσταση και γενικά το όχημα ήταν σε καλή ηλεκτρομηχανολογική κατάσταση. Από το όχημα αφαιρέθηκε το κιβώτιο ταχυτήτων και τοποθετήθηκε στο αυτοκίνητο με αρ. εγγρ. ΗΖΜ
  3. Κανείς δεν ζήτησε να το κρατήσουν ως Τεκμήριο. Ο ΜΚ3, πρόσθεσε ότι το όχημα είχε υποστεί τέτοιες ζημιές που δεν μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία και έτσι δεν μπορούσε να ελεγχθεί το σύστημα ταχυτήτων το οποίο είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι έχει ελέγξει αρκετά οχήματα που ενεπλάκησαν σε δυστύχημα. Για την παρούσα περίπτωση, ο ΜΚ3 πληροφορήθηκε ότι η αστυνομία είχε ζητήσει να δοθεί βαρύτητα στην εξέταση των ελαστικών. Εξετάζοντας το αυτοκίνητο, δεν ήξερε την αιτία του δυστυχήματος ούτε είχε οποιαδήποτε καθοδήγηση πέραν από την επιστολή της αστυνομίας. Σε ερώτηση αν συμφωνεί ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη η μαρτυρία του προσώπου που οδηγούσε το αυτοκίνητο, απάντησε ότι έχει διερευνήσει ακόμα και θανατηφόρα δυστυχήματα για τα οποία δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει, η Αστυνομία δεν του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος άκουσε έναν δυνατό θόρυβο κάτω από την καρέκλα του οδηγού. Παραδέχτηκε ότι το όχημα δεν έπρεπε να αποσυναρμολογηθεί. Επίσης, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ο Τζιρκαλλής επισκέφτηκε το συνεργείο για να ελέγξει το όχημα εκ μέρους του Κατηγορουμένου, αλλά το κιβώτιο ταχυτήτων είχε ήδη αφαιρεθεί και έτσι αποχώρησε. Τέλος, ο ΜΚ3 συμφώνησε ότι στην παρούσα περίπτωση κάτι συνέβη που οδήγησε στην απώλεια ελέγχου του αυτοκινήτου, με πιθανότητα να υπήρχε μια ξαφνική μηχανική βλάβη. Επεξήγησε την χρήση των βοηθητικών ταχυτήτων και υποστήριξε ότι είναι απίθανο να τεθούν σε λειτουργία οι αργές βοηθητικές ταχύτητες ενώ το όχημα βρίσκεται σε κίνηση. Υπάρχει όμως πιθανότητα να μπουν σε λειτουργία οι λεγόμενες γρήγορες βοηθητικές. Ο θόρυβος που ισχυρίζεται ότι άκουσε ο κατηγορούμενος στο κιβώτιο ταχυτήτων, το πιθανότερο προερχόταν από την τετρακίνηση. Όταν ο ΜΚ3 έμαθε ότι το κιβώτιο ταχυτήτων τοποθετήθηκε σε άλλο όχημα, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι οι βοηθητικές ταχύτητες δεν είχαν πρόβλημα, αλλά ενδεχομένως το πρόβλημα να υπήρχε στο switch το οποίο δεν μπορούσε να ελεγχθεί λόγω των εκτεταμένων ζημιών. Χριστόδουλος Χριστοδούλου (ΜΚ4) Ο ΜΚ4 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 17). Σε αυτήν ανέφερε ότι στις 22.1.2013 και περί ώρα 06:50 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού με κατεύθυνση την Λεμεσό. Λίγο πριν την έξοδο Τσερίου και ενώ κινείτο με ταχύτητα περίπου 110ΧΑΩ, προσπέρασε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΡΗ408 το οποίο κινούταν στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. Αφού το προσπέρασε, κοιτάζοντας από το καθρεφτάκι του, είδε το εν λόγω αυτοκίνητο να κινείται απότομα προς τα δεξιά να φτάνει στην τρίτη λωρίδα και ακολούθως πάλι να κινείται απότομα προς τα αριστερά. Στην συνέχεια αναποδογυρίστηκε, κτύπησε στο κιγκλίδωμα και ακινητοποιήθηκε. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι καθώς προσπέρασε το όχημα του Κατηγορουμένου, είδε τον οδηγό και δεν διαπίστωσε οτιδήποτε παράξενο. Το ατύχημα του δημιούργησε την εντύπωση ότι έσκασε κάποιο ελαστικό καθότι κατά τα λοιπά η οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ήταν ομαλή. Αλέξανδρος Πελεγκάρης (ΜΚ5) Ο ΜΚ5 είναι πολιτικός μηχανικός και εργάζεται στο Τμήμα Δημοσίων Έργων ως εκτελεστικός μηχανικός. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, μεταξύ άλλων, είχε ετοιμάσει επιστολή (Τεκμήριο 3) προς την Αστυνομική Διεύθυνση Πέρα Χωριού με την οποία ενημερώνει ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος μισό λεπτό πριν συμβεί το δυστύχημα και η οποία διαπιστώθηκε με βάση το πρόγραμμα παρακολούθησης της κίνησης του στόλου οχημάτων, ήταν 109ΧΑΩ. Σε σχέση με τη συντήρηση των αυτοκινήτων, ο ΜΚ5 παρέπεμψε σε επιστολή ημερομηνίας 14.6.2010 (βλ. Τεκμήριο 23) και ένα ενδοτμηματικό σημείωμα ημερομηνίας 6.6.2012, που ενημερώνει τους οδηγούς Κυβερνητικών οχημάτων ότι φέρουν οι ίδιοι την ευθύνη για τη συντήρηση του οχήματος και την διενέργεια του νενομισμένου τεχνικού ελέγχου στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι από τη μέρα του δυστυχήματος το όχημα είχε μεταφερθεί στην ΗΜΥ. Στις 30.4.2013 στάλθηκε επιστολή προς τον διευθυντή των Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών στην οποία επισυνάπτεται η επιστολή του δικηγόρου του Κατηγορουμένου ημερομηνίας 13.3.2013 και παρακαλούνται όπως ο φάκελος που αφορά τη συντήρηση του οχήματος διατηρηθεί μέχρι να ολοκληρωθεί η διερεύνηση της υπόθεσης (βλ. Τεκμήριο 31). Μέχρι και τις 4.9.2013 δεν τους είχε αποσταλεί έκθεση από τη Μηχανολογική Υπηρεσία αν και είχαν συχνή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί τους ζητώντας τους να την ολοκληρώσουν. Δώρος Δημητριάδη (ΜΚ6) Τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Δώρος Δημητριάδης, τεχνικός μηχανικός στο Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών. Είναι ο υπεύθυνος του εργαστηρίου συντήρησης ελαφριών οχημάτων. Παρουσίασε στο Δικαστήριο φάκελο στον οποίο περιέχονται έγγραφα σε σχέση με το όχημα HPH
  4. Εντός του εν λόγω φακέλου υπάρχουν διατακτικά εργασίας από τον Ιούλιο του
  5. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του φακέλου, ο ΜΚ6 ανέφερε διάφορα προβλήματα που παρουσιάζονταν κατά καιρούς στο όχημα. Μετά που το αυτοκίνητο ενεπλάκη σε δυστύχημα, κρίθηκε ασύμφορο να επιδιορθωθεί και αφαιρέθηκε το κιβώτιο ταχυτήτων που χρησιμοποιήθηκε σε άλλο όχημα. Ο ΜΚ6 παρουσίασε πρόχειρη σημείωση που τηρούσε ο γραφέας του συνεργείου (βλ. Τεκμήριο 33) στην οποία αναφέρεται το κιβώτιο ταχυτήτων τοποθετήθηκε στο όχημα HZM742 σε σχέση με το οποίο επίσης κατατέθηκε σχετικός φάκελος (βλ. Τεκμήριο 34). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ6 ανέφερε ότι είναι κάτοχος πτυχίου Τεχνικού Μηχανικού Μηχανολογίας από το Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο. Ήταν ο υπεύθυνος για τη συντήρηση του οχήματος από την 1.2.
  6. Από τη στιγμή που αναλαμβάνει η Αστυνομία, ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη για το όχημα αλλά αποδέχτηκε ότι έχει ευθύνη για τη συντήρηση που προηγήθηκε του δυστυχήματος. Ακριβώς, επειδή το όχημα αφορούσε το συνεργείο του οποίου ο ΜΚ6 προΐσταται, συμφώνησαν με τον Μιχάλη Αργυρού να εξετάσει το όχημα ο τελευταίος. Υπέθεσε ότι ο Αργυρού έλαβε τον φάκελο του αυτοκινήτου και τον μελέτησε και συμφώνησε ότι θα ήταν καλό κάποιος να γνωρίζει το ιστορικό του οχήματος πριν προβεί στον έλεγχο. Επίσης, ο ΜΚ6 ανέφερε ότι τα οχήματα μάρκας Korando, είναι αυτοκίνητα με αυξημένες βλάβες. Ειδικότερα, τα εν λόγω οχήματα παρουσίασαν σε διάφορα περιστατικά πρόβλημα και με το κιβώτιο ταχυτήτων. Επανέλαβε ότι το κιβώτιο ταχυτήτων που αφαιρέθηκε από το ΗΡΗ408, τοποθετήθηκε στο όχημα HZM742 περί τις 4.2.
  7. Την απόφαση για να αφαιρεθεί το κιβώτιο ταχυτήτων από το HPH408 την έλαβε ο ίδιος ο ΜΚ5, μετά που ρώτησε τον ΜΚ3 εάν τελείωσε με την εξέταση. Στη συνέχεια βεβαιώθηκε ότι η αστυνομία δεν χρειαζόταν άλλο το αυτοκίνητο. Ο ΜΚ6 συμφώνησε τέλος ότι το όχημα δεν έπρεπε να αποσυναρμολογηθεί για να έχει την ευκαιρία να το ελέγξει ο κατηγορούμενος, αλλά διαφώνησε με την θέση του Αργυρού ότι το switch των βοηθητικών πιθανόν να ευθύνεται για την ανατροπή του οχήματος και υποστήριξε ότι ο Αργυρού δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει κάτι τέτοιο. Σε σχέση με τον θόρυβο που άκουσε ο κατηγορούμενος, ανέφερε ότι πολλά πράγματα θα μπορούσαν να προκαλέσουν θόρυβο στο αυτοκίνητο εν ώρα κίνησης. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Κατά την ένορκη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση του (βλ. τεκμήριο 15) στην οποία είχε αναφέρει ότι εργαζόταν ως επιστάτης στα Δημόσια Έργα. Την 22.01.2013 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΡΗ408 για να μεταβεί σε εργοτάξιο στο Δάλι για σκοπούς της εργασίας του. Κατά την διαδρομή, ενώ βρισκόταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ενώ η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 100ΧΑΩ, άκουσε ένα δυνατό παράξενο θόρυβο που προερχόταν από το κιβώτιο ταχυτήτων. Αμέσως, το αυτοκίνητο ξέφυγε απότομα από τον δρόμο, κινήθηκε αριστερά ως προς την πορεία του και κτύπησε στο προστατευτικό κιγκλίδωμα. Από εκεί και πέρα δεν θυμάται τι έγινε. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε επίσης στην κατάθεση του ότι το εν λόγω αυτοκίνητο παρουσίασε στο παρελθόν αρκετά προβλήματα με τις βοηθητικές ταχύτητες οι οποίες έμπαιναν από μόνες τους, με αποτέλεσμα να αλλάζει απότομα η οδική συμπεριφορά του και τις πλείστες φορές να γίνεται δύσκολο στο χειρισμό. Ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει τα προβλήματα αυτά στο γκαράζ της ΗΜΥ. Επίσης στις 8.10.2012 ενημέρωσε το γκαράζ ότι το αυτοκίνητο έχανε λάδια από το κλατς και υπήρχε πρόβλημα με τις ταχύτητες. Το γκαράζ απάντησε ότι τούτο δεν μπορούσε να επιδιορθωθεί σε εκείνο το στάδιο λόγω προβλημάτων με το λογιστήριο και του σύστησαν όπως προσθέτει συνεχώς λάδι μέχρι να τον ενημερώσουν για επιδιόρθωση. Από εκείνη την ημέρα μέχρι και την ημέρα του δυστυχήματος, συνέχιζε ο ίδιος να προσθέτει λάδι ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Πέραν των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος, υιοθετώντας γραπτή δήλωση την οποία ετοίμασε για τους σκοπούς της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Έγγραφο Α) αναφέρθηκε εκτενώς στους τραυματισμούς τους οποίους υπέστη συνεπεία του ατυχήματος. Ανέφερε επίσης ότι αρμόδιο τμήμα για συντήρηση του οχήματος ήταν το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών. Μετά που οι μηχανικοί τον συμβούλευσαν να τοποθετεί λάδι στο κλατς, το όχημα λειτουργούσε κανονικά και δεν παρουσίασε οποιοδήποτε πρόβλημα που να δημιουργεί υποψία ότι είχε άλλο μηχανικό πρόβλημα. Μετά το ατύχημα, ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε ότι το όχημα δεν είχε περάσει το νενομισμένο έλεγχο ώστε να λάβει πιστοποιητικό καταλληλόλητας. Ο έλεγχος έπρεπε να είχε γίνει στις 27.5.
  8. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, την ευθύνη για το πιστοποιητικό καταλληλότητας είχε το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών. Επίσης, η πρακτική που ακολουθείτο ήταν ότι ο εκάστοτε οδηγός ενημέρωνε τον επόμενο οδηγό για το κατά πόσο το όχημα που χρησιμοποιούσε έχει περάσει τεχνικό έλεγχο. Στην περίπτωση του επίδικου οχήματος, ο Κατηγορούμενος ζήτησε αυτοκίνητο για τις ανάγκες της υπηρεσίας και ο επαρχιακός μηχανικός ζήτησε από τον υπεύθυνο που διαχειριζόταν την κυκλοφορία των οχημάτων να του παραχωρήσει αυτοκίνητο. Όταν του παρέδωσαν το συγκεκριμένο όχημα δεν τον ενημέρωσαν για το θέμα του τεχνικού ελέγχου. Αναφορικά με το Τεκμήριο 8, ήτοι το ενδοτμηματικό σημείωμα για την χρήση των κυβερνητικών οχημάτων, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν θυμάται να περιήλθε στην αντίληψη του. Ως προς τα γεγονότα μετά το ατύχημα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αποστερήθηκε του δικαιώματος να επιθεωρήσει το όχημα και τα μηχανικά του μέρη με δικό του εμπειρογνώμονα. Και τούτο διότι 9 μέρες μετά το ατύχημα και ενώ ο ίδιος ήταν σε κρίσιμη κατάσταση, το όχημα αποσυναρμολογήθηκε χωρίς να το γνωρίζει. Στις 21.2.2013, ο γιος του διόρισε τον ειδικό εμπειρογνώμονα Γιώργο Τζιρκαλλή για να επιθεωρήσει το όχημα. Ο τελευταίος επισκέφθηκε την Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία και διαπίστωσε ότι αυτό είχε ήδη αποσυναρμολογηθεί και συνεπώς δεν υπήρχε δυνατότητα εξέτασης του κιβωτίου ταχυτήτων ή οποιουδήποτε άλλου εξαρτήματος. Ο Τζιρκαλλής, ανέφερε ότι ήταν απαραίτητο να εξετάσει το κιβώτιο ταχυτήτων, ούτως ώστε να μπορεί να διαπιστώσει κατά πόσο ήταν δυνατόν να διακριβωθεί η μηχανική βλάβη και το αίτιο του δυστυχήματος. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο Ανώτερος Τεχνικός στο Τμήμα, αναλάμβανε να παραχωρήσει αυτοκίνητα για σκοπούς εργασίας. Σε κάθε αυτοκίνητο υπήρχε καρτέλα που ενημέρωνε πότε πρέπει να γίνει αλλαγή λαδιού και σέρβις, αλλά δεν υπήρχε κανένα έγγραφο που να πληροφορούσε για τον τεχνικό έλεγχο. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι από την στιγμή που το όχημα παραδιδόταν σε αυτόν από Ανώτερο Τεχνικό θεωρούσε ότι αυτό ήταν σε θέση να διακινείται. Σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ούτε κοιμήθηκε, ούτε ήταν μεθυσμένος, ούτε οδηγούσε επιπόλαια στον δρόμο. Δεν δέχτηκε ότι υπήρξε αμελής και ανέφερε ότι εάν γνώριζε ότι το αυτοκίνητο είχε τόσο μεγάλο μηχανικό πρόβλημα δεν θα συνέχιζε να το οδηγεί. Θεωρεί ότι η αιτία της ανατροπής του αυτοκινήτου ήταν μηχανικό πρόβλημα. Υποβλήθηκε η θέση ότι λόγω της ταχύτητας, ο Κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι όντως κινείτο με 109ΧΑΩ πλην όμως δεν θεωρεί ότι τούτη ήταν η αιτία του δυστυχήματος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, σημειώνω ότι δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας από τους μάρτυρες κατηγορίας. Οι μικροαντιφάσεις που μπορεί να παρατηρήθηκαν, καθόλου δεν επηρέασαν τη γενική προκύπτουσα εικόνα. Το γεγονός αυτό αποτελεί και ένδειξη έλλειψης αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων αλλά και των τελευταίων με την Κατηγορούσα Αρχή για το τι είναι που θα έλεγαν. Εκτός αυτού, ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας, η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και κάποιες διαφορές στη μαρτυρία - αναλόγως του είδους τους βεβαίως - είναι αναπόφευκτες (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Ειδικότερα, οι ΜΚ1 και ΜΚ2 μου έκαναν θετική εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία τους σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ήταν ήρεμοι και δεν βρίσκονταν σε αμηχανία. Περαιτέρω, δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Αξιολογώντας την μαρτυρία τους κρίνω ότι πρόκειται για αξιόπιστους μάρτυρες και αποδέχομαι την μαρτυρία τους σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν για την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος, χωρίς βέβαια να καταλήγω σε εύρημα ότι η διερεύνηση τούτη ήταν επαρκής. Ο ΜΚ3 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονας. Μαρτυρία γνώμης προσφέρθηκε επίσης και από τον ΜΚ5 σε σχέση με κάποια ζητήματα. Πρέπει να επισημανθεί ότι η προσκόμιση μαρτυρίας πραγματογνώμονα παρακάμπτει τον γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει σε μάρτυρα την έκφραση γνώμης. Ο πραγματογνώμονας μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του (βλ. Georghios Constantinides (Akinita) Ltd ν. Mavrogenis
(1983)1C.L.R. 663, Χαραλάμπους ν. Σάββα
(1996)1A.A.Δ. 576). Ο πραγματογνώμονας πρέπει όμως να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα εκείνα που θα τον καθιστούν ως ειδικό να εκφράσει γνώμη για ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Το ότι σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα ή γνώσεις για να εκφέρει γνώμη δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, αφού όπως λέχθηκε κατ' επανάληψη στη νομολογία και επαναλήφθηκε στην Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας,
(2013)2 ΑΑΔ 110, το δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως πραγματογνώμονας. Βεβαίως, η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων υπόκειται σε αξιολόγηση. Για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας τους, ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 και Cybarco Ltd. v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή,
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου και αφού έλαβα υπόψη μου τα ακαδημαϊκά προσόντα του ΜΚ3 αλλά και την πολύχρονη ενασχόληση του ως τεχνικός μηχανικός στο Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών, κρίνω ότι αυτός είναι όντως άτομο το οποίο μπορεί να εκφέρει γνώμη για ζητήματα που αφορούν τον μηχανικό έλεγχο του επίδικου οχήματος. Από εκεί και πέρα, θεωρώ ότι η μηχανική εξέταση του επίδικου οχήματος δεν ήταν ενδελεχής. Ειδικότερα, ο ΜΚ3 ακολούθησε τις οδηγίες της αστυνομίας η οποία είχε ζητήσει να δοθεί βαρύτητα στην εξέταση των ελαστικών, η καλή κατάσταση των οποίων όμως δεν αμφισβητήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Η Αστυνομία δεν ανέφερε στον ΜΚ3 ότι ο Κατηγορούμενος άκουσε έναν δυνατό θόρυβο κάτω από την καρέκλα του οδηγού και έτσι η εκδοχή του Κατηγορουμένου δεν εξετάστηκε. Πέραν των πιο πάνω, αξιολογώντας την μαρτυρία του ΜΚ3 δεν έχω πεισθεί ότι μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, το επίδικο δυστύχημα να έχει προκληθεί λόγω μηχανικής βλάβης του οχήματος. Ο ίδιος ο ΜΚ3 ανέφερε ότι λόγω των εκτεταμένων ζημιών, ο κινητήρας και τα συστήματα που βασίζονται σε αυτό δεν ήταν δυνατό να τεθούν σε λειτουργία. Πρόσθεσε ότι το όχημα είχε υποστεί τέτοιες ζημιές που δεν μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία και έτσι δεν μπορούσε να ελεγχθεί το σύστημα ταχυτήτων το οποίο είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Τέλος, ο ΜΚ3 συμφώνησε ότι στην παρούσα περίπτωση κάτι συνέβη που οδήγησε στην απώλεια ελέγχου του αυτοκινήτου, και δεν απέκλεισε την πιθανότητα να υπήρχε μια ξαφνική μηχανική βλάβη. Από την άλλη, ο ΜΚ6 επιχείρησε να αναφέρει ότι το γεγονός ότι το κιβώτιο ταχυτήτων τοποθετήθηκε σε άλλο όχημα, αποκλείει το ενδεχόμενο το δυστύχημα να προκλήθηκε από βλάβη του εν λόγω κιβωτίου. Όμως, ούτε ο ΜΚ6 απέκλεισε το ενδεχόμενο να προκλήθηκε κάποια μηχανική βλάβη στο αυτοκίνητο. Εξάλλου, συμφώνησε και ο ίδιος ότι θα ήταν καλό κάποιος να γνωρίζει το ιστορικό του οχήματος πριν προβεί στον έλεγχο κάτι το οποίο δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Ανέφερε επίσης ότι πολλά πράγματα θα μπορούσαν να προκαλέσουν θόρυβο στο αυτοκίνητο εν ώρα κίνησης. Ο ΜΚ6 συμφώνησε τέλος ότι το όχημα δεν έπρεπε να αποσυναρμολογηθεί για να έχει την ευκαιρία να το ελέγξει ο κατηγορούμενος Οι ΜΚ4 και ΜΚ5 μου έκαναν επίσης θετική εντύπωση. Θεωρώ ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια για όσα εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης τους. Εξάλλου, δεν επιχειρήθηκε μέσω της αντεξέτασης, ο κλονισμός της αξιοπιστίας τους. Έγιναν απλώς διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις, στις οποίες και οι δύο αυτοί μάρτυρες απάντησαν με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και δεν προσπάθησαν να πουν κάτι περισσότερο από αυτό που γνωρίζουν. Τελειώνοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας, αναφέρω ότι ο Κατηγορούμενος επίσης μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Επιπρόσθετα δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Δεν θεωρώ μεμπτό το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κάποια ζητήματα με συναισθηματισμό καθότι, κατά κοινή παραδοχή, αυτός βίωσε μια πολύ δύσκολη στιγμή λόγω του σοβαρού τραυματισμού που υπέστη συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Αξιολογώντας την συνολική του παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτουν τα εξής ευρήματα: Στις 22.1.2013 και περί ώρα 06:50 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το υπηρεσιακό αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΡΗ408 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού με κατεύθυνση την Λεμεσό. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ήταν στεγνή. Ο δρόμος είναι τριπλής λωρίδας κυκλοφορίας. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ενώ ο Κατηγορούμενος κινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ενώ η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 100ΧΑΩ, άκουσε ένα δυνατό θόρυβο που προερχόταν από τον χώρο όπου ήταν τοποθετημένο το κιβώτιο ταχυτήτων του αυτοκινήτου. Αμέσως, ο Κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου το οποίο κινήθηκε ανεξέλεγκτο καταλήγοντας στο προστατευτικό κιγκλίδωμα όπου ακινητοποιήθηκε. Μισό λεπτό πριν συμβεί το δυστύχημα, η ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ήταν 109ΧΑΩ. Στην σκηνή προσήλθε η Πυροσβεστική Υπηρεσία για τον απεγκλωβισμό του Κατηγορουμένου ο οποίος είχε απολέσει τις αισθήσεις του και μεταφέρθηκε σοβαρά τραυματισμένος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΡΗ408, σε κάποιο χρονικό σημείο πριν το δυστύχημα παρουσίαζε πρόβλημα με τις βοηθητικές ταχύτητες και έχανε λάδι το κλατς. Είχαν γίνει συστάσεις στον Κατηγορούμενο από τους μηχανικούς της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας να αναπληρώνει το λάδι ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιεί μέχρι να μπορέσει να επιδιορθωθεί. Επίσης, το πιστοποιητικό καταλληλότητας του εν λόγω οχήματος είχε λήξει από τις 27.5.2012 και δεν είχε έκτοτε ανανεωθεί. Μετά το δυστύχημα, ο υπεύθυνος του αστυνομικού σταθμού Πέρα Χωριού απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 22.1.2013 (βλ. Τεκμήριο 18) ζητώντας να εξεταστεί το εμπλεκόμενο αυτοκίνητο για να διαπιστωθεί κατά πόσο είχε μηχανικό πρόβλημα πριν το δυστύχημα. Ο Μιχάλης Αργυρού εξέτασε το όχημα. Λόγω των εκτεταμένων ζημιών, ο κινητήρας και τα συστήματα που βασίζονται σε αυτό δεν ήταν δυνατό να τεθούν σε λειτουργία. Το κιβώτιο ταχυτήτων αφαιρέθηκε και χρησιμοποιήθηκε στο όχημα HZM742 περί τις 4.2.13. Στις 21.2.2013, ο γιος του Κατηγορουμένου διόρισε εκ μέρους του Κατηγορουμένου τον ειδικό εμπειρογνώμονα Γιώργο Τζιρκαλλή για να επιθεωρήσει το Όχημα. Ο Τζιρκαλλής επισκέφθηκε το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας και διαπίστωσε ότι αυτό είχε ήδη αποσυναρμολογηθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 1η Κατηγορία Ο κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Στην προκειμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι δεν τέθηκε καμία μαρτυρία σε σχέση με την παράλειψη του Κατηγορουμένου να εκπληρώσει κάποιο καθήκον ή ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Στη Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 300 ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μεταξύ άλλων κατηγορία για αμελή οδήγηση. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το όχημα οδειγείτο από τον Κατηγορούμενο και ενεπλάκη σε δυστύχημα. Ο μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων, ο οποίος μετά το δυστύχημα εξέτασε το αυτοκίνητο στο οποίο διαπίστωσε εκτεταμένες ζημιές λόγω δυστυχήματος. Εύρημα δε του μάρτυρα ήταν ότι το αυτοκίνητο οδηγείτο με ελαττωματικά φρένα και κατεστραμμένο το πισινό αριστερό ελαστικό. Ο μάρτυρας περιέγραψε την κατάσταση του αυτοκινήτου αθλιότατη. Το Ανώτατο Δικαστήριο (με παραπομπή στην R. v Spurge [1961] 2 All E.R. 688 ανέφερε ότι αποτελεί υπεράσπιση σε κατηγορία αμελούς οδήγησης ότι ο οδηγός χωρίς δική του υπαιτιότητα στερήθηκε του ελέγχου του μηχανοκίνητου οχήματος του ένεκα μηχανικής του βλάβης για την οποία δεν γνώριζε και η οποία δεν ήταν τέτοια που θα έπρεπε να την είχε ανακαλύψει εάν ασκούσε εύλογη σύνεση και εφόσον υπάρχει κάποια μαρτυρία για τέτοια βλάβη. Ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί εάν η εξήγησή του αφήνει πραγματική αμφιβολία στη σκέψη του Δικαστηρίου. Λέχθηκε όμως ότι υποθέσεις στις οποίες μπορούσε με επιτυχία να γίνει επίκληση μιας τέτοιας υπεράσπισης πρέπει να είναι πράγματι σπάνιες. Στην υπόθεση Spurge η καταδίκη επεκυρώθη διότι μια και ο εφεσείων γνώριζε για την τάση του αυτοκινήτου να τραβά προς τα δεξιά όταν χρησιμοποιούνταν τα φρένα, η υπεράσπιση της μηχανικής βλάβης δεν μπορούσε να επιτύχει διότι ήταν επικίνδυνο γι' αυτόν να οδηγεί το όχημα όπως έκαμε με την γνώση της μηχανικής βλάβης. (Βλέπε επίσης Wilkinnson's Road Traffic Offences, 14η Έκδοση, Τόμος 1, σελ. 1/323, παρ. 5.34-40). Αναφέρθηκε επίσης στη ρηθείσα απόφαση ότι, σε υποθέσεις επικίνδυνης οδήγησης το βάρος της αποδείξεως ουδέποτε μετατίθεται στην υπεράσπιση. Αυτό δεν σημαίνει ότι εάν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει ότι ένα αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον κατηγορούμενο έχει θέσει σε κίνδυνο το κοινό, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε με επιτυχία να υποβάλει στο τέλος της υπόθεσης της κατηγορίας ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να κληθεί να απαντήσει, για το λόγο ότι η κατηγορούσα αρχή δεν ανέτρεψε την υπεράσπιση της μηχανικής βλάβης. Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει μια τέτοια ειδική υπεράσπιση, εκτός εάν και μέχρις ότου προβληθεί από τον κατηγορούμενο. Όταν όμως έχει προβληθεί πρέπει να εξεταστεί με το υπόλοιπο της μαρτυρίας στην υπόθεση. Εάν η εξήγηση του κατηγορουμένου αφήνει πραγματική αμφιβολία στη σκέψη του Δικαστηρίου, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί. Εάν το Δικαστήριο όμως απορρίψει την εξήγηση του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, σελ. 1/413, §5.50, αναφέρεται ότι στις ποινικές υποθέσεις το δόγμα του res ipsa loquitur δεν έχει εφαρμογή. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αντικρούσει κάθε πιθανή εξήγηση του κατηγορούμενου για να πετύχει καταδίκη εάν τα γεγονότα στη σκηνή του δυστυχήματος είναι τέτοια που, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο δεν έχει επιλογή παρά να καταδικάσει. Είναι σύνηθες, όπως αναφέρεται στο σχετικό σύγγραμμα, ότι η μόνη μαρτυρία που δυνατόν να προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι μαρτυρία ότι το όχημα του κατηγορούμενου εξήλθε του δρόμου και κτύπησε σε παρακείμενο τοίχο ή βρέθηκε αναποδογυρισμένο. Εάν στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει (βλ. Rabjohns v Burgar [1971] R.T.R. 234,Watts v Carter [1971] R.T.R. 232 και Wright v. Wenlock [1971] R.T.R. 228). Όπου όμως ο κατηγορούμενος, δίδει εξήγηση, η οποία δεν είναι ευφάνταστη (fanciful) η κατηγορούσα αρχή οφείλει να την αντικρούσει και αν δεν το πράξει τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να έχει το όφελος της αμφιβολίας (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, σελ. 1/414, §5.51[4] με αναφορά στη Spurge). Περαιτέρω στο σύγγραμμα Wilkinson΄s Road Traffic Offences (ανωτέρω) στη σελίδα 229, τονίζεται ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής πρέπει να είναι τόσο ισχυρή που στην απουσία μαρτυρίας για μηχανική βλάβη, ασθένεια ή άλλης δοθείσας εξήγησης, να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος αμελούς οδήγησης. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχω πεισθεί ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τόσο ισχυρή ώστε να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ένοχος αμελούς οδήγησης. Έχω την άποψη ότι η εξήγηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση, ιδωμένη στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, αφήνει πραγματική αμφιβολία στη σκέψη του Δικαστηρίου ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες το όχημα του Κατηγορουμένου ανατράπηκε. Με άλλα λόγια, η πιθανότητα ο Κατηγορούμενος να στερήθηκε του ελέγχου του οχήματος του ένεκα μηχανικής του βλάβης και χωρίς δική του υπαιτιότητα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πέραν τούτου, ο Κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ένδειξη για τυχόν βλάβη του οχήματος η οποία να έπρεπε να τον είχε θέσει σε εγρήγορση. Οι τεχνικοί της αρμόδιας υπηρεσίας προέβησαν σε συστάσεις στον Κατηγορούμενο να προσθέτει λάδι σε μηχανικά μέρη του οχήματος και ουδέποτε τον απέτρεψαν από το να χρησιμοποιεί το όχημα. Δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο Κατηγορούμενος ακολούθησε τις οδηγίες της ΗΜΥ. Εκτός τούτου, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι το όχημα είχε υποστεί τέτοιες ζημιές που δεν μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία και έτσι δεν μπορούσε να ελεγχθεί το σύστημα ταχυτήτων το οποίο είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Τέλος, ο ΜΚ3 συμφώνησε ότι στην παρούσα περίπτωση κάτι συνέβη που οδήγησε στην απώλεια ελέγχου του αυτοκινήτου, και δεν απέκλεισε την πιθανότητα να υπήρχε μια ξαφνική μηχανική βλάβη. Εν όψει των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, επισημαίνω ότι το όχημα αποσυναρμολογήθηκε λίγες μέρες μετά το ατύχημα και ενώ ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο νοσοκομείο παλεύοντας για την ζωή του. Έχω την άποψη ότι η σπουδή στην αποσυναρμολόγηση του οχήματος και μάλιστα η τοποθέτηση εξαρτημάτων σε άλλα οχήματα, προτού να δοθεί η ευκαιρία στον Κατηγορούμενο να προβάλει την δική του εκδοχή και να εξετάσει το επίδικο όχημα, όντως στέρησε από αυτόν ένα σημαντικό δεδομένο το οποίο έπρεπε να είχε τεθεί στην διάθεση του για την ετοιμασία της υπεράσπισης του. Όλοι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, περιλαμβανομένων και των τεχνικών, συμφώνησαν ότι το όχημα δεν έπρεπε να είχε αποσυναρμολογηθεί προτού δοθεί η ευκαιρία στον Κατηγορούμενο να το εξετάσει μέσω δικού του εμπειρογνώμονα. Θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου ότι το επίδικο όχημα, ήταν στην προκειμένη περίπτωση, το μοναδικό μαρτυρικό υλικό το οποίο θα μπορούσε να ρίξει φως στα αίτια πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Εντούτοις, αυτό δεν διαφυλάχθηκε με τον δέοντα τρόπο, ώστε να τεθεί στην διάθεση της υπεράσπισης. Στην υπόθεση Kορέλλης Aχιλλέας ν. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ 1718 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Κατηγορούσας Αρχής να παραδώσει στην υπεράσπιση όλο το υλικό το οποίο καλύπτεται από το πιο πάνω άρθρο 7 ή οποιοδήποτε άλλο υλικό για να καταστεί η δίκη δίκαιη. Εναπόκειται στον κατηγορούμενο στο τέλος της δίκης να ισχυριστεί ότι μη αποκαλυφθέν υλικό ήταν απαραίτητο για την ετοιμασία της υπεράσπισης του (Βλ. Jespers, πιο πάνω) και ότι η μη αποκάλυψη του τον έχει πράγματι επηρεάσει δυσμενώς (prejudice) (Βλ. Law of the European Convention on Human Rights (πιο πάνω) σελ. 255). Σε τέτοια περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μένει χωρίς θεραπεία. Το δικαστήριο έχει εξουσία να προχωρήσει στην απαλλαγή του.» Είχε προηγηθεί η παραπομπή στην υπόθεση R. v. Ward [1993] 2 All E.R. 577 όπου τονίσθηκε (βλ. σελ. 598) ότι "η υποχρέωση για αποκάλυψη εγείρεται σε σχέση με μαρτυρία η οποία είναι ή δυνατόν να είναι ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα θέματα τα οποία αναμένεται να εγερθούν, ή τα οποία εγείρονται αναπάντεχα, στη διάρκεια της δίκης. Αν η μαρτυρία είναι ή δυνατόν να είναι ουσιώδης με αυτή την έννοια, τότε η μη αποκάλυψη της δυνατόν να αποτελέσει ουσιώδη παρατυπία." Μετά από εκτεταμένη αναφορά στο μη αποκαλυφθέν υλικό κρίθηκε ότι επρόκειτο για σχετικό υλικό το οποίο έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί. Η μη αποκάλυψη του ισοδυναμούσε με ουσιώδη παρατυπία η οποία από μόνη της οδήγησε στην ακύρωση της καταδίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αποστέρηση από τον Κατηγορούμενο της δυνατότητας να εξετάσει το επίδικο όχημα και ιδιαίτερα των εξαρτημάτων εκείνων τα οποία κρίνονται ουσιώδης σημασίας σε σχέση με τον θόρυβο που άκουσε, θεωρώ ότι απέληξε σε αποστέρηση ουσιαστικού δικαιώματος από την υπεράσπιση. Πρόκειται για ουσιώδη παρατυπία η οποία από μόνη της θα πρέπει να οδηγήσει σε απαλλαγή του Κατηγορουμένου. Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι το κιβώτιο ταχυτήτων τοποθετήθηκε σε άλλο όχημα το οποίο κατ' ισχυρισμό λειτούργησε χωρίς πρόβλημα. Κανένας από τους μάρτυρες δεν ανέφερε και παρέμεινε άγνωστο, κατά πόσον το εν λόγω κιβώτιο υπέστη κάποια επεξεργασία πριν τοποθετηθεί σε άλλο αυτοκίνητο. Σε κάθε περίπτωση, ο Κατηγορούμενος είχε δικαίωμα και έπρεπε να του δοθεί η ευκαιρία να το εξετάσει σε συνδυασμό με το σύνολο των εξαρτημάτων του οχήματος. Η μη παροχή αυτής της ευκαιρίας θεωρώ ότι έχει επηρεάσει δυσμενώς την υπεράσπιση και απολήγει σε παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων. 2η Κατηγορία Το Άρθρο 6 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί τα ακόλουθα:
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) άτομο να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα, (β) σε οδό, (γ) με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ή μικρότερη του κατωτάτου ορίου ταχύτητας, (δ) ως αυτό ορίσθη από την αρμόδια αρχή. Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το καθορισμένο όριο ταχύτητας στον επίδικο τόπο και χρόνο. Περαιτέρω, η αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ5 σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία κινείτο ο Κατηγορούμενος μισό λεπτό πριν συμβεί το επίδικο δυστύχημα, δεν αφήνει περιθώρια για αθώωση του Κατηγορουμένου από την εν λόγω κατηγορία η οποία θεωρώ ότι έχει αποδεχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι μέσα από την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, δεν επιχειρήθηκε η διασύνδεση της ταχύτητας με την πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος. Όλως παραδόξως η θέση αυτή υποβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του Κατηγορουμένου. Σε κάθε περίπτωση, παραβίαση του ορίου ταχύτητας δεν συνεπάγεται από μόνη της αμελή οδήγηση. 3η Κατηγορία Τα άρθρα 65
(1)
(5)
(9)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 προνοούν τα ακόλουθα: «65.-
(1)Όλα τα μηχανοκίνητα οχήματα καθώς και τα ρυμουλκούμενα και ημιρυμουλκούμενά τους, που είναι εγγεγραμμένα στο Βιβλίο Εγγραφής Μηχανοκινήτων Οχημάτων υπόκεινται σε περιοδικό τεχνικό έλεγχο, εξαιρουμένων των οχημάτων που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις, στις δυνάμεις δημόσιας τάξης και στην πυροσβεστική υπηρεσία.
(5)Ο επιθεωρητής εφόσον ήθελε ικανοποιηθεί ότι το μηχανοκίνητο όχημα ευρίσκεται σε καλή και ασφαλή κατάσταση ή ότι έγιναν σύμφωνα με τις εντολές του οι αναγκαίες επισκευές ή προσαρμογές, εκδίδει στον ιδιοκτήτη του οχήματος ή στον έχοντα την ευθύνη ή τον έλεγχο του οχήματος, πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος κατά τον Τύπο ΧΧ που εμφαίνεται στο Πρώτο Παράρτημα των παρόντων Κανονισμών ή καθ' οποιοδήποτε άλλο τύπο, που ο 'Εφορος ήθελε εκάστοτε καθορίσει στον οποίο αναγράφεται και η ημερομηνία διεξαγωγής της επιθεώρησης.
(9)Με την πάροδο της τελευταίας ημέρας της περιόδου που καθορίζεται από την εκάστοτε γνωστοποίηση του Εφόρου για περιοδικό τεχνικό έλεγχο σύμφωνα με την παράγραφο
(1), απαγορεύεται η οδική χρήση οποιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος επηρεαζόμενου από την εκάστοτε γνωστοποίηση, η δε άδεια του οχήματος λογίζεται ανασταλείσα μέχρις ότου ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο έχων την ευθύνη ή τον έλεγχο αυτού εφοδιαστεί με πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος, ως προνοείται στην παράγραφο
(5).» Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το αδίκημα συντελείται απλά με την οδική χρήση του μηχανοκίνητου οχήματος η οποία σύμφωνα με ρητή διάταξη του εδαφίου 9 Κανονισμού 65 απαγορεύεται. Ο Κανονισμός 72 της Κ.Δ.Π. 66/84 προνοεί τα εξής: 72.Πας όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων των παρόντων Κανονισμών ή οιονδήποτε όρον αδείας χορηγηθείσης αυτώ δυνάμει οιουδήποτε των παρόντων Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή εις χρηματικήν ποινήν μέχρι χιλίων λιρών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας. Με την πράξη του, ο Κατηγορούμενος να οδηγήσει το επίδικο όχημα, παρέβη ρητή διάταξη των Κανονισμών η οποία απαγορεύει την οδική χρήση οχήματος μετά την πάροδο της τελευταίας ημέρας της περιόδου που καθορίζεται για περιοδικό τεχνικό έλεγχο. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η τελευταία περίοδος τεχνικού ελέγχου παρήλθε στις 27.5.2012. Στις περιπτώσεις όπου ο Νομοθέτης έχει δημιουργήσει αδίκημα αυστηρής ευθύνης, η συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη αποτελεί το αδίκημα χωρίς να καθίσταται αναγκαία η νοητική κατάσταση του αδικοπραγούντα κατά την τέλεση της ενέργειας ή παράλειψης. Το κατά πόσο δημιουργείται τέτοιας φύσεως αδίκημα, όμως, πρέπει να προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό της σχετικής νομοθετικής διάταξης, χωρίς να παραμένει οποιοδήποτε περιθώριο αμφιβολίας σε σχέση με το ποία ενέργεια ή παράλειψη συνιστά το αδίκημα (βλ. Yiannakis Shistris v. Cyprus Tourism Organization,
(1982)2 C.L.R. Criminal Appeal 4307, ημερ. 21.12.1982, Sewage Board v. Anastasia Demosthenous
(1982)2 C.L.R. 252, Ακκελίδου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7897 ημερ. 28.4.2005). Στην περίπτωση του Κανονισμού 65
(9), προκύπτει σαφώς ότι το αδίκημα συνίσταται στη οδική χρήση του οχήματος, ήτοι η χρήση σε οδό κάτι το οποίο αναμφίβολα έπραξε ο Κατηγορούμενος. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η 3η Κατηγορία. Προτού ολοκληρώσω, αναφέρω ότι έχω εξετάσει τον ισχυρισμό της υπεράσπισης για παραβίαση του δικαιώματος του Κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη συνεπεία της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Με κάθε σεβασμό, δεν έχω πεισθεί ότι ο Κατηγορούμενος έχει αποστερηθεί του δικαιώματος για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Το ζήτημα της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος, είναι βεβαίως γεγονός το οποίο θα ληφθεί σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση τυχόν ποινής που θα επιβληθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η Κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 2η και 3η Κατηγορία (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.