Κύπρος Κυπριανού ν. Μαρία Αντωνίου κ.α., Υπόθεση Αρ. 2319/17, 10/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 2319/17 Κύπρος Κυπριανού Παραπονούμενος -εναντίον-
- Μαρία Αντωνίου
- Χρίστος Πασιαλής
- Ευστάθιος Ευσταθίου
- Συνεργατικό Ταμιευτήριο Άχνας Λτδ, τώρα μετονομασθείσα σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοχωριών Λτδ Κατηγορούμενοι --------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου 2018 Παραπονούμενος: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενη 1: Αυτοπροσώπως Για τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4: κ. Μάρκου για κκ. Μουαΐμη και Μουαΐμη Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3: Παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της ως άνω ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για αριθμό αδικημάτων. Ειδικότερα κατηγορούνται ότι διέπραξαν τα αδικήματα της απάτης κατά την υποθήκευση ακίνητης ιδιοκτησίας που ανήκει σε άλλον κατά παράβαση του άρθρου 303
(1)(α) και (β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (στο εξής «το Κεφ. 154») (πρώτη και δεύτερη κατηγορία), πλαστογραφία και/ή κατάρτιση πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 και 335 του Κεφ. 154 (τρίτη κατηγορία), κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 335 και 339 του Κεφ. 154 (τέταρτη κατηγορία), συνωμοσία για καταδολίευση και εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και απάτη κατά την υποθήκευση ακίνητης περιουσίας κατά παράβαση των άρθρων 301(α), 302 και 303
(1)του Κεφ. 154 (πέμπτη κατηγορία), συνωμοσία για πρόκληση βλάβης και μείωση της αξίας στην περιουσία ιδιοκτήτη κατά παράβαση του άρθρου 373(β) και (γ) του Κεφ. 154 (έκτη και έβδομη κατηγορία) και συνωμοσία να πετύχουν νόμιμες συναλλαγές με παράνομα μέσα κατά παράβαση του άρθρου 373(στ) του Κεφ. 154 (όγδοη κατηγορία). Πριν την απάντηση των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, ο συνήγορος τους προέβαλε την ειδική απάντηση του άρθρου 69
(1)(α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής «το Κεφ. 155»), σύμφωνα με το οποίο: «69.-
(1)Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί- (α) ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αυτός καλείται να απαντήσει δεν έχει δικαιοδοσία και ότι άλλο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με αυτόν ή για το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτός κατηγορείται, και, αν ο ισχυρισμός γίνει αποδεκτός, το Δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας το οποίο έχει δικαιοδοσία για τον υπαίτιο ή για το ποινικό αδίκημα.» Ο συνήγορος των κατηγορουμένων 2, 3 και 4, παρόλο που αγορεύοντας αποδέχθηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, εντούτοις εισηγείται ότι το εν λόγω Δικαστήριο δύναται και/ή οφείλει να παραπέμψει την υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου που συνεδριάζει στο Παραλίμνι ως το πλέον αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης, αφού αυτό εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι (α) όλα τα κατ' ισχυρισμόν αδικήματα διαπράχθηκαν στην Επαρχία Αμμοχώστου, (β) όλοι οι κατηγορούμενοι διαμένουν στην Επαρχία Αμμοχώστου, και (γ) 11 από τους 14 μάρτυρες κατηγορίας διαμένουν στην Επαρχία Αμμοχώστου. Ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραπέμψει την υπόθεση, επικαλείται τα αποφασισθέντα στην Πολ. Αίτ. αρ. 21/08, Αναφορικά με την αίτηση της Διαχειριστικής Επιτροπής ΚΥΠΑ ΚΩΡΤ
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 644. Υποστηρίζει επίσης ότι το φυσικό Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23
(1)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(στο εξής «ο Νόμος 14/60»), η δε δημιουργία και/ή λειτουργία του εν λόγω Επαρχιακού Δικαστηρίου ενισχύει τη θέση των κατηγορουμένων. Διαζευκτικά, εισηγείται πως επειδή ο παραπονούμενος δεν περιέλαβε το άρθρο 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1974, Ν.43/74(στο εξής «ο Νόμος 43/74»), στη νομική βάση του κατηγορητηρίου, αυτός δεν δικαιούται να το επικαλείται. Εν πάση περιπτώσει, και παρόλο που ο λόγος για τον οποίον η εν λόγω πρόνοια έχει θεσπιστεί δεν έχει ακόμη εκλείψει, εισηγείται πως ο παραπονούμενος δεν μπορεί να επιλέγει κάποια δικαιοδοσία χωρίς να υποδεικνύει κάποιον εύλογο και/ή αντικειμενικό λόγο, ενδεχομένως δε ο παραπονούμενος να διακατέχεται από αλλότρια κίνητρα με στόχο τη σωματική και/ή ψυχική ταλαιπωρία των κατηγορουμένων με την ακούσια συνδρομή του Δικαστηρίου. Στον αντίποδα, ο παραπονούμενος επικαλείται το άρθρο 3 του Νόμου 43/74, καθώς και τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας κ.α. ν. Δήμου Αγίας Νάπας
(2013)2 Α.Α.Δ. 621, εισηγούμενος ότι η ειδική απολογία δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος διαμένει προσωρινά στη Λευκωσία, η κατηγορούμενη 1 διαμένει στη Λευκωσία και η έδρα της κατηγορούμενης 4 έχει μεταφερθεί στη Λευκωσία. Με την αρχική παρατήρηση ότι τα πλείστα εκ των ζητημάτων που ο κ. Μάρκου εγείρει, έχουν ήδη επιλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας, ανωτέρω, στην οποία ο παραπονούμενος παρέπεμψε, προχωρώ στην εξέταση των ισχυρισμών των κατηγορουμένων 2, 3 και
- Ξεκινώντας από το επιχείρημα ότι ο παραπονούμενος δεν μπορεί να επικαλείται το άρθρο 3 του Νόμου 43/74 επειδή αυτό δεν έχει περιληφθεί στη «νομική βάση» του κατηγορητηρίου, σημειώνω ότι η εν λόγω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τα περί της σύνταξης των κατηγορητηρίων διέπονται από το άρθρο 39 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις παρ. (α) και (γ) του εν λόγω άρθρου, εκτίθεται στο κατηγορητήριο σε χωριστή παράγραφο που καλείται «κατηγορία» η διατύπωση του ποινικού αδικήματος που βρίσκεται στο κατηγορητήριο. Η κατηγορία περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται. Ούτε από τις πιο πάνω παραγράφους (α) και (γ), ούτε και από το σύνολο των διατάξεων του άρθρου 39 του Κεφ. 155 προκύπτει ότι απαιτείται όπως σε οποιοδήποτε σημείο του κατηγορητηρίου αναγράφεται η νομική διάταξη που σχετίζεται με την κατά τόπο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Συνεπώς, κρίνω πως η παράλειψη συμπερίληψης του άρθρου 3 του Νόμου 43/74 στη «νομική βάση» του κατηγορητηρίου (αντιλαμβάνομαι πως με αυτή την φράση ο κ. Μάρκου αναφερόταν στην έκθεση αδικήματος στην οποία πρέπει να αναφέρεται το άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το αδίκημα), ουδόλως εμποδίζει τον παραπονούμενο από του να επικαλείται αυτό προς υποστήριξη της θέσης του ότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε σε κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο. Η κατά τόπο δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστηρίου που εκδικάζει ποινικά αδικήματα, διέπεται πράγματι από το άρθρο 23 του Νόμου 14/60, που προνοεί τα εξής: «23.-
(1)Έκαστov Επαρχιακόv Δικαστήριov, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 19, θα έχη δικαιoδoσίαv vα δικάζη συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 24- (α) πάvτα τα εvτός της επαρχίας δι' ηv τo δικαστήριov καθιδρύθη αδικήματα (β) πάvτα τα εvτός τωv Κυριάρχωv Περιoχώv τωv Βάσεωv υπό Κυπρίoυ διαπραχθέvτα αδικήματα κατά Κυπρίoυ ή εv σχέσει πρoς Κύπριov.
(2)Οσάκις αδίκημα τι διεπράχθη επί συvόρoυ δύo ή περισσoτέρωv επαρχιώv ή εvτός μιλίoυ εκ συvόρoυ ή έχει διαπραχθή εv μέρει εv μια επαρχία και εv μέρει εv άλλη επαρχία ή εv άλλαις επαρχίαις τo αδίκημα τoύτo δύvαται vα εκδικασθή υπό τoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ εκατέρας τωv τoιoύτωv επαρχιώv ως εάv τoύτo είχε διαπραχθή καθ' oλoκληρίαv εv τη επαρχία εv τη oπoία εκδικάζεται. Διά τoυς σκoπoύς τoυ παρόvτoς εδαφίoυ "επαρχία" περιλαμβάvει τας Κυριάρχoυς Περιoχάς τωv Βάσεωv.
(3)....» Όμως, τα τραγικά γεγονότα του 1974, οδήγησαν στην ανάγκη ψήφισης του Νόμου 43/74, με στόχο την όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη απάμβλυνση των προβλημάτων και εξάλειψη στον μέγιστο δυνατό βαθμό των δυσχερειών που η τουρκική εισβολή δημιούργησε στην απονομή της δικαιοσύνης, έτσι ώστε να διασφαλιστεί, στον καλύτερο υπό τις περιστάσεις βαθμό, η απρόσκοπτη συνέχιση της απονομής της. Το άρθρο 3 του Νόμου 43/74 προνοεί τα εξής: «3. Διαρκoύσης της εκρύθμoυ καταστάσεως και παρά τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 23 τωv περί Δικαστηρίωv Νόμωv τoυ 1960 έως 1972 έκαστov Επαρχιακόv Δικαστήριov κέκτηται δικαιoδoσίαv vα εκδικάζη, συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 24, oιovδήπoτε αδίκημα διαπραχθέv εv oιαδήπoτε επαρχία της Κύπρoυ.» Παρά την παρέλευση 43 και πλέον ετών από την τουρκική εισβολή, δυστυχώς, η έκρυθμη κατάσταση, η οποία ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου 43/74 ως η «συvεπεία της Τoυρκικής εισβoλής δημιoυργηθείσα κατάσταση η oπoία εξακoλoυθεί vα υφίσταται μέχρις ότoυ τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov, διά Διατάγματoς δημoσιευoμέvoυ εις τηv επίσημov εφημερίδα της Δημoκρατίας, κηρύξη ότι η κατάστασις αύτη έπαυσε vα υφίσταται», εξακολουθεί να υφίσταται, γεγονός που ο κ. Μάρκου αναγνώρισε, και ο λόγος για τον οποίο θεσπίστηκε η πιο πάνω πρόνοια δεν έχει ακόμα εκλείψει (βλ. σχετικώς και την απόφαση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας, ανωτέρω, σελ. 629, και κατ' αναλογία, τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με τον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμο του 1964, Ν.33/64στην Husseyin Gaginer v. Ακίνητα Π. Ιωαννίδη Λτδ, Πολ. Έφ. 61/10, ημερ. 17.7.14). Ενόσω δε η έκρυθμη κατάσταση διαρκεί, κάθε κατήγορος έχει δικαίωμα να καταχωρήσει το κατηγορητήριο σε οποιαδήποτε επαρχία, χωρίς να χρειάζεται από μέρους του να τεκμηριώσει τον λόγο για τον οποίο η υπόθεση καταχωρείται σε Επαρχιακό Δικαστήριο εδρεύον σε άλλη επαρχία από αυτήν στην οποία τα ισχυριζόμενα αδικήματα διαπράχθηκαν. Παραπέμπω σχετικώς στα αποφασισθέντα στην υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας, ανωτέρω, στη σελ. 631: «Οι εφεσείοντες αναφερόμενοι στην επιλογή των εφεσιβλήτων να καταχωρίσουν την Ποινική Υπόθεση 13291/12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, χωρίς να αιτιολογήσουν τη συγκεκριμένη επιλογή τους, υπέβαλαν ότι αυτή συνιστά, υπό τις περιστάσεις, κατάχρηση εξουσίας την οποία το πρωτόδικο δικαστήριο όχι μόνο «απέτυχε να εντοπίσει», αλλά και εσφαλμένα επιδοκίμασε με την αναφορά του, «... ... δεν θεωρώ ότι έχριζε οποιασδήποτε αιτιολόγησης η απόφαση του αιτητή να ασκήσει το δικαίωμα που του παρέχεται από τον ίδιο το Νόμο». Ούτε η εν λόγω θέση μας βρίσκει σύμφωνους. Οι εφεσείοντες, απλά άσκησαν, όπως πολύ ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο επισημαίνει, δικαίωμα που τους παρέχει ο Νόμος.» (έμφαση δική μου) Ούτε και το γεγονός ότι υφίσταται και λειτουργεί Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου που συνεδριάζει στο Παραλίμνι, διαφοροποιεί τα πράγματα. Το θέμα εξετάστηκε και πάλι στην υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας, ανωτέρω, όπου, στη σελ. 629, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τα ακόλουθα: «Μπορεί να έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε - 40 περίπου χρόνια - και η «ομαλότητα» στον τομέα που μας αφορά, να έχει σε μεγάλο βαθμό αποκατασταθεί. Όμως, ο λόγος για τον οποίο θεσπίστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 3 του Νόμου 43/74, δεν έχει ακόμα εκλείψει. Με δοσμένο το γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου ομού με τα άλλα επαρχιακά δικαστήρια του κατεχόμενου τόπου μας, συνεχίζουν να λειτουργούν προσωρινά, μακριά από τη φυσική τους έδρα, οι συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες εξακολουθούν να τυγχάνουν καθολικής εφαρμογής. Το γεγονός ότι με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/6/1999, το Δικαστήριο Παραλιμνίου μετονομάστηκε σε Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, το οποίο συνεδριάζει στο Παραλίμνι, ουδόλως διαφοροποιεί την κατάσταση, εφόσον οι εν λόγω πρόνοιες δεν έχουν ακυρωθεί, ούτε και με άλλο νομοθέτημα έχουν αντικατασταθεί ή τροποποιηθεί, αλλά συνεχίζουν να παραμένουν σε ισχύ ως είχαν θεσπιστεί. Σχετικές με το θέμα που εξετάζουμε και ειδικότερα σχετικά με τους λόγους θέσπισης των προνοιών του Άρθρου 3 του Νόμου 43/74 και τις ευρύτερες συνέπειες τους στην κατά τόπο αρμοδιότητα των επαρχιακών δικαστηρίων σε ποινικές υποθέσεις, είναι, μεταξύ άλλων υποθέσεων και οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας
(1992)2 Α.Α.Δ. 191, Γεωργιάδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1842, Θεοδούλου (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 438 και Yerakas a.o. v. The Police
(1984)2 C.L.R. 5.» (έμφαση δική μου) Περαιτέρω, όπως προκύπτει τόσο από τις διατάξεις του άρθρου 23 του Νόμου 14/60, όσο και από τις διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 43/74, ο τόπος διαμονής των κατηγορουμένων και των μαρτύρων κατηγορίας είναι αδιάφορος για τον καθορισμό της κατά τόπον αρμοδιότητας Επαρχιακού Δικαστηρίου που εκδικάζει ποινικά αδικήματα. Όσον αφορά την παραπομπή, από μέρους του κ. Μάρκου, στην πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Διαχειριστικής Επιτροπής ΚΥΠΑ ΚΩΡΤ, ανωτέρω, σημειώνω ότι στην εν λόγω απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξέτασε στα πλαίσια της αίτησης για άδεια καταχώρησης εντάλματος Certiorari το κατά πόσον ήταν ορθή ή όχι η απόφαση με την οποία κρίθηκε πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την ενώπιον του υπόθεση και με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση. Σχετικά είναι τα όσα ελέχθησαν στην υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας, ανωτέρω, σελ. 629 - 630: «Εκείνο που κλήθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο να εξετάσει στην υπόθεση Διαχειριστική Επιτροπή ΚΥΠΑ Κωρτ 4 ν. Σιαπάνη κ.ά. (πιο πάνω), ήταν αποκλειστικά το κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είχε δικαιοδοσία να παραπέμψει την υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Το κατά πόσο όμως η απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την ενώπιον του υπόθεση και με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση, ήταν ορθή ή όχι, δεν αποτέλεσε, ούτε και μπορούσε να αποτελέσει, αντικείμενο εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της ενώπιον του αίτησης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται και στη σχετική απόφαση του αδελφού μας Δικαστή που εκδίκασε την αίτηση, «Το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου κέκτηται δικαιοδοσίας εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας κέκτηται δικαιοδοσίας να παραπέμψει την υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, ανεξαρτήτως του αν η σκέψη πίσω από την απόφαση αυτή ήταν ορθή ή λανθασμένη».» (έμφαση δική μου) Υπό το φως των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κέκτηται κατά τόπον δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα ποινική υπόθεση. Κατ' επέκταση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει υποχρέωση, ούτε και διακριτική ευχέρεια να παραπέμψει την παρούσα υπόθεση σε άλλο Δικαστήριο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 69
(1)(α) του Κεφ. 155, αφού, τέτοια παραπομπή γίνεται όταν «το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου [ο κατηγορούμενος] καλείται να απαντήσει δεν έχει δικαιοδοσία.». Με βάση όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, η ειδική απολογία των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 αποτυγχάνει και οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 καλούνται να απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο