ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΕΛΕΝΑΣ ΕΥΑΓΟΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 14793/2017, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14793/2017 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΕΛΕΝΑΣ ΕΥΑΓΟΡΟΥ Κατηγορουμένης -------------------------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2018. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χ. Θεμιστοκλέους. Για την Κατηγορούμενη: κ. Η. Στεφάνου και κ. Γ. Νεάρχου. Κατηγορούμενη παρούσα. ΠΟΙΝΗ [ I ] 1. Η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ενοχή σε 357 κατηγορίες. 2. Αφορούν τα ακόλουθα αδικήματα:
(1)Δύο
(2)κατηγορίες πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (α) και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ») - κατηγορίες 1 και 2.
(2)Σαράντα τέσσερις
(44)κατηγορίες ψευδών λογαριασμών με σκοπό την καταδολίευση, κατά παράβαση του άρθρου 313 (β) του ΠΚ - κατηγορίες 3, 10,16, 24, 25, 31, 39, 52, 60, 66, 72, 76, 81, 86, 95, 102, 109, 115, 123, 133, 140, 147, 154, 163[1], 172, 179, 187[2], 197, 206, 215, 226, 240, 249, 256, 265, 275, 282, 290, 300, 310, 322, 353, 354 και 355.
(3)Διακόσιες Σαράντα
(240)κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (α) και 335 του ΠΚ - κατηγορίες 130, 131, 132, 135, 136, 137, 138, 139, 142, 143, 144, 145, 146, 149, 150, 151, 152, 153, 156, 157, 158, 159, 160, 161, 162, 165, 166, 167, 168, 169, 170, 171, 174, 175, 176, 177, 178, 181, 182, 183, 184, 185, 188, 189, 190, 191, 192, 193, 194, 195, 196, 199, 200, 201, 202, 203, 204, 205, 208, 209, 210, 211, 212, 213, 214, 217, 218, 219, 220, 221, 222, 223, 224, 225, 228, 229, 230, 231, 232, 233, 234, 235, 236, 237, 238, 239, 242, 243, 244, 245, 246, 247, 248, 251, 252, 253, 254, 255, 258, 259, 260, 261, 262, 263, 264, 267, 268, 269, 270, 271, 272, 273, 274, 277, 278, 279, 280, 281, 284, 285, 286, 287, 288, 289, 292, 293, 294, 295, 296, 297, 298, 299, 302, 303, 304, 305, 306, 307, 308, 309, 312, 313, 314, 315, 316, 317, 318, 319, 320 και 321.
(4)Εξήντα οκτώ κατηγορίες
(68)κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση του άρθρου 268 του ΠΚ - κατηγορίες 11, 17, 26, 32, 40, 46,53, 61, 67, 73, 77, 82, 87, 96, 103, 110, 116, 124, 134, 141, 148, 155, 164, 173, 180, 187, 198, 207, 216, 227, 241, 250, 257, 266, 276, 283, 291, 301, 311, 323, 325, 326, 327, 328, 329, 330, 331, 332, 333, 334, 335, 336, 337, 338, 339, 340, 341, 342, 343, 344, 345, 346, 347, 348, 349, 350, 351 και 352.
(5)Δύο
(2)κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες ενέργειες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α) (ΙΙΙ)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν. 188(Ι)/2007- κατηγορίες 324 και 357, και
(6)Μία
(1)κατηγορία διαφθοράς, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 (γ) και 6 του περί Προλήψεως Διαφθοράς Νόμου, Κεφ. 161 - κατηγορία
- [ IΙ ]
- Τα αδικήματα διαπράχθηκαν την χρονική περίοδο Νοεμβρίου 2011 και Ιουνίου
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, η κατηγορούμενη εργαζόταν στην εταιρεία, Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου ΛΤΔ (η «παραπονούμενη»). Η κατηγορούμενη εργαζόταν στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών της παραπονούμενης. Η κατηγορούμενη είτε εισέπραττε χρήματα πελατών της παραπονούμενης, που ανήκουν σε διπλωματικά σώματα, τα οποία οικειοποιείτο ή χρησιμοποιούσε πλαστές κάρτες χρεώνοντας καύσιμα και ακολούθως προχωρούσε σε ψευδή λογιστική καταχώριση.
- Συγκεκριμένα, η κατηγορούμενη δημιούργησε δύο πλαστές κάρτες, την κάρτα με αρ. αριθμό 7006202970105152 (κάρτα της 1ης κατηγορίας - στο εξής αναφερόμενη ως η 1η κάρτα) και την κάρτα με αριθμό 7006202970105160 (κάρτα της 2ης κατηγορίας - στο εξής αναφερόμενη ως η 2η κάρτα). Η 1η κάρτα χρησιμοποιήθηκε από την κατηγορούμενη την περίοδο 30/1/2012 - 22/6/
- Η 2η κάρτα την περίοδο 1/2/2012 - 6/12/
- Στο πλαίσιο χρήσης των πιο πάνω καρτών, η κατηγορούμενη, δημιούργησε ψευδή λογαριασμό πελάτη στο σύστημα της παραπονούμενης, με την ονομασία «UN High Commision», τον οποίο συνέδεσε με τις πιο πάνω αναφερόμενες κάρτες. H συνολική αξία των καυσίμων τα οποία οικειοποιήθηκε με τις εν λόγω κάρτες ήταν €1670,19 και €13010,03 αντίστοιχα (αδικήματα κατηγοριών 1 έως 323).
- Σε ό,τι αφορά στα αδικήματα που αφορούν τις κατηγορίες 3 έως 133, η κατηγορούμενη προέβαινε, σε κάθε μια των κατηγοριών, σε ψευδή καταχώριση παρουσιάζοντας κάθε οφειλόμενο ποσό ως οφειλόμενο στο λογαριασμό εταιρείας με την επωνυμία «Rostechnologies» ενώ στην πραγματικότητα και εν γνώσει της, αυτά τα ποσά αφορούσαν καύσιμα που οικειοποιήθηκε με την χρήση των πιο πάνω αναφερόμενων καρτών.
- Ανάλογα, οι κατηγορίες από 140 μέχρι και την 322, (πλην της κατηγορίας 275 που αφορούσε την πρεσβεία της Ελλάδας), αφορούσαν ψευδείς καταχωρίσεις σε λογαριασμό της πρεσβείας του Κουβέιτ.
- Σε ό,τι αφορά στις κατηγορίες ψευδών λογαριασμών, κατηγορίες 353, 354 και 355, η κατηγορούμενη προέβη σε ψευδείς καταχωρίσεις στο λογισμικό σύστημα της παραπονούμενης, (α) για αλλοίωση της εικόνας υπολοίπων λογαριασμών πελατών (κατηγορία 353), (β) υπό την μορφή εκπτώσεων με αποτέλεσμα το υπόλοιπο λογαριασμών πελατών της παραπονούμενης να παρουσιάζεται μειωμένο (κατηγορία 354) και τέλος (γ) η κατηγορούμενη παρέλειψε να καταχωρίσει πληρωμές πελατών της παραπονούμενης με αποτέλεσμα να αποκρύψει εισπράξεις τις οποίες οικειοποιήθηκε (κατηγορία 355). Οι κατηγορίες αυτές αφορούν κλοπές ποσών που αφορούν τις κατηγορίες 325 -
- Οι κατηγορίες 324 και 357, που αφορούν Νομιμοποίηση Εσόδων, προκύπτουν, ως φαίνεται στις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, από το σύνολο των υπολοίπων κατηγοριών, πλην της κατηγορίας 356 που αφορά Διαφθορά. Το συνολικό ποσό που κλάπηκε είναι το άθροισμα των ποσών που φαίνονται στις κατηγορίες 324 (€15080,09) και 357 (€251584,69), ήτοι €266664,
- Οι 68 κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου, συνδέονται με τις κατηγορίες ψευδών λογαριασμών με σκοπό την καταδολίευση, οι οποίες συνδέονται επίσης, με αριθμό κατηγοριών κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Ουσιαστικά, σε κάθε μια από τις 68 περιπτώσεις κλοπής υπό υπαλλήλου, προηγείτο η κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και η τήρηση ψευδών λογαριασμών.
- Η κατηγορούμενη, μόλις διαπιστώθηκε, από εσωτερικό έλεγχο της παραπονούμενης, ότι υπήρξε υπεξαίρεση χρημάτων, παραδέχθηκε άμεσα στους προϊσταμένους της τη διάπραξη αδικημάτων. Από την πρώτη στιγμή εξέφρασε την ετοιμότητα της να επανορθώσει.
- Η παραπονούμενη προέβη σε καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία. Στο πλαίσιο των ερευνών η κατηγορούμενη συνελήφθη και παραδέχθηκε άμεσα τη διάπραξη των αδικημάτων και στην Αστυνομία. Η κατηγορούμενη συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος στις 17/8/
- Της επιστήθηκε η προσοχή της στο Νόμο και απάντησε, «Θα τα πω όλα. Θα πω ακριβώς τι έγινε». Την ίδια ημέρα έδωσε γραπτή συγκατάθεση για διενέργεια έρευνας στην οικία της ενώ την επόμενη ημέρα έδωσε τα δείγματα γραφής τα οποία της ζητήθηκαν από την Αστυνομία για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης.
- Στην πρώτη ανακριτική κατάθεση, η οποία της λήφθηκε στις 17/8/2015, αναφέρει και τους λόγους που την ώθησαν στη υπεξαίρεση χρημάτων, «Από το 2011 άρχισα να οικειοποιούμαι μικρά ποσά λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζαμε ως οικογένεια», αναφέρει. Στην ίδια κατάθεση σημειώνει ότι ως οικογένεια είχαν δάνεια, τα οποία κατά το 2014, ήταν ύψους, €
- Ο μισθός του συζύγου της, καταβαλλόταν έναντι των δανείων, ενώ η οικογένεια ζούσε με τα εισοδήματα της κατηγορούμενης τα οποία ανέρχονταν μεταξύ των €1600 - €
- Πέρα από την άμεση παραδοχή στους εργοδότες αλλά και στην Αστυνομία, με την οποία υπήρξε πλήρης συνεργασία, η κατηγορούμενη, εξέφρασε επανειλημμένα την πρόθεση της για αποζημίωση της παραπονούμενης. Στην κατάθεσή της, στην οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω, σημειώνει πως, «απώτερος σκοπός μου ήταν να διευθετήσω και να επιστρέψω αυτά τα χρήματα». Σχετική είναι επίσης η αναφορά της στην εν λόγω κατάθεση όπου αναφέρει ότι ζήτησε από τους εργοδότες της να την κρατήσουν στην εργασία της προκειμένου να αποπληρώσει, με αυτό τον τρόπο, τα χρήματα που υπεξαίρεσε. Η κατηγορούμενη, πέραν από την εκφρασθείσα πρόθεση της για πλήρη αποζημίωση, κατά την απόλυση της, αμέσως πριν η παραπονούμενη καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία, προέβη σε μερική αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστη η παραπονούμενη. Συγκεκριμένα, παρέδωσε στην παραπονούμενη επιταγές οι οποίες αφορούσαν τα δικαιώματα της στο Ταμείο Προνοίας, στο Ταμείο Συντάξεων, το μισθό της για την μήνα Ιούλιο του 2015, και τις άδειες που δικαιούταν. Οι επιταγές ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €
- H παραπονούμενη προέβη σε απόλυση της κατηγορούμενης παράλληλα με την καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία.
- Όσον αφορά την κατηγορία για διαφθορά, τα γεγονότα περιορίστηκαν ως αυτά των λεπτομερειών της κατηγορίας
- Στις 16/6/2015 η κατηγορούμενη παρουσίασε στους προϊσταμένους της σε διάρκεια σύσκεψης κατάσταση με τα υπόλοιπα πελατών η οποία περιείχε αναληθείς πληροφορίες με σκοπό να τους παραπλανήσει. [ IΙΙ ]
- Η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 47 ετών, παντρεμένη. Με τον σύζυγο της βρίσκονται σε διάσταση. Έχουν δύο τέκνα, μια θυγατέρα, ηλικίας 22 ½ ετών και ένα υιό, ηλικίας 20 ετών, οι οποίοι κατοικούν στην Αγγλία. Η κατηγορούμενη σήμερα εργάζεται ως γραμματέας με μηνιαίο μισθό €
- Τα χρέη της ιδίας και του συζύγου της ανέρχονται στα €
- Προέρχεται από οικογένεια χαμηλής εισοδηματικής τάξης. Παρακολούθησε μαθήματα γραμματειακών σπουδών και λογιστικής και εργάστηκε σε αριθμό εταιρειών.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης αναφέρθηκε στους μετριαστικούς παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την επιβολή ποινής. Συνοψίζω την επιχειρηματολογία του:
(1)Η κατηγορούμενη κατά την τέλεση των αδικημάτων βρισκόταν σε συναισθηματική φόρτιση. Διατηρούσε δεσμό με πρόσωπο το οποίο απεκόμισε το ουσιαστικό όφελος των κλοπών και όχι η ίδια ή η οικογένεια της, αφού δεν διαπιστώθηκε καμία αλλαγή στον τρόπο ζωής της. Το πρόσωπο αυτό εκμεταλλεύτηκε το φόβο της να μάθει ο σύζυγος της για το δεσμό τους και την ευάλωτη συναισθηματική της κατάσταση. Φοβόταν επίσης την αντίδραση του συζύγου της, ο οποίος είναι στέλεχος της Αστυνομίας. Ο τρόπος λήψης των χρημάτων επιβεβαιώνει ότι δεύτερο πρόσωπο χρησιμοποιούσε μια από τις κάρτες. Η ίδια δεν επωφελήθηκε πέραν των €20000. Το γεγονός ότι τελούσε υπό συναισθηματική φόρτιση (Walker, N. and Padfield N., Sentencing, Theory, Law and Practice, Butterworths, 1996, σελ. 51) και η απουσία κινήτρου για ίδιον όφελος (Sentencing, Theory, Law and Practice, Butterworths, ανωτέρω, σελ. 49) είναι ουσιώδεις παράγοντες που μειώνουν την ανάγκη για αποτροπή (βλ. ΓΕ ν. Στυλιανού
(2001)2 ΑΑΔ 55, 61).
(2)Η άμεση παραδοχή, η έμπρακτη μεταμέλεια και συνεργασία της με την Αστυνομία, λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο του υλικού και το χρόνο που εξοικονομήθηκε κατά τη διερεύνηση αλλά και τη μη αναγκαιότητα διεξαγωγής δίκης (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 582 και D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd ed.,
(1979), Heinemann, σελ. 196), σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό της μητρώο (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 40), αποτελούν, υπό τις περιστάσεις, σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες.
(3)Η κατηγορούμενη έχει ήδη υποστεί σοβαρές συνέπειες στην προσωπική και οικογενειακή της ζωή. Από τον χρόνο σύλληψης της, τον Αύγουστο του 2015, βρίσκεται σε διάσταση με την σύζυγο της. Την εκδίωξε από την οικία τους. Η οικογένεια του συζύγου της την έχει απορρίψει. Ο πατέρας της, δύο χρόνια μετά που ήρθε στην επιφάνεια η υπόθεση, απεβίωσε, νιώθοντας ιδιαίτερη θλίψη για την πορεία και το μέλλον της θυγατέρας του. Η μητέρα της επίσης απέφευγε κάθε επαφή μαζί της. Λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου που υπέστη την περασμένη εβδομάδα άρχισαν να επανασυνδέονται. Ο υιός της κατηγορουμένης σπουδάζει στην Αγγλία, συντηρείται από την ίδια και τυγχάνει ψυχολογικής στήριξης. Άμεση φυλάκιση της θα έχει ως συνέπεια τον τερματισμό των σπουδών του.
(4)Έχει σημασία ότι η παραβατική της συμπεριφορά τερματίστηκε από τον Ιούνιο 2015. Από τότε εξασφάλισε νέα εργασία και τυχόν φυλάκιση της θα έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της εργασίας της (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 243). Θα έχει επομένως, άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες (βλ. Πετρίδη ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B38, Π.Ε. 194/2015, 27/1/2016).
(5)Η κατηγορούμενη αμέσως απευθύνθηκε στην παραπονούμενη με σκοπό να αποζημιώσει. Προέβη άμεσα σε μερική αποκατάσταση (βλ. §13, ανωτέρω). Η κατηγορούμενη μέσω των συνηγόρων της απευθύνθηκε στην παραπονούμενη για πλήρη αποζημίωση. Προσφέρθηκαν ακίνητα της οικογένειας της (Τεκμήριο 2 - Έρευνα Κτηματολογίου) η εκτιμημένη αξία των οποίων κάλυπτε το κλαπέν ποσό. Η επιμονή της παραπονούμενης όμως, ότι θα διέθετε τα ακίνητα άμεσα και ανεξαρτήτως τιμής και θα αξίωνε τυχόν υπόλοιπο με αγωγή, ματαίωσε τη συμφωνία. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν στην Χαρτούπαλλος, ανωτέρω, ότι η αποζημίωση του θύματος πρέπει να ενθαρρύνεται μέσα από τη μείωση της ποινής, η κατηγορούμενη έπραξε ότι μπορούσε υπό τις περιστάσεις.
(6)Εισηγήθηκε τέλος, με αναφορά στο σύγγραμμα του Γ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2nd ed, σελ. 27 και 29, στο άρθρο του αδελφού Δικαστή, Χ. Β. Χαραλάμπους, Περί Αναστολής Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως, σελ. 244, Επιθεώρηση Κυπριακού & Ευρωπαϊκού Δικαίου, Έτος Α΄, Τεύχος 2, Οκτ. 2006, σ.σ. 235-237 και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 27/2016, 19/7/2016, ΓΕ ν ΓΝ, ECLI:CY:AD:2018:B24, Π.Ε.197/2016, 18/1/2018 και Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39 ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για αναστολή ποινής φυλάκισης. Τόνισε ιδιαίτερα τα ακόλουθα (παραθέτω απόσπασμα από τη σελ. 17 της αγόρευσης του): «Α) τη συναισθηματική φόρτιση και η οιονεί κατάσταση ανάγκης υπό το κράτος της οποίας οδηγήθηκε να τελέσει τα αδικήματα που συνιστούν και το κίνητρο τέλεσης τους. Στην υπόθεση R. v. Julie Ann French [1994] 15 Cr. App. R. (S.) 194, το Αγγλικό Εφετείο θεώρησε ότι το «emotional distress» και «depression» που υπέφερε η κατηγορούμενη κατά το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων είναι προσωπική περίσταση που δικαιολογούσε την αναστολή έχοντας ως βάση της «εξαιρετικές περιστάσεις» που ισχύουν στην Αγγλία. Β) Η άμεση παραδοχή της τόσο στην Αστυνομία όσο και ενώπιον σας. Γ) Οι καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για την ίδια αλλά και για όλη την οικογένεια. Η εκδίωξή της από το σύζυγό της και η διάλυση του γάμου της, η αποξένωσή της από το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο συναναστρεφόταν, η διασάλευση της σχέσης της ακόμα και με την ίδια της την μητέρα, οι συνέπειες που βιώνουν τα παιδιά της και ειδικά ο γιος της ο οποίος είναι σε κρίσιμη ηλικία και ήδη εξέφρασε την πρόθεσή του να διακόψει τη φοίτησή του και να επιστρέψει στην Κύπρο αν φυλακιστεί η μητέρα του. Πρόκειται για πολυδιάστατες συνέπειες. Δ) η μερική, άμεση αποζημίωση, και οι ειλικρινείς προσπάθειές της για πλήρη αποζημίωση Ε) Η συνεργασία της με την Αστυνομία Στ) Το λευκό της ποινικό μητρώο. Ζ) Η ειλικρινή της μεταμέλεια . Η) η εξωδικαστική τιμωρία. Η ενδεχόμενη ποινή άμεσης φυλάκισης, τρία χρόνια μετά, θα έχει ως συνέπεια να χάσει, ξανά, τη δουλειά της. Θ) η παρέλευση μακρού χρόνου από την τέλεση των αδικημάτων.» [ ΙV ] 17. Τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου τιμωρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 335 του ΠΚ, ως κακουργήματα με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια. 18. Το αδίκημα της ψευδούς καταχώρισης σε λογαριασμό τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 313 (β) του ΠΚ, ως κακούργημα με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα επτά χρόνια. 19. Το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 268 του ΠΚ, με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δεκατέσσερα χρόνια[3]. Αρχικά προβλεπόταν ποινή επταετούς φυλάκισης. Με τον Ν. 43(Ι)/2000 η προβλεπόμενη ποινή αυξήθηκε στα δέκα έτη και με τον Ν. 84(Ι)/2012 στα δεκατέσσερα. Κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων των κατηγοριών 11, 17, 26, 32 και 40, ως επίσης και για τις κατηγορίες (ή μέρος τους) 328, 329, 332, 338, 339, 342, 343, 346, 350 και 352, η προβλεπόμενη ποινή ήταν δέκα έτη, για τις υπόλοιπες κατηγορίες δεκατέσσερα. 20. Tο αδίκημα της συγκάλυψης τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)(iii) του Ν.188(I)/2007, με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €500000 ή και με τις δύο αυτές ποινές.
- Τέλος για το αδίκημα της διαφθοράς προβλέπεται, δυνάμει του άρθρου 3 (γ) του Κεφ. 161, ποινή φυλάκισης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα επτά έτη, ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €100000 ή και τις δύο αυτές ποινές.
- Η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από το Νομοθέτη στη βάση του ανώτατου ορίου ποινής και όχι από τα Δικαστήρια, ο ρόλος των οποίων περιορίζεται στη στάθμιση της σοβαρότητας του αδικήματος ανάλογα με τα περιστατικά που το περιβάλλουν (βλ. Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B534, Π.Ε. 40/2015, 25/11/2016). Το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται αποτελεί και τη βάση από την οποία το δικαστήριο ξεκινά για επιμέτρηση της ποινής (βλ. ΓΕ ν. Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639, 643 - 644, με αναφορά στις Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632 και Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 527). 23. Το σύνολο των ενεργειών της κατηγορούμενης είχε ως σκοπό την κλοπή από τον εργοδότη της. Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 139[4], τονίζεται ότι αναμένεται υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης από υπαλλήλους στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αντικατοπτρίζουν την ανάγκη διασφάλισης αυτής της εμπιστοσύνης τονίζοντας τη σοβαρότητα αυτής της φύσεως των αδικημάτων και των επιπτώσεων τους στην οικονομία του τόπου. Η κλοπή υπό υπαλλήλου υπονομεύει τη βάση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου (βλ. A-G v. Vasiliotis
(1967)2 CLR 20, 25). 24. Η ποινή φυλάκισης για τέτοιου είδους αδικήματα είναι κατά κανόνα η αρμόζουσα όπως καταδεικνύεται από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Vasiliotis, ανωτέρω, Polydorou v. Police
(1984)2 CLR 48, Aristotelous v. Police
(1985)2 CLR 212, Katsouris v. Police
(1988)2 CLR 180, Αργυρού ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 434, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 219, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 219, Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 646 και Kiriukkkuvalage v. Αστυνομίας, Π.Ε. 20/2017, 29/5/2017). Η αποζημίωση του εργοδότη κρίνεται σοβαρός μετριαστικός παράγων, δεν μπορεί όμως να επηρεάσει το είδος της ποινής.
- Σύμφωνα με την Αγγλικές Κατευθυντήριες Οδηγίες (για αδικήματα κλοπής που εμπεριέχουν παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης) η σοβαρότητα κατηγοριοποιείται αναλόγως του κλαπέντος ποσού, των επιπτώσεων στο θύμα (το οποίο μπορεί να υπερβαίνει αυτό της χρηματικής αξίας της κλαπείσας περιουσίας) ως επίσης και των επιπτώσεων σε τρίτα πρόσωπα ή της εμπιστοσύνης του κοινού ευρύτερα. Λαμβάνεται υπόψη η φύση της θέσης του παραβάτη και η έκταση αρμοδιοτήτων που του εμπιστεύτηκαν. Η στόχευση ευάλωτου προσώπου καθιστά το αδίκημα πιο σοβαρό. Μετριαστικοί παράγοντες μπορούν να θεωρηθούν, η αδικαιολόγητα ευρεία ανάθεση καθηκόντων εμπιστοσύνης στον κατηγορούμενο, η παύση διάπραξης των αδικημάτων και η βοήθεια εξιχνίασης αδικημάτων που δεν είχαν ανακαλυφθεί. Σε αντίθεση με την Κύπρο (βλ. Πέτρου, ανωτέρω) η απώλεια εργασίας μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγων (βλ. Banks on Sentence, 8th ed, 2012, Vol. 2, σελ. 2-1232, §360.6).
- Τα αδικήματα της πλαστογραφίας τιμωρούνται συνήθως με φυλάκιση. Διαχωρίζονται σε υποθέσεις πολύ σοβαρές, μεσαίας και μικρής σοβαρότητας (βλ. Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 145). Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου τιμωρείται κατ' ανάλογο τρόπο με την πλαστογραφία, την οποία συνήθως χρονικά διαδέχεται (βλ. Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 144). Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, στη σελ. 147, γίνεται αναφορά σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με αδικήματα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που δεν κατηγοριοποιούνται σε συγκεκριμένη κατηγορία εγγράφου. Συνήθως τιμωρούνται με ποινές φυλάκισης 9 - 24 μηνών, αναλόγως των περιστάσεων (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84, Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 286, Καλαθά v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 658, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 104, Πίτσιλλος v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 346, ΓΕ v. Παντελή
(2000)2 ΑΑΔ 384 και Χαραλαμπίδης v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330). 27. Το αδίκημα της ψευδούς καταχώρισης σε λογαριασμό είναι συναφές με αυτό της κλοπής υπό υπαλλήλου και αντιμετωπίζεται με ανάλογη αυστηρότητα (βλ. Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 143). Στην A-G v. Ttofi
(1962)CLR 225, το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε ποινές προστίμου και επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 1 και 2 ετών σε κατηγορούμενο που αντιμετώπιζε 8 συνολικά κατηγορίες, τονίζοντας ότι αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης.
- Όσον αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων λαμβάνονται υπόψη, κατά την επιβολή της ποινής, η έκταση της παράνομης δραστηριότητας και το επίπεδο γνώσης του κατηγορουμένου ότι το ποσό αποτελούσε έσοδο για το γενεσιουργό αδίκημα (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2014, §26-42, σελ. 2582, με αναφορά στο s. 334, Proceeds of Crime Act 2002). Στη Μαληκκίδης, ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι δεν είναι αντινομικό ή παράλογο να επιβάλλεται μεγαλύτερη ποινή στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων απ' ότι στο γενεσιουργό αδίκημα, ειδικότερα όπου, νομοθετικά, οι προβλεπόμενες ποινές, διακρίνονται.
- Τα αδικήματα διαφθοράς επίσης αντιμετωπίζονται με ποινές φυλάκισης, ιδιαίτερα όταν εμπλέκεται δημόσιος λειτουργός (βλ. Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 271[5]). Στην προκειμένη περίπτωση τα αδικήματα αφορούν το άρθρο 3 (γ), δηλαδή χρήση εγγράφου με σκοπό την παραπλάνηση προϊσταμένου, οπότε ισχύουν κατ' αναλογία τα όσα ανέφερα για το αδίκημα της κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και ψευδούς καταχώρισης σε λογαριασμό. [ V ] 30. Έλαβα υπόψη μου τους ακόλουθους παράγοντες ως επιβαρυντικούς:
(1)Το ύψος του συνολικού ποσού που κλάπηκε, €266664,78.
(2)Τον αριθμό των κλοπών στο σύνολο τους.
(3)Ότι ο τρόπος διάπραξης των αδικημάτων απαιτούσε κάποια προεργασία και προσχεδιασμό αφού αφορούσε καταχώριση λογιστικής πράξης σε πελάτη της παραπονούμενης. Υπήρχε δηλαδή προσπάθεια συγκάλυψης.
(4)Υπήρξε συστηματική και επαναλαμβανόμενη εκμετάλλευση της θέσης της για μεγάλο χρονικό διάστημα, περίοδο 4 ετών.
- Ως μετριαστικούς παράγοντες, ως προς τις συνθήκες διάπραξης και την ποινική της ευθύνη (culpability), έλαβα υπόψη μου το γεγονός ότι υπήρξε κάποιος συναισθηματικός εξαναγκασμός από τρίτο πρόσωπο και ότι δεν φαίνεται να επωφελήθηκε αποκλειστικά η ίδια από τις κλοπές αφού τα δάνεια που δημιούργησε φαίνεται να μην εξοφλήθηκαν. Ως προς την προκληθείσα ζημιά (harm) έλαβα υπόψη μου ότι προέβη άμεσα σε μερική αποζημίωση ενώ ήταν διατεθειμένη και σε θέση να αποζημιώσει και το υπόλοιπο ποσό με ακίνητα. Η άρνηση της παραπονούμενης δεν θα πρέπει να καταλογιστεί σε βάρος της κατηγορουμένης η οποία κατέβαλε γνήσια προσπάθεια αποκατάστασης της ζημιάς.
- Ως προς τις προσωπικές της περιστάσεις, έλαβα υπόψη μου:
(1)Το λευκό της ποινικό μητρώο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από τη σύλληψη της και μετά δεν υπέπεσε σε άλλη παραβατική συμπεριφορά.
(2)Την άμεση παραδοχή της στην Αστυνομία και ενώπιον του Δικαστηρίου. Η απάντηση της στην Αστυνομία όταν συνελήφθηκε, «Θα τα πω όλα. Θα πω ακριβώς τι έγινε» και η συνεργασία που επέδειξε στη διερεύνηση με την επακόλουθη άμεση παραδοχή στο Δικαστήριο, καταδεικνύουν την μεταμέλεια της. Ο όγκος των κατηγοριών τείνει να καταδείξει ότι η συνεργασία της βοήθησε και στην πλήρη διερεύνηση (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442).
(3)Την ηλικία της, τις οικογενειακές της συνθήκες και ιδιαίτερα τις επιπτώσεις που υπέστη ο γάμος, οι γονείς, τα τέκνα και το ευρύτερο οικογενειακό της περιβάλλον. Οι επιπτώσεις αυτές σωρευτικά αποτελούν σημαντική, «εξωδικαστική τιμωρία».
(4)Τον χρόνο παρέλευσης, ο οποίος, εξ όσων έχω αντιληφθεί προκλήθηκε λόγω αρχικής καταχώρισης της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο και επακόλουθης διακοπής της. Αν και η ευθύνη για την καθυστέρηση δεν φαίνεται να βαραίνει τις διωκτικές αρχές, η παράταση της αγωνίας της κατηγορουμένης, δεδομένης της παραδοχής της δεν μπορεί παρά να αποτελεί μετριαστικό παράγοντα.
(5)Ότι συνεπεία της παρέλευσης χρόνου, έχουν μεταβληθεί οι συνθήκες της με την εξασφάλιση από μέρους της άλλης εργασίας. Προηγήθηκε η απώλεια της εργασίας της και η απώλεια της καριέρας της στην παραπονούμενη. Απώλεσε επίσης τα ποσά που είχε καταβάλει στο Ταμείο Προνοίας.
- Παρά τα όσα έχουν αναφερθεί, δεδομένων και των προβλεπόμενων ποινών και της νομολογιακών αρχών που παρέθεσα, οι ποινές δεν μπορεί να είναι άλλες από ποινές φυλάκισης. Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν μόνο τη χρονική διάρκεια των ποινών.
- Ενόψει το τρόπου διάπραξης των αδικημάτων, έχοντας υπόψη μου ότι τα κλαπέντα ποσά κάθε φορά διέφεραν, κυμαίνονταν από μερικά ευρώ μέχρι και δεκάδες χιλιάδες, έκρινα ότι θα πρέπει να επιβληθεί η ίδια ποινή σε κάθε ομάδα και κατηγορία αδικήματος, αφού στην ουσία δεν διαχωρίζονται και απολήγουν στην ίδια κατάληξη, κλοπή από τον ίδιο εργοδότη. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στην κατηγορούμενη τις ακόλουθες ποινές: Πλαστογραφία
(1)Στις κατηγορίες 1 και 2, ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην κάθε κατηγορία. Κυκλοφορία Πλαστού Εγγράφου
(2)Στις κατηγορίες 130, 131, 132, 135, 136, 137, 138, 139, 142, 143, 144, 145, 146, 149, 150, 151, 152, 153, 156, 157, 158, 159, 160, 161, 162, 165, 166, 167, 168, 169, 170, 171, 174, 175, 176, 177, 178, 181, 182, 183, 184, 185, 188, 189, 190, 191, 192, 193, 194, 195, 196, 199, 200, 201, 202, 203, 204, 205, 208, 209, 210, 211, 212, 213, 214, 217, 218, 219, 220, 221, 222, 223, 224, 225, 228, 229, 230, 231, 232, 233, 234, 235, 236, 237, 238, 239, 242, 243, 244, 245, 246, 247, 248, 251, 252, 253, 254, 255, 258, 259, 260, 261, 262, 263, 264, 267, 268, 269, 270, 271, 272, 273, 274, 277, 278, 279, 280, 281, 284, 285, 286, 287, 288, 289, 292, 293, 294, 295, 296, 297, 298, 299, 302, 303, 304, 305, 306, 307, 308, 309, 312, 313, 314, 315, 316, 317, 318, 319, 320 και 321, ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην κάθε κατηγορία. Ψευδείς Λογαριασμοί
(3)Στις κατηγορίες 3, 10,16, 24, 25, 31, 39, 52, 60, 66, 72, 76, 81, 86, 95, 102, 109, 115, 123, 133, 140, 147, 154, 163[6], 172, 179, 187[7], 197, 206, 215, 226, 240, 249, 256, 265, 275, 282, 290, 300, 310, 322, 353, 354 και 355, ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην κάθε κατηγορία. Κλοπή υπό Υπαλλήλου
(4)Στις κατηγορίες 11, 17, 26, 32, 40, 46,53, 61, 67, 73, 77, 82, 87, 96, 103, 110, 116, 124, 134, 141, 148, 155, 164, 173, 180, 187, 198, 207, 216, 227, 241, 250, 257, 266, 276, 283, 291, 301, 311, 323, 325, 326, 327, 328, 329, 330, 331, 332, 333, 334, 335, 336, 337, 338, 339, 340, 341, 342, 343, 344, 345, 346, 347, 348, 349, 350, 351 και 352, ποινή φυλάκισης 2 ετών στην κάθε κατηγορία. Νομιμοποίηση Εσόδων
(5)Στις κατηγορίες 324 και 357, ποινή φυλάκισης 2 ετών στην κάθε κατηγορία. Διαφθορά
(6)Στην κατηγορία 356, ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
- Έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής, αλλά και τον τρόπο διάπραξης των αδικημάτων, κρίνω ότι οι ποινές φυλάκισης θα πρέπει να συντρέχουν μεταξύ τους. [ VΙ ]
- Εξέτασα κατά πόσο υφίστανται λόγοι αναστολής των ποινών φυλάκισης που επέβαλα σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
- Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 11/2016, 17/10/2016). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R
(1976)2 JSC 386 και ΓΕ v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303), η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής, η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
- Έλαβα υπόψη μου τα όσα ανέφερε ο συνήγορος της κατηγορουμένης, το λευκό της ποινικό μητρώο, την άμεση παραδοχή, τις επιπτώσεις που είχε η συμπεριφορά της στην ίδια αλλά και στην οικογένεια της, τις συνέπειες που θα έχει ενδεχόμενη άμεση φυλάκισης της, λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο παρέλευσης και την εκ νέου εργοδότηση της, το κίνητρο για τη διάπραξη των αδικημάτων που ήταν επακόλουθο συναισθηματικής φόρτισης, την προσπάθεια αποζημίωσης και τέλος την αναγκαιότητα αποτροπής, όσον αφορά την ίδια την κατηγορούμενη και κατέληξα ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων, ο συστηματικός τρόπος και χρονική διάρκεια διάπραξης αποκλείουν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας προς όφελος της. Οι ποινές φυλάκισης θα είναι άμεσες. (Υπ.).............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Sentence/ Theft by Servant - False Accounts - Forgery - Uttering Forged Documents - Corrupt Transactions - Proceeds of Crime. Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Κλοπή υπό Υπαλλήλου - Ψευδείς Λογαριασμοί - Πλαστογραφία - Κυκλοφορία Πλαστού Εγγράφου - Διαφθορά - Συγκάλυψη. [1] Στο κατηγορητήριο αναγράφεται ως 67, σελ.
- [2] Δεν υπάρχει κατηγορία 186, υπάρχουν 185 και 187, σελ.
- [3] Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι) Αρ. 4342, 29/6/
- [4] 'High standards of fidelity are expected of employees in the public and private sectors in the discharge of their duties and of persons acting in a fiduciary capacity, such as agents or trustees. ... The decisions of the Supreme Court in this area indicate that a serious view is invariably taken of offences of this nature, because of their repercussions on the economic life of the country'. [5] Για το αδίκημα του δεκασμού με βάση το άρθρο 3 (α) του Κεφ.
- [6] Στο κατηγορητήριο αναγράφεται ως 67, σελ.
- [7] Δεν υπάρχει κατηγορία 186, υπάρχουν 185 και 187, σελ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο