← Κύπρος

NEON PHANOS LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 10607/2013, 30/1/2018

NEON PHANOS LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 10607/2013, 30/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 10607/2013 NEON PHANOS LTD Παραπονούμενη - εναντίον -

  1. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ
  2. ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 30/01/2018 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: Κάκκουρας, Παναγίδης & Χρυσάνθου Δ. Ε. Π. Ε. (Για να ακούσει την απόφαση: .................). Για την Κατηγορουμένη 1: Καμία εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 2: Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ. Ε. Π. Ε. (Για να ακούσει την απόφαση: .............). Κατηγορούμενος 2 Παρών ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΠΟΙΝΗ
  3. Ο Κατηγορούμενος 2, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε 166 κατηγορίες που του προσήχθησαν στα πλαίσια 53 ιδιωτικών ποινικών διώξεων που εκκρεμούν εναντίον του, που στηρίζονται στο Άρθρο 20 του Κεφ. 154 και αφορούν την συνέργεια στην διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα από την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία βάσει του Άρθρου 305Α

(1)του Κεφ.
  1. Οι υποθέσεις, συνολικά, αφορούν 169 επιταγές, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται στα €6.549.532,
  2. Η απόφαση του Δικαστηρίου για την ποινή του Κατηγορουμένου 2, για κάθε μία και σε όλες τις προαναφερόμενες υποθέσεις, επιφυλάχθηκε για να ανακοινωθεί στην ίδια ημερομηνία, καθότι, εκρίθη ευχερέστερο για το Δικαστήριο στην διεργασία του για διασφάλιση ότι η συνολική διάρκεια της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2, αντανακλά σωστά και είναι ανάλογη της συνολικής, ποινικά κολάσιμης, συμπεριφοράς του.
  3. Σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, ο Κατηγορούμενος 2, κρίθηκε ένοχος από το Δικαστήριο, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε μία και μοναδική κατηγορία που αντιμετώπισε σε αυτή την ιδιωτική ποινική δίωξη. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 2, καταδικάστηκε στην κατηγορία 1 που στηρίζονται στο Άρθρο 20 του Κεφ. 154, που αφορά την συνέργεια στην διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα από την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία βάσει του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.
  1. Αφορά 1 επιταγή που εκδόθηκε από την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία, επί συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος, για το ποσό των €5.014,
  2. Εναντίον της Κατηγορουμένης 1, που ήταν η εκδότρια της προαναφερόμενης επιταγής, δεν υπάρχει καταδικαστική απόφαση. Αυτό όμως, είναι αδιάφορο για την υπόθεση που ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει και την δική του καταδίκη. Σύμφωνα με την νομολογία, η ποινική ευθύνη του συνεργού δεν επηρεάζεται, ακόμη και στην περίπτωση όπου η υπόθεσης εναντίον του εκδότη της επιταγής, αποσύρεται από πλευράς κατήγορου και αυτός αθωώνεται και απαλλάσσετε (βλ. Ευγένιος Ajini κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319).
  1. Το αδίκημα έχει διαπραχθεί, περίπου, πριν 5 και πλέον χρόνια. Η δίωξης του Κατηγορουμένου 2, κινήθηκε, δια της καταχώρησης του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, -με δεδομένα τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή-, χωρίς αξιοσημείωτη καθυστέρηση. Η υπόθεσης, ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση στο κατηγορητήριο από τον Κατηγορούμενο 2, την 29/05/2013, ο οποίος, αρχικά, μέχρι και την 24/11/2017 που παραδέχθηκε την διάπραξη του αδικήματος και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο σχετική απάντησης του, είχε αρνηθεί την διάπραξη των αδικημάτων. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, για σκοπούς επιβολής ποινής, εκτέθηκαν στο Δικαστήριο, την 24/11/
  2. Ως γεγονότα που στοιχειοθετούν την καταδίκη του Κατηγορουμένου 2, υιοθετήθηκαν από την συνήγορο της Παραπονούμενης, τα γεγονότα που εκτίθενται στις λεπτομέρειες του προαναφερόμενου αδικήματος, στα οποία συμπλήρωσε και προφορικά, επισημαίνοντας το γεγονός ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε πληρωμή από τους Κατηγορουμένους 1 και 2 προς εξόφληση ή έναντι του ποσού της προαναφερόμενης επιταγής. Ο Κατηγορούμενος 2, σημειώνεται, δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα αυτά. Συνεπώς, με αυτό το υπόβαθρο γεγονότων, προχωρώ να εξετάσω την ποινή που δύναται να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο
  3. Ο συνήγορος υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 2, κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής του εντολέα του, ανέφερε στο Δικαστήριο τα εξής σε ότι αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων: «Ο Κατηγορούμενος είναι διευθυντής και μέτοχος της Κατηγορούμενης Εταιρείας. Το 1987 ο Κατηγορούμενος ιδρύει την Κατηγορούμενη εταιρεία ως οικογενειακή επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείτο στον τομέα των υπεραγορών και ανοίγει την πρώτη υπεραγορά στη Λάρνακα. Στην εταιρεία εκτός από τον Κατηγορούμενο εργαζόταν και η σύζυγος του. Η επιχείρηση της Κατηγορούμενης Εταιρείας αναπτύχθηκε σε δίκτυο υπεραγορών παγκύπριας εμβέλειας. Ο Κατηγορούμενος λειτουργούσε για σειρά ετών την Κατηγορούμενη Εταιρεία µε εξαιρετικές επιδόσεις και είχε εδραιωθεί στην κυπριακή αγορά καθιστώντας την ως την ωούμερο 1 υπεραγορά στη Κύπρο µε 25% μερίδιο. Ήταν κοινώς παραδεκτό ότι ήταν ο πιο φτηνός της αγοράς ακόμα και σε περιόδους που δεν υπήρχε έντονος ανταγωνισμός. Από τον Δεκέμβριο του 1999 η Κατηγορούμενη Εταιρεία εντάχθηκε στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, μετατρεπόμενη σε Δημόσια Εταιρεία. Σημειώνουνε ότι, το 2010, λίγο πριν αρχίσουν τα προβλήματα της Κατηγορούμενης εταιρείας απονεμήθηκε σε αυτήν από τον τότε Υπουργό Οικονομικών κύριο Χαρίλαο Σταυράκη, το βραβείο "Επιχείρηση της Χρονιάς" των In Business Awards, κατόπιν ψηφοφορίας του κοινού, το οποίο και παρέλαβε σε σχετική τελετή ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος φρόντιζε να είναι τυπικός στις υποχρεώσεις του και άμεσα και µε επαγγελματισμό βεβαιωνόταν για την καλή πορεία του δικτύου των υπεραγορών και λάμβανε όλα τα αναγκαία μέτρα έτσι ώστε η Κατηγορούμενη Εταιρεία να συμμορφώνεται σε κάθε υποχρέωση της, μεταξύ αυτών και στις υποχρεώσεις της προς το Κράτος, τους συνεργάτες και προμηθευτές της. Ο Κατηγορούμενος προσέφερε εργασία σε πολλούς συνανθρώπους µας στην Κατηγορουμένη εταιρεία. Σημειώνουνε ότι από το 2010 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2013 που η Εταιρεία τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης εργοδοτούσε περί τους 1300 υπαλλήλους. Ο Κατηγορούμενος επέκτεινε την επιχείρηση της Εταιρείας λειτουργώντας συνολικά 28 υπεραγορές τροφίμων σε όλη την Κύπρο. Περί το έτος 2010 υπήρξε στην αγορά η κάθοδος της εταιρείας υπεραγορών LIDL η οποία λειτούργησε καταστήματα σε όλες τις πόλεις και στην περιφέρεια σε πολύ κοντινές αποστάσεις των υπεραγορών της Κατηγορούμενης Εταιρείας και άρχισε να την ανταγωνίζεται έντονα. Παράλληλα λόγω της καθόδου των καταστημάτων LIDL ο ανταγωνισμός όλων των υπεραγορών της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένων ΆΛΦΑ ΜΕΓΑ, ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, SMART, CAREFURR, ΜΕΤΡΟ και ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΡΡΗΣ ΛΤΔ, αυξήθηκε κατακόρυφα. Ο έντονος ανταγωνισμός επέδρασε αρνητικά στην Εταιρεία µμειώνοντας αισθητά τον τζίρο και τα κέρδη της σε σημείο που πλέον παρουσίαζε ζημιές. Αντιλαμβανόμενος το πρόβλημα ο Κατηγορούμενος έλαβε μέτρα για αντιμετώπιση του και μέχρι ενός σημείου τα κατάφερε. Μείωσε τις ζημιές της Κατηγορούμενης Εταιρείας αλλά και τις οφειλές προς τους πιστωτές της. Από περίπου τα μέσα του 2011 η Κατηγορούμενη εταιρεία άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ο Κατηγορούμενος κατέβαλλε έντονες προσπάθειες έτσι ώστε η Εταιρεία να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της, μέχρι και την περίοδο που τέθηκε υπό διαχείριση. Κατά την περίοδο αυτή, µε την οικονομία της Κύπρου να παραπαίει και την σημαντικότατη μείωση της αγοραστικής δύναμης του κοινού, προστίθεται και η φονική έκρηξη στο Μαρί περί τον Ιούλιο του 2011 η οποία και επηρέασε αρνητικότητα τόσο το λιανικό εμπόριο όσο και την ψυχολογία των καταναλωτών οι οποίοι, πέραν των απόλυτα απαραίτητων - χρειωδών, σταμάτησαν να ψωνίζουν. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες επηρέασαν αρνητικά την Κατηγορούμενη εταιρεία μειώνοντας αλυσιδωτά και δραματικά τις εργασίες των υπεραγορών της. Ουσιαστικά, τα σοβαρά προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπιζε γενικώς η Κύπρος, άρχισαν να πλήττουν την Κατηγορούμενη Εταιρεία σε έντονο βαθμό. Οι πλείστοι συνεργάτες της έπαυσαν να καταβάλλουν σε αυτή τα οφειλόμενα υπ' αυτούς ποσά, η πελατεία της δυστυχώς μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό στις υπεραγορές της και πολλοί λογαριασμοί πελατών που διατηρούσε παρέμειναν απλήρωτοι µε αποτέλεσμα να παραμένουν περί τα μέσα του έτους 2012 πολλές ανεξόφλητες οφειλές προς την Κατηγορούμενη Εταιρεία. Για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα της Κατηγορούμενης Εταιρείας ο Κατηγορούμενος έλαβε άμεσα μέτρα από τις αρχές του 2012 όπως: μείωσε τα λειτουργικά έξοδα, ρεύματα, νερά, τηλέφωνα διαφημίσεις κατά 25%, εφάρμοσαν συστήματα ελέγχου αναλώσιμων υλικών, μείωσε τους μισθούς των υπαλλήλων του και δεν πλήρωνε υπερωρίες. Η Κατηγορούμενη Εταιρεία και ο Κατηγορούμενος για πρώτη φορά βρισκόταν αντιμέτωπος µε τόσα σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ένεκα τούτου ο Κατηγορούμενος εντατικοποίησε τις προσπάθειες του για οικονομική περισυλλογή και για σταδιακή είσπραξη των χρεώσεων και των πληρωμών των πιστωτών. Με τις κινήσεις που έκανε ο Κατηγορούμενος και µε τα μέτρα που έλαβε για μείωση των εξόδων και ζημιών της Κατηγορούμενης Εταιρείας, τα οποία ανέφερα πιο πάνω, μείωσε τις οφειλές της προς τους πιστωτές της σε σημαντικό βαθμό. Όμως το µεγαλ6ιερο και τελειωτικό πλήγμα στην επιχείρηση της Κατηγορουμένης Εταιρείας επέφερε η Λαϊκή Τράπεζα η οποία ήδη από τις αρχές του 2012 αντιμετώπιζε τεράστια οικονομικά προβλήματα και ήταν αφερέγγυα. Ήταν η μόνη Τράπεζα που χρησιμοποιούσε η Κατηγορούμενη Εταιρεία για την έκδοση επιταγών. Τον Οκτώβριο του 2012 η Κατηγορούμενη Εταιρεία µέσω εκπροσώπων του τμήματος Λογιστηρίου της μαζί µε λειτουργούς της Λαϊκής Τράπεζας από το εταιρικό τμήμα, αποφάσισαν για το ύψος του ποσού που χρειαζόταν η Κατηγορούμενη Εταιρεία για αγορές από προμηθευτές και εισαγωγές ένεκα των εορτών των Χριστουγέννων, που είναι η μεγαλύτερη εμπορικά γιορτή της χρονιάς και άρχιζε από την 1η εβδομάδα Νοεμβρίου και διαρκούσε 2 μήνες, μέχρι τις 6 Ιανουαρίου. Σημειώνουμε ότι για την περίοδο αυτή οι 28 υπεραγορές της Κατηγορούμενης Εταιρείας είχαν συνολικό τζίρο πέραν των €40.000.
  4. Το ποσό που ενέκρινε η Λαϊκή Τράπεζα για δανεισμό / τραπεζικές διευκολύνσεις προς τη Κατηγορούμενη Εταιρεία ανήρχετο στα €6.000.
  5. Αυτό κατά την ταπεινή µας εισήγηση καταδεικνύει ότι ακόμα και η Τράπεζα της Κατηγορούμενης Εταιρείας βλέποντας τις κινήσεις και ενέργειες του Κατηγορούμενου πίστευε ότι η Κατηγορούμενη Εταιρεία θα ανέκαμπτε. Τελικά, ενώ δόθηκε από την Λαϊκή Τράπεζα η έγκριση των πιστωτικών διευκολύνσεων για το ποσό των €6.000.000 και η Κατηγορούμενη Εταιρεία προχώρησε στην έκδοση επιταγών προς τους προμηθευτές και συνεργάτες, η Λαϊκή Τράπεζα αθετώντας τις υποχρεώσεις της προς την Εταιρεία δεν παραχώρησε το εν λόγω ποσό και έτσι η Κατηγορούμενη Εταιρεία και ο Κατηγορούμενος έμειναν εκτεθειμένοι. Μετά την αθέτηση της συμφωνίας εκ μέρους της Λαϊκής Τράπεζας και την µη παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων, η Κατηγορούμενη Εταιρεία σταμάτησε άμεσα να εκδίδει νέες επιταγές προς τους προμηθευτές της και πλέον οι προμηθευτές της, µη παίρνοντας επιταγές, σταμάτησαν, αφού πρώτα είχαν συνεννοηθεί - οργανωθεί μεταξύ τους, να παραδίδουν εμπορεύματα στην Κατηγορούμενη Εταιρεία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα σε συνδυασμό µε όλα τα άλλα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Κατηγορούμενη Εταιρεία, να απολέσει σημαντική μερίδα της πελατείας της, οδηγώντας ουσιαστικά στο κλείσιμο των υπεραγορών. Σημειώνουμε ότι εκείνη την περίοδο η Κατηγορούμενη Εταιρεία είχε ήδη εκδώσει και παραδώσει σε προμηθευτές και συνεργάτες μεταχρονολογημένες επιταγές που υπερέβαιναν το ποσό των €30.000.
  6. Τον Ιανουάριο του 2013, δηλαδή 2, 3 μήνες μετά την µη παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων, η ίδια Τράπεζα, δηλαδή η Λαϊκή Τράπεζα, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης έθεσε την Κατηγορούμενη Εταιρεία υπό διαχείριση και διορίστηκαν ως διαχειριστές ολόκληρης της περιουσίας της ο κος Αντρέας Ανδρονίκου και ο κος Μιχάλης Αβραάμ ("Διαχειριστές"). Από τον Απρίλιο του 2016 η Κατηγορούμενη Εταιρεία τελεί πλέον υπό καθεστώς εκκαθάρισης. Με τον διορισμό των κυρίων Αντρέα Ανδρονίκου και Μιχάλη Αβραάμ, ως Διαχειριστών ολόκληρης της περιουσίας της Κατηγορούμενης Εταιρείας, ο Κατηγορούμενος ουδέν έλεγχο ασκούσε επί των οικονομικών ζητημάτων της, ούτε και είχε μετέπειτα οποιαδήποτε εξουσία ή έλεγχο σε σχέση µε τα εισοδήματα και πληρωμές της Κατηγορούμενης Εταιρείας για να μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα ή να καταβάλει τα οποιαδήποτε ποσά. Με τον διορισμό του Διαχειριστή, όλα όσα σχετίζονταν µε την οικονομική αλλά και την λειτουργική κατάσταση της Κατηγορούμενης Εταιρείας, όπως λογαριασμοί, συνέχιση ή παύση των εργασιών της, κινητή ή και ακίνητη περιουσία, περιήλθαν στα χέρια και έλεγχο των Διαχειριστών. Από την πρώτη κιόλας ημέρα που η Κατηγορούμενη Εταιρεία τέθηκε υπό διαχείριση, ο Κατηγορούμενος δεν είχε πρόσβαση ούτε καν στα ταμεία της, με αποτέλεσμα να στερηθεί τους μοναδικούς οικονομικούς πόρους που είχε και να µην είναι σε θέση πλέον να διατηρήσει την οποιαδήποτε συμφωνία / συνεννόηση / διευθέτηση είχε η Κατηγορούμενη Εταιρεία µε τους Παραπονούμενους. Παράλληλα όταν η Κατηγορούμενη Εταιρεία τέθηκε υπό διαχείριση τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του έχασαν την δουλεία τους και έμειναν άνεργοι. Όλες οι επίδικες επιταγές της Κατηγορούμενης Εταιρείας είναι μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες δίδοντο στους προμηθευτές και πιστωτές της εταιρείας καθ' ότι αυτή ήταν η συνήθης τακτική πληρωμών, η οποία ήταν αποδεκτή και από τους πιστωτές της. Σημειώνουμε ότι η Κατηγορούμενη Εταιρεία είχε συμφωνίες µε κάθε προμηθευτή και συνεργάτη της και οι εν λόγω συμφωνίες προέβλεπαν έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών ούτως ώστε οι προμηθευτές να έχουν την ευχέρεια να συνεργάζονται µε τις τράπεζες τους και τις Εταιρείες Factoring για να τους προεξοφλούν ένα μεγάλο ποσοστό των επιταγών. Η περίοδος των επιταγών καθορίζετο από την μεταξύ της Κατηγορούμενης Εταιρείας και προμηθευτή - συνεργάτη συμφωνία και κυμαίνετο από 60 ημέρες μέχρι 180 ημέρες, ανάλογα µε το προϊόν ή υπηρεσία. Σημειώνουμε ότι στην Κατηγορούμενη Εταιρεία λειτουργούσε Λογιστήριο µε 30 και πλέον άτομα, συμπεριλαμβανομένων τριών Εγκεκριμένων Λογιστών (Qualified Accountants), Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου, Τμήμα Αγορών, Πωλήσεων και Μάρκετιγκ καθώς επίσης και Τμήμα Ανθρωπίνου Δυναμικού. Τονίζουμε ότι ο Κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση δεν υπέγραφε οποιαδήποτε επιταγή χωρίς τη σύσταση και επιβεβαίωση από το Λογιστήριο της Κατηγορούμενης Εταιρείας, ότι οι επιταγές που αποστέλλοντο σε αυτόν για να υπογράψει, πληρούσαν όλα τα κριτήρια µε βασικότερο το κριτήριο της ρευστότητας της Εταιρείας. Όλες οι επίδικες επιταγές είχαν αυτή τη σύσταση και επιβεβαίωση από το Λογιστήριο της Κατηγορούμενης Εταιρείας. Ο Κατηγορούμενος, παρά το ότι δεν έμεινε άπραγος και κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες, όπως αναφέρουμε ανωτέρω για να τιμηθούν οι επίδικες επιταγές, δεν τα κατάφερε. Σχετικά µε το θέμα της διαχείρισης και εκκαθάρισης της Κατηγορούμενης Εταιρείας από τον Ιανουάριο του 2013 όπου ο Κατηγορούμενος δεν ασκούσε οιονδήποτε οικονομικό έλεγχο στην Εταιρεία, καθιστώντας τον ουσιαστικά ανήµπορο να συμμορφωθεί µε τις υποχρεώσεις του ως Διευθυντή της Κατηγορούμενης Εταιρείας, σημειώνουνε τα εξής: Στην υπόθεση Αναφορικά µε την Hellindo Shipping Company Limited - Λαζάρου υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή ν. Κουµέττου κ.α
(2003)1 Α.Α.Δ. 238 λέχθηκε ότι: "Εφόσον η περιουσία της διαλυθείσας εταιρείας περιέρχεται στον Εκκαθαριστή αυτός είναι και ο µόνος ο οποίος μπορεί να προβεί σε διάθεσή της. Μετά τη διάλυση, οι διευθυντές και οι αντιπρόσωποι της εταιρείας καταπίπτουν του αξιώματος τους αποστερούμενοι κάθε εξουσίας για ανάμιξη στις υποθέσεις της εταιρείας." Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι οι όποιες ενδεχόμενες εξουσίες - καθήκοντα είχε ο διευθυντής Κατηγορούμενος σε σχέση µε την Κατηγορούμενη Εταιρεία εξέπνευσαν από την ημερομηνία διορισμού των Διαχειριστών, ήτοι από τον Ιανουάριο του 2013 και επομένως ο Κατηγορούμενος από την εν λόγω ημερομηνία κατέστη "functus officio". Εφόσον η περιουσία της Κατηγορούμενης Εταιρείας από τον Ιανουάριο του 2013 περιήλθε στους Διαχειριστές και αργότερα στους εκκαθαριστές της, αυτοί είναι οι µόνοι που μπορούν να προβούν σε διάθεσή της, και συνακόλουθα σε πληρωμή οποιωνδήποτε χρεών της. Μετά την πιο πάνω ημερομηνία, ο διευθυντής Κατηγορούμενος κατέπεσε του αξιώματος του αποστερούμενος κάθε εξουσίας για ανάμιξη στις υποθέσεις της Κατηγορούμενης Εταιρείας. Σημειώνουνε ότι οι απώλειες του Κατηγορούμενου από το κλείσιμο της Κατηγορούμενης Εταιρείας ανέρχονται σε περίπου €150.000.
  1. Σημειώνουνε περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος και καταδικάστηκε στην υπ' αριθμό 3648/13 Ποινική Υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για τα αδικήματα της παροχής συνδρομής στην έκδοση ακάλυπτων επιταγών της Κατηγορούμενης Εταιρείας και στις 26/09/2017 του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 μηνών. Από τις 26/09/2017 ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης στην πιο πάνω ποινική υπόθεση, ο Κατηγορούμενος συμμορφούμενος, πλήρωσε στην παραπονούμενη εταιρεία μετά από προσωπικό δανεισμό, τα ποσά των επίδικων επιταγών, ήτοι €400.
  2. Τονίζουμε ότι ο Κατηγορούμενος πλήρωσε τις επιταγές εκείνης της υπόθεσης ενώ δεν είχε αστική ευθύνη να το πράξει καθότι αυτές είχαν εκδοθεί από την κατηγορούμενη εταιρεία που είναι Δημόσια Εταιρεία, γεγονός που συνιστά αναγνωρισμένο από τη νομολογία παράγοντα μετριασμού της ποινής (Νικολάου ν. Στέγες Πέργολες Λόκατζιης Λτδ
(2009)2 Α.Α.Δ. 400 και Κονιζίδου ν. Αρέστη (Αρ.2)
(2009)2 Α.Α.Δ. 579.) Στην Ποινική Έφεση υπ' αριθµό 110/2014, Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ εναντίον Χρίστος Ορφανίδης, ημερομηνιών 23.10.2015 και 25.2.2016 ανατράπηκε η πρωτόδικη αθωωτική απόφαση εναντίον του Εφεσίβλητου και κατόπιν συμμόρφωσης του µε την πληρωμή των επιταγών, του επιβλήθηκε χρηματικό πρόστιμο. Αξίζει να σημειωθεί ότι σωρεία ποινικών υποθέσεων εναντίον του Κατηγορουμένου για συνδρομή προς έκδοση ακάλυπτων επιταγών της Κατηγορουμένης Εταιρείας απορρίφθηκαν από το Σεβαστό Δικαστήριο (Μεταξύ άλλων: .».
  1. Συμπληρώνοντας σε αυτά στην συνέχεια, ώστε να μην τίθεται ζήτημα διάστασης τους προς την απάντηση παραδοχής του Κατηγορουμένου 2 στην προαναφερόμενη κατηγορία, και τα ακόλουθα: (α). Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε την επιταγή προς τον σκοπό έκδοσης της από την Κατηγορούμενη
  2. (β). Κατά την έκδοση της επιταγής και σε όλη την περίοδο που επακολούθησε μέχρι και το γεγονός της μη τίμησης της, ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε την κακή οικονομική κατάσταση της Κατηγορουμένης 1 και ότι ο λογαριασμός της δεν είχε επαρκή υπόλοιπα ή σε κάθε περίπτωση ότι αυτός είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδιδε, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, έπρεπε να υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο που δεν υπήρχε. (γ). Γνώριζε ότι ο αιτούμενος δανεισμός από τη Λαϊκή Τράπεζα, της Κατηγορούμενης 1 και οι υπολογιζόμενες ως αναμενόμενες εισπράξεις από την επιχείρηση των υπεραγορών της, καθ' όλη αυτήν την περίοδο δεν ήταν δεδομένες. Γνώριζε ότι οι επιβεβαιώσεις του λογιστηρίου προς αυτόν εκείνης της περιόδου που αφορούσαν την ρευστότητα της Κατηγορούμενης 1, βασίζονταν επί των όσων προαναφέρθηκαν, μη πραγματικών και ασταθή δεδομένων. Αλλά πάραυτα, δεν ανακάλεσε τις επιταγές, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, και δεν φρόντισε να κατατεθούν κεφάλαια στον λογαριασμό επί των οποίων αυτές είχαν εκδοθεί, ώστε οι επιταγές να πληρωθούν όπως θα έπρεπε να πληρωθούν κατά την ημερομηνία που είχε δοθεί η εντολή να πληρωθούν.
  3. Η συνήγορος της Παραπονούμενης, δεν διαφώνησε με τα όσα γεγονότα εκτέθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένου 2 προς μετριασμό της ποινής του. Πως τα προαναφερόμενα γεγονότα επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου στα της επιβολής της ποινής, εξετάζεται στην συνέχεια της απόφασης μου.
  4. Στην έκθεση που ετοίμασε το Γραφείο Ευημερίας, μετά από σχετική έρευνα του αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, ως είχε διαταχθεί από το Ε. Δ. Λάρνακας στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης υπ' αρ. 3648/13 και η οποία παρουσιάζει να ετοιμάστηκε τον Μάιο του 2017, γίνεται αναφορά στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες. Τα περιεχόμενα στην εν λόγω έκθεση γεγονότα και στοιχεία, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Παραπονούμενης, υιοθετήθηκαν ως ορθά και από πλευράς Κατηγορουμένου 2, ο οποίος την παρουσίασε στο Δικαστήριο στα πλαίσια της ευχέρειας που του παρέχει η διαδικασία να εκθέσει στο Δικαστήριο τις περιστάσεις του προς μετριασμό της ποινής του, και ως εκ τούτου, λαμβάνω αυτήν υπόψη μου, στο σύνολο της, για σκοπούς επιβολής της ποινής του.
  5. Όπως εκεί καταγράφεται, ο Κατηγορούμενος 2, που κατάγεται από το χωριό Λεμύθου της Επαρχίας Λεμεσού, είναι σήμερα ηλικίας 67 ετών, νυμφευμένος και πατέρας τριών ενήλικων παιδιών ηλικίας 21, 29 και 33 ετών αντίστοιχα. Οι σχέσεις της οικογένειας, παρουσιάζονται ως πολύ καλές. Διαμένει μαζί με την σύζυγο του και την 21χρονη θυγατέρα του, σε κατοικία στην Λάρνακα, εγγεγραμμένος κύριος της οποίας είναι τα τρία του παιδιά. Είναι άνεργος από 31/01/2013 που η επιχείρηση της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας ετέθη υπό την διαχείριση παραληπτών - διαχειριστών, οπόταν και παύτηκε των καθηκόντων του ως εκτελεστικός της πρόεδρος. Είναι λήπτης σύνταξης γήρατος, ύψους €1.550 μηνιαίως, χωρίς αποταμιεύσεις και ιδιοκτήτης: (α) ενός οχήματος αξίας €800, (β) του 75% του μετοχικού κεφαλαίου της Κατηγορουμένης 1, η οποία βρίσκεται πλέον υπό καθεστώς εκκαθάρισης, (γ) ενός χωραφιού στην περιοχή Κάτω Πολεμιδιών στην Λεμεσό, 5.184 τ. μ., το οποίο έχει υποθηκεύσει για χρέη της Κατηγορουμένης 1 προς εξασφάλιση συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος και (δ) 1/5 μεριδίου της πατρικής του περιουσίας σε ακίνητα, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται γύρω στις €200.
  6. Ως εισόδημα του Κατηγορουμένου 2, δηλώθηκε: (α) η προαναφερόμενη σύνταξη του των €1.550 μηνιαίως, (β) €2.500 μέρισμα που λαμβάνει η σύζυγος του μηνιαίως από μετοχές που κατέχει σε εταιρεία με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο και (γ) €400 από την ενοικίαση κάποιων καταστημάτων «της οικογένειας». Χρωστά σε συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα, περίπου €2.500.000, από δανεισμό του για την αγορά του προαναφερόμενου μετοχικού κεφαλαίου του στην Κατηγορουμένη
  7. Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας που σχετίζονται με τον προστάτη (οξεία προστατίτιδα και επιδημίτιδα), το συκώτι (όγκο), τα νεφρά (όγκο) και την σπονδυλική του στήλη, τα οποία αντιμετωπίζει με φαρμακευτική αγωγή. Σε ότι αφορά το πρόβλημα που αντιμετωπίζει στη σπονδυλική του στήλη, αναφέρει ότι πρέπει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση.
  8. Η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος 2, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σύμφωνα με την νομολογία, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, κρίνεται πάντοτε με σημείο αναφοράς την προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Γιάννης Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων (βλ. Gary John Robb v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 201, Ηλία v Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 283 και Παπαπαύλου ν Αστυνομίας, Ποινική Εφεση Αρ. 320/2015, 25/05/2016 [[i]]), προβλέπει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €10.000 ή και στις δύο ποινές [[ii]]. Εντούτοις, και σύμφωνα πάντοτε με την νομολογία, η ανώτατη ποινή που μπορεί σύμφωνα με τον νόμο να επιβληθεί από το Δικαστήριο για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, (β) από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του καταδικασθέντος, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι το μητρώο του τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, καθ' έξιν εγκληματία (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. την απόφαση του στην υπόθεση Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτείται εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του συγγράμματος Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579).
  1. Η επιβολή ποινής, είναι ένα πολύ λεπτό έργο που επιτελείται από το Δικαστήριο, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής, ώστε, αυτή, να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη, δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται να δοθεί αποτρεπτικός χαρακτήρας στη ποινή [[iii]]. Σε κάθε όμως περίπτωση, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (βλ. Γουίλιαμ Τζιάμα ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2017, 18/12/2017). Όπως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους, επιβάλλει, την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει, η αυστηρή τιμωρία του, για την προστασία της κοινωνίας [[iv]].
  2. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, με αναφορά στην προγενέστερα εκδοθείσα απόφαση του στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Χρίστου Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016, αδικήματα της φύσης αυτής, ευρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, με αποτέλεσμα να παρίσταται ανάγκη να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα. Παρατέθηκε προς ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής σε τέτοιες υποθέσεις, το ακόλουθο απόσπασμα από την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Χρίστου Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016: «Οι κατηγορίες στις οποίες οι εφεσίβλητοι κρίθηκαν ένοχοι είναι αρκετά σοβαρές εφόσον η έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό. Αυτό της ασφάλειας και εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς. Πρόκειται για αδικήματα για τα οποία ο νόμος (άρθρο 305(Α)
(2)του Π.Κ.) προνοεί κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης 3 ετών ή ποινή προστίμου €10.000 ή αμφότερες τις ποινές, πρόνοια που αντανακλά και τη σοβαρότητα που προσδίδει ο Νομοθέτης στα υπό αναφορά αδικήματα. Όπως δε προκύπτει από τη νομολογία (Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299, Σιμιλλίδης ν. Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Nikiforos Technologies Ltd ν. Χρίστου, Ποιν. Έφ. 18/2012, ημερ. 26.4.2014 και L.C.A. Domiki Ltd ν. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 17.3.2015), το σύνηθες μέτρο ποινικής μεταχείρισης για τα αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα είναι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Όμως το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των περιστατικών της.». (Βλ. επίσης, Χρίστος Αντωνίου Χρίστου ν Μάρκου Αδάμου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 772).
  1. Ανάλυση των αρχών επιβολής ποινής σε υποθέσεις του είδους, έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση L.C.A. Domiki Ltd v R. K. A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/
  2. Εκεί γίνεται μία αναδρομή στην νομολογία με αναφορά στο είδος και ύψος της επιβληθείσας ποινής. Θα αναγνώσω από την απόφαση του Εφετείου σχετικό απόσπασμα, για σκοπούς της εδώ ανάλυσης: «Η κατηγορία που αντιμετώπισαν οι εφεσίβλητοι στο πρωτόδικο Δικαστήριο και στην οποία βρέθηκαν ένοχοι από το Εφετείο, στηρίχθηκε στο άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και επιφέρει ποινή φυλάκισης μέχρι τα τρία έτη ή ποινή προστίμου μέχρι €10.000 ή αμφότερες τις ποινές. Η νομολογία κατά συστηματικό τρόπο έχει στιγματίσει την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρυσμα ή την πρόκληση μη εξόφλησης επιταγών χωρίς εύλογη αιτία, ενέργειες που δημιουργούν σοβαρή αναστάτωση στο εμπόριο εφόσον αφαιρείται το υπόβαθρο της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης που πρέπει να εμποτίζουν τις συναλλαγές αυτές. Η σοβαρότητα συνεπώς του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσίβλητοι είναι δεδομένη, ιδιαίτερα διότι είναι, δυστυχώς, σύνηθες αδίκημα που πλήττει ευθέως τις εμπορικές συναλλαγές. Παρόλον που ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης, εν τούτοις παρατηρείται ότι το σύνηθες μέτρο ποινικής μεταχείρισης είναι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, το Εφετείο παραμέρισε την αθωωτική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και έκρινε ένοχο τον εφεσίβλητο για την έκδοση δύο επιταγών χωρίς αντίκρισμα για ποσά ύψους £32.100 και £34.240, αντίστοιχα. Κατά την επιβολή της ποινής στη Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299, αφού τονίστηκε και πάλι από το Εφετείο η σοβαρότητα των αδικημάτων με έμφαση στις δυσμενείς επιπτώσεις που τα αδικήματα έχουν στις συναλλαγές των ανθρώπων, ο εφεσίβλητος καταδικάστηκε σε τρίμηνη συντρέχουσα ποινή φυλάκισης σε κάθε κατηγορία. Πιο πρόσφατα, στη Μάνος Συμιλλίδης ν. Νίκου Νικολάου, Ποιν. Έφ. αρ. 62/2013, ημερ. 20.6.2013, (θα δημοσιευθεί ως
(2013)2 Α.Α.Δ. 444), το Εφετείο μείωσε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών σε επτά μήνες σε αδίκημα έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος ύψους €100.000 έναντι του οποίου πληρώθηκε μόνο το ποσό των €1.000. Λήφθηκε υπόψη ότι δεν υπήρξε ουσιαστική συμμόρφωση, αλλά ο εφεσείων είχε μακρά εμπορική δραστηριότητα και κοινωνική ζωή χωρίς προηγούμενες καταδίκες ενώ ήταν ευθύς εξ αρχής η επιδίωξη του να παραδεχθεί, όπως και έγινε τελικώς. Δεν λήφθηκε υπόψη, όμως, η περίοδος των 3½ ετών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, η δε καθυστέρηση της καταχώρησης υπόθεσης στο Δικαστήριο είχε εξηγηθεί στο πλαίσιο των εκεί γεγονότων, με το Εφετείο να παρατηρεί ότι η καθυστέρηση αυτή ήταν εύλογη στα συνήθη πλαίσια της διαδικασίας, ενώ η όποια περαιτέρω καθυστέρηση οφειλόταν εξ ολοκλήρου στον ίδιο τον εφεσείοντα. Στην Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Χρίστου, Ποιν. Έφ. αρ. 18/2012, ημερ. 24.6.2014, το Εφετείο αφού ανέτρεψε την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, καταδίκασε τον εφεσίβλητο σε 10μηνη συντρέχουσα φυλάκιση σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπισε για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Οι κατηγορίες αφορούσαν σε δύο επιταγές των €40.000 εκάστη και μια τρίτη για €20.
  2. Κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε μετά την καταδίκη και ούτε έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό ως στοιχείο ουσιαστικής μεταμέλειας. Στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ότι ο εφεσίβλητος είναι λευκού ποινικού μητρώου, είναι άνεργος και βρίσκεται προ ουσιαστικής οικονομικής αδυναμίας να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι της επιταγής των €12.
  3. Όπως με ειλικρίνεια δήλωσε ο συνήγορος του, ο εφεσίβλητος είναι σε αναζήτηση εργασίας και αν καταφέρει να εξεύρει εργασία θα μπορεί να πληρώνει έναντι κάποιο μικρό ποσό μηνιαίως και αυτό όχι σε σύντομο χρόνο. Η εφεσίβλητη εταιρεία, από την άλλη, έχει τεράστια χρέη και ουσιαστικά βρίσκεται προ των θυρών της χρεωκοπίας εφόσον ως γίνεται αντιληπτό μετά δυσκολίας πληρώνει ορισμένα από τα χρέη της. Λαμβάνεται σοβαρά υπόψη επίσης το γεγονός ότι το αδίκημα διεπράχθη προ επτά σχεδόν ετών στη βάση των γεγονότων που έχουν διεξοδικά καταγραφεί στο σκεπτικό του Εφετείο ημερ. 30.1.2015, με το οποίο ανατράπηκε η αθωωτική απόφαση. Ο εφεσίβλητος είναι οικογενειάρχης που έχει τρία δικά του παιδιά από προηγούμενη γάμο, είναι ουσιαστικά πτωχεύσας και έχει αναστείλει τις εργασίες της εταιρείας, με τον ίδιο να αναζητά εργασία. Από την άλλη, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν επιταγή προς όφελος των εφεσειόντων στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών, την οποία όμως στη συνέχεια ανακάλεσαν χωρίς εύλογη αιτία. Εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλεται στην εφεσίβλητη εταιρεία πρόστιμο ύψους €3.000, στον δε εφεσίβλητο άμεση ποινή φυλάκισης έξι μηνών. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιστατικά που οδήγησαν στην έκδοση της επιταγής, αλλά και τα προσωπικά δεδομένα του ίδιου του εφεσίβλητου 2, δεν παρέχεται η δυνατότητα για αναστολή της ποινής φυλάκισης.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  4. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ποινή της φυλάκισης, πρέπει να επιβάλλεται όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση διάπραξής του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρης Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Andrew John Yeats v Ian Francis Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Γιώργος Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, ποινή φυλάκισης επιβάλλεται, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11, όπου γίνεται παραπομπή και σε μεταγενέστερη αγγλική νομολογία, πολύ πιο πρόσφατη, όπου το προαναφερόμενο σκεπτικό του Αρχιδικαστή Lane έχει υιοθετηθεί. 16. Στην προκείμενη περίπτωση, διαπιστώνονται, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, τα εξής γεγονότα και δεδομένα, τα οποία, σταθμίζοντας τα, με οδηγούν, αφενός, στο να επιλέξω ως την αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο 2 ποινή, αυτή της φυλάκισης και αφετέρου, στο να καθορίσω το ύψος της, επιβάλλοντας του στην κατηγορία υπ' αρ. 1, στην οποία, ως έχει προαναφερθεί, έχει κριθεί ένοχος, ποινή φυλάκισης 6 μηνών: i. Τα αδικήματα: (α) της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α του Κεφ. 155 και (β) της συμμετοχής στην διάπραξη του από τρίτο πρόσωπο που διώκεται ως αυτουργός κάτω από τα Άρθρα 20 και 305Α του Κεφ. 155, βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός που επιβάλλει, η ποινή που το Δικαστήριο θα επιβάλει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Για το γεγονός, ότι, η διάπραξης των προαναφερόμενων αδικημάτων, βρίσκεται σε έξαρση, το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση, virtute officio (βλ. The Attorney-General v Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93, καθότι, η διάπραξης τους είναι διαδεδομένη, -ως έχει αναφερθεί από το Δικαστήριο στην υπόθεση The Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225- με την έννοια ότι είναι, δυστυχώς, «κοινά». Γεγονός, το οποίο, έχει κατ' επανάληψη καταγραφεί και ως διαπίστωσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σωρεία πρόσφατων αποφάσεων του (βλ. ενδεικτικά L.C.A. Domiki Ltd v R. K. A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015). Χαρακτηριστικά άλλωστε, εν προκειμένω, είναι και τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο το έτος 2004, στην απόφαση του στην υπόθεση Παναγιώτα Νικολάου ν Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, τα οποία, παρά το πέρασμα τόσου χρόνου, εξακολουθούν, δυστυχώς, να χαρακτηρίζουν και τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων: «Η δικηγόρος της εφεσείουσας προσπάθησε να μας πείσει πως η υπό συζήτηση ποινή είναι έκδηλα υπερβολική. . Δεν έχουμε πεισθεί από την επιχειρηματολογία της δικηγόρου της εφεσείουσας και δεν καλέσαμε το συνήγορο του κατήγορου να αγορεύσει. . Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν στην έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέας Δημητρίου Πισκοπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ., και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Βίκτωρα Μενελάου Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603, «Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του. Η ανάγκη προστασίας ποικίλλει, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος.». Ως προαναφέρθηκε, το στοιχείο της αποτροπής, είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους. Η σοβαρότητα του υπό συζήτηση αδικήματος, έχει αναγνωριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία πρόσφατων αποφάσεων του, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Χρίστου Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016, στην οποία ελέχθη, ότι, τούτο έγκειται στο γεγονός ότι: «. η έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα πλήττει καίρια σημαντικό έννομο αγαθό. Αυτό της ασφάλειας και εμπιστοσύνης των συναλλαγών, η προστασία των οποίων είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς». Εντούτοις, η προκείμενη περίπτωση, δεν είναι από αυτές που η ανώτατη ποινή, σύμφωνα με το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154, δικαιολογείται να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 από το Δικαστήριο για το συγκεκριμένο αδίκημα, ειδικότερα λόγω του ότι, η καταδίκη του, ήταν το αποτέλεσμα της δικής του ομολογίας και παραδοχής (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Χωρίς όμως, με τα προαναφερόμενα, να αφήνεται να νοηθεί, ότι, παραβλέπεται η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο έχει καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος 2, δεδομένων: (α) της έντασης στην διάπραξη του (γεγονός που προκύπτει από το ύψος του ποσού που η επίδικη επιταγή αφορά) και (β) των ιδιαίτερων περιστάσεων αυτής της υπόθεσης, εφόσον, ο Κατηγορούμενος 2, όντας ο διευθύνων εκτελεστικός διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1 και γνωρίζοντας την κακή οικονομική κατάσταση της και το δύσκολο οικονομικό γίγνεσθαι της τότε εποχής, ως ο ίδιος μάλιστα το περιέγραψε στο Δικαστήριο μέσω του συνηγόρου του, ενήργησε, ως προκύπτει, με απερισκεψία και αδιαφορία σε ότι αφορούσε τις συναλλαγές της Κατηγορουμένης 1 και τους πιστωτές της, -μεταξύ αυτών και η Παραπονούμενη-, και το πολύ αυξημένο ενδεχόμενο μη πληρωμής τους. Οι οποίοι, πιστωτές της, ας σημειωθεί, δεν μπορεί παρά να βρίσκονταν αντιμέτωποι με το ίδιο δύσκολο οικονομικό περιβάλλον στο οποίο η Κατηγορουμένη 1 προσπαθούσε να ανταπεξέλθει. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος 2, συνέδραμε στην διάπραξη των αδικημάτων της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα από την Κατηγορουμένη 1, σε μία προσπάθεια συνέχισης των εργασιών της επιχειρήσεως, της βαριά πληγείσας οικονομικά Κατηγορουμένης 1, -στην οποία, πρέπει να σημειωθεί (σε ότι αφορά το ίδιον όφελος του), κατείχε και το 75% του μετοχικού της κεφαλαίου-, σε βάρος, πολύ πιθανόν υπό τις περιστάσεις, -και δεν μπορεί παρά να το γνώριζε-, τρίτων. Στοιχείο, το οποίο, σημειώνεται ως επιβαρυντικό της ποινής που θα του επιβληθεί, καθότι, επαυξάνει την ένταση στην διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. ii. Ο Κατηγορούμενος 2, έχει ποινικό μητρώο. Εντούτοις, όπως επεξηγείται στην συνέχεια, οι προηγούμενες καταδίκες του δεν μπορούν υπό τις περιστάσεις να ληφθούν υπόψη του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής του σε αυτή την υπόθεση. Ως εκ τούτου, θα τύχει της μεταχείρισης που δικαιούται πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Η συνήγορος της Παραπονούμενης, δεν αναφέρθηκε σε προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορουμένου 2, αναφορά στις οποίες όμως έγινε και από πλευράς του ιδίου του Κατηγορουμένου
  1. Αυτές είναι οι εξής: (α) Στα πλαίσια της ποινικής έφεσης υπ' αρ. 102/2014, στον Κατηγορούμενο 2, για την διάπραξη του ιδίου αδικήματος, στις 25/02/2016, επιβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, χρηματικό πρόστιμο ύψους €2.
  2. Έχω εντοπίσει ([1]) τα κείμενα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν, τόσο την προαναφερόμενη κατ' έφεση καταδίκη του Κατηγορουμένου 2 (βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, 23/10/2015), όσο και την απόφαση του επί της ποινής του (βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, 25/02/2016) και από αυτά, διαπιστώνω, ότι, δεν καταγράφεται στο σκεπτικό του Δικαστηρίου συγκριμένη ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων εκείνης της υπόθεσης, ή πότε συγκεκριμένα οι επιταγές που αφορούσαν την υπόθεση εκείνη παρουσιάστηκαν για πληρωμή, ώστε από το σκεπτικό του, να μπορώ να διαπιστώσω την ακριβή ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων. Η σημασία αυτής της διαπίστωσης, επεξηγείται αμέσως στην συνέχεια της απόφασης μου. (β) Στα πλαίσια της υπόθεσης υπ' αρ. 3648/2013 του Ε. Δ. Λάρνακας, στον Κατηγορούμενο 2, για την διάπραξη του ιδίου αδικήματος, στις 26/09/2017, επιβλήθηκε από το Ε. Δ. Λάρνακας, ποινή φυλάκισης 14 μηνών. Έχω εντοπίσει ([2]) τα κείμενα της απόφασης του Ε. Δ. Λάρνακας που αφορούν, τόσο την προαναφερόμενη καταδίκη του Κατηγορουμένου 2 (βλ. Pandora / Ogilvy & Mather Co Ltd v Orphanides Public Co Ltd κ. α., Αρ. Υπόθεσης 3648/2013, 22/05/2017) όσο και την ποινή που του υποβλήθηκε (βλ. Pandora / Ogilvy & Mather Co Ltd v Orphanides Public Co Ltd κ. α., Αρ. Υπόθεσης 3648/2013, 26/09/2017), και από αυτά, διαπιστώνω, ότι, δεν καταγράφεται στα ευρήματα του Ε. Δ. Λάρνακας, συγκριμένη ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων εκείνης της υπόθεσης, ή πότε συγκεκριμένα οι επιταγές που αφορούσαν την υπόθεση αυτή παρουσιάστηκαν για πληρωμή, ώστε από τα υπόλοιπα ευρήματα του Δικαστηρίου να μπορώ να διαπιστώσω την ακριβή ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων. Η σημασία, ως προαναφέρθηκε, αυτής της διαπίστωσης μου, επεξηγείται στην συνέχεια. Αποτελεί αρχή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι, το ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, ως μία πτυχή του χαρακτήρα και του ιστορικού του, έχει σημασία και πρέπει, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις, να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 59). Και τούτο, γιατί, οι προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορουμένου αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού που αυτός επιδεικνύει προς τους νόμους της πολιτείας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73 και Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 60: «Ο νόμος βρίσκεται στον πυρήνα της κοινωνικής οργάνωσης. Παραβιάζοντας τις διατάξεις του, ο ένοχος σχίζει τον ιστό της κοινωνίας. Παραβιάζοντας τον νόμο, ένας άνθρωπος υποβιβάζει τον εαυτό του; εξ ου και τα εξασθενητικά αποτελέσματα των προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσίαση του, εφόσον το Δικαστήριο είναι στην υπηρεσία του νόμου.». Ως προκύπτει επίσης από την νομολογία, το ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, δικαιολογεί, αναλόγως αυτού, την προοδευτική απώλεια του μετριασμού που αυτός δικαιούται όταν είναι λευκού ποινικού μητρώου. Δηλαδή, η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης ή καταδικών, επιτρέπει στο Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής, την μείωση του μετριασμού, της, κατά τα άλλα αρμόζουσας τιμωρίας, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος διέπραττε το συγκεκριμένο αδίκημα ή αδικήματα για πρώτη φορά (βλ. Θεόδωρος Θεοδώρου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 163/2016, 01/11/2017, Χαράλαμπος Χατζημάρκου ν Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482, Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Αεριπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17, Σάββας Ανδρέα Περικλέους ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34, Κυπριανίδης κ. α. ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, Georghios Kyriacou Katsiou v The Police
(1982)2 Α.Α.Δ. 150). Με αυτό το σκεπτικό, η δημιουργία ποινικού μητρώου, δικαιολογεί, προοδευτικά, την κατάργηση της εν λόγω μείωσης, για να αντιμετωπιστεί η επανάληψη στην διάπραξη ποινικών αδικημάτων (βλ. Σωτήρης Ζαχαρία Γεωργίου ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Συνεπώς, το Δικαστήριο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, λόγω του ποινικού μητρώου ενός κατηγορουμένου, να του επιβάλει ποινή μεγαλύτερη από αυτήν που επιβάλλουν οι περιστάσεις. Η ποινή η οποία επιβάλλεται σε μία υπόθεση, είναι ποινή για παράβαση του νόμου στην συγκεκριμένη υπόθεση και κανένας δεν μπορεί να τιμωρηθεί δεύτερη φορά σε σχέση με το ίδιο αδίκημα. Βλ. το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 60 (βλ. επίσης Kakathymis v Republic
(1971)2 C.L.R. 309, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63, Επαρχιακός Λειτουργός Πάφου ν Κώστας Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1995)2 Α.Α.Δ. 290). Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία του, «οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης». Για σκοπούς επιβολής ποινής, λαμβάνονται υπόψη του Δικαστηρίου, μόνον καταδίκες του κατηγορουμένου για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος που αφορά η υπόθεση, σε σχέση με την οποία το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, οι οποίες [καταδίκες], απαραιτήτως, λαμβάνουν χώρα («ολοκληρώνονται») πριν από την καταδίκη στην υπόθεση που το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα της ποινής (βλ. Ανδρέας Αντωνίου Ιωάννου άλλως Μουσικός ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Νίκη Τσιάκκα ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282 και το σύγγραμμα του Τ. O' Maley, Sentencing, Law and Practise, στην σελίδα 189, στην παράγραφο 6-119). Το γεγονός ότι εκκρεμεί έφεσης σε σχέση με προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου που βαρύνει το ποινικό μητρώο του και η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής του, και πάλι σύμφωνα με την νομολογία, είναι ζήτημα αδιάφορο για το Δικαστήριο (βλ. Μίλτος Αποστόλου ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ.153/2017, 27/09/2017). Η βαρύτητα που μπορεί να αποδίδεται σε προηγούμενες καταδίκες, καθώς και ο βαθμός κατά τον οποίο μπορούν να στερήσουν ένα κατηγορούμενο από την έκκληση του για μετριασμό της ποινής του, εξαρτάται από τη φύση του αδικήματος ή των αδικημάτων σε σχέση με το οποίο ή τα οποία έχει προηγουμένως καταδικαστεί και ιδιαίτερα, από την ομοιότητά τους με τα αδικήματα για τα οποία καταδικάζεται και σε σχέση με τα οποία το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, το χρόνο διάπραξης τους και τον αριθμό τους (βλ. το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 60 και William Jamas v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 10, Χαράλαμπος Χατζημάρκου ν Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482, Λάρης Βραχίμης ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Κώστας Ανδρέα Ιακώβου
(1996)2 Α.Α.Δ. 47, Georghios Christou Havatzia v The Police
(1980)2 Α.Α.Δ. 195, Charalambos Panayiotou v The Police
(1979)2 Α.Α.Δ. 266, Argyros A. Argyrou v The Police
(1979)2 Α.Α.Δ. 254, Demetris Michael Kourris v The Police
(1970)2 Α.Α.Δ. 53, Panayiotis Georghiou Alexandrou v The Police
(1966)2 Α.Α.Δ. 77). Σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, πολύ σημαντικές είναι και οι διατάξεις του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου του 1981, Νόμος 70/1981, που ρυθμίζει ρητά το ζήτημα της αποκατάστασης καταδικασθέντων και εξάλειψης καταδίκης αδικημάτων (βλ. Σταύρος Κώστα Μιχαήλ κ. α. ν Της Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 232, Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ κ. α. ν Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 119). Στην προκείμενη περίπτωση, η Παραπονούμενη, δεν μερίμνησε για την δέουσα παρουσίαση των προηγούμενων καταδικών του Κατηγορουμένου 2 (δεν έχω ενώπιον μου γεγονότα για το πότε διαπράχθηκαν τα εν λόγω αδικήματα), ώστε, το Δικαστήριο, να μην είναι σε θέση να κρίνει, αν οι προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορουμένου 2, μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής του σε ότι αφορά το αδίκημα αυτής της υπόθεσης. Ασάφεια, που, δεδομένης της φύσης της διαδικασίας, πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορουμένου 2 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέας Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, Begonia Fashions Ltd v Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 451). Ως εκ τούτου, οι προαναφερόμενες προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορουμένου 2, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη του Δικαστηρίου, κατά τον τρόπο που οι αρχές της νομολογίας καθορίζουν, κατά την επιμέτρηση της ποινής του σε αυτή την υπόθεση. iii. Ο Κατηγορούμενος 2, έχει κριθεί ένοχος στην διάπραξη του αδικήματος, κατόπιν δικής του παραδοχής. Η ομολογία στις διωκτικές αρχές ή/και η παραδοχή στο Δικαστήριο, της διάπραξης του αδικήματος, σύμφωνα με την νομολογία, αποτελεί στοιχείο που οδηγεί στην επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής του. Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, το αντίθετο, -δηλαδή η μη παραδοχή ενοχής,- σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας, καθότι, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία, είναι απόλυτο δικαίωμα του κάθε κατηγορουμένου στα πλαίσια της έμπρακτης μεταγραφής του τεκμηρίου της αθωότητας, να μην παραδεχθεί την κατηγορία του. Κατ' αντιστοιχία, η νομολογία έχει καθορίσει, ότι, ακόμη και η προβολή μιας εξωπραγματικής υπεράσπισης, δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα. (βλ. Κώστας Βενιζέλου ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59). Η παραδοχή του κατηγορουμένου της διάπραξης του αδικήματος [η απολογία του, στις περιπτώσεις όπου αυτή εκφράζεται και κρίνεται ως ειλικρινής, βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384) και η μεταμέλεια του, όταν είναι έμπρακτη και καταδεικνύεται έγκαιρα, βλ. Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60], αποτελούν μεν ελαφρυντικό παράγοντα που επενεργεί στην ποινή που επιβάλλεται από το Δικαστήριο, δεν μπορούν όμως, -είτε ενυπάρχουν όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, είτε μόνο ένα ή περισσότερα από αυτά- να επηρεάσουν σε βαθμό που να εξουδετερώνει την σοβαρότητα του αδικήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, αναγνωρίζω στον Κατηγορούμενο 2, για σκοπούς μετριασμού της ποινής του, το γεγονός ότι έχει παραδεχθεί την διάπραξη του αδικήματος. Προς όφελος του Κατηγορουμένου 2, προσμετρά περαιτέρω το γεγονός ότι, έστω και μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, δήλωσε μετανιωμένος για την διάπραξη του αδικήματος. Παράλληλα, όμως, δεν διαφεύγει της προσοχής μου, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, παραδέχθηκε την διάπραξη των αδικημάτων, ενόψει, ως αναφέρθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του όταν είχε αρχικά δηλωθεί στο Δικαστήριο η πρόθεσης του Κατηγορουμένου 2 να παραδεχθεί το κατηγορητήριο, και της καταδίκης του στην υπόθεση υπ' αρ. 3648/2013 του Ε. Δ. Λάρνακας και της επιβολής σε αυτόν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, κατ' ακολουθίαν, ποινής φυλάκισης 14 μηνών στις 26/09/2017, την οποία και έκτοτε εκτίει ως κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388) και ότι, δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια για να δείξει και έμπρακτα ότι μετανιώνει για την διάπραξη του αδικήματος. Εν προκειμένω, σημειώνεται, ότι, το ποσό της επιταγής που αφορά την κατηγορία στην οποία ο Κατηγορούμενος 2 έχει καταδικαστεί, ως έχει προαναφερθεί, δεν έχει καταβληθεί στην Παραπονούμενη εταιρεία, ή άλλως πως εξασφαλιστεί η πληρωμή του (βλ. Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Χρίστου Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016). Αναφέρω αυτά, χωρίς φυσικά να παραβλέπω -και λαμβάνω αυτό υπόψη μου στο βαθμό που αυτό μπορεί να ληφθεί υπόψη υπό τις περιστάσεις- την οικονομική κατάσταση και εισοδήματα του Κατηγορουμένου 2, -ως αυτά παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από πλευράς του για σκοπούς μετριασμού της ποινής του και δεν αμφισβητήθηκαν από την Παραπονούμενη- και πως αυτά πιθανόν να συσχετίζονται με το γεγονός ότι, ούτε και ο ίδιος (δηλαδή, ο Κατηγορούμενος 2), για σκοπούς μετριασμού της ποινής του, κατέβαλε το ποσό που η επίδικη επιταγή αφορά, ή έλαβε άλλη πρωτοβουλία εξασφάλισης του. Σε κάθε περίπτωση όμως, το γεγονός ότι η Παραπονούμενη δεν έχει αποζημιωθεί για την απώλεια που έχει υποστεί εξ αιτίας της σε βάρος της αδικοπραγίας από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2, παραμένει (βλ. και Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 285). iv. Το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, καθ' όλο τον πρότερο βίο του, παρουσιάζεται να ήταν ένας καλός οικογενειάρχης και πρόσωπο νομοταγές και εργατικό, με σταθερά ανοδική επαγγελματική ανέλιξη στον τομέα που είχε δραστηριοποιηθεί για δεκαετίες, που συνείσφερε κοινωνικά, μετριάζει την ποινή που θα του επιβληθεί. Εντούτοις, δεν βλέπω πως διασυνδέεται με τα της διαδικασίας επιβολής ποινής του για το αδίκημα που έχει διαπράξει σε αυτή την υπόθεση και την ευχέρεια μετριασμού της, το γεγονός της «αποτυχίας» της Κατηγορουμένης 1, της οποίας ο Κατηγορούμενος 2 ηγείτο ως προεδρεύων εκτελεστικός σύμβουλος. Η όποια απώλεια του Κατηγορουμένου 2 από το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 1 τέθηκε αρχικά υπό καθεστώς παραλαβής και διαχείρισης και στην συνέχεια εκκαθάρισης, είτε αυτή αφορά την εργασία του και την επαγγελματική του σταδιοδρομία, είτε αυτή αφορά την όποια οικονομική ζημιά του (απώλεια μισθού, επένδυσης - μετοχών), δεν μπορεί να συναρτηθεί με το γεγονός της διάπραξης του αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση, σε αυτήν την «αποτυχία», ο Κατηγορούμενος 2, εκ της θέσεως του, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι ήταν αμέτοχος. Επίσης, δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι, από τα όσα μου έχουν παρουσιαστεί, οι επιπτώσεις της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 στα μέλη της οικογένειας του, είναι τέτοιας εμβέλειας, ώστε, αυτό, ως γεγονός, να μπορούσε να προσμετρήσει προς περαιτέρω μετριασμό της ποινής του, αφής στιγμής, κανένα από αυτά δεν φαίνεται να εξαρτάται απόλυτα από αυτόν. v. Τα προβλήματα υγείας που ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει. Η κατάσταση της υγείας ενός κατηγορουμένου, ως μέρος των προσωπικών του περιστάσεων, σύμφωνα με την νομολογία, λαμβάνεται υπόψη του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής του, ως έχει προαναφερθεί, όταν εξατομικεύει την ποινή του, ώστε αυτή να αρμόζει, εκτός του αδικήματος που έχει διαπράξει και στο άτομο του. Εντούτοις, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει, προς τον σκοπό προστασίας της κοινωνίας, την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας αυτός είναι ελάχιστης σημασίας (βλ. The Attorney-General of the Republic v Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93, Μάριος Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, Μάριος Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282, Asoltanei Christinel v Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742, Κυπρος Κυπριανού, Πoινική Έφεση Αρ. 28/2014, 24/02/2014). Τα όποια προβλήματα υγείας ενός κατηγορουμένου, αν και δικαιολογούν σε κάποιο βαθμό μετριασμό της ποινής του, αντιμετωπίζονται από τις αρμόδιες κρατικές αρχές, οι οποίες υποχρεούνται να επιλαμβάνονται τέτοιων θεμάτων, σύμφωνα με το νόμο (βλ. The Attorney-General of the Republic v Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93, Μάριος Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282). Ο Κατηγορούμενος 2, σημειώνεται, εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης ως κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές, και τα όσα έχουν αναφερθεί στο Δικαστήριο προς μετριασμό της ποινής του, σχετικά με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, δεν διασυνδέθηκαν με το οποιοδήποτε σοβαρό πρόβλημα τυχόν να δημιουργείται στην κατάσταση αυτή της υγείας του από το γεγονός της κράτησης του στη φυλακή, ώστε, από αυτή την σκοπιά, να δικαιολογείτο από το Δικαστήριο διαφορετική προσέγγισης από αυτήν που έχει προαναφερθεί. Δηλαδή, της επιβολής ποινής φυλάκισης (βλ. Ρένος Ευθυμίου ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 113, Στέλιος Αντωνίου Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 487). Εντούτοις, η κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου 2, ως προεκτέθη, και το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 2, αναπόφευκτα θα την αντιμετωπίσει ως κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές, σε συνδυασμό, -τα δύο προαναφερόμενα-, και με το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 2, στα 67 του χρόνια, αντικειμενικά, βρίσκεται σε μία ύστερη και ώριμη βιολογικά περίοδο (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ευριπίδη Χρίστου, Ποινική Έφεση 20/2015, 06/11/2017), λαμβάνεται υπόψη του Δικαστηρίου για σκοπούς μετριασμού της ποινής του. vi. Ως έχει προαναφερθεί, τα αδικήματα, αν και χρονολογούνται, η δίωξης του Κατηγορουμένου 2 δεν ήρθε καθυστερημένα. Εν πάση όμως περιπτώσει, από τα όσα στοιχεία βρίσκονται ενώπιον μου, δεν φανερώνεται ο Κατηγορούμενος 2 να έχει επηρεαστεί δυσμενώς, ως αποτέλεσμα της όποιας καθυστέρησης στην προώθηση και περάτωση της υπόθεσης αυτής, ή ότι θα επηρεαστεί δυσμενώς από την επιβολή ποινής τώρα, εξαιτίας αλλαγής οποιωνδήποτε συνθηκών που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης. Τα όσα εν προκειμένω αναφέρθηκαν από την υπεράσπιση ότι αποτελούν αλλαγή στις συνθήκες του Κατηγορουμένου 2, δεν έχουν εκείνο τον χαρακτήρα που να κατατάσσουν αυτή την υπόθεση στις περιπτώσεις όπου, η καθυστέρησης, δικαιολογείται να είναι βαρύνουσας σημασίας για το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής του (βλ. Μάνος Συμιλλίδης ν Νίκου Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543 και Χρυσοδόντας ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.124/2016, 09/11/2016). Σε κάθε περίπτωση, η διαπιστωθείσα καθυστέρηση, λαμβάνεται υπόψη του Δικαστηρίου ως στοιχείο που, σε κάποιο βαθμό, μετριάζει την ποινή που θα του επιβληθεί. vii. Σύμφωνα με το Άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις αρχές στις οποίες αναφορά γίνεται αμέσως μετά, διατάζει, βάσει των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155, «διαφορετικά», εφαρμόζοντας στα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, την αρχή της συνολικότητας της ποινής («the totality principle») (βλ. Ανδρέας Σ. Θεοδώρου ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 376, Μιχάλης Παραρέ ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 257). Η αρχή της συνολικότητας της ποινής που ισχύει και εφαρμόζεται και στην Κύπρο, επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββας Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443. Ως αναλύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed."». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω, ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Παναγιώτης Γ. Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21: «. ακόμα και όταν δεόντως επιβάλλονται διαδοχικές ποινές, η αρχή της συνολικότητας επιβάλλει όπως κανονικά το σύνολο των επιβληθεισών διαδοχικών ποινών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ανώτερο όριο του κανονικού φάσματος των ποινών που επιβάλλονται στην κατηγορία των αδικημάτων, στην οποία το πιο σοβαρό από τα αδικήματα ανήκει. Η ολική ποινή μπορεί να παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας, αν συνολικά είναι ουσιαστικά πιο πάνω από το κανονικό επίπεδο των ποινών που επιβάλλονται στο πιο σοβαρό αδίκημα ή αν στην ουσία επιβάλλεται στον αδικοπραγούντα μια συντριπτική ποινή. . εν πάση περιπτώσει, το σύνολο των διαδοχικών ποινών που ενδεχομένως να επιβληθούν θα πρέπει να έχει αναλογία προς τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών. Η υπόθεση αντιμετωπίζεται από απόσταση και εξετάζεται κατά πόσο η συνολική ποινή είναι η αρμόζουσα, σύμφωνα με τα συγκεκριμένα δεδομένα (Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, 327 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Ως προκύπτει από τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις προαναφερόμενες υποθέσεις, το ερώτημα που το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση που καλείται να επιβάλει ποινή, καλείται να απαντήσει, είναι κατά πόσο, η συνολική ποινή που προκύπτει από τη διαδοχικότητα των ποινών -είτε η περίπτωση αφορά διαδοχικές ποινές που επιβάλλονται «από το ίδιο Δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις»•, είτε η περίπτωση αφορά ποινές που επιβάλλονται «από διαφορετικό Δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις»-, είναι στο σύνολο της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς τα εν λόγω αδικήματα. Το δε γεγονός, ότι, τα αδικήματα που τίθεται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την διαδικασία της επιβολής ποινής, είναι ανόμοια ή άσχετα μεταξύ τους και δεν αποτελούν μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββας Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443 ανωτέρω, είναι γεγονός που δεν μπορεί να επηρεάσει το Δικαστήριο ως προς το θέμα εφαρμογής της προαναφερόμενης αρχής κατά την λήψη της απόφασης του (βλ. επίσης, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σωτήρης Παπαγεωργίου
(2007)2 Α.Α.Δ. 514). Και αυτό, επισημάνεται, καθότι, σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά γενικό κανόνα, δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές, μόνο στις περιπτώσεις αδικημάτων που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας (βλ. Χρίστος Αχιλλέως ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331, Β.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228). Με τον όρο «ενιαία ενέργεια» να ερμηνεύεται, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία, ότι έχει την έννοια «της ενέργειας που καλύπτει μία σειρά από αδικήματα [του ίδιου ή παρόμοιου τύπου] που προκύπτουν από την ίδια συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται προς το ίδιο θύμα, μέσα σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Νίκου Πέτρου
(2006)2 Α.Α.Δ. 183, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σωτήρης Παπαγεωργίου
(2007)2 Α.Α.Δ. 514, Γιάννης Κέρκης ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433, Ν.Ν. ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 762). Εντούτοις, σημειώνεται και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την οποία, προκειμένου το Δικαστήριο να αποκλίνει από την προαναφερόμενη πρόνοια του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155 και να εκδώσει διαφορετική διαταγή από αυτήν της διαδοχής των ποινών σε περίπτωση που η φύση, ο χαρακτήρας και τα περιστατικά της υπόθεσης είναι διαφορετικά από τα νέα αδικήματα, «πρέπει να υπάρχουν ειδικές ή και εξαιρετικές συνθήκες» που να το επιβάλλουν (βλ. την αναφερόμενη από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Λ. Παρπαρίνο, νομολογία, για το ζήτημα αυτό, στην διιστάμενη απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Μιχάλης Παραρέ ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 257). Το ζητούμενο είναι, απαραιτήτως, τιμωρώντας τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο να αποφύγει την επιβολή ποινής που θα ήταν υπέρμετρη ή δυσανάλογη ως προς τη συνολική ποινική του ευθύνη (βλ. τα συγγράμματα, του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στις σελίδες 91, 92, 93 και Blackstone's, Criminal Practice 2004, στην ενότητα Ε1.5). Βλέπε επίσης, William Jamas v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 10, Ηράκλης Ηρακλέους ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 534, Παναγιώτης Φράγκου ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 13, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Κυριάκος Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562, Άθως Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 26. Ως έχει προαναφερθεί, στα πλαίσια της υπόθεσης υπ' αρ. 3648/2013 του Ε. Δ. Λάρνακας, στον Κατηγορούμενο 2, για την διάπραξη του ιδίου αδικήματος, στις 26/09/2017, επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ποινή φυλάκισης 14 μηνών, την οποία έκτοτε εκτίει ως κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Έχοντας υπόψη μου τις προαναφερόμενες αρχές, θεωρώ ότι, στην προκείμενη περίπτωση, δεν συντρέχουν συνθήκες που θα δικαιολογούσαν διαταγή όπως η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου 2, συντρέχει, από τα σήμερα που αυτή ανακοινώνεται (βλ. Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, Ανδρέας Σ. Θεοδώρου ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 376, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Αντώνη Σάββα Παντελή
(2000)2 Α.Α.Δ. 384), με την ποινή που του έχει επιβληθεί από το Ε. Δ. Λάρνακας στην προαναφερόμενη υπόθεση. Κατ' εφαρμογής των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που επιβάλλω στον Κατηγορούμενο, την οποία επιμέτρησα έχοντας υπόψη μου τις προαναφερόμενες αρχές, θα αρχίσει να εκτίεται μετά τη λήξη της ποινής που του έχει επιβληθεί στις 26/09/2017 από το Ε. Δ. Λάρνακας στα πλαίσια της υπόθεσης υπ' αρ. 3648/2013. Σε αντίθεση με τα όσα υποστήριξε η υπεράσπιση του Κατηγορουμένου 2, η ποινικά κολάσιμη πράξη των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε αυτή την υπόθεση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι αποτελεί μέρος της ίδιας δοσοληψίας και συναλλαγής, με αυτήν της υπόθεσης που εκδικάστηκε από το Ε. Δ. Λάρνακας. Αφορά σίγουρα, ως προκύπτει από τα όσα γεγονότα έχω ενώπιον μου, διαφορετική συνδιαλλαγή, που έλαβε χώρα σε διαφορετικό χρόνο, με διαφορετικό, ως προκύπτει καταληκτικά, θύμα, και είναι άσχετο εάν το «κίνητρο» πίσω από την διάπραξη και των αδικημάτων και των δύο υποθέσεων, των Κατηγορουμένων 1 και 2, ήταν το ίδιο. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 93, «όπου τα γεγονότα που συνιστούν το αδίκημα είναι εντελώς διαφορετικά, διαδοχικές ποινές πρέπει και πάλι να επιβάλλονται, ακόμη και εκεί που τα γεγονότα αποτελούν μέρος . του ίδιου εγκληματικού εγχειρήματος» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Με την ίδια αρχή κατά νου και καθοδηγούμενος από το σκεπτικό της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σάββας Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, διατάζω, σε ότι αφορά τις υπόλοιπες ποινές φυλάκισης που επιβάλλονται σήμερα στον Κατηγορούμενο 2 στις υποθέσεις που αναφέρω στην συνέχεια, όπως αυτές συντρέχουν. Και τούτο, χωρίς να αποδέχομαι ότι, τα διαπραχθέντα σε αυτές αδικήματα, αποτελούν μέρος μίας ενιαίας ενέργειας ([3]), αλλά επειδή κρίνεται απαραίτητο, η συνολική ποινή που ο Κατηγορούμενος 2 θα εκτίσει τελικώς, να μην είναι συντριπτική. Έχω την πεποίθηση, ότι, η ποινή την οποία τελικά θα εκτίσει ο Κατηγορούμενος 2, συνολικά αποτιμούμενη, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μη αρμόζουσα στην περίπτωση.
  1. Εν όψει της προαναφερόμενης κατάληξης μου, θα εξετάσω, κατά πόσο, συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο
  2. Η αναστολή ποινών φυλάκισης, διέπεται από το Άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/72, το οποίο αναφέρει, ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή δεν εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω Άρθρου του Νόμου 95/72, αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή, δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της [[v]]. Δηλαδή, την σοβαρότητα του αδικήματος, τα κίνητρα διάπραξης του, το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και τη διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας [[vi]].
  2. Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως, έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από τις οποίες αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με το εάν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186(Ι)/03 [[vii]] στην προκείμενη περίπτωση.
  1. Στην υπόθεση Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017, -αναφορά στην οποία γίνεται και στην πιο πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017-, η ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο ο Νόμος 186(Ι)/03 για αναστολή ποινής φυλάκισης, επεξηγήθηκε ως εξής: «Όπως δε έχει επισημανθεί στην Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/16 ημερ. 29.3.16, με αναφορά στην επί του θέματος προγενέστερη νομολογία, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής. Στην υπό κρίση περίπτωση η σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο εφεσείων είναι εξ αντικειμένου δεδομένη, με επιβαρυντικό το στοιχείο ότι το διέπραξε όντας δεσμοφύλακας στις Κεντρικές Φυλακές και μάλιστα ένστολος. Το γεγονός ότι το διέπραξε υπό καθεστώς εκβιασμού δεν μειώνει σε καμία περίπτωση τη σοβαρότητα του αδικήματος, αλλά αντίθετα την επιτείνει εφόσον προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι όργανα του Νόμου και της Τάξεως - ως ήταν ο εφεσείων - είναι ευάλωτα σε εκβιασμούς και εύκολα υποχείρια παρανόμων για τέλεση έκνομων πράξεων. Όση δε βαρύτητα και να προσέδιδε ένα Δικαστήριο στις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, μας είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι η σοβαρότητα του αδικήματος θα δικαιολογούσε αναστολή της ποινής. Τέτοια προσέγγιση θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σ΄ ό,τι αφορά την ποινική μεταχείριση τέτοιων παραβατών και θα έπληττε αφενός σοβαρώς την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου και αφετέρου θα αποδυνάμωνε τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής που κατά πάγια νομολογία πρέπει να διέπουν αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως. Κατά συνέπεια καταλήγουμε πως δεν υπάρχει περιθώριο επέμβασης του Εφετείου στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος.».
  2. Στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου 2, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 2, οι οποίες, θεωρώ, ως έχει προαναφερθεί, ότι δεν είναι ικανές να ικανοποιήσουν το αίτημα, αφού τέτοια απόφασης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους.
  3. Ίδια ήταν η προσέγγισης και του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, όπου το ζήτημα ετέθη ως εξής: «Σ΄ ό,τι δε αφορά το αίτημα τους για αναστολή εκτέλεσης των ποινών, καταλήξαμε ότι, λαμβανομένων υπόψη και των προσωπικών συνθηκών των εφεσιβλήτων, ικανοποίηση του αιτήματος δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σ΄ ό,τι αφορά τις συνέπειες από παραλείψεις απόδοσης στο Κράτος ποσών που εμπιστεύονται οι πολίτες στους εγγεγραμμένους στο μητρώο του Φ.Π.Α. ιδιώτες (βλ. συναφώς Χαλκιά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 240/16, ημερ. 17.3.17 που εξετάζει τους παράγοντες που συνεκτιμούνται από το Δικαστήριο για άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας επί του θέματος).».
  4. Βλ. επίσης και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Μάνος Συμιλλίδης ν Νίκου Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444 και Δάφνη Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017. Ειδικά σε ότι αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα και πως σε περίπτωση καταδίκης πρέπει να αντιμετωπίζεται το ζήτημα της αναστολής επιβληθείσας ποινής φυλάκισης από τα Δικαστήρια, πέραν του σκεπτικού του Εφετείου στις προαναφερόμενες υποθέσεις L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, και Μάνος Συμιλλίδης ν Νίκου Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, το οποίο και σημειώνω, αξιοσημείωτα είναι και τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παναγιώτα Νικολάου ν Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546 στην οποία έχω ήδη αναφερθεί: «Η δικηγόρος της εφεσείουσας προσπάθησε να μας πείσει πως η υπό συζήτηση ποινή είναι έκδηλα υπερβολική. Εισηγήθηκε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να εξατομικεύσει την ποινή που επέβαλε, γιατί δεν έλαβε δεόντως υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της εφεσείουσας. Η συνήγορος αναφέρθηκε στις σχετικές αρχές της νομολογίας, σύμφωνα με τις οποίες θεωρείται σοβαρό το υπό συζήτηση αδίκημα, επέμεινε όμως πως εδικαιολογείτο η αναστολή της επιβληθείσας ποινής με την εφαρμογή των προνοιών του Ν.186
(1)/2003. Η βασική επιχειρηματολογία της δικηγόρου της εφεσείουσας στηρίζεται στο γεγονός πως αυτή είναι λευκού ποινικού μητρώου, και ότι έχει ήδη πληρώσει £300 έναντι του συνολικού χρέους των £800, που αντιπροσωπεύουν οι τρεις μη εξοφληθείσες επιταγές. Δεν έχουμε πεισθεί από την επιχειρηματολογία της δικηγόρου της εφεσείουσας και δεν καλέσαμε το συνήγορο του κατήγορου να αγορεύσει. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως είπαμε και στην αρχή της απόφασης μας, κατέγραψε και αξιολόγησε όλα τα στοιχεία που θα 'πρεπε να εκτιμήσει για την επιμέτρηση της ποινής. Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν στην έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια. Στην περίπτωση που μας απασχόλησε ίσχυε ο νόμος πριν από την πιο πάνω τροποποίηση. Κρίνουμε πως η ποινή που επέβαλε το Δικαστήριο δεν ήταν έκδηλα υπερβολική. Αντίθετα ήταν, υπό τις περιστάσεις, ισορροπημένη.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Η Παραπονούμενη, ζήτησε την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης της από τον Κατηγορούμενο
  2. Στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, διάταγμα αποζημίωσης δύναται να εκδοθεί εναντίον κατηγορουμένου από Δικαστήριο αρμόδιας δικαιοδοσίας, κατόπιν καταδίκης του, είτε στην βάση των διατάξεων του Άρθρου 26(δ) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[viii]], ως η ποινή του ή ως μέρος αυτής, είτε στην βάση των προνοιών του Άρθρου 24
(1)του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960 [[ix]], επιπρόσθετα της ποινής του ή σε υποκατάσταση αυτής. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η σχετική ευχέρεια του βάσει των προαναφερόμενων νομοθετημάτων, κατά την δική μου αντίληψη, διακρίνεται ως προς τα εξής: (α) Διάταγμα αποζημίωσης εναντίον κατηγορουμένου που έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 26(δ) του Κεφ. 154, εκδίδεται από το Δικαστήριο για να αποτελέσει την ποινή του, ή για να αποτελέσει μέρος αυτής, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να διαταχθεί για σκοπούς αποζημίωσης του θύματος από την παράνομη πράξη του [[x]]. Εκδίδεται, ως αντιλαμβάνομαι, για αποζημίωση του κράτους, για ζημιά του δημοσίου από την παράνομη πράξη του κατηγορουμένου. Εισπράττεται από το κράτος και καταβάλλεται στο δημόσιο ταμείο, και σε περίπτωση όπου ο κατηγορούμενος παραλείψει την πληρωμή του, η σχετική απόφασης του Δικαστηρίου εκτελείται δυνάμει των προνοιών του Μέρους 4 (ΙV) του Κεφ. 155 [[xi]]. (β) Διάταγμα αποζημίωσης εναντίον κατηγορουμένου που έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 24
(1)του Νόμου 14/1960, εκδίδεται από το Δικαστήριο, επιπρόσθετα της ποινής του ή σε υποκατάσταση αυτής [[xii]], σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Άρθρου 26(δ) του Κεφ. 154, ακριβώς προς τον σκοπό πληρωμής αποζημίωσης από αυτόν, οποιουδήποτε προσώπου έχει υποστεί βλάβη από την παράνομη πράξη του, νοουμένου ότι: (i) εγερθεί ως ζήτημα από τον κατήγορο μετά από την καταδίκη του κατηγορουμένου (βλ. Yiangos Katsari a. o. v Androulla Hambi
(1969)1 C.L.R. 298), (ii) το ποσό της αποζημίωσης για το οποίο αξιώνεται το διάταγμα, δεν είναι πολύ μεγάλο (βλ. Yiangos Katsari a. o. v Androulla Hambi
(1969)1 C.L.R. 298), (iii) έχει προηγηθεί σχετική αξίωση προς τον κατήγορο, από το πρόσωπο που έχει υποστεί την βλάβη από το αδίκημα του κατηγορουμένου (βλ. Charalambos Charalambous v The Police
(1982)2 Α.Α.Δ. 285), (iv) η έκδοσης του διατάγματος αποζημίωσης πρέπει να είναι για συγκεκριμένο ποσό (βλ. Ανδρέας Ευτυχίου ν Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78, R v Oddy [1974] 1 W.L.R. 1212, R v Warton [1976] Cr.L.Rev. 520, C.A.), (v) το ποσό για το οποίο εκδίδεται το διάταγμα, δεν πρέπει να υπερβαίνει τις €6.000 (βλ. Άρθρο 24
(1)του Νόμου 14/1960, και (v) τα ενδιαφερόμενα, ως προς το ζήτημα αυτό, μέρη, -δηλαδή, ο κατηγορούμενος και το πρόσωπο που έχει υποστεί την βλάβη από το αδίκημα του κατηγορουμένου-, πρέπει να έχουν συμφωνήσει, τόσο σε ότι αφορά την έκδοση του διατάγματος αποζημίωσης, όσο και για ποιο ποσό συγκεκριμένα αυτό θα εκδοθεί (βλ. Yiangos Katsari a. o. v Androulla Hambi
(1969)1 CLR 298 και Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 06/12/2016). 25. Αν και σε ότι αφορά και αυτή την περίπτωση, κατά το ενδεχόμενο που ο κατηγορούμενος παραλείψει την πληρωμή της αποζημίωσης που έχει διαταχθεί, η σχετική απόφασης του Δικαστηρίου εκτελείται δυνάμει των προνοιών του Μέρους 4 (ΙV) του Κεφ. 155, το ποσό που εισπράττεται, καταλήγει, όχι στο δημόσιο, αλλά, μέσω του Δικαστηρίου, καταβάλλεται στο πρόσωπο που έχει υποστεί την βλάβη από το αδίκημα του κατηγορουμένου (βλ. Georghios Christou v The Police
(1968)2 Α.Α.Δ. 96). 26. Προκύπτει, κατά την δική μου αντίληψη, τόσο από τον σχολιασμό του ζητήματος από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην προαναφερόμενη υπόθεση Yiangos Katsari a. o. v Androulla Hambi
(1969)1 C.L.R .298, όσο και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του γενικότερου ζητήματος της αποζημίωσης από πλευράς κατηγορουμένου, ζημιάς που προκύπτει από την παράνομη πράξη του (βλ. Christos Th, Ieronymides v The Republic
(1982)2 Α.Α.Δ. 258, Ιωάννης Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, 25/02/2016), ότι, η συμφωνία των, ως έχει προαναφερθεί, ενδιαφερομένων μερών, αποσκοπεί, όχι για να θεραπεύσει το παραπονούμενο ως ζημιωθέν πρόσωπο, μερικώς για την ισχυριζόμενη ζημιά του, -ειδικότερα στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος την αμφισβητεί-, αλλά για να διευθετήσει σχετική απαίτηση του πρώτου εναντίον του δεύτερου, που βάσιμα μπορεί να διεκδικηθεί από Δικαστήριο αρμόδιας αστικής δικαιοδοσίας, πλήρως και τελικώς, με διαταγή του ποινικού Δικαστηρίου•, και τούτο, στην βάση του ότι, τα προαναφερόμενα μέρη, συμφωνούν, τόσο ως προς το βάσιμο της διεκδίκησης, όσο και για το ύψος της χρηματικής αποζημίωσης και δεν τίθεται ζήτημα για το ποινικό Δικαστήριο να διαιτητεύσει οτιδήποτε την αφορά, καθότι, είναι, για τα ζητήματα αυτά, «αναρμόδιο». Με αυτό το σκεπτικό φαίνεται να προσεγγίζεται το ζήτημα και από τον έντιμο, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, στο σύγγραμμα του, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, όπου στην σελίδα 37, αναφέρει: «Σε αντίθεση με την αποζημίωση που επιδικάζεται από το αστικό Δικαστήριο, διαταγή για αποζημίωση μπορεί να επιβληθεί κάτω από τις διατάξεις του Μέρους 4 (ΙV) του Κεφ. 155 και να ανακτηθεί ως ποινή; για αυτό τον λόγο είναι πολύ πιο δραστική ως θεραπεία, αν συγκριθεί με απόφαση Δικαστηρίου που αποδίδει θεραπεία στα πλαίσια πολιτικής αγωγής. Συμφωνία σχετικά με αποζημίωση σε ποινικές υποθέσεις αποφεύγει την πολλαπλότητα διαδικασιών και περισώνει τα μέρη από χρόνο και έξοδα. Αλλά, στην απουσία συμφωνίας, ένα ποινικό Δικαστήριο δεν πρέπει να προσπαθήσει να ποσοτικοποιήσει την ζημιά, καθότι, διαδικαστικά και ουσιαστικά, δεν είναι κατάλληλα εφοδιασμένο για αυτή την εργασία.». 27. Αξίζει να σημειωθεί, ότι, στο Ηνωμένο Βασίλειο, πριν από την εισαγωγή της νομοθετικής πράξης Powers of Criminal Courts (Sentencing) Act 2000 και ειδικότερα του Section 130, που επέφερε αλλαγές (βλ. το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στις σελίδες από 1940 έως και 1945 και το σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2004 στις σελίδες από 712 έως και 718) ίσχυαν, ως προς το ζήτημα αυτό [της επιδίκασης αποζημίωσης από Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία], σε κάποιο βαθμό, ανάλογες αρχές. Παράδειγμα αποτελεί η απόφαση του αγγλικού εφετείου στην υπόθεση R v Vivian [1979] 1 W.L.R. 291, C.A., στην οποία ακολουθήθηκε το σκεπτικό του ιδίου δικαστηρίου στην υπόθεση R v Inwood
(1974)60 Cr. App. R. 70, C.A. στην οποία ο Scarman L.J ανέφερε τα εξής: «Τα διατάγματα αποζημίωσης, δεν εισήχθησαν στο νομικό μας σύστημα ώστε να επιτρέψουν σε καταδικασθέντα πρόσωπα να εξαγοράζουν την ποινή για το αδίκημα που διέπραξαν. Τα διατάγματα αποζημίωσης, εισήχθησαν στο νομικό μας σύστημα, ως ένα βολικό και γρήγορο μέσο, δια του οποίου θα αποφευγόταν το κόστος καταφυγής στην αστική αντιδικία, εκεί όπου ο καταδικασθείς ξεκάθαρα έχει τα μέσα τα οποία θα τον καθιστούσαν ικανό να πληρώσει αποζημίωση. Κάποιος πρέπει να έχει υπόψη του ότι υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα το θύμα να καταφύγει στην αστική διαδικασία, αν το συμβουλεύσουν. Τα διατάγματα αποζημίωσης, σίγουρα δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εκεί που υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ευθύνη του καταδικασθέντος να αποζημιώσει, ούτε και πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν υπάρχει πραγματική αμφιβολία ως προς το κατά πόσο το καταδικασθέν πρόσωπο μπορεί να εξασφαλίσει την αποζημίωση.». (η έμφαση είναι δική μου) 28. Το αγγλικό εφετείο, στην προαναφερόμενη απόφαση του, αναφέρθηκε και στην απόφαση του στην υπόθεση R v Miller
(1976)Cr.L.Rev. 694, C.A., ως προς το ότι, διάταγμα αποζημίωσης μπορεί να εκδίδεται, μόνο όπου, νομικά, η κατάστασης είναι αρκετά σαφής. Αναφορά του εν λόγω Δικαστηρίου, που έγινε, προτού ακυρώσει ποινικό διάταγμα αποζημίωσης, το οποίο είχε εκδοθεί, στην βάση μίας απλής εκτίμησης, για την επισκευή κάποιου οχήματος (την οποία εκτίμηση ο κατηγορούμενος αμφισβητούσε), λαμβάνοντας την θέση ότι, «κανένα διάταγμα αποζημίωσης δεν εκδίδεται εκτός αν το ποσό που αξιώνεται ως αποζημίωση έχει, είτε συμφωνηθεί, είτε αποδειχθεί» (βλ. επίσης, Horsham Justices, ex parte Richards [1985] 1 W.L.R. 986). 29. Ως έχει προαναφερθεί, η έκδοσης διατάγματος αποζημίωσης, μπορεί να συνδυαστεί, ακόμη και με ποινή άμεσης φυλάκισης. Εντούτοις, σύμφωνα με την νομολογία, αυτό είναι επιτρεπτό, μόνο στις περιπτώσεις όπου ο καταδικασθείς είναι ξεκάθαρα σε θέση να πληρώσει την αποζημίωση, ή εκεί όπου υπάρχει καλή προοπτική ότι θα μπορεί εύκολα να ανταποκριθεί σύντομα αφότου αποφυλακιστεί (οπόταν μπορεί να συνδυαστεί και με διαταγή του Δικαστηρίου για αναστολή της εκτέλεσης του διατάγματος, για να δοθεί χρόνος στον καταδικασθέντα, αφού εκτίσει την ποινή φυλάκισης του και αποφυλακιστεί, να ενταχθεί πίσω στο κοινωνικό σύνολο, ειδικότερα ως οικονομική μονάδα, ώστε να είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό της αποζημίωσης, χωρίς κίνδυνο υποτροπιασμού του στην παρανομία, βλ. Georghios Christou v The Police
(1968)2 Α.Α.Δ. 96). Συνήθως, είναι ακατάλληλη η έκδοσης διατάγματος αποζημίωσης, όταν το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλάκισης (βλ. το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στις σελίδες 1944 και 1945).
  1. Έχοντας υπόψη μου τα όσα έχουν προαναφερθεί, δεν θα διατάξω την αποζημίωση της Παραπονούμενης. Ο Κατηγορούμενος 2, ως διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, γενικά, δεν υπέχει προσωπικής υποχρέωσης για τα χρέη ή άλλες υποχρεώσεις της προς τους πιστωτές της ή προς άλλα πρόσωπα με τα οποία είχε δοσοληψίες για λογαριασμό της. Αυτή η γενική «νομική ασυλία», έγκειται στο γεγονός, ότι, οι διοικητικοί σύμβουλοι μίας εταιρείας, ενεργούν ως αντιπρόσωποι της, η οποία, ως νομικό πρόσωπο, αποτελεί ξεχωριστή οντότητα στην δημιουργία συμβατικών σχέσεων ή και χρεών. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος 2, δεν έχει συμφωνήσει με την έκδοση του διατάγματος και αυτή η διαδικασία, δεν είναι κατάλληλη για την εξέταση του κατά πόσον συντρέχουν περιστάσεις που δικαιολογούν ο Κατηγορούμενος 2 να αποζημιώσει την Παραπονούμενη προσωπικά (βλ. το σύγγραμμα του R. R. Pennington, Directors' Personal Liability, 1η έκδοση, στο Κεφάλαιο 10). Κατάληξης, που πιστεύω ενισχύεται και από το γεγονός ότι, στον Κατηγορούμενο 2, που εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης, έχει επιβληθεί σε αυτή την υπόθεση [επιπρόσθετη] ποινή φυλάκισης, κάτι, που στην ηλικία που βρίσκεται και με τα εισοδήματα που έχει δηλώσει (και δεν έχουν, επαναλαμβάνω, αμφισβητηθεί), καθιστά αβέβαιο το κατά πόσο, όταν θα αποφυλακιστεί, θα είναι σε θέση να εξοφλήσει το σύνολο του ποσού που η Παραπονούμενη αξιώνει από αυτόν (το μέγιστο δια νόμου επιτρεπόμενο), χωρίς να κινδυνεύει να οδηγηθεί εκ νέου στην φυλακή (για το ζήτημα αυτό, βλ. επίσης το σύγγραμμα Grown Court Practise, Sentence, 1η έκδοσης, στις σελίδες από 39 έως και 43 και την εκεί αναφερόμενη νομολογία και στο σύγγραμμα των A. Pinto και M. Evans, Corporate Criminal Liability, 3η έκδοση, στην παράγραφο 10-13).
  2. Η συνήγορος της Παραπονούμενης, ζήτησε την επιδίκαση των εξόδων της διαδικασίας, προς όφελος της Παραπονούμενης. Το ζήτημα των εξόδων της ποινικής διαδικασίας και κατά πόσο αυτά δύναται να κληθεί να τα καταβάλει ο κατηγορούμενος, ρυθμίζεται από το Άρθρο 168 του Κεφ.
  3. Σύμφωνα με αυτό: «Όταν πρόσωπο καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει αυτό να καταβάλει τα έξοδα της κατηγορίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή η οποία δύναται να επιβληθεί σε αυτό και σε περίπτωση δημοσίων διώξεων τα έξοδα αυτά, όταν εισπραχθούν, καταβάλλονται στις δημόσιες προσόδους.».
  4. Όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Dias Yvan Katharina v Θεόδωρος Ευθυμίου κ. α.
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, «H άσκηση γενικά της εξουσίας για την επιδίκαση εξόδων σε ποινικές υποθέσεις αποτέλεσε το αντικείμενο συζήτησης στην Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C.
  1. Διευκρινίζεται ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα. Υπεισέρχονται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και όλοι οι άλλοι παράγοντες δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι αφορούν την έγερση ποινικής διαδικασίας.».
  2. Σύμφωνα με την νομολογία, η διαταγή για την καταβολή των εξόδων της ποινικής δίκης είναι, χωρίς να αποκλείεται, ασύνηθες τιμωρητικό μέτρο, έστω και όπου η διάρκεια της ποινής είναι σύντομη, σε περιπτώσεις που επιβάλλεται ποινή φυλάκισης (βλ. Ανδρέας Μενελάου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543). Ως εκ τούτου, και σύμφωνα πάντοτε με την νομολογία, εκτός και αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι που να δικαιολογούν διαφορετική προσέγγιση, τα έξοδα ποινικής υπόθεσης, ειδικά στην περίπτωση όπου διατάζεται η φυλάκισης του κατηγορουμένου, πρέπει να βαραίνουν τον κατήγορο (βλ. Νίκος Ευαγγέλου Αργυρού Χριστουδκιας ν Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52). 34. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει ήδη λεχθεί, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια επί του ζητήματος (βλ. Eleftherios Nicolaou v The Police
(1969)2 Α.Α.Δ. 84): (α) αν θα διατάξει τον κατηγορούμενο να καταβάλει, ως μέρος της τιμωρίας του, τα έξοδα της διαδικασίας•, και (β) σε περίπτωση που αυτό αποφασίσει, να καθορήσει και το ύψος τους, έχοντας ως γνώμονα την σοβαρότητα και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, σε συνδυασμό με τον αριθμό και τη χρονική διάρκεια των ενώπιον του εμφανίσεων (βλ. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Πάμπου Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Χάρη Βασιλείου & Σια Λτδ κ. α. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 411). Στην περίπτωση όπου το κατηγορητήριο στρέφεται εναντίον πέραν του ενός κατηγορουμένων, το Δικαστήριο, αν, κατόπιν καταδίκης των κατηγορουμένων, θα τους καταδικάσει στα έξοδα της διαδικασίας, έχει την διακριτική ευχέρεια να επιμερίσει τα έξοδα μεταξύ τους, ως κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις (βλ. Eleftherios Nicolaou v The Police
(1969)2 Α.Α.Δ. 84), ή ακόμη να διατάξει την καταβολή τους από κοινού ή χωριστά.
  1. Οι αρχές που διέπουν το προαναφερόμενο ζήτημα που αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αναλύονται στα συγγράμματα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στις σελίδες 366, 367 και 368, και Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στις σελίδες 49 και
  2. Όπως αναφέρει ο έντιμος Πρόεδρος στο σύγγραμμα του Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στην σελίδα 367: «. αντεκδικείται η καταδίκη προσώπου καταδικασθέντος σε μακρά ποινή φυλάκισης στα έξοδα εκτός εάν πρόκειται για εύπορο πρόσωπο, ως το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε στη Christofakis v The Police
(1963)1 C.L.R. 33. Ο λόγος έγκειται στο γεγονός ότι είναι ανεπιθύμητο, πρόσωπο καταδικασθέν σε μακροχρόνια φυλάκιση να καταβάλει τα έξοδα, καθότι πρέπει να του παρέχεται η ευκαιρία να κάμει νέο ξεκίνημα στη ζωή του μετά την αποφυλάκιση του, R v McKenzie
(1970)Crim. L.R. 594 (CA).». Και τούτο, επειδή, μη πληρωμή τους, αφής στιγμής αυτά εισπράττονται βάσει των προνοιών του Μέρους 4 (ΙV) του Κεφ. 155, συνεπάγει την φυλάκιση του κατηγορουμένου (βλ. Eleftherios Nicolaou v The Police
(1969)2 Α.Α.Δ. 84). Εντούτοις, ως έχει αναγνωριστεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο, το ζήτημα αυτό, μπορεί να αντιμετωπιστεί με διαταγή αναστολής εκτέλεσης του μέρους αυτού της τιμωρίας του κατηγορουμένου, ώστε να δοθεί χρόνος στον κατηγορούμενο, αφού αποφυλακιστεί, να επανενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο, να εξεύρει εργασία ή άλλα νόμιμα μέσα εισοδήματος, και να μπορέσει να καταβάλει τα έξοδα, χωρίς κίνδυνο υποτροπιασμού του προς την παρανομία (βλ. ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Γιώργος Δράκου, Πoινική Έφεση αρ. 129/2015, 15/11/2017).
  1. Πριν οποιουδήποτε άλλου, το πρώτο ζήτημα που πρέπει να σημειωθεί σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, είναι ότι, η συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αφορά δημόσια δίωξη. Ως εκ τούτου και ως εκ του γεγονότος ότι, στον Κατηγορούμενο 2, έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης η οποία θα εκτιθεί από αυτόν, διαδοχικά άλλης ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί, δεν θεωρώ ότι αρμόζει, ως μέρος της ποινικής μεταχείρισης του από το Δικαστήριο, να διαταχθεί να καταβάλει τα έξοδα της διαδικασίας στην Παραπονούμενη, τα οποία, εκ των πραγμάτων, θα βαραίνουν την ίδια.
  2. Τελική κατάληξη επί ποινής: Κατηγορία/ες Ποινή/ες Α. Στις κατηγορίες που καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος 2: 1 Α. Έξι
(6)μήνες φυλάκιση. Β. Καμία διαταγή για έξοδα. 38. Τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου 2, θα είναι διαδοχική των ποινών φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί στις ακόλουθες υποθέσεις: Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας: Υπόθεση υπ' αρ. 3648/13, απόφαση για ποινή ημερομηνίας 26/09/2017. 39. Τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155, η ποινή του Κατηγορουμένου 2, θα είναι συντρέχουσα των ποινών φυλάκισης που του επιβάλλονται στις ακόλουθες υποθέσεις: Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας: Οι ακόλουθες 52 Υποθέσεις, αποφάσεις για ποινή, όλες ημερομηνίας 30/01/2018: Υπόθεση υπ' αρ. 10822/13, Υπόθεση υπ' αρ. 11081/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1554/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1715/13, Υπόθεση υπ' αρ. 11129/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1689/13, Υπόθεση υπ' αρ. 11305/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1363/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1688/13, Υπόθεση υπ' αρ. 10639/13, Υπόθεση υπ' αρ. 10845/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1362/13, Υπόθεση υπ' αρ. 10642/13, Υπόθεση υπ' αρ. 30767/13, Υπόθεση υπ' αρ. 30769/13, Υπόθεση υπ' αρ. 10989/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1768/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1350/13, Υπόθεση υπ' αρ. 10747/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1116/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1546/13, Υπόθεση υπ' αρ. 30768/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1001/16, Υπόθεση υπ' αρ. 10988/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1542/12, Υπόθεση υπ' αρ. 1075/13, Υπόθεση υπ' αρ. 23530/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1063/13, Υπόθεση υπ' αρ. 10513/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1016/17, Υπόθεση υπ' αρ. 11082/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1602/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1117/13, Υπόθεση υπ' αρ. 10627/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1273/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1451/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1596/13, Υπόθεση υπ' αρ. 10607/13, Υπόθεση υπ' αρ. 23670/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1370/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1368/13, Υπόθεση υπ' αρ. 11229/13, Υπόθεση υπ' αρ. 11131/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1522/16, Υπόθεση υπ' αρ. 1618/13, Υπόθεση υπ' αρ. 10889/13, Υπόθεση υπ' αρ. 11123/12, Υπόθεση υπ' αρ. 1662/13, Υπόθεση υπ' αρ. 11144/13, Υπόθεση υπ' αρ. 10749/13, Υπόθεση υπ' αρ. 1755/13, Υπόθεση υπ' αρ. 30582/13. 40. Στο Δικαστήριο, δεν έχουν εκτεθεί γεγονότα που να αφορούν άλλες καταδίκες και ποινές φυλάκισης που τυχόν να έχουν επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2. Υπό αυτές τις περιστάσεις και στην απουσία επίσημης απόδειξης τέτοιων ποινών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει ως δικαστικά γνωστές ποινές φυλάκισης που τυχόν να του έχουν επιβληθεί (βλ. το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο Της Απόδειξης, Δικονομικές Και Ουσιαστικές Πτυχές, έκδοσης 2014, στις σελίδες από 253 έως και 274 και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Αστυνομία ν Καραβία
(1958)23 C.L.R. 108, Re Μιχάλης Ευαγγέλου
(2003)1Α Α.Α.Δ 297, Re E.M.K. Snack Pub
(2003)1 Α.Α.Δ. 292, Καψός ν Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(2002)4Α Α.Α.Δ. 104, Re Χαράλαμπος Γιάγκου (Αρ. 1)
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1265, Φάττας ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 127). Συνεπώς, κατ' εφαρμογής των διατάξεων του Άρθρου 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 και στο βαθμό που δεν έχει γίνει ειδική πρόνοια στην απόφαση αυτή του Δικαστηρίου επί του ζητήματος, στην περίπτωση όπου ο Κατηγορούμενος 2 εκτίει ποινή φυλάκισης πέραν της προαναφερόμενης που του επιβλήθηκε στην Υπόθεση υπ' αρ. 3648/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (απόφαση για ποινή ημερομηνίας 26/09/2017), ο Κατηγορούμενος 2 θα ξεκινήσει να εκτίει την ποινή που του έχει επιβληθεί στην υπόθεση αυτή, διαδοχικά της συνολικής περιόδου φυλάκισης στην οποία είναι ήδη υποκείμενος (βλ. την αγγλική Δικαστική Πρακτική [1962] 1 All.E.R. 417). (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Από τις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων Cylaw και Leginet στις οποίες γίνεται δημοσίευσης των αποφάσεων των Δικαστηρίων. Σε ότι αφορά τις εν λόγω αποφάσεις, αφής στιγμής έχουν δηλωθεί από τους διαδίκους ως παραδεκτές και έχουν δημοσιευθεί σε βάση δεδομένων αξιόπιστη για την ακρίβεια των αρχείων της, λαμβάνω δικαστική γνώση. Βλ. Cross & Tapper on Evidence, 12η έκδοση, στις σελίδες 77 και 80, Murphy on Evidence, 14η έκδοση, στην παράγραφο 20.6 και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Bondar v Κυπριακής Δημοκρατίας 2005 4(Α) Α.Α.Δ.33). [2] Βλ. την υποσημείωση 1 ανωτέρω. [3] Με εξαίρεση αυτές που αφορούν υποθέσεις που έχουν καταχωρηθεί με παραπονούμενο το ίδιο πρόσωπο. [i] Βλ. επίσης και στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1811, στην παράγραφο Ε.1.1. [ii] Βλ. τον Περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμος του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008. [iii] Βλ. Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.245. [iv] Βλ. Χρίστου Μιχαήλ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 130/2013, ημερομηνίας 16/05/2014, Γενικός Εισαγγελέας ν Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση 98/2012, ημερομηνίας 19/02/2013, Γενικός Εισαγγελέας ν Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ.331 και Κλεοβούλου ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57. [v] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ.373, Χρίστος Αντωνίου Χρίστου ν Μάρκου Αδάμου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 772, Μενέλαος Νικολάου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 195/2014, 20/03/2015, Πέτρος Σαμπουκασίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 37/2015, 08/04/2015 και Κωνσταντίνος Γεωργίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2016, 19/07/2016. [vi] Βλ. Χρίστος Αντωνίου Χρίστου ν Μάρκου Αδάμου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 772 και Γενικός Εισαγγελέας ν Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. [vii] Βλ., μεταξύ άλλων, Σάββας Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Κώστα Χαραλάμπους Τραλαλάς ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323, Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Γενικός Εισαγγελέας ν Οδυσσέα Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, Γενικός Εισαγγελέας ν Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Μαρία Ηλιάδη ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.412, Κωνσταντίνου ν Αστυνομία
(2009)2Α.Α.Δ. 582 και Σκεύη Χριστοδούλου ν Αστυνομία
(2010)2 Α.Α.Δ. 22. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, όπου αναλύθηκαν τα κριτήρια που εφαρμόζονται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, τονίστηκε ότι: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν από τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήταν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» [viii] Το Άρθρο 26 του Κεφ. 154 προνοεί: «26. Το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει τις ακόλουθες ποινές: (α) φυλάκιση διά βίου (β) φυλάκιση (γ) χρηματική ποινή (δ) καταβολή αποζημίωσης (ε) παροχή εγγύησης για την τήρηση της τάξης και καλή διαγωγή ή για προσέλευση για ακρόαση δικαστικής απόφασης (στ) επιτήρηση (ζ) οποιαδήποτε άλλη ποινή ή μεταχείριση επιβάλλεται δυνάμει άλλου νόμου.». [ix] Το Άρθρο 24 του Νόμου 14/1960 προνοεί: «24.-
(1)Έκαστoς Πρόεδρoς Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, έκαστoς Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής και έκαστoς Επαρχιακός Δικαστής θα έχωσιv αρμoδιότητα vα εκδικάζωσι συvoπτικώς πάvτα τα αδικήματα τα τιμωρoύμεvα με φυλάκισιv διά περίoδov μη υπερβαίvoυσαv τα πέντε έτη ή με πρόστιμov μη υπερβαίvov τας πεvήvτα χιλιάδες λίρες ή με αμφoτέρας τας πoιvάς και δύvαvται επιπρoσθέτως ή εv υπoκαταστάσει oιασδήπoτε τoιαύτης τιμωρίας, vα διατάξωσιv oιovδήπoτε πρόσωπov καταδικασθέv υπ' αυτώv όπως πληρώση πρoς oιovδήπoτε πρόσωπov βλαβέv υπό τoυ αδικήματoς αυτoύ, απoζημίωσιv μη υπερβαίvoυσαv τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000,00).
(2)Παρά πάσαv διάταξιv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, Πρόεδρoς Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής, τη συγκαταθέσει τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας, θα έχη αρμoδιότητα vα εκδικάζη συvoπτικώς oιovδήπoτε αδίκημα, εάv είvαι ικαvoπoιημέvoς ότι τo τoιoύτov είvαι σκόπιμov, λαμβαvoμέvωv υπ' όψιv όλωv τωv περιστατικώv της υπoθέσεως περιλαμβαvoμέvης και της επαρκείας της τιμωρίας ή της απoζημιώσεως τηv oπoίαv o Πρόεδρoς τoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή o Επαρχιακός Δικαστής έχει εξoυσίαv δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ vα επιβάλη ή επιδικάση: Νoείται ότι oιαδήπoτε επιβληθείσα τιμωρία ή oιαδήπoτε επιδικασθείσα απoζημίωσις δεv θα υπερβαίvη τηv τιμωρίαv ή τηv απoζημίωσιv τηv oπoίαv Πρόεδρoς Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής, ως είvαι η περίπτωσις, έχει εξoυσίαv vα επιβάλη ή επιδικάση δυvάμει τoυ εδαφίoυ
(1).». Εν προκειμένω, βλέπε και τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Charalambos Charalambous v The Police
(1982)2 Α.Α.Δ. 285, ως προς το πώς διαχωρίζονται η χρηματική ποινή από την διαταγή καταβολής αποζημίωσης. [x] Βλ. Charalambos Charalambous v The Police
(1982)2 Α.Α.Δ. 285 και το σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Ε. Δ., Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα 36. Εντούτοις, βλέπε και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Yiangos Katsari a. o. v Androulla Hambi
(1969)1 CLR
  1. [xi] Βλ. το σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Ε. Δ., Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στην σελίδα
  2. [xii] Εντούτοις, βλέπε ως έχει προαναφερθεί την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Charalambos Charalambous v The Police
(1982)2 Α.Α.Δ. 285. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.