← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Ανδρέα Σταυρινού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14622/17, 31/1/2018

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Ανδρέα Σταυρινού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14622/17, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:3 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14622/17 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. 1. Ανδρέα Σταυρινού 2. Ιωάννη Ματσάγκου 3. Παναγιώτη Χατζηνεοφύτου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Καραολίδου για Γενικό Εισαγγελέα Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Ε. Πουργουρίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Π. Σταύρου Κατηγορούμενοι 1-3 παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Δίκη εντός Δίκης αρ. 1) Οι Κατηγορούμενοι 1-3 αντιμετωπίζουν από κοινού συνολικά 10 κατηγορίες για αδικήματα (
  2. i)συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και κατοχής εκρηκτικών υλών, (
  3. ii)κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β, ήτοι 7 κιλά και 84.66 γρ. κοκαΐνης και 5 κιλά και 192.74 γρ. κάνναβης, και (iii) κατοχής εκρηκτικών υλών, ήτοι 11 σφαίρες, ένα βραδύκαυστο ακαριαίο σχοινί μήκους 225 μμ., δύο πυροκροτητές, ένα κομμάτι ΤΝΤ βάρους μίας λίβρας και ένα κομμάτι ΤΝΤ βάρους 0,5 λίβρας. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για νομιμοποίηση εσόδων για το συνολικό ποσό των €7.100, ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει δύο αντίστοιχες κατηγορίες για το ποσό των €28.640 και ο Κατηγορούμενος 3 αντίστοιχη κατηγορία για το ποσό των €215. Τέλος ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει κατηγορία για κάπνισμα φυτού κάνναβης. Ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 3 οι οποίοι δήλωσαν μη παραδοχή. Σημειώνεται πως ποινή θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 μετά το πέρας της ακρόασης για τους άλλους δύο Κατηγορούμενους. Κατά την ακροαματική διαδικασία στην κυρίως Δίκη ο πρώτος μάρτυρας Κατηγορίας ήταν ο Αστ. 3490 Γερόλεμος Γερολέμου, ο οποίος ήταν ο χειριστής τεκμηρίων της υπόθεσης. Όταν επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήρια αριθμό συσκευών κινητών τηλεφώνων με κάρτες και χρηματικό ποσό, τα οποία κατ΄ ισχυρισμόν παραλήφθηκαν με βάση Γραπτή Συγκατάθεση για έρευνα στην οικία του Κατηγορουμένου 1, η οποία φέρεται να υπεγράφη από τον γιο του Κατηγορουμένου 1, Λούκα Σταυρινού, ο συνήγορος Υπεράσπισης έφερε ένσταση στην κατάθεση του εν λόγω εγγράφου καθότι εισηγήθηκε πως είτε το έγγραφο δεν φέρει τη γνήσια υπογραφή του Λούκα Σταυρινού είτε ο Λούκας Σταυρινού δεν είχε τέτοια ιδιότητα σε σχέση με την οικία του πατέρα του για να είναι δυνατό να δώσει νόμιμη εξουσιοδότηση για έρευνα της οικίας. Ως εκ τούτου ο συνήγορος έθεσε θέμα μη νόμιμης έρευνας λόγω παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου 1 και κατά συνέπεια του μη αποδεκτού της κατάθεσης αυτού του εγγράφου. Έτσι κατατέθηκε στα πλαίσια της κυρίως Δίκης αντίγραφο της Γραπτής Συγκατάθεσης ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α, το οποίο αντικαταστάθηκε κατά τη Δίκη εντός Δίκης με το πρωτότυπο. Στην πιο πάνω βάση διεξήχθη Δίκη εντός Δίκης για να αποφασιστεί η δεκτότητα της Γραπτής Συγκατάθεσης και κατά συνέπεια, βεβαίως, και των παραληφθέντων τεκμηρίων. Ο πρώτος μάρτυρας στη Δίκη εντός Δίκης ήταν ο Αστ. 3490 (Μ.Κ.1) ο οποίος κατέθεσε τα παραληφθέντα τεκμήρια, ήτοι 32 κινητά τηλέφωνα, τα 26 με τις κάρτες τους, και το χρηματικό ποσό των €7.000, τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Β. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν ακόμα ο Αρχιλοχίας 4700 Θέμης Αναστασίου, η Γ./Αστ. 3827 Χρυσοβαλάντω Ακούραστου, ο Αρχιαστυφ. 2690 Αντρέας Παντελή, ο Λοχ. 193 Δήμος Σωκράτους και ο Αστ. 3611 Βλαδίμηρος Αναξαγόρου, (Μ.Κ.2, 3, 4, 5 και 7) οι οποίοι αναφέρθηκαν στην έκδοση εντάλματος έρευνας το οποίο διεφάνη πως αφορούσε σε λανθασμένη διεύθυνση, στις συνθήκες αφενός λήψης της Γραπτής Συγκατάθεσης από τον Λούκα Σταυρινού για έρευνα της οικίας και αφετέρου διεξαγωγής της έρευνας και παραλαβής των τεκμηρίων και ακολούθως στη μετάβαση όλων στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού, όπου τα τεκμήρια σφραγίστηκαν και παραλήφθηκαν, στην παρουσία και έναντι της υπογραφής του Λούκα Σταυρινού. Μαρτυρία έδωσε επίσης ο Λοχ. 193 Δήμος Σωκράτους (Μ.Κ.6) ο οποίος κατέθεσε τις καταθέσεις που έλαβε από τον Λούκα Σταυρινού και την Παναγιώτα Σύμιλλου, σύζυγο του Κατηγορουμένου 1, καθώς επίσης και τα σχετικά έντυπα Αστ. 34Δ τα οποία συνοδεύουν τις καταθέσεις και περιλαμβάνουν τα στοιχεία των καταθετών. Από πλευράς Υπεράσπισης δεν προσκομίστηκε μαρτυρία. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 προέβαλε διάφορες εισηγήσεις, και συγκεκριμένα πως δεν έχει αποδειχθεί ότι η Γραπτή Συγκατάθεση δόθηκε με ελεύθερη βούληση, πως η Συγκατάθεση νομιμοποιούσε μονό τη διεξαγωγή έρευνας για εντοπισμό ναρκωτικών και δεν νομιμοποιούσε κατάσχεση οποιωνδήποτε άλλων αντικειμένων, και ειδικότερα των κινητών τηλεφώνων τα οποία φέρονται να ανήκαν στον Κατηγορούμενο 1, καθότι σε καμιά περίπτωση ο Λούκας Σταυρινού δεν νομιμοποιείτο να δώσει συγκατάθεση για παραλαβή περιουσίας η οποία ανήκε σε τρίτο πρόσωπο, και τέλος πως η Συγκατάθεση για έρευνα είχε ανακληθεί σε κάποιο στάδιο. Ως εκ τούτου ο κ. Πουργουρίδης ισχυρίστηκε πως η έρευνα και λήψη των τεκμηρίων είναι παράνομη και αντισυνταγματική. Εδώ είναι κατάλληλο το στάδιο να σημειώσουμε πως παρόλο που η ένσταση στηρίζετο στο ότι η είσοδος της Αστυνομίας στην οικία και η έρευνα αυτής ήταν παράνομη και έγινε κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου 1, στα πλαίσια της μαρτυρίας στη Δίκης εντός Δίκης ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν περιορίστηκε στην προώθηση των κύριων θέσεων τις οποίες είχε επικαλεστεί ως βάση της ένστασης του, αλλά υπέβαλε και άλλες θέσεις προς τους μάρτυρες, όπως το ότι η υπογραφή του Λούκα Σταυρινού αποσπάστηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, για να καταλήξει στην αγόρευση του να θέτει την επιχειρηματολογία του σε άλλη βάση. Παρά ταύτα θεωρούμε πως οι εισηγήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης εμπίπτουν εντός της ένστασης του περί παρανομίας και αντισυνταγματικότητας της έρευνας και επομένως θα τύχουν εξέτασης. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εξέφρασε αντίθετη θέση, ήτοι πως η βάση της ένστασης έχει καταρριφθεί εφόσον έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι η Γραπτή Συγκατάθεση έχει υπογραφεί από τον Λούκα Σταυρινού ο οποίος είχε εξουσία να δώσει τέτοια Συγκατάθεση και ότι η έρευνα και η παραλαβή των τεκμηρίων έγιναν καθόλα νόμιμα. Είναι καθιερωμένη αρχή πως είναι ανεπίτρεπτη η προσαγωγή μαρτυρίας η οποία εξασφαλίζεται με παραβίαση συνταγματικά κατοχυρωμένου ανθρώπινου δικαιώματος (βλ. Police v. Georghiades

(1983)2 C.L.R. 33). Όπως συναφώς τονίστηκε στην υπόθεση Αστυνομία v. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147: «Ο αποκλεισμός μαρτυρίας η οποία λαμβάνεται κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου (εκτός όπου η παρέκκλιση εξουσιοδοτείται με νόμο για τους σκοπούς που καθορίζει το Σύνταγμα) είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται κανένα συμβιβασμό ή εξαίρεση.» Στα πλαίσια της Δίκης εντός Δίκης η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η λήψη μαρτυρίας έγινε νόμιμα προς πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Συντάγματος. Αναπόφευκτα, η απόδειξη του τρόπου εξασφάλισης της υπό εξέταση μαρτυρίας συνεπάγεται τη διατύπωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση μαρτυρίας σε μια Δίκη εντός Δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και μόνο στον βαθμό που κρίνεται απολύτως απαραίτητο για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα της Δίκης εντός Δίκης. Δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα που δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του. Είναι πάγια νομολογημένο ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορουμένου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 και Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R
  1. Είναι λοιπόν μέσα σε αυτά τα πλαίσια που θα προσεγγίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία και θα διατυπώσουμε τα απολύτως απαραίτητα ευρήματα μας στον βαθμό που αυτά είναι αρκετά για να καλύψουν τους περιορισμένους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας. Αρχικά αναφέρουμε πως οι μάρτυρες που κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή, ήτοι οι Μ.Κ.2, 3, 4, 5 και 7, ως οι άμεσα εμπλεκόμενοι στα γεγονότα τα οποία σχετίζονται με τη λήψη της Γραπτής Συγκατάθεσης, την έρευνα και την παραλαβή τεκμηρίων, έδωσαν ο καθένας χωριστά μια σαφή, σταθερή και λεπτομερή αναφορά στα γεγονότα. Όλοι οι μάρτυρες αναφέρθηκαν στα γεγονότα τα οποία περιέπεσαν στη δική τους αντίληψη και δεν δίστασαν να αναγνωρίσουν πως για κάποια ζητήματα δεν είχαν άμεση εμπλοκή ούτε και γνώση ή να επικαλεστούν αδυναμία μνήμης ούτως ώστε να μην ήταν σε θέση να εκφέρουν άποψη επί αυτών. Διαφάνηκε πως όλοι αυτοί οι μάρτυρες δεν εκφράστηκαν με πανομοιότυπο τρόπο, στοιχείο το οποίο δείχνει την έλλειψη προσυνεννόησης μεταξύ τους. Παρόλο που δέχθηκαν πως την προηγούμενη της μαρτυρίας τους βρίσκονταν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. και πως είχαν και συνάντηση με τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, εντούτοις δεν προκύπτει πως είχαν όλοι μαζί συνάντηση ή πως συνομίλησαν όλοι μεταξύ τους για την υπόθεση με σκοπό την προσυνεννόηση τους για τη μαρτυρία τους. Μάλιστα η Μ.Κ.3 ανέφερε, χωρίς να αμφισβητηθεί, πως κατά τη δική της χωριστή συνάντηση με τη συνήγορο, η μάρτυρας την ενημέρωσε για τις δικές της ενέργειες καθότι δεν είχε προβεί σε κατάθεση για την παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία όλων αυτών των μαρτύρων, ιδωμένη στο σύνολο της, παρουσιάζει συνοχή και συνέπεια όσον αφορά την ουσία των γεγονότων, με αποτέλεσμα η μαρτυρία του ενός να συμπληρώνει τον άλλο και να απολήγει σε μια ολοκληρωμένη και σταθερή εκδοχή αναφορικά με την όλη εξέλιξη των γεγονότων. Όσον αφορά στον Μ.Κ.6, αυτός περιορίστηκε σε δικές του ενέργειες και στην κατάθεση των σχετικών εγγράφων και δεν έτυχε αντεξέτασης. Σημειώνεται επίσης πως οι όποιες υποβολές ή θέσεις της Υπεράσπισης παρέμειναν απλές τοποθετήσεις χωρίς να τεκμηριώθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο. Μάλιστα, κάποιες θέσεις της Υπεράσπισης αντικρούστηκαν επαρκώς από την προσαχθείσα μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, όπως ο χώρος διαμονής του Λούκα Σταυρινού. Πριν προχωρήσουμε στη διατύπωση ευρημάτων, θεωρούμε σκόπιμο να ασχοληθούμε με την παρατήρηση του συνηγόρου Υπεράσπισης πως η Γραπτή Συγκατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση και ως τέτοιο δεν έχει αποδεικτική αξία. Διαφωνούμε με αυτή τη θέση καθότι η Γραπτή Συγκατάθεση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Δίκης εντός Δίκης και, με την απόφαση του Δικαστηρίου για διεξαγωγή αυτής, κατατέθηκε στην κυρίως Δίκη ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α και παρέμεινε ως τέτοιο με την απλή αντικατάσταση του πρωτοτύπου κατά τη διάρκεια της Δίκης εντός Δίκης. Μόνο σε περίπτωση που η Γραπτή Συγκατάθεση ήθελε γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο τότε θα κατατεθεί ως Τεκμήριο στα πλαίσια της κυρίως Δίκης, αλλιώς θα παραμείνει Τεκμήριο προς Αναγνώριση χωρίς αποδεικτική αξία. Σημειώνουμε πως και τα αντικείμενα, τηλέφωνα και το χρηματικό ποσό, κατατέθηκαν ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση, με βάση το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής και με τη σαφή διευκρίνιση πως εφόσον πρόκειται για το προϊόν της έρευνας, η δεκτότητα τους συνδέεται και εξαρτάται απολύτως από τη δεκτότητα του Τεκμηρίου προς Αναγνώριση Α. Είναι επίσης ξεκάθαρο πως η κατάθεση των Τεκμηρίων προς Αναγνώριση έγινε σε αντιπαραβολή με τα υπόλοιπα Τεκμήρια Δίκης εντός Δίκης τα οποία δεν αποτελούν επίμαχο αντικείμενο δεκτότητας. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τάκης Ηλιάδης & Νικόλας Β. Σάντης, σελ. 902: «Αν το Δικαστήριο διατάξει δίκη εντός δίκης . η επίδικη ομολογία κατατίθεται ως τεκμήριο για αναγνώριση από τον αρμόδιο μάρτυρα, ενώ (συνήθως), καταθέτει στα πλαίσια της κυρίως δίκης και πριν την έναρξη της δίκης εντός δίκης. Ειδεμή, κατατίθεται ως τεκμήριο στη δίκη εντός δίκης. .. Αν η ομολογία γίνει τελικώς αποδεκτή, κατατίθεται ως κανονικό τεκμήριο στην κυρίως δίκη μετά την έναρξη ή επανέναρξη της διαδικασίας ... Αν το αίτημα απορριφθεί, η ομολογία δεν κατατίθεται ως τεκμήριο στη δίκη και παραμένει ως τεκμήριο για αναγνώριση είτε στην κυρίως δίκη είτε στη δίκη εντός δίκη αναλόγως της περίπτωσης, χωρίς να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία.» Επανερχόμενοι στη μαρτυρία, δεχόμαστε την κοινή τοποθέτηση των Μ.Κ.2, 3, 4, 5 και 7 πως στις 13.4.16, στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης κατοχής ναρκωτικών η οποία φέρεται να είχε διαπραχθεί στις Βρετανικές Βάσεις και για την οποία είχε συλληφθεί ο Κατηγορούμενος 1, έλαβαν οδηγίες για έρευνα της οικίας του Κατηγορουμένου
  2. Δεχόμαστε την αναντίλεκτη θέση της Μ.Κ.3 πως κατόπιν αίτησης της, στις 13.4.16 και ώρα 19:10 εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα έρευνας της οικίας στη γωνία των οδών Κιλκίς και Νίκου Καραντώνη 4 στη Λεμεσό, Τεκμήριο
  3. Στη βάση της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων, δεχόμαστε πως όταν μετέβησαν εκεί, γύρω στις 19:30, αντιλήφθηκαν πως η αναγραφόμενη στο ένταλμα διεύθυνση ήταν λανθασμένη καθότι εκεί βρισκόταν υπεραγορά ενώ η οικία βρισκόταν δίπλα στην οδό Κιλκίς
  4. Ενόσω συζητούσαν και ανέμεναν οδηγίες για ενδεχόμενη έκδοση νέου εντάλματος, εκεί έφθασε ένα όχημα και κατέβηκε ένα νεαρό πρόσωπο το οποίο είδε την ομάδα των Αστυνομικών και τους πλησίασε για να μάθει τι ήθελαν. Σύμφωνα με την κοινή μαρτυρία των Μ.Κ.2, 3 και 5 ο Μ.Κ.2, ο οποίος βρισκόταν μαζί με τη Μ.Κ.3, του εξήγησε πως είναι Αστυνομικοί και τον ρώτησε το όνομα του. Αυτός απάντησε πως είναι ο Λούκας Σταυρινού και διαμένει στην οικία που βρισκόταν ακριβώς δίπλα από την υπεραγορά. Ο Μ.Κ.2 τον ρώτησε εάν είναι γιος του Ανδρέα Σταυρινού, Κατηγορουμένου 1, και αυτός απάντησε θετικά και είπε πως διαμένει με τους γονείς του. Η διαμονή του Λούκα Σταυρινού με τους γονείς του στη συγκεκριμένη διεύθυνση προκύπτει επίσης από το περιεχόμενο των καταθέσεων του ιδίου και της μητέρας του, ημ. 19 και 24.4.16 αντίστοιχα, και των Εντύπων Αστ. 34Δ, Τεκμήρια 4-7, η λήψη των οποίων παρέμεινε αναντίλεκτη, όπου και οι δύο αναφέρουν και δηλώνουν πως αυτός διαμένει με τους γονείς του στην εν λόγω διεύθυνση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων καθώς επίσης και του Εντ. Αστ. 34Δ που αφορά τον Λούκα Σταυρινού, προκύπτει πως στις 13.4.16 αυτός ήταν ηλικίας 21 ½ ετών, δευτεροετής φοιτητής Νομικής στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Σημειώνεται ακόμα πως στην κατάθεση του, Τεκμήριο 4, ο Λούκας Σταυρινού, ανέφερε πως εκείνη τη μέρα και περί τις 19:30 έφυγε από το σπίτι για να πάει στο περίπτερο και στην επιστροφή του, με την άφιξη του στο σπίτι, είδε ακριβώς απέναντι ομάδα Αστυνομικών. Τότε ο Μ.Κ.2 εξήγησε στον Λούκα Σταυρινού πως ο πατέρας του είχε συλληφθεί για διερευνώμενη υπόθεση ναρκωτικών και πως στα πλαίσια των εξετάσεων ήθελαν να κάνουν έρευνα στην οικία του. Τον ρώτησε κατά πόσο έδινε τη συγκατάθεση του για την έρευνα και του εξήγησε πως είχε το δικαίωμα να μην δώσει τέτοια συγκατάθεση και να μην υπογράψει. Αυτός ανέφερε πως δεν είχε πρόβλημα και έτσι η Μ.Κ.3 η οποία είχε κενά έντυπα Γραπτής Συγκατάθεσης για έρευνα στο φάιλ που κρατούσε, συμπλήρωσε τα στοιχεία του Λούκα Σταυρινού ο οποίος στη συνέχεια την υπέγραψε. Λόγω του ότι αυτός έβαλε μόνο την υπογραφή του η Μ.Κ.3 του ζήτησε και αυτός έγραψε επίσης ολογράφως το όνομα του, όπως φαίνεται στη Γραπτή Συγκατάθεση, Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α. Εδώ σημειώνουμε πως η αδυναμία της Μ.Κ.3 να τοποθετηθεί με ακρίβεια κατά πόσο η ίδια έδωσε το έγγραφο στον Λούκα Σταυρινού για υπογραφή ή κατά πόσο άλλος συνάδελφος έπραξε τούτο δεν ενέχει σημασία εφόσον και οι τρεις μάρτυρες ήταν σαφείς πως όντως ο Σταυρινού έθεσε την υπογραφή του υπό αυτές τις συνθήκες. Οι δε Μ.Κ.4 και 6 δήλωσαν ευθέως πως δεν άκουσαν τη στιχομυθία μεταξύ του Μ.Κ.2 και του Λούκα Σταυρινού και ακόμα δεν είδαν τον τελευταίο να υπογράφει τη Συγκατάθεση. Δεχόμαστε επίσης την κοινή μαρτυρία των Μ.Κ.2, 3 και 5 πως δεν είχε γίνει οποιαδήποτε αναφορά στον Λούκα Σταυρινού για την ύπαρξη του εντάλματος έρευνας. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε τον Λούκα Σταυρινού εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Η υποβολή πως η Συγκατάθεση υπεγράφη μετά την ολοκλήρωση της έρευνας στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. καταρρίφθηκε επαρκώς και πειστικά με τη σταθερή άρνηση και συνεπή θέση όλων των εμπλεκομένων μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι επέμεναν στην πιο πάνω περιγραφή. Δεχόμαστε επίσης την κοινή τοποθέτηση των Μ.Κ.2, 3 και 5 πως ακολούθως ο Λούκας Σταυρινού οδήγησε την Αστυνομία εντός της οικίας στην οδό Κιλκίς 3, και ανοίγοντας τους από την πίσω πόρτα της κουζίνας. Δεχόμαστε επίσης πως ο Λούκας Σταυρινού κατείχε το κλειδί με το οποίο άνοιξε την κάτω οικία, την οποία και υπέδειξε στην Αστυνομία ως τον χώρο διαμονής του, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην πάνω οικία η οποία δεν έχει εσωτερική σύνδεση ή πρόσβαση με την κάτω οικία. Εκεί οι Μ.Κ.4 και 5 διεξήγαγαν την έρευνα μεταξύ των ωρών 19:50-20:50, στην παρουσία του Λούκα Σταυρινού και παρέλαβαν τα τηλέφωνα και το χρηματικό ποσό από διάφορους χώρους και σημεία εντός της οικίας. Κατόπιν υπόδειξης του κάθε αντικειμένου στον Σταυρινού και επίστησης της προσοχής του, αυτός έδινε μια απάντηση, τις πλείστες φορές πως αυτά ανήκαν στον πατέρα του, και ακολούθως οι μάρτυρες τα παραλάμβαναν. Δεχόμαστε τη θέση των Μ.Κ.2 και 4 πως αυτά παραλήφθηκαν για περαιτέρω εξετάσεις στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης ναρκωτικών και πως κατά την παραλαβή τους ο Λούκας Σταυρινού δεν εξέφραζε την άρνηση του, καθώς επίσης και πως όλη αυτή η διαδικασία καταγράφηκε από τον Μ.Κ.5 στην πιστοποίηση η οποία είναι συνημμένη στη Συγκατάθεση, Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α, και φέρει την υπογραφή του μάρτυρος (Μ.Κ.5). Αποτελεί εύρημα μας η κοινή μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων πως κατά την είσοδο των Αστυνομικών στην οικία, δεν υπήρχε κανείς και πως, όπως είπε ο Μ.Κ.4, η τηλεόραση ήταν ανοικτή και εκεί κοντά υπήρχε ένα κινητό τηλέφωνο σε φορτιστή το οποίο ο Λούκας Σταυρινού του είπε ότι είναι δικό του. Σε κάποιο στάδιο προσήλθε η αδελφή του Κατηγορουμένου, Στέλλα Μαλά, η οποία τους ανέφερε πως είναι δικηγόρος και ζήτησε να δει κατά πόσο είχαν ένταλμα έρευνας. Της ανέφεραν πως είχαν Γραπτή Συγκατάθεση και ο Μ.Κ.2 έδωσε οδηγίες προς τη Μ.Κ.3 η οποία και της την έδειξε. Αποτελεί εύρημα μας και η θέση του Μ.Κ.2 πως αφότου ξεκίνησε η έρευνα ο Λούκας Σταυρινού μίλησε με τη μητέρα του τηλεφωνικώς και ακολούθως αυτός έδωσε το τηλέφωνο στον μάρτυρα ο οποίος επίσης συνομίλησε μαζί της. Παρά την αρχική δυσκολία του μάρτυρος να θυμηθεί κάτι τέτοιο, θεωρούμε λογική τη θέση του πως η αποκάλυψη αυτού του γεγονότος καταδεικνύει την ειλικρίνεια και επιθυμία του να αναφέρει όλα όσα ήταν σε θέση να θυμηθεί. Η θέση του κ. Πουργουρίδη πως ο Μ.Κ.2 δέχθηκε ότι η Παναγιώτα Σύμιλλου του είπε πως δεν ήθελε να μπουν στο σπίτι και κάνουν έρευνα ουδόλως προκύπτει από τη μαρτυρία και δη τις απαντήσεις του Μ.Κ.2 o οποίος επιβεβαίωσε μόνο τη συνομιλία μαζί της αλλά όχι το τεθέν από την Υπεράσπιση περιεχόμενο αυτής, ούτε και προκύπτει από τις καταθέσεις, Τεκμήρια 4 και
  5. Στην κατάθεση του ο Λούκας Σταυρινού δεν κάνει αναφορά σε τέτοιο τηλεφώνημα ενώ στη δική της κατάθεση η Παναγιώτα Σύμιλλου αναφέρεται σε τηλεφωνική της συνομιλία με τον γιο της και πληροφόρηση της από τον ίδιο για την παρουσία της Αστυνομίας και ότι ήθελαν να κάνουν έρευνα. Οι υπόλοιπες ενέργειες και πάλι αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των μαρτύρων και επομένως γίνονται δεκτές. Ως εκ τούτου δεχόμαστε πως κατά την έρευνα η Μ.Κ.3 λάμβανε πρόχειρες σημειώσεις και πως μετά το πέρας της έρευνας μετέβησαν όλοι στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού. Ο Λούκας Σταυρινού μετέβη εκεί με το όχημα του και συνοδηγό τον Μ.Κ.
  6. Η Μ.Κ.3 με τη βοήθεια του Μ.Κ.7, ετοίμασε ένα ηλεκτρονικό κατάλογο τεκμηρίων, ενώ οι Μ.Κ.4 και 5 παρέδωσαν τα τεκμήρια στον Μ.Κ.7 ο οποίος ταυτόχρονα ασχολήθηκε με την σφράγιση των τεκμηρίων, στην παρουσία του Λούκα Σταυρινού ο οποίος και τα υπέγραψε. Ο Μ.Κ.7 αναγνώρισε την υπογραφή του Σταυρινού στο Τεκμήριο προς Αναγνώριση Β. Εν τω μεταξύ οι Μ.Κ.4 και 5 είχαν αποχωρήσει για περαιτέρω έρευνες για την παρούσα υπόθεση. Ο Μ.Κ.7 ετοίμασε και δύο Αποδείξεις Παραλαβής των τεκμηρίων, τις οποίες έδωσε στους Μ.Κ.4 και 5 ξεχωριστά όταν αυτοί επέστρεψαν στα γραφεία, γύρω στα μεσάνυκτα, και τις υπέγραψαν τόσο οι ίδιοι όσο και ο Λούκας Σταυρινού στην παρουσία και του Μ.Κ.7, Τεκμήρια 2 και
  7. Εδώ σημειώνουμε πως οι Μ.Κ.3 και 7 συμφωνούν πως ο ηλεκτρονικός κατάλογος τον οποίο ετοίμασαν ήταν πρόχειρος και πως βάσει αυτού ο Μ.Κ.7 προχώρησε στην ετοιμασία των ετικέτων για σκοπούς σφράγισης των τεκμηρίων και των δύο Αποδείξεων Παραλαβής, εξ ου και κρίνεται λογική η άρνηση της Μ.Κ.3 να αναγνωρίσει τις Αποδείξεις εφόσον δεν έγιναν από την ίδια ούτε και στην παρουσία της. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, προκύπτει σαφώς πως στην προκειμένη περίπτωση η έρευνα η οποία διεξήχθη στην οικία του Κατηγορουμένου 1 δεν βασίστηκε στο εκδοθέν ένταλμα έρευνας, Τεκμήριο 1, καθότι αυτό αναφέρετο σε λανθασμένη διεύθυνση. Η έρευνα στην οικία του Κατηγορουμένου 1 που βρίσκεται στην οδό Κιλκίς 3, βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο στη Γραπτή Συγκατάθεση η οποία λήφθηκε από τον Λούκα Σταυρινού, Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Kozina
(1999)2 Α.Α.Δ. 503, το άρθρο 25 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ρυθμίζει τις προϋποθέσεις διεξαγωγής έρευνας χωρίς ένταλμα, οι πρόνοιες του οποίου πρέπει να διαβάζονται και να εφαρμόζονται υπό το φως των διατάξεων του Συντάγματος. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126, η οποία αφορούσε ναρκωτικά και είχε τεθεί ζήτημα νομιμότητας και συνταγματικότητας της ανακοπής και ακινητοποίησης του οχήματος του κατηγορουμένου με σκοπό την έρευνα, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στις πρόνοιες του περί Αστυνομίας Νόμου, Κεφ. 285 και του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, 29/77, οι οποίες παρέχουν εξουσία για ανακοπή και έρευνα και πρόσθεσε πως «. οι περιορισμοί ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής έρευνας πηγάζουν από το Νόμο και όχι από το Σύνταγμα, το άρθρο 16 του οποίου θέτει ειδικές προϋποθέσεις μόνο ως προς την έρευνα κατοικίας». Αυτό το απόσπασμα έτυχε αναφοράς στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Σιάκου, Ποιν. Έφ. 73/14 ημ. 20.2.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αστυνομία επιθυμούσε την έρευνα της οικίας του Κατηγορουμένου 1 στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης κατοχής ναρκωτικών για την οποία ο Κατηγορούμενος είχε ήδη συλληφθεί. Το Άρθρο 16 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «
  2. Η κατοικία εκάστου είναι απαραβίαστος.
  3. Η είσοδος εις οιανδήποτε κατοικίαν ή οιαδήποτε έρευνα εντός αυτής δεν επιτρέπεται, ειµή ότε και όπως ο νόµος ορίζη και κατόπιν δικαστικού εντάλµατος δεόντως ητιολογηµένου ή οσάκις η είσοδος ενεργήται τη ρητή συναινέσει του ενοίκου ή προς τον σκοπόν διασώσεως θυµάτων οιουδήποτε αδικήµατος βίας ή οιασδήποτε καταστροφής.» Χρήσιμη καθοδήγηση για την ερμηνεία του άρθρου 16 και ειδικότερα του όρου «κατοικία» προσφέρει το σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, του Α. Ν. Λοΐζου, σελ. 109, όπου αναφέρεται ότι καλύπτει το «domicile» και το «domus» και ακόμα και το δωμάτιο ξενοδοχείου όπου κάποιο πρόσωπο διαμένει προσωρινά. Σύμφωνα με τα ευρήματα μας, ο Λούκας Σταυρινού είναι ενήλικας, γιος του Κατηγορουμένου 1 και ο οποίος διαμένει μόνιμα με τους γονείς του στην εν λόγω οικία, επομένως, είναι ένοικος της εν λόγω κατοικίας. Αυτά τα δεδομένα καθιστούν τον Λούκα Σταυρινού καθόλα ικανό να δώσει συγκατάθεση στην Αστυνομία για έρευνα της εν λόγω οικίας. Θεωρούμε πως αυτή η συγκατάθεση δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του εφόσον είχε πληροφορηθεί για την προηγηθείσα σύλληψη του πατέρα του για υπόθεση ναρκωτικών, για την επιθυμία της Αστυνομίας να προβεί σε έρευνα της οικίας του καθώς επίσης και για το ότι ο ίδιος είχε το δικαίωμα να μην δώσει τέτοια συγκατάθεση και να μην θέσει την υπογραφή του προς τούτο. Η δε παράλειψη αναφοράς προς τον Λούκα Σταυρινού για την προγενέστερη έκδοση του εντάλματος έρευνας δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία ούτε και επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τη διαδικασία και το νομότυπο της λήψης της Γραπτής Συγκατάθεσης εφόσον ούτως ή άλλως αυτό αφορούσε άλλη (λανθασμένη διεύθυνση) και δεν επρόκειτο να εκτελεστεί. Κάτι αντίστοιχο συνέβη στην υπόθεση Psaras and Another v. The Republic
(1987)2 C.L.R.
  1. Σε εκείνη την υπόθεση είχε εκδοθεί ένταλμα έρευνας των υποστατικών του εφεσείοντος, όμως η Αστυνομία δεν επικαλέστηκε το ένταλμα και ζήτησε και έλαβε εξουσιοδότηση από τον υπάλληλο της εταιρείας για τη διενέργεια της έρευνας στα υποστατικά, συμπεριλαμβανομένου και στο γραφείο του εφεσείοντος, του διευθυντή και του προσώπου που είχε τον έλεγχο της εταιρείας. Τέτοια εξουσιοδότηση κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο πως είχε δοθεί με την ελεύθερη βούληση του υπαλλήλου το οποίο ήταν πρόσωπο που υπό τις περιστάσεις είχε καθόλα νόμιμη εξουσία να επιτρέψει την έρευνα. Αυτή η απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο το οποίο δέχθηκε την εισήγηση πως το Άρθρο 15.1 του Συντάγματος δίδει δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, παρόμοιο με αυτό της Τέταρτης Τροποποίησης του Αμερικανικού Συντάγματος (4th Amendment to the American Constitution) και άντλησε καθοδήγηση από σχετική Αμερικάνικη νομολογία. Παραθέτουμε το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα ως προς τις συνθήκες νομιμοποίησης έρευνας χωρίς ένταλμα: «Counsel for the appellant raised a similar argument before us, and submitted that Article 15.1 bestows a right comparable to that conferred by the 4th Amendment to the American Constitution, that being the case it is reasonable that our Courts should be guided by the principles evolved by American Courts in the interpretation and application of Article 15.
  2. The 4th Amendment to the American Constitution specifically prohibits the warrantless search of, inter alia, houses and their effects. It has been held that the protection extends to business premises and offices. The right given by the 4th Amendment can, as acknowledged by counsel, be waived with the consent of a person having it in his power to authorise a search of the premises, provided such consent is freely and voluntarily given. Neither acquiescence nor consent induced by an indirect invocation of authority will suffice. At the gist of the precepts emerging from American case law relevant to the application of the 4th Amendment, is the principle that the consent must have been given freely and voluntarily uninduced by coercion or disguised claim to authority.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ο συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε το ζήτημα της έκτασης της νόμιμης εξουσιοδότησης από τον Λούκα Σταυρινού για έρευνα της οικίας και για παραλαβή τεκμηρίων από αυτή. Είναι γεγονός πως στην προκειιμένη περίπτωση η έρευνα επεκτάθηκε σε ολόκληρη την οικία και πως παραλήφθηκαν διάφορα αντικείμενα τόσο από κοινόχρηστους χώρους, όπως σαλόνι, διάδρομο, όσο και από το υπνοδωμάτιο του Κατηγορουμένου 1, κάποια εκ των οποίων φέρονται να ανήκουν στον Κατηγορούμενο
  3. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πιστοποίηση της έρευνας, ο Λούκας Σταυρινού ανέφερε πως τα χρήματα ανήκουν στον ίδιο και πως τα έδωσε στον Κατηγορούμενο 1 να τα κατέχει και την επομένη να τα παραδώσει σε τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό του ενώ όλες οι συσκευές τηλεφώνων με τις κάρτες ανήκουν στον Κατηγορούμενο
  4. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Search & Seizure, Constitutional ad Common Law, του Π. Γ. Πολυβίου, σελ. 209-210, η έρευνα είναι επιτρεπτή στην έκταση για την οποία δίδεται η συγκατάθεση. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «What is the permissible scope of consent searches? The basic principle here appears to be that '(a) consent search is reasonable only if kept within the bounds of the actual consent'. For since consent is a waiver of the right to insist that a warrant should be obtained, it follows that 'the need for a warrant is waived only to the extent granted by the defendant in his consent'. A defendant's consent, in other words, either by what it expressly allows or by its assent to what is explicitly requested may limit the permissible scope of a warrantless search in approximately the same way that the specifications of a warrant limit the extent of an authorised search. If therefore the consent specifies either certain areas or certain items as the only ones that can legitimately be searched or seized without a warrant, the officers must regulate and confine their activities accordingly.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εδώ κρίνεται χρήσιμη η παράθεση του περιεχόμενου της Γραπτής Συγκατάθεσης: «Εγώ ο .. Λούκας Σταυρινού. δίδω.. ελεύθερα τη συγκατάθεση μου στην Αστυνομία όπως ερευνήσει την οικία μου, τα υποστατικά μου που βρίσκονται στην οδό Κιλκίς αρ. 3 στην Λεμεσό, χωρίς Δικαστικό ένταλμα σχετικά με υπόθεση ναρκωτικών που διερευνά η Αστυνομία. . Πληροφορήθηκα ότι δεν είμαι υπόχρεος .. να δώσω τέτοια συγκατάθεση, εκτός αν θέλω και οτιδήποτε βρεθεί μπορεί να δοθεί ως μαρτυρία στο Δικαστήριο.» Κατ΄ αρχάς θεωρούμε πως το ίδιο το περιεχόμενο της Γραπτής Συγκατάθεσης δεν θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στην έρευνα όσον αφορά τον χώρο της οικίας. Με άλλα λόγια η Συγκατάθεση δόθηκε για όλη την οικία. Περαιτέρω σε αυτή καθορίζεται πως η έρευνα αφορά διερευνώμενη υπόθεση ναρκωτικών, στην οποία φέρεται να εμπλέκεται ο Κατηγορούμενος 1 ο οποίος είχε συλληφθεί. Δεν υιοθετούμε τη θέση της Υπεράσπισης πως η Συγκατάθεση εξουσιοδοτούσε μόνο την έρευνα και παραλαβή ναρκωτικών ή πως αυτή πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το εκδοθέν ένταλμα έρευνας. Έχουμε ήδη αναφέρει πως το ένταλμα έρευνας δεν αποτελεί τη βάση για την έρευνα. Η Γραπτή Συγκατάθεση εξετάζεται αυτόνομα και ανεξάρτητα από το ένταλμα. Αυτή παρείχε δικαίωμα έρευνας στα πλαίσια διερευνώμενης υπόθεσης ναρκωτικών και επομένως επεκτείνετο σε οτιδήποτε εντοπίζετο το οποίο θεωρείτο πως συνδεόταν και είχε σχέση με την υπόθεση. Περαιτέρω στην ίδια τη Συγκατάθεση προβλέπεται η παραλαβή τεκμηρίων τα οποία μάλιστα δυνατό να παρουσιαστούν ως μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου, επομένως με τη Συγκατάθεση εδίδετο άδεια για παραλαβή τεκμηρίων και παρουσίαση τους στο Δικαστήριο. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αυτή η άδεια μπορούσε να δοθεί από τρίτο πρόσωπο και όχι τον ίδιο τον Κατηγορούμενο
  5. Αυτό το ζήτημα τυγχάνει εκτενούς ενασχόλησης και ανάλυσης στο προαναφερόμενο σύγγραμμα, σελ.210-126, υπό τον τίτλο «Third-party consent searches». Το ζήτημα τίθεται με περισσή σαφήνεια ως εξής: «Normally it is the defendant himself who is asked for, and gives, his consent to a search of his own property; and since rights of security from unreasonable searches and seizures are personal to him a defendant who has given his consent freely and voluntarily cannot then complain that the search has brought to light fruit or evidence of crime. But it may be that the consent the police are relying upon as justifying their warrantless intrusion has been given not by the person primarily affected, namely the person implicated by the uncovered incriminating evidence, but by some third party who has either an interest in or some measure of control over the area or property to be searched or seized, or who is in some close relation to the defendant. The question of the circumstances in which third-party consent is effective to validate warrantless searches and seizures of the defendant's property is a difficult one, but, as a general matter, it is now accepted that when the prosecution seeks to justify a warrantless search by proof of voluntary consent 'it is not limited to proof that consent was given by the defendant, but may show that permission to search was obtained from a third party who possessed common authority over or other sufficient relationship to the premises or effects sought to be inspected'. The right of a third party in appropriate circumstances to consent to a search of jointly controlled premises or property has arisen and been judicially recognised in diverse circumstances involving both varied relationships between the consenting party and the person against whom the incriminating evidence is used and widely differing measures of third-party control over the seized items, for this reason no single formula for determining whether the third party possessed an independent right to consent to a warrantless search which will serve to permit the evidence obtained thereby to be used at trial has emerged, but instead all circumstances must be considered, particularly the third party's legal and possessory rights to the items or premises searched, his relationship to the subject of the search and any other facts as they objectively appeared to the searching officers at the time.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα, η σχέση μεταξύ συζύγων οι οποίοι διαμένουν στο ίδιο σπίτι θεωρείται κατά κανόνα πως παρέχει στον καθένα κοινή κατοχή και έλεγχο της περιουσίας ούτως ώστε έκαστος εξ αυτών να δύναται να δώσει συγκατάθεση για έρευνα της οικίας και παραλαβή οποιουδήποτε αντικειμένου ανευρεθεί εντός αυτής. Όσον αφορά τη σχέση πατέρα και γιου, παρόλο που δεν θεωρείται πως αυτή καθ΄ εαυτή παρέχει εκ προοιμίου στον γιο εξουσία για συγκατάθεση έρευνας εκ μέρους του πατέρα, εντούτοις το καθοριστικό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι η σχέση ή η συγγένεια μεταξύ τους αλλά το κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο ο καθένας είχε την απαραίτητη κοινή εξουσία ή έλεγχο επί της προς έρευνα περιουσίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 214 είναι άκρως διαφωτιστικό: «. the decisive criterion in such cases is not the marital status or the existence of any other legal relationship between the parties but rather whether the consenting parties possessed at the relevant time the necessary common authority or joint control over the property searched; and in appropriate circumstances other persons sharing the use of premises are allowed to consent to warrantless searches that implicate their cohabitants. . the general rule, as recently elaborated by the Supreme Court, appears to be that the voluntary consent of any joint occupant or user of a residence or other property allowing a search of the premises or property jointly occupied or used is valid against the co-occupant or co-user, with the result that evidence discovered in the search may be used against him at a subsequent criminal trial. Most of the cases fit into this framework. Thus in one case, the girlfriend of the defendant was held to have authority to consent to a search of the defendant's apartment where she and the defendant had been living together and she had unrestricted access to the apartment as well as the use of it, and in another the defendant's grandmother and cousin were recognised as having power to consent to a search of his living quarters since all three were found to be sharing the same apartment. Other propositions that also emerge from the cases are the following. If a child is living at the home of his parents ether the head of the household or the child's mother may allow a search of his living quarters, unless it is demonstrated that the child enjoys a special expectation of privacy in the area sought to be search that must be protected from intrusion by means of third-party consent, as in People v Nunn where the son had locked his bedroom and adjoining kitchenette and had told his other not to enter and not to allow anyone else to enter, the mother agreeing to this arrangement.» Με γνώμονα τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει πως ο Λούκας Σταυρινού διέμενε στην εν λόγω οικία μαζί με τους γονείς του και απολάμβανε κοινή κατοχή και είχε κοινή εξουσία επί αυτής, και δεν έχει διαφανεί πως υπήρχε οποιαδήποτε διευθέτηση ή συμφωνία μεταξύ αυτού και οποιουδήποτε των γονέων του, και κυρίως μεταξύ του και του Κατηγορουμένου 1, για απαγόρευση ή αποκλεισμό της πρόσβασης του από οποιοδήποτε μέρος της οικίας ή ακόμα τη μη παροχή άδειας για έρευνα. Άλλωστε δεν δόθηκε μαρτυρία προς τούτο, αλλά ούτε και από τις καταθέσεις του ιδίου και της μητέρας του προκύπτει κάτι τέτοιο. Επομένως, καταλήγουμε πως ο Λούκας Σταυρινού είχε κάθε δικαίωμα να δώσει τη συγκατάθεση του για την έρευνα της οικίας, συμπεριλαμβανομένου και του υπνοδωματίου του Κατηγορουμένου 1, καθώς επίσης και για την παραλαβή οποιωνδήποτε αντικειμένων η Αστυνομία έκρινε σχετικά με τη διερευνώμενη υπόθεση ναρκωτικών. Αναμφίβολα τα τηλέφωνα και χρήματα θεωρούνται τέτοια αντικείμενα. Σε αυτά τα πλαίσια θεωρούμε πως δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος της ιδιοκτησίας (άρθρο 23.1 του Συντάγματος) αλλά ούτε και του δικαιώματος του απορρήτου της αλληλογραφίας και επικοινωνίας (άρθρο 17.
  6. του Συντάγματος), εφόσον στο παρόν στάδιο επιχειρείται μόνο η κατάθεση αυτών, ήτοι του χρηματικού ποσού και των συσκευών χωρίς αποκάλυψη του περιεχόμενου αυτών. Θεωρούμε πως η Γραπτή Συγκατάθεση ήταν πλήρως επαρκής για την εξουσιοδότηση της έρευνας και της παραλαβής των αντικειμένων, χωρίς την αναγκαιότητα νέας άδειας κάθε φορά που εντοπίζετο και παραλαμβάνετο ένα αντικείμενο. Άλλωστε σημειώνουμε πως η όλη έρευνα διεξήχθη στην παρουσία του Σταυρινού και σε κάθε τέτοιο εντοπισμό η Αστυνομία πληροφορούσε τον Σταυρινού για το αντικείμενο που παραλάμβανε, του έκανε επίστηση και αυτός έδινε την απάντηση του. Τέλος, επισημαίνουμε πως σύμφωνα με τα ευρήματα μας η συγκατάθεση του Λούκα Σταυρινού δεν ανακλήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο από την έναρξη μέχρι και τη λήξη αυτής, και ειδικότερα από την Παναγιώτα Σύμιλλου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαστε πως η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το νομότυπο της λήψης της Γραπτής Συγκατάθεσης και συνακόλουθα πως η έρευνα και παραλαβή των προαναφερόμενων αντικειμένων έγινε καθόλα νόμιμα και σύμφωνα με τις συνταγματικές πρόνοιες. Ως εκ τούτου η ένσταση απορρίπτεται. Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........ Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.