← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χριστόδουλου Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15161/16, 13/3/2018

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χριστόδουλου Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15161/16, 13/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:11 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15161/16 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -v-

  1. Χριστόδουλου Χριστοδούλου
  2. Μιχάλη Ζολώτα
  3. Mihail Andrei Fole
  4. Αθηνάς Χριστοδούλου
  5. Ανδρέα Κιζουρίδη
  6. A.C. Christodoulou Consultants Ltd
  7. Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών, πρώην Marfin Financial Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών
  8. Focus Maritime Corp Κατηγορούμενοι 13 Μαρτίου, 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αριστείδης με κα Α. Ματθαίου Για τους Κατηγορούμενους 2 και 3: κ. Ε. Ευσταθίου, κ. Α. Αιμιλιανίδης, για αυτόν ο κ. Λουκά και κ. Χ. Τριανταφυλλίδης, για αυτόν ο κ. Σ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτηση Κατηγορουμένων 2 και 3 για παραπομπή Προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ) Η υπόθεση καταχωρίστηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 04/04/2017 αλλά δεν κατέστη δυνατό να αρχίσει η εκδίκαση της, παρά την προ πολλού εκδηλωθείσα πρόθεση του Δικαστηρίου να την εκδικάσει. Εγείρονται, όπως σημειώσαμε και στην τελευταία ενδιάμεση μας απόφαση ημερ. 12/02/2018, συνεχώς νέα προδικαστικά ζητήματα τα οποία εμποδίζουν την έναρξη της δίκης. Με το παρόν, τελευταίο θέλουμε να ελπίζουμε αίτημα (το οποίο σημειωτέον υποβλήθηκε στις 12/02/2018, ημερομηνία κατά την οποία απαγγέλθηκε η τελευταία ενδιάμεση μας απόφαση επί διαφόρων άλλων προδικαστικών θεμάτων), επιδιώκεται από τους Κατηγορούμενους 2 και 3 η παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στη συνέχεια «ΔΕΕ») των ακόλουθων προδικαστικών ερωτημάτων:
  9. Κατά πόσον το Άρθρο 27

(2)της Απόφασης Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να επιτρέπεται η δίωξη προσώπου για αξιόποινη πράξη στην οποία διαφοροποιείται η συμμετοχή του σε ποινικό αδίκημα, δηλαδή ενώ παραδόθηκε για να διωχθεί για ποινικό αδίκημα ως συνεργός, τώρα διώκεται για το ίδιο ποινικό αδίκημα ως φυσικός αυτουργός. 2. Κατά πόσο το Άρθρο 27
(3)της Απόφασης Πλαίσιο ερμηνεύεται με τρόπο κατά τον οποίο να εξαιρεί ποινική διαδικασία κατά την οποία οι κατηγορούμενοι είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού και ταξιδεύουν στην Δημοκρατία για να παραστούν στη δίκη και η μη εφαρμογή μέτρου περιοριστικού της ελευθερίας των κατηγορουμένων γίνεται στη βάση απόλυσης τους υπό όρους και στην οποία σε περίπτωση παράβασης των όρων θα εφαρμοστεί μέτρο περιοριστικό ή και στερητικό της ελευθερίας. Το ιστορικό καταγράφεται σε σχετικό παράρτημα της αίτησης και δεν χρειάζεται να επαναληφθεί. Θα περιοριστούμε να σημειώσουμε τα ακόλουθα: - Ο Κατηγορούμενος 2, Μιχάλης Ζολώτας, είναι Έλληνας υπήκοος και διαμένει στην Ελλάδα και ο Κατηγορούμενος 3, Mihail Andrei Fole, Ρουμάνος υπήκοος και διαμένει, επίσης, στην Ελλάδα. - Οι αρμόδιες δικαστικές αρχές της Ελλάδας και Ρουμανίας αποφάσισαν την εκτέλεση των Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης που είχαν εκδοθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3, αντίστοιχα, σε σχέση με τις ακόλουθες κατηγορίες: Α) Για τον Κατηγορούμενο 2 ότι μαζί με τον Ανδρέα Βγενόπουλο, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Ιουνίου 2013 έως Δεκέμβριο 2013, στη Λευκωσία, συνήργησε με τον Χριστόδουλο Χριστοδούλου και την Αθηνά Χριστοδούλου και συγκάλυψαν την αληθή φύση και πηγή σε σχέση με το ποσό του 1.000.000 ευρώ, ενώ γνώριζε ότι τούτο αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων της διαφθοράς, δεκασμού και ενεργού δωροληψίας οικείων αξιωματούχων, που περιγράφονται στην 1η, 3η, 8η, 10η και 21η κατηγορία, δηλαδή ετοίμασαν εικονικά και ετεροχρονισμένα έγγραφα, ήτοι συμβόλαιο παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και απόδειξη είσπραξης, τα οποία παρουσίασαν στις ανακριτικές αρχές, όπως και χειρόγραφα έγγραφα συμβουλευτικών υπηρεσιών. Β) Για τον Κατηγορούμενο 3: (
  1. i)Η Κατηγορούμενη 7 και ο Ανδρέας Βγενόπουλος με τη συνέργεια του Κατηγορούμενου 3 και του κατηγορουμένου 8 έδωσαν στον κατηγορούμενο 1 €1.000.000 κατά τρόπον που υποδηλώνει διαφθορά ως αμοιβή για την αποχή από την τέλεση πράξης που ενέπιπταν στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του ως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας. (
  2. ii)Η Κατηγορούμενη 7 με τη συνέργεια του Κατηγορούμενου 3 και του κατηγορουμένου 8 έδωσαν στον κατηγορούμενο 1 €1.000.000 κατά τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό για την αποχή από την τέλεση πράξης που ενέπιπτε στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του ως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας. (iii) Η Κατηγορούμενη 7 με τη συνέργεια του Κατηγορούμενου 3 και του Κατηγορουμένου 8 χορήγησαν στον κατηγορούμενο 1 αθέμιτο ωφέλημα €1.000.000 για την τέλεση πράξης που ενέπιπτε στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του ως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας. (
  3. iv)Οι Κατηγορούμενοι αρ. 1, 4, 5 και 6, μεταξύ Ιουλίου 2007 και Σεπτεμβρίου 2009, στη Λευκωσία και στην Αθήνα, με τη συνέργεια των Κατηγορουμένων αρ. 3, 8 και των Κυριάκου Μάγειρα και Μιχάλη Ζολώτα, απέκτησαν το χρηματικό ποσό του €1.000.000, ενώ γνώριζαν ότι τούτο αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων της διαφθοράς, δεκασμού και ενεργούς δωροληψίας οικείων αξιωματούχων, που περιγράφονται στην 1η, 3η, 6η, 8η και 16η κατηγορία. - Με το αρχικό κατηγορητήριο που κατεχωρήθη στις 04/04/2017 ενώπιον του Κακουργιοδικείου οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετώπιζαν τις ως άνω κατηγορίες, ήτοι ο Κατηγορούμενος 2 την κατηγορία 24 και ο Κατηγορούμενος 3 τις κατηγορίες 9, 13, 16 και 23. - Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, όπως και όλοι οι υπόλοιποι Κατηγορούμενοι αρνήθηκαν όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε καθορισμένες ημερομηνίες κατά τους μήνες Δεκέμβριο 2017 και Ιανουάριο 2018, αφού στο μεταξύ αποφασίστηκαν διάφορα προδικαστικά θέματα που είχαν εγερθεί. - Κατά την πρώτη ορισθείσα δικάσιμο ηγέρθηκαν περαιτέρω προδικαστικά ζητήματα από τον Κατηγορούμενο 2 τα οποία αποφασίστηκαν με την ενδιάμεση απόφαση μας ημερομηνίας 11/01/2018, ημέρα κατά την οποία τροποποιήθηκε το κατηγορητήριο κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής. - Το γεγονός της τροποποίησης προκάλεσε περαιτέρω καθυστέρηση στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αφού αφενός ζητήθηκε από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων αναβολή, ενώ, αφετέρου, ηγέρθηκαν εκ νέου προδικαστικά θέματα και ενστάσεις από τους Κατηγορούμενους 1, 2, 4, 5, 6, 7 και 8 τα οποία απορρίφθηκαν με την ενδιάμεση απόφασή μας ημερομηνίας 12/02/2018. - Υποδεικνύεται πως ένα από τα προδικαστικά θέματα που ήγειρε ο Κατηγορούμενος 2 αφορούσε κατ' ισχυρισμό παραβίαση του κανόνα της ειδικότητας, λόγω της προσθήκης της 25ης κατηγορίας. - Αμέσως μετά την απαγγελία της ενδιάμεσης απόφασης μας ημερ. 12/02/2018, με την οποία απορρίφθηκαν οι αναφερθείσες ενστάσεις των Κατηγορουμένων, οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησαν και πέτυχαν περαιτέρω τροποποίηση του κατηγορητηρίου, δια της απάλειψης της φράσης «ή όφειλαν να γνωρίζουν» από τις κατηγορίες 23-26 και της προσθήκης των κατηγοριών 27, 28, 29 και 30, ως το Παράρτημα Γ του κατηγορητηρίου. Η τροποποίηση κρίθηκε αναγκαία μετά από την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 12/02/2018, στην οποία υποδείχθηκε πως στις κατηγορίες 23 έως 26, συνοστίζονταν δύο αδικήματα, γεγονός που προκαλούσε πολλαπλότητα. - Ακολούθησε η υπό εξέταση αίτηση, με την οποία επιδιώκεται η παραπομπή των αναφερθέντων προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπές σε Κυπριακή και Αγγλική νομολογία καθώς και σε αποφάσεις του ΔΕΕ. Ειδικότερα, οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 3 υποστήριξαν ότι με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου που επήλθε στις 18/01/2018, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 διώκονται ως αυτουργοί ενώ παραδόθηκαν στην Κύπρο για να διωχθούν ως συνεργοί. Προκύπτει κατά συνέπεια το ερώτημα, εάν αυτή η αναβάθμιση της συμμετοχής τους, όπως παρουσιάζεται στο τροποποιημένο κατηγορητήριο, είναι επιτρεπτή ή κατά πόσο αντίκειται στο Άρθρο 27
(2)της Απόφασης-Πλαίσιο και στο άρθρο 36 του Ν. 133/2004. Συνεχίζοντας οι συνήγοροι, εισηγήθηκαν πως το ζήτημα δεν έχει αποφασιστεί από άλλη απόφαση του ΔΕΕ η δε απόφαση Leymann & Pustovarov, Υπόθεση C-388/2008 PPU, ημερ. 01/12/2008, ασχολήθηκε με άλλα θέματα, ερμηνεύοντας το Άρθρο 27
(1)της Απόφασης-Πλαίσιο και όχι το Άρθρο 27
(2). Περαιτέρω εισηγήθηκαν οι συνήγοροι, θα πρέπει να παραπεμφθεί προδικαστικό ερώτημα και σε σχέση με την ερμηνεία του Άρθρου 27
(3)(γ) της Απόφασης-Πλαίσιο, ενόψει του γεγονότος ότι στους Κατηγορούμενους 2 και 3 που είναι αλλοδαποί, έχουν τεθεί όροι για την εμφάνιση τους στο Δικαστήριο. Το ερώτημα που εγείρεται, επεσήμαναν οι συνήγοροι, είναι εάν οι όροι που έχουν επιβληθεί θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως στερητικοί της ελευθερίας τους με το δεδομένο ότι τυχόν μη συμμόρφωση τους θα οδηγήσει στην έκδοση διατάγματος κράτησης. Παρόλο, κατέληξαν οι συνήγοροι που το αίτημα δεν καλύπτει τις κατηγορίες 27-30 οι οποίες προστέθηκαν μετά από την καταχώρηση της αίτησης, κάλεσαν το Δικαστήριο να συμπεριλάβει και τις υπό αναφορά κατηγορίες στο ευρύτερο πλαίσιο των ερωτημάτων που έχουν εγερθεί, δεδομένου ότι οι νέες αυτές κατηγορίες δεν καλύπτονται από τα ΕΕΣ, με βάση τα οποία έχουν παραδοθεί. Εγείρονται, συνεπώς, ανάλογα ερωτήματα εάν οι Κατηγορούμενοι μπορούν να διωχθούν γι' αυτές τις κατηγορίες, με βάση την ερμηνεία του Άρθρου 27
(2)και 27
(3)(γ) της Απόφασης-Πλαίσιο. Οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής, υποστήριξαν με τη σειρά τους πως δεν είναι αναγκαία η παραπομπή των ερωτημάτων. Σε σχέση με το πρώτο ερώτημα, επεσήμαναν πως οι Κατηγορούμενοι διώκονται με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα το οποίο περιλαμβάνει τόσο τους συνεργούς όσο και τους αυτουργούς. Σε κάθε περίπτωση, εισηγήθηκαν οι συνήγοροι, με την τροποποίηση δεν επήλθε διαφοροποίηση του ρόλου και της συμμετοχής τους, αλλά εξακολουθούν να διώκονται ως συνεργοί με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Πρόκειται για λεκτική μεταβολή της κατηγορίας 24 και εν πάση περιπτώσει εναπόκειται στο Δικαστήριο να διαπιστώσει τον βαθμό συμμετοχής τους, με βάση το μαρτυρικό υλικό που θα παρουσιαστεί κατά τη δίκη. Αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα, υποστήριξαν πως η πρόνοια του Άρθρου 27
(3)είναι σαφής και δεν χρειάζεται να τύχει ερμηνείας από το ΔΕΕ. Ανεξάρτητα από τη θέση αυτή, ανέφεραν, το Άρθρο 27
(3)της Απόφασης-Πλαίσιο, έτυχε ερμηνείας από το ΔΕΕ στην υπόθεση Leymann & Pustovarov, Υπόθεση C-388/2008 PPU, ημερ. 01/12/2008, γεγονός που καθιστά αχρείαστη την παραπομπή του ερωτήματος. Τυγχάνει συνεπώς εφαρμογής, κατέληξαν οι συνήγοροι, τόσο η αρχή της σαφούς πράξεως (acte clair) όσο και της σαφούς νομολογίας (acte éclairé). Επεσήμαναν, περαιτέρω, πως η τυχόν επιβολή περιοριστικών μέτρων στους Κατηγορούμενου 2 και 3 δεν συναρτάται με την προσθήκη των νέων κατηγοριών αλλά με τη στάση και τη συμπεριφορά που πιθανό να επιδείξουν οι ίδιοι οι Κατηγορούμενοι στη δικαστική διαδικασία. Ανεξάρτητα δε από την προσθήκη κατηγοριών, η μη προσέλευση των Κατηγορουμένων 2 και 3 στη δίκη, θα οδηγούσε έτσι κι αλλιώς σε κράτηση, με βάση τις κατηγορίες για τις οποίες έχουν παραδοθεί, παραπέμποντας επί του προκειμένου σε σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Leymann & Pustovarov, Υπόθεση C-388/2008 PPU, ημερ. 01/12/2008. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η προδικαστική παραπομπή, όπως είναι πολύ καλά γνωστό, διέπεται από το Άρθρο 267 της Συνθήκης. Υπάρχει πλούσια νομολογία επί του θέματος (βλ. μεταξύ άλλων Cypra Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 305, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 5/2016 ημερ. 05/04/2017, Srl Cilfit v. Ministry of Health case 283/1981
(1982)E.C.R. 3415, Leymann και Pustovarov Υπόθεση C-388/2008 PPU, ημερ. 01/12/2008). Σχετικές είναι επίσης οι Συστάσεις του ΔΕΕ προς τα εθνικά Δικαστήρια ημερ. 25/11/
  1. Από τη θεώρηση της πιο πάνω νομολογίας προκύπτει ότι τα πρωτοβάθμια Επαρχιακά Δικαστήρια έχουν διακριτική ευχέρεια να παραπέμπουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ. Η ευχέρεια ασκείται, βέβαια, με βάση τις αρχές και τις παραμέτρους που καθιέρωσε η νομολογία. Βασικό κριτήριο, όπως έχει υποδειχθεί, είναι το κατά πόσο η παραπομπή του ερωτήματος είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπόθεση που εκδικάζεται. Το Δικαστήριο απαλλάσσεται από την υποχρέωση παραπομπής στις περιπτώσεις όπου: (α) η σχετική διάταξη του ενωσιακού δικαίου είναι τόσο σαφής ή εμφανής σε βαθμό που δεν παρέχεται περιθώριο αμφισβήτησης ως προς τον τρόπο ερμηνείας της (acte clair), και (β) η σχετική διάταξη έχει τύχει ερμηνείας κατά τρόπο που απαντήθηκε το ερώτημα που ζητείται να παραπεμφθεί (acte éclairé). (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων - πιο πάνω). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' εφαρμογή των πιο πάνω νομικών αρχών στα γεγονότα της εξεταζόμενης υπόθεσης, καταλήγουμε πως δεν δικαιολογείται η παραπομπή των ερωτημάτων που ζητούνται με την αίτηση, για τους ακόλουθους λόγους:
  2. Σε σχέση με το πρώτο ερώτημα είναι προφανές πως με την τροποποίηση και την προσθήκη των κατηγοριών 25-30, δεν έχει διαφοροποιηθεί ο ρόλος ή η συμμετοχή των Κατηγορουμένων στην αποδιδόμενη διάπραξη των αδικημάτων. Απλή ανάγνωση και αντιπαραβολή των λεπτομερειών των κατηγοριών του αρχικού κατηγορητηρίου με τις τροποποιηθείσες και προστεθείσες κατηγορίες, καταδεικνύει του λόγου του αληθές. Πρόκειται για φραστική διαφοροποίηση των λεπτομερειών, χωρίς να έχει επέλθει ουσιαστική διαφοροποίηση των αδικημάτων που αποδίδονται στους Κατηγορούμενους. Ειδικότερα και καθόσον αφορά την μεταβολή που επήλθε με την προσθήκη της κατηγορίας 25, δεν έχει προκύψει περαιτέρω ή άλλη διαφορετική αξιόποινη πράξη, γεγονός που υποδείξαμε και στην ενδιάμεση μας απόφαση ημερ. 12/02/
  3. Επαναλαμβάνουμε, επί του προκειμένου όσα σχετικά αναφέρονται στις σελίδες 8 και 9 της υπό αναφορά απόφασης μας, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα αυτό. Όπως έχουμε υποδείξει: «Σε σχέση με την κατηγορία 25 το θέμα είναι κάπως πιο πολύπλοκο. Ενδεχομένως, οι λεπτομέρειες αυτής της κατηγορίας να μην καλύπτονται πλήρως από το αρχικό ΕΕΣ που παρουσιάστηκε ενώπιον των ελληνικών αρχών που διέταξε την παράδοση του κατηγορουμένου 2, αφού γίνεται λόγος για κάποιαν επιπλέον πράξη/ενέργεια των κατηγορουμένων που φέρεται - εν πάση περιπτώσει - να στοιχειοθετεί και πάλι (όπως και στην κατηγορία 24) αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων. Ωστόσο, η φύση του αδικήματος, ο τόπος και ο χρόνος διάπραξης παραμένει ο ίδιος. Συνεπώς η μεταβολή που υπήρξε δια της πρόσαψης και της κατηγορίας 25, δεν φαίνεται να συνιστά διαφορετική αξιόποινη πράξη υπό την έννοια του άρθρου 36
(1)του οικείου νομοθετήματος. Επί τούτου σχετική είναι η απόφαση Artur Leymann και Aleksei Pustovarov, Υπόθεση C-388/08 PPU, ημερ. 1/12/2008, όπου τονίστηκε ότι μεταβολές στο κατηγορητήριο σε σύγκριση με το ΕΕΣ δεν παραβιάζουν τον κανόνα ειδικότητας εφόσον αυτές απορρέουν από στοιχεία συλλεχθέντα κατά τη διαδικασία που κινήθηκε εντός του κράτους έκδοσης του ΕΕΣ και εφόσον δεν αλλοιώνουν τη φύση της αξιόποινης πράξης. Εδώ, όχι απλώς δεν αλλοιώνουν τη φύση της αξιόποινης πράξης, αλλά πρόκειται για την ίδια αξιόποινη πράξη.» Τα ίδια, θεωρούμε, ισχύουν κατ' αναλογία και για τις κατηγορίες 27 και 29, οι οποίες προστέθηκαν μετά από σχετική επισήμανση του Δικαστηρίου στην Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 12/02/2018, όπως έχουμε επεξηγήσει και νωρίτερα. Όπως δε ορθά υποδείχθηκε από τους συνηγόρους της Κατηγορούσας Αρχής, με βάση το άρθρο 20 του Κεφ. 154 που αποτελεί τη νομική βάση του αδικήματος της κατηγορίας 24 καθώς και των κατηγοριών 25-30 που έχουν προστεθεί, κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται στο αδίκημα δύναται να διωχθεί ως αυτουργός. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Ajini κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, παρόλο που είναι επιθυμητό να εξειδικεύεται ο ρόλος του κατηγορούμενου στη διάπραξη του αδικήματος, η έλλειψη εξειδίκευσης δεν αναιρεί την ετυμηγορία, εφόσον ο ίδιος ο Νόμος επιτρέπει τη μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού. Νομοθετικά ομιλούντες, οι δύο όροι συμπλέκονται και δεν προβλέπονται διαβαθμίσεις. Δεν εγείρεται, συνεπώς, θέμα αναβάθμισης υπό την έννοια που εισηγήθηκε ο κ. Λουκά. Καταλήγουμε, συνεπώς, πως ούτε με την τροποποίηση των κατηγοριών 9, 13, 16, 23 και 24 αλλά ούτε και με την προσθήκη των κατηγοριών 25, 27, 28 και 29 επήλθε οποιαδήποτε ουσιαστική διαφοροποίηση της συμμετοχής των Κατηγορουμένων 2 και 3 στα αποδιδόμενα σ' αυτούς αδικήματα. 2. Σε σχέση με το δεύτερο ερώτημα, συμφωνούμε με τους συνηγόρους της Κατηγορούσας Αρχής πως το εγειρόμενο ζήτημα δεν χρήζει ερμηνείας από το ΔΕΕ. Η πρόνοια του Άρθρου 27
(3)(γ) της Απόφασης-Πλαίσιο είναι σαφής και δεν χωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία για την ορθή ερμηνεία της. Πανομοιότυπη, σημειώνουμε είναι και η σχετική πρόνοια της εναρμονιστικής Κυπριακής Νομοθεσίας (βλ. άρθρο 36.2(γ) του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004, Ν. 133(Ι)/2004). Αξίζει να σημειωθεί πως στην αναφερθείσα Ενδιάμεση Απόφασή μας ημερ. 12/02/2018, υποδείξαμε πως ακόμη και εάν θεωρούσαμε πως η κατηγορία 25 αφορούσε άλλη αξιόποινη πράξη από εκείνη για την οποία παραδόθηκε ο Κατηγορούμενος 2, το θέμα θα ενέπιπτε στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 36
(2)(γ) - αντίστοιχο του Άρθρου 27
(3)(γ) της Απόφασης-Πλαίσιο. Σημειώνουμε, περαιτέρω, πως το ζήτημα έτυχε εξέτασης στην απόφαση Leymann και Pustovarov - πιο πάνω - στην οποία αποφασίστηκε ότι ένα άτομο μπορεί να διωχθεί για άλλη αξιόποινη πράξη πλην εκείνης για την οποία παραδόθηκε, νοουμένου ότι η ποινική διαδικασία δεν θα οδηγήσει σε επιβολή μέτρου στερητικού της ελευθερίας του. Ειδικότερα, στην υπό αναφοράν υπόθεση, το ΔΕΕ αποφάσισε, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «
  1. Όταν η διαδικασία οδηγεί στη διαπίστωση άλλης αξιόποινης πράξεως από εκείνη που προκάλεσε την παράδοση, δεν χωρεί δίωξη της εν λόγω αξιόποινης πράξεως χωρίς σχετική συγκατάθεση, εκτός των περιπτώσεων εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ έως στ΄.
  2. Η εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της αποφάσεως πλαισίου αφορά μια κατάσταση όπου η ποινική διαδικασία δεν οδηγεί σε επιβολή μέτρου περιοριστικού της ατομικής ελευθερίας.
  3. Επομένως, στο πλαίσιο της εξαιρέσεως αυτής, ένα άτομο μπορεί να διωχθεί και να καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη πλην εκείνης που προκάλεσε την παράδοσή του, για την οποία προβλέπεται στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στη διαδικασία συγκαταθέσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι κανένα στερητικό της ελευθερίας μέτρο δεν λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας. Εντούτοις, αν ο ενδιαφερόμενος καταδικάζεται, μετά την ολοκλήρωση του σταδίου της αποφάσεως, σε στερητική της ελευθερίας ποινή ή σε στερητικό της ελευθερίας μέτρο, η συγκατάθεση είναι απαραίτητη για την εκτέλεση της εν λόγω ποινής.» Όσον αφορά την εισήγηση ότι τυχόν παραβίαση των όρων που έχουν τεθεί στους Κατηγορούμενους 2 και 3 από το Δικαστήριο θα οδηγήσει σε στέρηση της ελευθερίας τους, είναι αρκετό να υποδειχθεί πως οι όροι τέθηκαν εξ' αρχής και προτού μεταβληθεί το κατηγορητήριο. Όπως δε υποδείχθηκε στην αναφερθείσα υπόθεση Leymann & Pustovarov, στην παράγραφο 75: «Εντούτοις, το άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της αποφάσεως-πλαισίου, δεν εμποδίζει τη λήψη μέτρου στερητικού της ελευθερίας σε βάρος του παραδιδόμενου ατόμου πριν υπάρξει συγκατάθεση, όταν ο εν λόγω περιορισμός δικαιολογείται εκ του νόμου από άλλες κατηγορίες που τον βαρύνουν και οι οποίες περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως». Η τυχόν στέρηση, συνεπώς, της ελευθερίας τους θα είναι απότοκο της μη συμμόρφωσης τους με τους όρους που τους έχουν επιβληθεί με βάση το αρχικό κατηγορητήριο και δεν μπορεί να συναρτηθεί με τις υπό αναφορά τροποποιηθείσες ή/και προστεθείσες κατηγορίες. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγουμε πως δεν δικαιολογείται το αίτημα για παραπομπή των δύο προδικαστικών ερωτημάτων ή οποιουδήποτε από αυτά στο ΔΕΕ. Κατά συνέπεια, το σχετικό αίτημα των Κατηγορουμένων 2 και 3 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.