← Κύπρος

Ρένος Σχίζας ν. Βασίλη Αριστείδου, Υπόθεση Αρ. 9656/12, 31/1/2018

Ρένος Σχίζας ν. Βασίλη Αριστείδου, Υπόθεση Αρ. 9656/12, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 9656/12 Ρένος Σχίζας και Βασίλη Αριστείδου Κατηγορούμενου --------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2018 Για τον Παραπονούμενο: κ. Ρ. Σχίζας, για Ρένος Σχίζας & Συνεργάτες Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χαραλάμπους, για Θέμης Θωμά & Συνεργάτες Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της ως άνω ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 25.5.12 εξέδωσε την υπ' αρ. 73059599 επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €3.000 η οποία, αφού παρουσιάστηκε στην εκδότρια τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και/ή λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός (παγοποιήθηκε) - ΚΑΠ, και παρέμεινε ανεξόφλητη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση της στην τράπεζα, κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Η υπόθεση ορίστηκε πολλές φορές για ακρόαση και στις 24.2.17 ο κατηγορούμενος, μέσω του δικηγόρου του, προέβη σε δήλωση ότι δεν υπέγραψε ο ίδιος την επίδικη επιταγή, αλλά συγγενικό του πρόσωπο. Μετά από αυτή τη δήλωση ο παραπονούμενος ζήτησε χρόνο ούτως ώστε να εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής της παρούσας ποινικής δίωξης και καταχώρησης νέας. Εν τέλει η δίωξη δεν ανεστάλη και η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση. Στις 23.11.17, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση εκδηλώθηκε πρόθεση υποβολής αιτήματος τροποποίησης του κατηγορητηρίου με την προσθήκη κατηγοριών, και η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις επί του θέματος τούτου στις 14.12.
  2. Το αίτημα για τροποποίηση αφορά στην προσθήκη των εξής δύο κατηγοριών: «Έκθεση αδικήματος 2η κατηγορία Απάτη κατά παράβαση των άρθρων 20, 300[1] του Ποινικού Κώδικα Λεπτομέρειες αδικήματος Ενώ είχε εκδοθεί εναντίον του κατηγορούμενου την 05/07/2011 διάταγμα παραλαβής συνωμότησε με τρίτο πρόσωπο ήτοι τον πατέρα του και διά ψευδών παραστάσεων ή/και δολίως απέσπασε από τον παραπονούμενο τους φακέλους των αγωγών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμούς 1439/2010, 1485/2010, 6974/2009, 7058/2009 και 308/2010 στις οποίες ήτο Εναγόμενος ο κατηγορούμενος και η εταιρεία του Vassos D. Aristidou Motors Ltd αφού παρέδωσε ως αντίκρισμα ο πατέρας του την επιταγή αρ. 73059599 Τραπέζης Κύπρου κατά ή περί την 25/5/2012 διά το ποσό των €3.000 από τον λογαριασμό του κατηγορούμενου αρ. 0115-01-044670 ο οποίος εν γνώσει του ήταν στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών (recovery) και πλαστογράφησε την υπογραφή του ο πατέρας του γνωρίζοντας τόσον αυτός όσον και ο κατηγορούμενος ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια παραδίδοντας αυτή στον παραπονούμενο αφού έλαβε τους φακέλους. Ο πατέρας του όταν είχε καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση εγκατέλειψε την Κύπρο μονίμως. Ο παραπονούμενος έλαβε γνώση του ισχυρισμού του κατηγορούμενου περί πλαστογραφίας προ τίνων ημερών. Έκθεση αδικήματος 3η κατηγορία Απόσπαση χρημάτων παρέχοντας βοήθεια σε άλλο πρόσωπο με σκοπό καταδολίευσης και υποκίνησης άλλου στην έκδοση και πλαστογράφηση αξιογράφου με σκοπό αποσπάσεως ανταλλάγματος ως επίσης ψευδής παραστάσεις που παριστάνει την πραγματικότητα ενώ γνωρίζει ότι δεν είναι αληθής, κατά παράβαση των άρθρων 20, 297, 298 και 299 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Λεπτομέρειες αδικήματος Ο κατηγορούμενος συμμετείχε στη διάπραξη ποινικού αδικήματος παραδίδοντας μέσον τρίτου προσώπου την επιταγή υπ' αρ. 73059599 ημ. 25/5/2012 από τον λογαριασμό του αρ. 0115-01-044670 εν γνώσει του ότι εξεδόθη διάταγμα παραλαβής εις βάρος του κατά ή περί την 05/07/2011 με σκοπό να την υπογράψει ο πατέρας του, να την παραδώσει στον παραπονούμενο διά να αποσπάσει τους φακέλους των αγωγών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ αρ. 1439/2010, 1485/2010, 6974/2009, 7058/2009 και 308/2010 στις οποίες ήτο Εναγόμενος ο κατηγορούμενος και η εταιρεία του Vassos D. Aristidou Motors Ltd γνωρίζοντας ότι ο πατέρας του θα μετέβαινε στο εξωτερικό μονίμως. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος με σκοπό καταδολίευσης παρέδωσε την επιταγή (αξιόγραφο) στον πατέρα του η οποία έχει ισχυρισθεί προσφάτως ότι είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του και παρεδόθη στον παραπονούμενο πετυχαίνοντας να αποσπάσει όλους τους φακέλους.». Επιδιώκεται επίσης η τροποποίηση της έκθεσης αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, με την προσθήκη σε αυτήν του Νόμου «70(Ι)/2008». Ο παραπονούμενος, αγορεύοντας προς υποστήριξη του αιτήματος του παρέπεμψε στις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία που διέπει τα θέματα τροποποίησης δικογράφων σε πολιτικές αγωγές με βάση τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πριν την πρόσφατη τροποποίηση αυτής.[2] Ανέφερε ότι δεν ήταν δυνατή η προσθήκη των κατηγοριών σε προγενέστερο στάδιο, καθότι δεν ήτο γνωστός ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι η υπογραφή στην επίδικη επιταγή δεν ήταν δική του. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, ο κατηγορούμενος δεν θα υποστεί ζημιά από την αιτούμενη τροποποίηση. Υποστήριξε επίσης ότι οι προτεινόμενες κατηγορίες σχετίζονται με την κατηγορία που με βάση το υφιστάμενο κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, επειδή είναι εμπλεκόμενος ο κατηγορούμενος και ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή είναι δικός του, τα δε γεγονότα των δύο προς προσθήκη κατηγοριών είναι ταυτόσημα με την κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Δήλωσε, τέλος, ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η προσθήκη των δύο κατηγοριών, η πρώτη κατηγορία θα παραμείνει «άνευ αντικειμένου». Ο συνήγορος του κατηγορούμενου έφερε ένσταση στο αίτημα. Αναφέρθηκε στην μεγάλη καθυστέρηση που η πλευρά του παραπονούμενου επέδειξε (την οποία ο παραπονούμενος δεν δικαιολόγησε, ως ο κ. Χαραλάμπους υποστήριξε), επειδή ο κατηγορούμενος δήλωσε στο Δικαστήριο, μέσω του δικηγόρου του, από τις 24.2.17 ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με την υπόθεση και την επίδικη επιταγή, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς η θέση του. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι οι προς προσθήκη κατηγορίες, θα έπρεπε να είχαν κάποια σχετικότητα και συνάφεια με την υφιστάμενη κατηγορία, που δεν έχουν, η δε θέση του κατηγορούμενου επηρεάζεται δυσμενώς και από το γεγονός ότι αναφορά γίνεται και σε τρίτο πρόσωπο το οποίο δεν έχει περιληφθεί στο κατηγορητήριο. Η θέση του επηρεάζεται, υποστήριξε, δυσμενώς και από το γεγονός ότι ενώ ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μέχρι τώρα ένα αδίκημα, θα βρεθεί αντιμέτωπος με ακόμα αρκετά νέα και διαφορετικά αδικήματα. Επί της νομικής πτυχής του θέματος παρέλκει βέβαια να λεχθεί πως δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, αλλά το άρθρο 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «83
(1)Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.» Στο σύγγραμμα των Λοΐζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, στη σελίδα 71, αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου: «The Criminal Procedure Law, Cap.155 confers wide powers on the Court to amend a defective charge during the trial, where the charge or information is defective in substance or in form by the alteration of the charge i.e. by amending either the description of the offence, or the particulars thereto, or both, or by the substitution or addition of a new count, as the court thinks necessary to meet the circumstances of the case.» Από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 83
(1)του Κεφ.155, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια (και όχι υποχρέωση, βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού, άλλος «Αβισσινός»
(1993)2 Α.Α.Δ. 104, 109) να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες όταν το κατηγορητήριο σε οποιοδήποτε στάδιο φαίνεται να είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά. Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είτε κατόπιν αίτησης ενός από τους διαδίκους είτε αυτεπάγγελτα (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, 464). Η εξουσία αυτή μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης (βλ. Lanitis Bros Ltd v. Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266, 271, Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R. 96, 107). Στην υπόθεση Fatma Mehmet v. The Police
(1970)2 C.L.R. 62, 68 - 69, λέχθηκε ότι σκοπός των προνοιών των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ.155, είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορεί να οδηγήσουν στην αθώωση κατηγορούμενου παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν τη θέσπιση των εν λόγω άρθρων. Προκύπτει περαιτέρω ότι για να έχει εξουσία το Δικαστήριο να τροποποιήσει κατηγορητήριο ως ανωτέρω, θα πρέπει να προηγηθεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά. Το ζήτημα του κατά πόσον ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελαττωματικό ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση των εξουσιών του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 83
(1)έχει εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Pouris v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, Leonidou (ανωτέρω), Κυριάκου (ανωτέρω) και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση του Άκη Φάντη
(1995)1 Α.Α.Δ. 714. Από την εν λόγω νομολογία προκύπτει πως το κατά πόσον ένα κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα που δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με τη διατύπωση των κατηγοριών, αλλά και με το πώς η κατηγορούσα αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της ή σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Έτσι η αναγκαιότητα για τροποποίηση μπορεί να προκύψει για διάφορους λόγους, όπως (
  1. i)προς θεραπεία σύγκρουσης μεταξύ των λεπτομερειών κατηγορίας και της προσαχθείσας μαρτυρίας, (
  2. ii)προς παροχή περαιτέρω ή ακριβέστερων λεπτομερειών για την παροχή ευχέρειας στον κατηγορούμενο να ετοιμάσει την υπεράσπισή του με βεβαιότητα, ή (iii) προσθήκη κατηγορίας αποκαλυφθείσας από τη μαρτυρία (βλ. σύγγραμμα του Γ.Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 125 και επ.) Παραπέμπω επίσης στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2018, στις παρ. 1-253 και επ. ως προς την ευρύτητα των εξουσιών τροποποίησης στην Αγγλία με βάση το αντίστοιχο του άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155, άρθρο 5
(1)του αγγλικού Indictments Act, 1915.[3] Ως προς το πότε κατηγορητήριο θεωρείται ελαττωματικό, στην παρ. 1-257 του εν λόγω συγγράμματος αναφέρονται, μεταξύ άλλων τα εξής: «
(1)An indictment may be defective ("defect" in this context connoting "lack of" or "want": R. v. Palmer [2002] Crim.L.R. 973, CA) not only when it is bad on its face (e.g. because of duplicity, ante, §§ 1-235 et seq.), but also, for example: (
  1. a)when it does not accord with the relevant evidence, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein: R. v. Martin [1962] 1 Q.B. 221, 45 Cr.App.R. 199, CCA; (
  2. b)when for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 2 Q.B. 787, 52 Cr.App.R. 528, CA; R. v. Johal and Ram, ante; (
  3. c)when the evidence led in support of the indictment discloses more than one offence: R. v. Jones (J.) (see ante, § 1-229); and R. v. Stanley , The Independent, November 27, 1998, CA (allegation of fraudulent evasion of VAT based on allegations of provision of two distinct and separate pieces of false information; desirable that issue of whether defendant guilty, if at all, of one or both of distinct allegations should be resolved by a jury rather than judge—cf. the situation discussed post, § 21-22);» Προϋπόθεση για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με το σύγγραμμα των Λοΐζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, 1975, σελ. 71 και 72, η υπεράσπιση ενός κατηγορούμενου μπορεί να επηρεασθεί, αν μια εντελώς νέα κατηγορία αναφύεται εναντίον του, ενδεχόμενο το οποίο δεν θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει.[4] Και στο σύγγραμμα του Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σε σχέση με αιτήματα για προσθήκη κατηγοριών σημειώνεται πως «οι κατηγορίες οι οποίες ανακύπτουν - παρόλο που είναι διαφορετικές από την αρχική ή τις αρχικές - πρέπει να είναι συναφείς προς το υπόβαθρο γεγονότων της υπόθεσης.». Στην υπόθεση Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου ν. Γιαννάκη Κούμα
(1997)2 Α.Α.Δ 99, το Εφετείο δεν επενέβη στην εξάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που απέρριψε προσθήκη δεύτερης κατηγορίας λόγω της μακράς εκκρεμότητας της υπόθεσης για ένα μη σοβαρό αδίκημα όπως ήταν αυτό της πλανοδιοπώλησης. Τέτοια προσθήκη αδικήματος, άσχετου στο νομικό του περιεχόμενο με την αρχική κατηγορία, κρίθηκε ότι θα επηρέαζε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για εκδίκαση μιας μη σοβαρής υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Στην πρακτική, άδεια για τροποποίηση δίνεται εύκολα στα αρχικά στάδια της δίκης, νοουμένου ότι το αντικείμενο της τροποποίησης, σχετίζεται με τις κατηγορίες που ήδη περιέχονται στο κατηγορητήριο. Ένας άλλος σχετικός παράγοντας, είναι το κατά πόσον η τροποποίηση είναι ουσιαστικού χαρακτήρα ή αν σκοπός της είναι η διόρθωση λανθασμένης περιγραφής (Makki v. The Republic
(1972)2 C.L.R. 76, 79). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας του υπό κρίση αιτήματος τροποποίησης. Θέση του παραπονούμενου είναι ότι με βάση τη δήλωση του κατηγορούμενου ότι η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής δεν είναι δική του και τη μετέπειτα έρευνα στην οποία ο παραπονούμενος προέβη, η μαρτυρία που έχει στη διάθεση του αποκαλύπτει τη διάπραξη των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στις δύο προς προσθήκη κατηγορίες. Κατ' αναλογία προς την υπόθεση R. v. Martin
(1962)2 Q.B. 221, θα μπορούσε να λεχθεί πως το κατηγορητήριο δεν περιλαμβάνει αδικήματα τα οποία αποκαλύπτονται από τα στοιχεία που έχει στη διάθεση του ο παραπονούμενος. Συνεπώς το κατηγορητήριο στερείται ουσιαστικής ποιότητας και υπό αυτή την έννοια, είναι ελαττωματικό (βλ. και την απόφαση του αγγλικού εφετείου στην υπόθεση R. v. Hemmings [2000] 1 Cr.App.R. 360). Δεδομένης της ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου, το ερώτημα που θα πρέπει ν' απαντηθεί είναι αν με την τροποποίηση θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Είναι γεγονός πως το αίτημα για τροποποίηση υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και προτού δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία. Όμως, κάθε αίτημα για τροποποίηση πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με το ζήτημα του πιθανού επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και γενικά του δυσμενούς επηρεασμού στην υπεράσπιση του. Έτσι, το γεγονός της μη έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας δεν οδηγεί αυτομάτως στην έγκριση του αιτήματος αφού δεν μπορεί αφ' εαυτού να αποκλείσει την πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορούμενου. Στην προκειμένη περίπτωση, το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 28.6.12, δηλαδή πέντε και πλέον έτη πριν την υποβολή του αιτήματος. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε για το απλό αδίκημα της έκδοσης μίας επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154. Στις 15.1.14 αρνήθηκε την κατηγορία και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Στις 24.2.17 ο κατηγορούμενος, μέσω του συνηγόρου του, στην ουσία αποκάλυψε την υπεράσπιση του στην κατηγορία που αντιμετώπιζε, δηλώνοντας ότι δεν είναι ο ίδιος που υπέγραψε την επίδικη επιταγή. Εννέα περίπου μήνες μετά την αποκάλυψη της υπεράσπισης του κατηγορούμενου, και συγκεκριμένα στις 23.11.17, υποβλήθηκε το επίδικο αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Το αίτημα αφορά σε προσθήκη δύο νέων κατηγοριών οι οποίες αφορούν σε εντελώς διαφορετικά και σοβαρότερα από πλευράς ποινών αδικήματα από το αδίκημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, και συγκεκριμένα στο αδίκημα της απάτης κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ. 154 (δεύτερη κατηγορία), καθώς και στα αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 298 του Κεφ. 154 και της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 299 του Κεφ. 154 (τρίτη κατηγορία). Τα ζητήματα που οι προς προσθήκη κατηγορίες εγείρουν, εγείρονται για πρώτη φορά και δεν έχουν καμία σχέση με τα ζητήματα της υφιστάμενης κατηγορίας. Με την υφιστάμενη κατηγορία προσάπτεται στον κατηγορούμενο η έκδοση από τον ίδιο μίας επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Με τη δεύτερη κατηγορία προσάπτεται στον κατηγορούμενο ότι ενώ είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής συνωμότησε με τρίτο πρόσωπο (το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο), και διά ψευδών παραστάσεων και/ή δολίως απέσπασε από τον παραπονούμενο συγκεκριμένους φακέλους αγωγών αφού ο πατέρας του κατηγορούμενου παρέδωσε την επίδικη επιταγή επί της οποίας πλαστογράφησε την υπογραφή του (κατηγορούμενου), ενώ τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο πατέρας του γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Με την τρίτη κατηγορία προσάπτεται στον κατηγορούμενο ότι συμμετείχε στη διάπραξη ποινικού αδικήματος παραδίδοντας μέσω τρίτου προσώπου την επίδικη επιταγή ενώ γνώριζε ότι εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα παραλαβής, με σκοπό να την υπογράψει ο πατέρας του και να την παραδώσει στον παραπονούμενο για να αποσπάσει τους φακέλους των αγωγών, γνωρίζοντας ότι ο πατέρας του θα μετέβαινε μόνιμα στο εξωτερικό. Περαιτέρω, του προσάπτεται ότι, με σκοπό καταδολίευσης παρέδωσε την επιταγή στον πατέρα του ισχυριζόμενος προσφάτως ότι η υπογραφή του είναι πλαστογραφημένη, και παραδόθηκε στον παραπονούμενο πετυχαίνοντας την απόσπαση των φακέλων. Το μοναδικό γεγονός που είναι κοινό μεταξύ της πρώτης κατηγορίας και των δύο προς προσθήκη κατηγοριών είναι αυτό της παράδοσης της επιταγής που αποτελεί το αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας, στον παραπονούμενο. Κατά τα λοιπά, τα γεγονότα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των προς προσθήκη κατηγοριών δεν σχετίζονται με τις λεπτομέρειες που θεμελιώνουν την πρώτη κατηγορία. Αντίθετα, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι αντίθετα προς αυτήν, αφού ενώ η υφιστάμενη κατηγορία αναφέρεται στην έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο, οι δύο νέες κατηγορίες αναφέρονται σε ισχυριζόμενη πλαστογράφηση της υπογραφής επί της επίδικης επιταγής από τον πατέρα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, τόσο το νομικό περιεχόμενο όσο και τα συστατικά στοιχεία του υφιστάμενου αδικήματος και τα αντίστοιχα των προς προσθήκη κατηγοριών, είναι εντελώς διαφορετικά. Δεν συμφωνώ, συνεπώς, ότι η προσθήκη των δύο κατηγοριών οι οποίες αφορούν σε νέα ζητήματα που εγείρονται για πρώτη φορά, δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Πέραν των ανωτέρω, παρατηρείται πως προδήλως οι προς προσθήκη κατηγορίες πάσχουν από πολλαπλότητα (duplicity), θέμα το οποίο ετέθη στον παραπονούμενο κατά την ακρόαση του αιτήματος τροποποίησης. Η πολλαπλότητα ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος, είναι δε αυστηρός ο κανόνας ότι η κατηγορία δεν πρέπει να περιέχει περισσότερο από ένα αδίκημα, για να γνωρίζει η υπεράσπιση επακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει∙ αλλιώς ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 265). Όπως ο κανόνας τίθεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2000, παρ. 1-135, «The indictment must not be double; that is to say, no one count of the indictment should charge the defendant with having committed two or more separate offences.». Στην προκειμένη περίπτωση, στην έκθεση αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, περιλαμβάνονται σαφώς δύο διακριτά ποινικά αδικήματα, ήτοι το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις (άρθρο 298[5] του Κεφ. 154) και το αδίκημα της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις (άρθρο 299[6] του Κεφ. 154). Περαιτέρω, και σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία, ο κ. Σχίζας ζήτησε μεν να αποσυρθεί/διαγραφεί από την έκθεση αδικήματος η αναφορά στο άρθρο 302 του Κεφ. 154, πλην, όμως, στις λεπτομέρειες της προς προσθήκη κατηγορίας γίνεται αναφορά σε συνωμοσία μεταξύ του κατηγορούμενου και τρίτου προσώπου με σκοπό τη δόλια απόσπαση από τον παραπονούμενο των φακέλων συγκεκριμένων αγωγών, λεπτομέρειες που παραπέμπουν στη συμπερίληψη στην εν λόγω κατηγορία και του αδικήματος του άρθρου 302 του Κεφ. 154[7] (συνωμοσία για καταδολίευση), πέραν του αδικήματος της απάτης (άρθρο 300 του Κεφ. 154[8]) που περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος.[9] Είναι συνεπώς η κρίση μου ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος για προσθήκη των κατηγοριών, με τον τρόπο που αυτές έχουν διατυπωθεί, θα περιπλέξει την υπόθεση, και θα προκληθεί σύγχυση και αμηχανία στον κατηγορούμενο, ο οποίος, ενώ σήμερα αντιμετωπίζει μία σαφώς διατυπωμένη κατηγορία, θα βρεθεί αντιμέτωπος με δυσνόητες και ασαφείς κατηγορίες, διατυπωμένες κατά τρόπο που εμπεριέχουν πολλαπλότητα. Εν κατακλείδι, κρίνω πως το γεγονός ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των προς προσθήκη αδικημάτων δεν σχετίζονται με τις λεπτομέρειες που θεμελιώνουν την υφιστάμενη κατηγορία, ο κίνδυνος πρόκλησης ασάφειας λόγω της πολλαπλότητας στις κατηγορίες με τις οποίες θα βρεθεί αντιμέτωπος ο κατηγορούμενος, σε συνδυασμό με την πολύ μακρά εκκρεμότητα της παρούσας υπόθεσης, συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας προς απόρριψη του αιτήματος του παραπονούμενου για προσθήκη κατηγοριών, δεδομένου του δυσμενούς επηρεασμού που θα προκληθεί στα δικαιώματα του κατηγορουμένου, για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος της αιτούμενης τροποποίησης, και συγκεκριμένα του αιτήματος για προσθήκη στην έκθεση αδικήματος της πρώτης κατηγορίας αναφοράς στον Νόμο 70(Ι)/2008, σημειώνω τα εξής. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι τυπικής μορφής, και υπό το φως των αρχών που πιο πάνω αναφέρθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, κρίνω πως με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης τα δικαιώματα του κατηγορούμενου δεν επηρεάζονται δυσμενώς. Ούτε άλλωστε υπήρξε εισήγηση προς τούτο. Υπό το φως των ανωτέρω, το αίτημα τροποποίησης εγκρίνεται μερικώς και εκδίδεται διάταγμα για μεταβολή του κατηγορητηρίου με την προσθήκη της φράσης «και 70(Ι)/2008» στην έκθεση αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Το υπόλοιπο μέρος του αιτήματος που αφορά σε προσθήκη δύο κατηγοριών, απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνω πως αρχικά στην έκθεση αδικήματος της προτεινόμενης δεύτερης κατηγορίας περιλαμβανόταν και το άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («Συνωμοσία για καταδολίευση»), πλην όμως ο κ. Σχίζας, αναγνωρίζοντας πως με τον τρόπο αυτό η έκθεση αδικήματος αναφερόταν σε πέραν του ενός αδικήματα, ζήτησε όπως το άρθρο 302 του Κεφ. 154 «αποσυρθεί» από την έκθεση αδικήματος. [2] Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Aston Manufacturing and Exporting Co κ.α. ν. Levendis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 686, Χατζηχρίστου και Υιοί Λτδ ν. Oralia Travel and Tours Ltd, Πολ. Εφ. 293/15, ημερ. 31.5.07, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005, Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, Πολ. Εφ. 58/12, ημερ. 4.3.13. [3] Βλ. Pouris v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, 162. [4] «The accused is likely to be embarrassed in his defence if an altogether new count is sprung upon him where he could not reasonably foresee such eventuality.» [5] «298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» [6] «
  1. Όποιος, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, υποκινεί άλλο να εκτελέσει, εκδώσει, αποδεχτεί, οπισθογραφήσει, μεταβάλει ή καταστρέψει ολόκληρο ή μέρος, αξιόγραφο ή να γράψει, αποτυπώσει ή να επιθέσει όνομα ή σφραγίδα σε χαρτί ή περγαμηνή, με σκοπό όπως μετά από αυτό να καταστεί αυτό ή να μετατραπεί σε αξιόγραφο ή να τύχει της χρήσης ή της μεταχείρισης αξιογράφου, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» [7] «
  2. Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» [8] «
  3. Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» [9] Ως προς τη σημασία των λεπτομερειών της κατηγορίας παραπέμπω στις αποφάσεις Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, 777-778 και Γεώργιος Ιωσηφίδης (Παϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 204. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.