Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παναγιώτης Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21797/2016, 17/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21797/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v.
- Παναγιώτης Χαραλάμπους
- Ανδρος Χαραλάμπους & Υιός Εξαρτήματα Λιμιτεδ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Στ. Παπαθεοδώρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο 1ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η 1η Κατηγορία στην οποία ο 1ος Κατηγορούμενος δήλωσε την παραδοχή του αφορά την οδήγηση της μοτοσυκλέτας με αρ. Εγγραφής ΒΒΕ430 στις 7.8.2016 χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης κατά παράβαση του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/
- Η 2η Κατηγορία αφορά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο, ο 1ος Κατηγορούμενος, οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/
- Αντίστοιχες Κατηγορίες αντιμετωπίζει και η 2η Κατηγορούμενη εταιρεία για το ότι επέτρεψε στον 1ο Κατηγορούμενο να οδηγεί το πιο πάνω όχημα χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης και χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου (Κατηγορίες 3 και 4 αντίστοιχα) Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή βασίστηκε μόνο σε παραδεκτά γεγονότα τα οποία κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Τα παραδεκτά γεγονότα συνίστανται στα ακόλουθα: Στις 7.8.2016, ο 1ος Κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής BBE430 στη Πλατεία Σολωμού στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας. Ιδιοκτήτης της εν λόγω μοτοσικλέτας είναι η 2η Κατηγορούμενη. Πρόκειται για μοτοσικλέτα κυβισμού 748 κυβικών εκατοστών (βλ. Τεκμήριο 1). Κατατέθηκε στο Δικαστήριο η μαθητική άδεια οδηγού που κατείχε ο Κατηγορούμενος (βλ. Τεκμήριο 5Α) και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι αυτή έληξε το 1992 και ότι ενόσω ήταν σε ισχύ παρείχε το δικαίωμα στον Κατηγορούμενο να οδηγεί την επίδικη μοτοσικλέτα. Κατατέθηκε επίσης εκ συμφώνου η Κατάσταση Αδειών/Κατηγοριών Οδηγού που εκδόθηκαν επ' ονόματι του Κατηγορημένου (βλ. Τεκμήριο 6). Τέλος, κατατέθηκε εκ συμφώνου πιστοποιητικό ασφάλισης με αρ. ΑΡ089988 σύμφωνα με το οποίο ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο το οποίο δικαιούται να οδηγεί το επίδικο όχημα νοουμένου ότι «κατέχει Άδεια να οδηγεί το Μηχανοκίνητο Όχημα ή κατείχε άδεια και δεν στερήθηκε του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά τέτοια Άδεια». Το πιο πάνω πιστοποιητικό ασφάλισης καλύπτει την περίοδο από 19.7.2016 μέχρι και 19.7.
- Κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, ο 1ος Κατηγορούμενος ανακόπηκε από τον Ε/Αστ. 5285 Γεώργιο Γεωργίου o οποίος του ανέφερε ότι θα τον καταγγείλει για αδικήματα οδήγησης χωρίς άδεια οδηγού και χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας. Αφού επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορουμένου στο νόμο, ο Κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε να αναφέρει οτιδήποτε (βλ. Τεκμήριο 2). Δηλώθηκε επίσης ως παραδεχτό γεγονός ότι η επίδικη μοτοσικλέτα μετά την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων, παραλήφθηκε από τον Γεώργιο Πλατύ ο οποίος είναι κάτοχος άδειας οδήγησης (βλ. Τεκμήριο 3) και καλυπτόταν από σχετικό πιστοποιητικό ασφάλειας (βλ. Τεκμήριο 4). Τέλος, ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε τα εξής: «Παραδέχομαι. Είμαι ο διευθυντής της εταιρείας Ανδρος Χαραλάμπους & Υιός Λτδ και η μοτοσικλέτα ανήκει στην εταιρεία μου» (βλ. Τεκμήριο 5). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος εισηγήθηκε μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου του ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές για υποστήριξη των θέσεων τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν εκτός στο μέτρο που αναφέρονται πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται δυνάμει του άρθρου 3 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου Ν. 96(Ι)/2000το οποίο μεταξύ άλλων, προνοεί τα ακόλουθα: «3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να - (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού· (β) προκαλεί ή επιτρέπει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το άλλο αυτό πρόσωπο, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού». Στην προκειμένη περίπτωση, ο 1ος Κατηγορούμενος εξασφάλισε και κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο πιστοποιητικό ασφάλισης το οποίο αφορούσε χρονική περίοδο στην οποία εμπίπτει και η επίδικη ημερομηνία (βλ. Τεκμήριο 7). Το ερώτημα είναι κατά πόσο το εν λόγω ασφαλιστήριο έγγραφο ήταν σε ισχύ και κάλυπτε τον Κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεδομένου ότι η μαθητική άδεια οδήγησης που κατείχε, είχε λήξει το
- Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι το εν λόγω έγγραφο δεν κάλυπτε τον 1ο Κατηγορούμενο, λόγω του ότι αυτός δεν ήταν κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης τόσο κατά τον χρόνο έκδοσης του Τεκμηρίου 7 όσο και κατά τον χρόνο οδήγησης του μηχανοκίνητου οχήματος. Από την άλλη, η θέση της υπεράσπισης είναι ότι το έγγραφο αυτό κάλυπτε τον 1ο Κατηγορούμενο, αφού αυτός υπήρξε στο παρελθόν κάτοχος μαθητικής άδειας οδήγησης η οποία του επέτρεπε να οδηγεί νόμιμα το επίδικο όχημα. Η υπεράσπιση στηρίζει την θέση της στην επιφύλαξη που περιλαμβάνεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (βλ. Τεκμήριο 7), σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος δικαιούται να οδηγεί το επίδικο όχημα νοουμένου ότι «κατείχε άδεια». Παραθέτω αυτούσια την εν λόγω επιφύλαξη: «Νοουμένου ότι το πρόσωπο που οδηγεί κατέχει Άδεια να οδηγεί το Μηχανοκίνητο Όχημα ή κατείχε άδεια και δεν στερήθηκε του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά τέτοια Άδεια. Ό όρος Άδεια σημαίνει Άδεια (License) ή άλλη εξουσιοδότηση (Permit) που εκδίδεται σύμφωνα με τους Κανονισμούς χορήγησης Αδειών ή Άλλους Νόμους ή Κανονισμούς». Στην παρούσα περίπτωση, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος κατείχε μαθητική άδεια οδήγησης η οποία του επέτρεπε να οδηγεί νομίμως το επίδικο μηχανοκίνητο όχημα. Η εν λόγω άδεια έληξε το
- Θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής τα αποφασισθέντα στην απόφαση Skapoulos v. The Police
(1963)1CLR96 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε πανομοιότυπο ζήτημα. Ειδικότερα, σε εκείνη την υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση με την οποία ο Κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος ότι οδηγούσε μοτοσικλέτα χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης και αποφάσισε ότι πρόσωπο που κατά το παρελθόν ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας οδηγήσεως, η οποία ήταν ληγμένη κατά το χρόνο που χρησιμοποίησε μηχανοκίνητο όχημα, καλυπτόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Το ασφαλιστικό συμβόλαιο σε εκείνη την περίπτωση περιλάμβανε όρο πανομοιότυπο με αυτόν που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
- Παραθέτω την ακόλουθη περικοπή από την εν λόγω απόφαση: «Then we come to the proviso: "Provided that the person driving holds a licence to drive the motor vehicle or has held and is not disqualified for holding or obtaining such a licence. The term 'licence' means a licence or other permit required by the licensing or other laws or regulations". Counsel for the appellant has argued and counsel for the Attorney-General concedes that, upon the plain meaning of the words in the proviso and upon the evidence in this case, accused No. 1 was a person who had held a licence, and was not at the time of apprehension disqualified from holding or obtaining a licence within the meaning of that term as defined in the certificate of insurance itself. This learner's permit, if it does not strictly come within the word "licence" at least comes within the words "other permit required by the licensing or other laws or regulations". The Act does not limit the time within which a person must have held a valid licence, nor by its wording does it require us to fix one. It may be pointed out that this accused is and has been the holder of a Class "D" driving licence, which permits him to operate vehicles of seven seats and less, since
- Therefore, the accused No. 1 was not operating this vehicle without the insurance coverage, as charged, and this appeal, on count No. 2, will have to be allowed. The conviction and penalties will be set aside.» Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, Ninth Edition, σελ. 362, κάτω από το τίτλο «Driving License Condition» αναφέρονται τα ακόλουθα: «A common form of policy allows driving, with the permission of the insured person, by any person, 'who holds or has held a driving license' and is not disqualified. Thus, if a driver has once held a driving licence, he will be coverd even though it may have expired and even though it was only provisional. A driving license would normally include a provisional driving license.» Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος όντας στο παρελθόν κάτοχος μαθητικής άδειας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσωπο το οποίο δεν «κατείχε άδεια» εντός της έννοιας του ασφαλιστικού συμβολαίου. Συνεπώς, η θέση ότι η λήξη της άδειας οδήγησης καθιστά το ασφαλιστήριο έγγραφο ανίσχυρο, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο λεκτικό του συμβολαίου ούτε και στη νομολογία. Είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι η άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου είχε λήξει πριν την έκδοση του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου. Το ίδιο το ασφαλιστικό συμβόλαιο δεν θέτει οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό αναφορικά με το πότε πρέπει ο ασφαλισμένος να κατείχε την άδεια. Αφού λοιπόν έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο 1ος Κατηγορούμενος καλυπτόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο από ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Συνακόλουθα, δεν έχει στοιχειοθετηθεί η 2η Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο 1ος Κατηγορούμενος αλλά ούτε και η 4η Κατηγορία που αντιμετωπίζει η 2η Κατηγορούμενη. Ο 1ος Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 2η Κατηγορία και η 2η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 4η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο