ACI Hellas S.A. ν. Three Way Trading Co Ltd κ.α., Υπόθεση Αρ. 38446/11, 24/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 38446/11 ACI Hellas S.A. εναντίον
- Three Way Trading Co Ltd
- Σταυρούλας Μιχαήλ Κατηγορουμένων -------------------------------------------- Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου 2018 Για την Παραπονούμενη: κα Α. Χριστοδουλίδου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Μ. Γεωργίου και κ. Β. Μπίσσας Κατηγορούμενη 2: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ (εκ πρώτης όψεως) Στα πλαίσια της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, οι κατηγορούμενες 1 και 2 κατηγορούνται για την έκδοση επιταγών κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(2),
(3), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι, έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος εξέδωσε τέσσερεις επιταγές της Marfin Laiki Bank οι οποίες, αφού παρουσιάστηκαν για πληρωμή εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία πληρωμής, επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής» και παρέλειψε να τις εξοφλήσει εντός 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως, ως εξής: (α) Επιταγή με αρ. 03440249, ημερ. 15.1.11 για το ποσό των €15.293,20 (κατηγορία 1) (β) Επιταγή με αρ. 03440250, ημερ. 20.1.11 για το ποσό των €10.000 (κατηγορία 3) (γ) Επιταγή με αρ. 03440333, ημερ. 25.7.11 για το ποσό των €10.000 (κατηγορία 5) (δ) Επιταγή με αρ. 03440334, ημερ. 30.8.11 για το ποσό των €15.293,20 (κατηγορία 7) Η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει τέσσερεις κατηγορίες, ανάλογες των πιο πάνω κατηγοριών, επί τω ότι, υπό την ιδιότητα της ως Διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εξέδωσε τις πιο πάνω τέσσερεις επιταγές της Marfin Laiki Bank οι οποίες, αφού παρουσιάστηκαν για πληρωμή εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία πληρωμής, επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής» και ο εκδότης τους παρέλειψε να τις εξοφλήσει εντός 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως (κατηγορίες 2, 4, 6 και 8). Οι κατηγορούμενες αρνήθηκαν ενοχή και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της παραπονουμένης, κατέθεσαν στο Δικαστήριο, οι ακόλουθοι μάρτυρες: 1. Η Φαίδρα Λουκά, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου (ΜΚ1) 2. Ο Δήμος Καλογερόπουλος, προϊστάμενος του λογιστηρίου της παραπονουμένης (ΜΚ2) Κατατέθηκαν επίσης 9 Τεκμήρια. Αφού η πλευρά της παραπονουμένης παρουσίασε την υπόθεσή της, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 και 2 υπέβαλαν εισήγηση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα, υποβλήθηκε εισήγηση ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενες 1 και 2 κατηγορούνται για την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα και όχι για την πρόκληση μη εξόφλησης των επιταγών. Περαιτέρω, όσον αφορά στην κατηγορούμενη 2, υποβλήθηκε εισήγηση ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να τη συνδέει με την υπόθεση. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Χριστοδουλίδου, η οποία εισηγήθηκε ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον αμφοτέρων των κατηγορουμένων σε σχέση με τις κατηγορίες 3 έως 8. Όσον αφορά στις κατηγορίες 1 και 2 δήλωσε, πριν δώσει μαρτυρία ο ΜΚ2, ότι δεν θα προωθηθούν περαιτέρω. Για ν' αποφασίσει το Δικαστήριο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εξετάζεται το κατά πόσον η μαρτυρία όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του είναι επαρκής (sufficient) για να κληθεί ο κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπισή του. Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου αναφέρεται ότι απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, δικαιολογείται μόνο όταν: «α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου.». Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, 196). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του εξετάζοντος δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου (υπόθεση Χριστοδούλου, ανωτέρω). Οι πιο πάνω διαχρονικές αρχές της νομολογίας υιοθετήθηκαν και επαναλήφθηκαν σε αριθμό μεταγενέστερων αποφάσεων, μεταξύ άλλων, στις Δημοκρατία ν. Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, Iacovou Bothers (Concrete) Ltd v. Action Construction & Development Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 184/14, ημερ. 10.2.16, Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιεγγέρης κ.α., Ποιν. Έφ. 121/14, ημερ. 16.12.16, Κυπρίζογλου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17 κ.α., ημερ. 15.12.17. Στην τελευταία αυτή απόφαση, λέχθηκαν τα εξής: «Το έργο του Δικαστηρίου σε εκείνο το στάδιο δεν ήταν να προβεί σε υποκειμενική αξιολόγηση και να καταλήξει σε ευρήματα, αλλά να ανακόψει την υπόθεση σε περίπτωση που δεν στοιχειοθετείτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ή σε περίπτωση που η μαρτυρία ήταν τόσο αντινομική ή εστερείτο πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό ώστε κανένα λογικό δικαστήριο να μην μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για καταδίκη του κατηγορουμένου (Practice Note [1962] 1 All E.R. 448). Επακριβέστερη διατύπωση των αρχών, όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Δράκου κ.α.
(2012)2 ΑΑΔ 851, βρίσκεται στην R. v. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1060, 1062, η οποία συνιστά και την κλασσική διατύπωσή του: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury"» Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος βάσει του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. (βλ. Ttozios Management Ltd κ.α. v. Κυριάκου, Ποιν. Έφ. 96/14, ημερ. 15.4.16) Ο κατήγορος έχει το βάρος να αποδείξει στο τέλος τα δύο ως άνω συστατικά στοιχεία και εφόσον αυτά αποδειχθούν, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Χωρίς να προβαίνω, για λόγους ευνόητους, σε αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας καθ' οιονδήποτε τρόπο και αντικρίζοντας αυτή στην πρώτη όψη της, σημειώνω πως έχει προσφερθεί η ακόλουθη μαρτυρία. Η ΜΚ1 ισχυρίστηκε πως ο λογαριασμός της κατηγορουμένης 1 περιλαμβάνεται στους προβληματικούς λογαριασμούς που τυγχάνουν χειρισμού από την Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου. Ανέφερε επίσης πως οι επιταγές αντικείμενα των κατηγοριών 1 έως 8 (αντίγραφα των οποίων είχε, ως ανέφερε), εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 από τον υπ' αρ. 103-11-002518 λογαριασμό της. Κατέθεσε έντυπο φερόμενο ως κάρτα υπογραφών (Τεκμήριο 1) στο οποίο φέρεται να παρουσιάζονται οι υπογραφές των Χρίστου Δαραβάνη και Σταυρούλας Μιχαήλ (κατηγορούμενη 2) που είναι τα πρόσωπα που εξουσιοδοτήθηκαν (οποιοσδήποτε εκ των δύο) να υπογράφουν επιταγές ή άλλες οδηγίες εκ μέρους της κατηγορουμένης 1 για τον επίδικο λογαριασμό της τελευταίας. Ανέφερε επίσης ότι οι τέσσερεις επίδικες επιταγές δεν εξοφλήθηκαν καθότι η πληρωμή τους ανακλήθηκε από τον εκδότη τους, κατέθεσε δε, ως Τεκμήρια 2, 3 και 4, έγγραφα φερόμενα ως εντολές μη πληρωμής των επιταγών από την κατηγορουμένη
- Το Τεκμήριο 2, ως ανέφερε, έχει υπογραφεί από ένα εκ των δύο (προσώπων) που υπογράφουν για την εταιρεία και τα Τεκμήρια 3 και 4 είναι υπογραμμένα από τους πελάτες. Τα τρία τραπεζικά έντυπα φέρεται να συνοδεύονται από επιστολές της κατηγορουμένης 1 με τις οποίες δίδεται ο λόγος της ανάκλησης της πληρωμής, οι οποίες είναι υπογραμμένες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι τέσσερεις επίδικες επιταγές είχαν υπογραφεί από ένα εκ των δύο προσώπων που αναφέρονται στην κάρτα υπογραφών. Σε σχέση με την κατηγορουμένη 2, η ΜΚ1 ανέφερε πως αυτή είναι μέτοχος και διευθύντρια της κατηγορουμένης 1 (σχετικό Πιστοποιητικό Μετόχων από τον Έφορο Εταιρειών, το οποίο έγινε αποδεκτό και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5). Αντεξετασθείσα ανέφερε πως η κάρτα υπογραφών δεν υπεγράφη στην παρουσία της. Ανέφερε επίσης πως στο πίσω μέρος της επιταγής με αρ. 03440334 αναγράφεται χειρογράφως «Αντικατάσταση επιταγών 3440249 3440250», δεν ήταν όμως σε θέση να αναφέρει ποιος έγραψε την εν λόγω σημείωση. Ανέφερε επίσης πως δεν γνωρίζει τον γραφικό χαρακτήρα του προσώπου που συμπλήρωσε τις τέσσερεις επιταγές. Γνωρίζει, ως ανέφερε, για την υπογραφή, της οποίας έχει το δείγμα, χωρίς πάντως να αναφέρει ποιου προσώπου την υπογραφή φέρουν οι τέσσερεις επιταγές. Ο ΜΚ2 ανέφερε πως η παραπονούμενη είναι ανώνυμη εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Ελλάδα, και ασχολείται με το χονδρικό εμπόριο αναλωσίμων ηλεκτρονικών υπολογιστών και περιφερειακών. Ισχυρίστηκε επίσης πως η κατηγορούμενη 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθύντρια, γραμματέας και μέτοχος της κατηγορουμένης 1, παρουσίασε δε έγγραφο φερόμενο ως αντίγραφο έρευνας ημερ. 9.9.11 στα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 6). Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η κατηγορούμενη 1 συναλλασσόταν σε τακτική βάση με την παραπονούμενη τουλάχιστο από το έτος 2008 αγοράζοντας εμπορεύματα, και προς τούτο εξέδιδε επιταγές προς εξόφληση των οφειλών της. Μεταξύ των επιταγών που η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε προς εξόφληση τιμολογίων που όφειλε ήταν και οι επιταγές με αρ. 03440250, 03440333 και 03440334, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 7, 8 και 9 οι οποίες αποτελούν, σημειώνω, τα αντικείμενα των κατηγοριών 3 έως
- Οι επιταγές, ως ανέφερε, εκδόθηκαν στην Κύπρο από την κατηγορουμένη 1 και αποστέλλοντο από την κατηγορούμενη μέσω ταχυμεταφορέα (courier) στην Ελλάδα. Πωλητής της παραπονουμένης είχε, ως ισχυρίστηκε, προσωπική επικοινωνία με την κατηγορουμένη
- Οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν κανονικά προς πληρωμή αλλά επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της». Είπε επίσης ότι πριν την έκδοση των επιταγών, οι κατηγορουμένες 1 και 2 δεν είχαν εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο, παραμένει δε μέχρι σήμερα οφειλόμενο το συνολικό ποσό των τριών επιταγών, ήτοι το ποσό των €35.293,
- Αντεξετασθείς διευκρίνισε πως οι τρεις επιταγές εκδόθηκαν για να πληρωθούν τιμολόγια, τα οποία, όμως, δεν είχε φέρει μαζί του. Ανέφερε επίσης ότι «με την Κύπρο» δεν συνομιλούσε ο ίδιος, αλλά ο πωλητής της παραπονουμένης κ. Στεφανόπουλος, δεν γνώριζε δε με ποιους συνομιλούσε ο κ. Στεφανόπουλος στην Κύπρο. Ξεκινώντας από την εισήγηση των συνηγόρων των κατηγορουμένων ότι δεν έχει καταδειχθεί η ανάμειξη της κατηγορουμένης 2 με τα αδικήματα, σημειώνω κατ' αρχάς πως η δοθείσα μαρτυρία εναντίον της, θα μπορούσε να συνοψισθεί ως ακολούθως: - Η ΜΚ1 ανέφερε πως η κατηγορούμενη 2 είναι ένα εκ των δύο προσώπων που δικαιούντο να υπογράφουν για την κατηγορουμένη
- - Η ΜΚ1 ανέφερε επίσης πως τόσο οι επίδικες επιταγές όσο και τα έντυπα ανάκλησης της πληρωμής τους υπεγράφησαν από ένα εκ των προσώπων που δικαιούντο να υπογράφουν για την εταιρεία. - Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 ανέφεραν πως σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνται στον Έφορο Εταιρειών, η κατηγορουμένη 2 φέρεται να ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η διευθύντρια, γραμματέας και μέτοχος της κατηγορουμένης
- - Ο ΜΚ2 ανέφερε πως πωλητής των παραπονουμένων είχε προσωπική επικοινωνία με την κατηγορούμενη
- Έχοντας υπόψη τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και την πιο πάνω μαρτυρία, συμφωνώ με τους συνηγόρους της κατηγορουμένης 2 ότι δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης
- Έχει πράγματι προσφερθεί μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο έκδοσης και ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών η μοναδική μέτοχος και αξιωματούχος (διευθυντής και γραμματέας) της κατηγορουμένης
- Έχει, όμως, επίσης προσφερθεί μαρτυρία (από την ΜΚ1) σύμφωνα με την οποία η κατηγορούμενη 1 δεν περιορίστηκε στο να εξουσιοδοτήσει τη μοναδική αξιωματούχο της, ήτοι την κατηγορουμένη 2, ως το πρόσωπο που θα μπορούσε να υπογράφει επιταγές ή άλλες οδηγίες της κατηγορουμένης 1 για τον επίδικο λογαριασμό της με αρ. 103-11-
- Η προσφερθείσα μαρτυρία αναφέρεται στο ότι η κατηγορούμενη 1 επέλεξε να εξουσιοδοτήσει για τον σκοπό αυτό και ένα άλλο πρόσωπο, ήτοι τον Χρίστο Δαραβάνη (Τεκμήριο 1). Οι επιταγές μπορούσαν να υπογραφούν και οι εντολές μπορούσαν να δοθούν από ένα εκ των δύο εν λόγω προσώπων, δηλαδή, είτε από την κατηγορουμένη 2 είτε από τον Χρίστο Δαραβάνη. Σύμφωνα με την ΜΚ1, τόσο οι επιταγές όσο και οι εντολές ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών υπεγράφησαν από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, δηλαδή ένα εκ των δύο πιο πάνω προσώπων. Όμως, ουδείς εκ των μαρτύρων της παραπονουμένης ανέφερε αν οι επιταγές και οι εντολές μη πληρωμής υπεγράφησαν από την κατηγορούμενη
- Αφ' ης στιγμής η κατηγορούμενη 2 αρνήθηκε τις κατηγορίες, η παραπονούμενη είχε υποχρέωση να παρουσιάσει μαρτυρία προς απόδειξη κάθε συστατικού στοιχείου των αδικημάτων για τα οποία η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται. Ήταν, λοιπόν, υποχρέωση της παραπονούμενης να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε σχέση με την εμπλοκή της κατηγορουμένης 2 στην υπόθεση, περιλαμβανομένης μαρτυρίας ότι η κατηγορούμενη 2 με συγκεκριμένη πράξη της συνέδραμε στην πρόκληση της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών. Δεν το έπραξε, όμως, αφού απέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι ήτο η κατηγορούμενη 2 και όχι το έτερο εξουσιοδοτημένο από την κατηγορουμένη 1 πρόσωπο που με πράξη της συνέδραμε στην πρόκληση μη εξόφλησης των επιταγών. Ελλείπει, συνεπώς, μαρτυρία που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης 2, υπό την έννοια ότι ακόμα και λαμβανομένης στο ύψιστο σημείο της η υφιστάμενη μαρτυρία, κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε στο τελικό στάδιο να καταδικάσει την κατηγορουμένη 2 στη βάση αυτής, δεδομένου ότι δεν θα μπορούσε να αποκλείσει με την απαιτούμενη βεβαιότητα το να έχει υπογράψει τις ανακλήσεις των επιταγών πρόσωπο άλλο εκτός της ιδίας. Σχετική είναι η υπόθεση Βούρας ν. Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ
(2003)2 Α.Α.Δ. 135 στην οποία η υπάλληλος της τράπεζας είχε αναφέρει πως τα άτομα που υπέγραψαν την επιταγή καθώς και τις εντολές μη πληρωμής της (stop payment) είναι οι κατηγορούμενοι 2 και
- Δεν προσφέρθηκε άλλη μαρτυρία ως προς το θέμα αυτό. Το Εφετείο αποφάσισε ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κάλεσε τους κατηγορούμενους σε απολογία αναφέροντας τα εξής: «Η δικαστής ορθά χρησιμοποίησε την υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου, ανωτέρω, για καθοδήγηση. Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.» Η κα Χριστοδουλίδου επικαλέστηκε προς υποστήριξη της θέσης της ότι στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης 2 την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση VBH (Cyprus) Ltd v. Windoors UPVC Systems Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 204/14, ημερ. 28.11.
- Όμως, στην υπόθεση εκείνη, είχε δοθεί μαρτυρία από τον υπάλληλο της τράπεζας ότι μόνο ο εφεσίβλητος 2 ήταν εξουσιοδοτημένος να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της εφεσίβλητης 1 (ενώ στην παρούσα περίπτωση τα άτομα που εξουσιοδοτήθηκαν να υπογράφουν ήταν δύο), και περαιτέρω στην υπόθεση εκείνη ο υπάλληλος της τράπεζας αναγνώρισε την υπογραφή στις επιταγές ως συνάδουσα με το δείγμα υπογραφής του εφεσίβλητου 2 που τηρούσε η τράπεζα (ενώ στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρξε ανάλογη μαρτυρία). Επικαλείται επίσης τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Ζίττη ν. Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, Ποιν. Έφ. 272/15, ημερ. 4.3.16, πλην όμως και σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης εταιρείας και το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές (και εντολές ανάκλησης επιταγών) που η εταιρεία εξέδιδε. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης 2 σε οποιαδήποτε εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει (κατηγορίες 2, 4, 6 και 8). Συνεπώς η εισήγηση που αφορά στην ισχυριζόμενη ελαττωματικότητα, ουσιαστικά, του κατηγορητηρίου, θα εξετασθεί μόνο με αναφορά στην κατηγορουμένη 1 και στις κατηγορίες που αυτή αντιμετωπίζει. Αξίζει στο σημείο αυτό να παρατεθεί το κείμενο της κατηγορίας 1: «Έκθεση Αδικήματος Πρώτη κατηγορία Έκδοση επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(2),
(3)και 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο/Η κατηγορούμενος/η 1 την 15.1.11 στο/στην Λευκωσία και εντός της επαρχίας Λευκωσίας Αντί καλού και νομίμου ανταλλάγματος η Κατηγορούμενη 1 εξέδωσε και/ή κυκλοφόρησε την επιταγή με αριθμό 03440249, ημερομηνίας 15.1.11 για το ποσό των €15.293,20 της Marfin Laiki Bank, επ' ονόματι της παραπονουμένης, η οποία επιταγή αφού παρουσιάστηκε κανονικά για πληρωμή εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία πληρωμής, επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής» και ο εκδότης της παρέλειψε να την εξοφλήσει εντός 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως.» Σε παρόμοιες γραμμές έχουν διατυπωθεί και οι κατηγορίες 3, 5 και 7. Σύμφωνα με το άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155: «(γ) η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα. ..» Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, σελ. 777-778, λέχθηκε πως οι λεπτομέρειες ενός αδικήματος διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην όλη ποινική διαδικασία, ώστε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επακριβώς αντιμετωπίζει, ώστε να δύναται να ετοιμάσει την υπεράσπιση του σε κάθε μια από τις κατηγορίες. Το ουσιώδες πάντοτε για τον κατηγορούμενο είναι να γνωρίζει με επάρκεια το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών. Αυτό πέραν βέβαια της δυνατότητας που αυτός έχει να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες των συνθηκών κάτω από τις οποίες επέδειξε την κατ' ισχυρισμόν παράνομη συμπεριφορά (Loizou & Pikis: "Criminal Procedure in Cyprus" σελ. 47) (βλ. και Σ.Π. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 207/13, ημερ. 25.6.14). Και στην υπόθεση Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 204 αναφέρθηκε ότι «.σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης. Οι λεπτομέρειες σε κάθε κατηγορία θα πρέπει να παρέχουν επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να αποδείξει σε κάθε κατηγορία. Κριτήριο για να αποφασισθεί αν οι λεπτομέρειες που δίδονται είναι ικανοποιητικές είναι κατά πόσο από τυχόν παραλείψεις, η υπεράσπιση του κατηγορούμενου επηρεάζεται δυσμενώς. Αν δηλαδή οι κατηγορίες διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο και είναι σε τόσο βαθμό αόριστες ή ασαφείς που να επηρεάζεται η υπεράσπιση.». Έχει δίκαιο ο κ. Γεωργίου ότι τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 305Α του Κεφ. 155 δημιουργούν δύο ξεχωριστά αδικήματα. Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής η οποία δεν τιμάται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός (άρθρο 305Α
(1)) και το αδίκημα της χωρίς εύλογης αιτίας πρόκλησης της μη εξόφλησης επιταγής που εκδόθηκε από τον ίδιο (τον αδικοπραγούντα) (άρθρο 305Α
(2)). Κρίνω, όμως, ότι δεν έχει δίκαιο στη θέση του ότι ενώ στις εκθέσεις αδικημάτων περιλαμβάνεται το αδίκημα της ανάκλησης επιταγής, στις λεπτομέρειες των αδικημάτων περιγράφεται το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Ομολογουμένως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων θα μπορούσαν να είχαν διατυπωθεί με καλύτερο τρόπο, και θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αναφορά σε αχρείαστες λεπτομέρειες που δεν σχετίζονται με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)(όπως η αναφορά στο γεγονός ότι οι επιταγές δεν εξοφλήθηκαν εντός 15 ημερών από την ημέρα που παρουσιάστηκαν στην τράπεζα). Πλην, όμως, θεωρώ πως από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών καμία σύγχυση δεν προκαλείται ως προς το ποινικό αδίκημα που η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει. Με βάση την έκθεση αδικήματος, αποδίδεται στην κατηγορούμενη 1 σαφώς το αδίκημα του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154. Δεν είναι δε χωρίς σημασία το γεγονός ότι το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε (χωρίς ένσταση) πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα στις 3.10.17, όταν η συνήγορος της παραπονουμένης ζήτησε άδεια τροποποίησης των εκθέσεων των αδικημάτων, ούτως ώστε να απαλειφθούν οι λέξεις «άνευ αντικρίσματος» και να αντικατασταθούν οι αναφορές στο άρθρο 305Α
(1)που μέχρι τότε υπήρχαν, με αναφορές στο άρθρο 305Α
(2),
(3).[1] Η άδεια δόθηκε και οι συνήγοροι της κατηγορουμένης 1 ζήτησαν χρόνο για να απαντήσουν οι κατηγορούμενες στο τροποποιημένο κατηγορητήριο, κάτι που έπραξαν στις 9.10.17, χωρίς να εγείρουν οποιαδήποτε ένσταση συμφώνως του άρθρου 66[2] του Κεφ. 155 και χωρίς να ζητήσουν σε οποιοδήποτε στάδιο την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών ως προς οτιδήποτε αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 καθώς και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, παρατέθηκαν ανωτέρω. Αυτά είναι η έκδοση της επιταγής και η πρόκληση της μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Σε πλήρη συνάφεια με την έκθεση αδικήματος, στις λεπτομέρειες γίνεται αναφορά στην έκδοση των επίδικων επιταγών από την κατηγορουμένη 1, στην ημερομηνία πληρωμής τους καθώς και στη μη πληρωμή των επιταγών και την επιστροφή τους με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Είναι ξεκάθαρο λοιπόν, πως ο κατ' ισχυρισμόν λόγος μη πληρωμής των επιταγών δεν ήταν η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή το κλείσιμο του λογαριασμού, αλλά η πράξη της ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών από τον εκδότη τους, δηλαδή από την κατηγορουμένη 1. Δεν ετίθετο, συνεπώς, ανάγκη να πρέπει «να υπολογίσει» ή «να σκεφτεί» ή «να υποπτευθεί» η κατηγορούμενη 1 τι ήταν αυτό που της καταλογιζόταν, ως ο κ. Μπίσσας εισηγήθηκε, αφού ήταν εμφανές ότι της καταλογιζόταν το αδίκημα του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.
- Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο πως ως πρώτη μάρτυρας της παραπονούμενης κλήθηκε η υπάλληλος της τράπεζας, ΜΚ1, η οποία κατέθεσε έγγραφα φερόμενα ως οι εντολές μη πληρωμής των επίδικων επιταγών (Τεκμήρια 2, 3 και 4), χωρίς να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο ένσταση περί μη σχετικότητας των εγγράφων τούτων με τα επίδικα θέματα, με τους συνήγορους των κατηγορουμένων να επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να αντεξετάσουν σε σχέση με το περιεχόμενο των εγγράφων. Των ανωτέρω δοθέντων, κρίση μου είναι πως ήταν εξαρχής πρόδηλο το ποινικό αδίκημα για το οποίο η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται, και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ανέφεραν σχετικώς με τη διατύπωση των κατηγοριών, δεν δικαιολογούν την απαλλαγή της κατηγορουμένης
- Στρέφοντας λοιπόν και πάλι την προσοχή μου στην προσαχθείσα από την παραπονούμενη μαρτυρία στην οποία έγινε αναφορά πιο πάνω, κρίνω πως έχει προσφερθεί μαρτυρία αναφερόμενη σε όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποτελούν αντικείμενο των κατηγοριών 3, 5 και 7, αφού έχει προσφερθεί μαρτυρία (από τους ΜΚ1 και ΜΚ2) τόσο αναφορικά με την έκδοση από την κατηγορουμένη 1 των τριών επιταγών στις οποίες οι εν λόγω κατηγορίες αφορούν (Τεκμήρια 7, 8 και 9), όσο και ως προς το ότι οι επίδικες επιταγές δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι δόθηκαν από την κατηγορουμένη 1 εντολές για τη μη πληρωμή τους (Τεκμήρια 2, 3 και 4). Περαιτέρω, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από την παραπονούμενη κρίνω ότι αυτή στο σύνολο της δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει σε οποιαδήποτε δυνατή αξιολόγηση της. Συνεπώς υπό το φως της μαρτυρίας η οποία προσήχθη θεμελιώθηκε, θεωρώ, εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης 1 στις κατηγορίες 3, 5 και
- Από την άλλη, και σε σχέση με την κατηγορία 1, σημειώνω πως δηλώθηκε από την συνήγορο της παραπονούμενης πριν καταθέσει ο ΜΚ2 ότι δεν θα προσφερθεί περαιτέρω μαρτυρία σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία, την οποία η παραπονούμενη ζήτησε να αποσύρει. Η επιταγή που αποτελεί το αντικείμενο αυτής της κατηγορίας δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο, ο δε ΜΚ2 περιόρισε το παράπονο της παραπονουμένης στις τρεις επιταγές που κατέθεσε και που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών 3, 5 και
- Των ανωτέρω δοθέντων, με μόνη τη μαρτυρία της ΜΚ1 ότι η πληρωμή της επιταγής ανακλήθηκε, χωρίς να έχει προσκομιστεί έτερη μαρτυρία σε σχέση με την έκδοση της επιταγής και σε σχέση με τυχόν παράπονο ως προς την ανάκληση της πληρωμής της, κρίνω πως δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία θεμελιώνουσα εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης 1 σε σχέση με την κατηγορία
- Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω η κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία
- Η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 2, 4, 6 και
- Από την άλλη, υπό το φως της μαρτυρίας η οποία προσήχθη θεμελιώθηκε, θεωρώ, εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης 1 στις κατηγορίες 3, 5 και 7, την οποία και καλώ να προβάλει την υπεράσπιση της, αφού της επεξηγηθούν τα δικαιώματα της. (Επεξηγούνται στους κατηγορούμενους τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155). (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνω πως οι εκθέσεις αδικημάτων πριν την ως άνω τροποποίηση είχαν ως ακολούθως: «Έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε». [2] «66. Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι αργότερα.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο