Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ξάνθος Παπαδόπουλος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 26521/2015, 14/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26521/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v.
- Ξάνθος Παπαδόπουλος
- Χρύσω Φιτικίδου Παπαδοπούλου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για Κατηγορούμενους: κ. Κ. Θωμά Κατηγορούμενος 1 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο 1ος Κατηγορούμενος (στο εξής «ο Κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72(1η Κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, o Κατηγορούμενος την 1.6.2014 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά τα φώτα τροχαίας «Καλησπέρα» της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής QN180 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στην εν λόγω Κατηγορία και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας. Κατατέθηκαν επίσης παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Αρχιαστυφύλακας 517 Α. Ανδρέου (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 3) στην οποία ανέφερε ότι την 1.6.2014 και περί ώρα 15:00 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβη στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά τα φώτα τροχαίας "Καλησπέρα". Σε αυτό εμπλέκονταν 5 οχήματα, μεταξύ των οποίων και το όχημα με αριθμούς εγγραφής QN180, που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Τα άλλα εμπλεκόμενα οχήματα ήταν τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής VV697 με οδηγό τον Πέτρο Κίζα, το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ849 με οδηγό τον Νίκο Χ"Μιχαήλ, το όχημα με αριθμούς εγγραφής KRV357 με οδηγό τον Στέλιο Κωνσταντινίδη και το όχημα με αριθμούς εγγραφής KWC381 με οδηγό την Ελίζα Στυλιανίδη. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της μέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή. Ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος. Στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα υπάρχουν τρείς λωρίδες κυκλοφορίας από τις οποίες, οι δύο πρώτες (ξεκινώντας από δεξιά ως η πορεία του Κατηγορουμένου) χρησιμοποιούνται από οδηγούς οι οποίοι θέλουν να ακολουθήσουν ευθεία πορεία προς το κέντρο της Λευκωσίας. Η τρίτη λωρίδα που βρίσκεται εντελώς αριστερά χρησιμοποιείται από οδηγούς οι οποίοι επιθυμούν να στρίψουν αριστερά προς Λεωφόρο Αθαλάσσας. Ο δρόμος διαχωρίζεται από την αντίθετη κατεύθυνση με κεντρική νησίδα. Το όριο ταχύτητας είναι 50ΧΑΩ. Η ορατότητα των οδηγών δεν περιορίζεται από οποιοδήποτε τεχνητό ή φυσικό εμπόδιο. Αφού έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις, ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής (βλ. Τεκμήριο 6). Ακολούθως, στην βάση του προχείρου σχεδίου, ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 7). Στο σχέδιο, ο ΜΚ1 τοποθέτησε μεταξύ άλλων, το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του Πέτρου Κίζα (VV697) με το όχημα του Κατηγορουμένου σημειώνοντας το με το γράμμα «X». Με το γράμμα «X1» τοποθετήθηκε η περιοχή σύγκρουσης του οχήματος του Κατηγορουμένου με το όχημα του Νίκου X''Μιχαήλ (ΗΒΜ849). Στην σκηνή δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε ίχνος το οποίο να υποδηλοί το ακριβές σημείο σύγκρουσης των πιο πάνω οχημάτων. Με το γράμμα «Χ2» σημειώθηκε στο σχέδιο το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του Νίκου X"Μιχαήλ με το όχημα του Στέλιου Κωνσταντινίδη (KRV357). Το πιο πάνω σημείο σύγκρουσης ήταν εμφανές από την τελική θέση του οχήματος ΗΒΜ849 το οποίο με την σύγκρουση του με το όχημα KRV357 ακινητοποιήθηκε. Στις 6.8.2014 ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 4) στην οποία ο τελευταίος ανέφερε ότι την 1.6.2014 οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής QN180 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας κατευθυνόμενος προς την Λευκωσία. Περί τις 14:50, καθώς πλησίασε την είσοδο της Λευκωσίας, κινήθηκε στην δεξιότερη από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Μπροστά του υπήρχαν άλλα οχήματα ενώ πίσω από του δεν θυμάται αν υπήρχαν αυτοκίνητα. Καθώς πλησίαζε τα φώτα τροχαίας "Καλησπέρα", ελάττωσε ταχύτητα γιατί τα οχήματα που ήταν μπροστά του κινούνταν αργά. Δεν θυμάται αν το φως ήταν κόκκινο ή πράσινο. Λίγο πριν σταματήσει και ενώ ακόμη κινείτο πολύ αργά, δέχθηκε ένα δυνατό κτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματος του με αποτέλεσμα το όχημα του να σπρωχτεί μπροστά και να συγκρουστεί ελαφρά με το προπορευόμενο όχημα. Μετά από αυτά, δεν θυμάται απολύτως τίποτε καθότι έχασε τις αισθήσεις του λόγω κτυπήματος στο κεφάλι. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης, ο ΜΚ1 του υπέδειξε και επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής το οποίο ετοιμάστηκε στη απουσία του. Στην συνέχεια, ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο και αυτός απάντησε «Δεν το παραδέχομαι γιατί βάση αυτών που θυμούμαι εγώ δέχθηκα κτύπημα στο πίσω μέρος και σπρώχθηκα προς τα μπροστά» (βλ. Τεκμήριο 5). Ανακριτική κατάθεση λήφθηκε και από τον Πέτρο Κίζα, ο οποίος στην συνέχεια κατηγορήθηκε γραπτώς για αδίκημα που προέκυψε εναντίον του και αυτός απάντησε «Παραδέχομαι, ήταν η κακή στιγμή». Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι απόσταση μεταξύ του σημείου Χ και του σημείου Χ2, ήτοι η απόσταση από το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του Κατηγορουμένου με το όχημα του Πέτρου Κίζα (VV697) μέχρι το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του Νίκου X"Μιχαήλ (HBM849) με το όχημα του Στέλιου Κωνσταντινίδη (KRV357) είναι 13,80 μέτρα. Το μήκος του οχήματος του Κατηγορούμενου και του οχήματος HBM849 είναι περίπου 4,60 μέτρα έκαστο. Συνεπώς, το άθροισμα του μήκους των δύο οχημάτων είναι περίπου 9,20 μέτρα. Εάν αφαιρεθεί το μήκος των δύο αυτών οχημάτων από τα 13,80 μέτρα που είναι η απόσταση του Χ μέχρι το Χ2, απομένουν 4,60 μέτρα. Κατόπιν του πιο πάνω υποβάθρου, υποδείχθηκε στον ΜΚ1 ότι στην βάση των μετρήσεων και της λογικής, θα έπρεπε να επέλθει πρώτα η σύγκρουση του οχήματος VV697 με το όχημα του Κατηγορουμένου (σημείο Χ), ακολούθως το όχημα του Κατηγορουμένου να διανύσει κάποιαν απόσταση και μετά να επέλθει η σύγκρουση του Κατηγορούμενου με το όχημα HBM
- Αφού εν τέλει κατανόησε τους μαθηματικούς υπολογισμούς, ο μάρτυρας, προσπάθησε να πείσει ότι με τη σύγκρουση στο όχημα HBM849, το όχημα του Κατηγορουμένου κινήθηκε προς τα πίσω και μετά συγκρούστηκε με το όχημα VV
- Παραλλήλισε την σύγκρουση του οχήματος του Κατηγορουμένου στο μπροστινό όχημα με την σύγκρουση σε ένα τοίχο παραγνωρίζοντας όμως ότι το προπορευόμενο όχημα, σε αντίθεση με τον τοίχο, έχει τροχούς και κινείται. Συμφώνησε ότι δεν βρέθηκαν σημάδια τριβής του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HBM849 κάτι που δείχνει ότι δεν είχε πατημένα τα φρένα. Νίκος Χ''Μιχαήλ (ΜΚ2) Υιοθετώντας την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 9), ο ΜΚ2 ανέφερε ότι την 1.6.2014 και περί ώρα 14:50 οδηγούσε το όχημα HBM849 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας με κατεύθυνση τα φώτα τροχαίας «Καλησπέρα». Σταμάτησε λίγο πριν τα φώτα τροχαίας καθότι το φως για την πορεία του ήταν κόκκινο. Ο ΜΚ2 ήθελε να κατευθυνθεί ευθεία προς το κέντρο της Λευκωσίας και για αυτό κινήθηκε στην δεξιότερη από τις 3 λωρίδες κυκλοφορίας. Μπροστά του, σε απόσταση περίπου δύο μέτρων, ήταν ο γαμπρός του Στέλιος Κωνσταντινίδης με το όχημα του KRV
- Ενώ λοιπόν είχε σταματήσει και κοίταζε προς τα πίσω από τον εσωτερικό καθρέφτη του οχήματος του, είδε ένα άσπρο όχημα Mercedes να έρχεται κατά πάνω του και να κτυπά με σφοδρότητα στο πίσω μέρος του οχήματος του. Σε κλάσματα δευτερολέπτου μετέπειτα ακολούθησε η σύγκρουση ενός διπλοκάμπινου χρώματος μπεζ στο πίσω μέρος του Mercedes. Ένεκα της σύγκρουσης το όχημα του ΜΚ2 κινήθηκε μπροστά και συγκρούστηκε στο πισινό μέρος του οχήματος KRV357 και στην συνέχεια ακινητοποιήθηκε. Τη στιγμή της σύγκρουσης με το όχημα KRV357, αυτό κινείτο ελαφρά επειδή εκείνη ακριβώς την στιγμή είχε ανάψει το πράσινο φως και τα οχήματα είχαν αρχίσει να κινούνται. Στην συνέχεια, ο ΜΚ2 κατέβηκε και είδε ότι στο πίσω μέρος του οχήματος του ήταν κολλημένο το Mercedes το οποίο είχε αριθμούς εγγραφής QN
- Σε ερώτηση της Κατηγορούσας Αρχής εάν το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου είχε κτυπήσει κάπου αλλού πριν κτυπήσει στον ίδιο, απάντησε ότι το είδε να κτυπά τον ίδιο και δεν αντιλήφθηκε κάτι άλλο. Αντιλήφθηκε ότι υπήρχε άλλη τροχαία κίνηση πίσω από το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου μόνο μετά που κατέβηκε από το αυτοκίνητο του. Στην συνέχεια ανέφερε ότι η σύγκρουση ήταν αστραπιαία και χτύπησε πρώτα το όχημα του Κατηγορουμένου και μετά το διπλοκάμπινο. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ένιωσε μόνο ένα δυνατό χτύπημα. Υποστήριξε αρχικά ότι είδε πρώτα τη σύγκρουση με το Mercedes και μετά είδε τη σύγκρουση του διπλοκάμπινου με το Mercedes. Οι δύο συγκρούσεις ήταν σχεδόν ταυτόχρονες. Ο ίδιος δεν ένιωσε δεύτερο χτύπημα. Σε υποβολή ότι ήταν αδύνατο να δει τις συγκρούσεις για τον λόγο ότι, όταν συγκρούστηκε με το όχημα του Κατηγορούμενου, το κεφάλι του δεν να έμεινε στραμμένο στο καθρεφτάκι ώστε να δει τη δεύτερη σύγκρουση. Ο μάρτυρας ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είναι σίγουρος ότι είδε το Mercedes να συγκρούεται πάνω του, αλλά δεν ξέρει εάν είχε προηγηθεί η σύγκρουση με το διπλοκάμπινο. Παραδεκτά Γεγονότα Κατατέθηκαν στο Δικαστήριο εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, διάφορες καταθέσεις μαρτύρων. Μεταξύ άλλων, ο Πέτρος Κίζας στην κατάθεση του ημερομηνίας 16.9.2014 (βλ. Τεκμήριο 2) ανέφερε ότι την 1.6.2014 οδηγούσε το διπλοκάμπινο όχημα με αριθμούς εγγραφής VV697 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας κατευθυνόμενος προς την Λευκωσία. Περί τις 14:50 πλησίασε την είσοδο της Λευκωσίας και κινείτο στην δεξιότερη από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Μπροστά του υπήρχαν και άλλα οχήματα ενώ πίσω του δεν θυμάται αν υπήρχαν οχήματα. Καθώς πλησίαζε τα φώτα τροχαίας "Καλησπέρα", είδε ότι το φώς ήταν κόκκινο και ότι τα αυτοκίνητα που ήταν μπροστά του ήταν σταματημένα. Έτσι άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα. Δεν θυμάται πόση απόσταση υπήρχε μεταξύ του ιδίου και των αυτοκινήτων που ήταν σταματημένα. Στην συνέχεια το μόνο που θυμάται είναι ότι βρέθηκε κολλημένος με τα αυτοκίνητα που ήταν σταματημένα μπροστά του. Δεν ξέρει τι ακριβώς συνέβηκε. Όπως ανέφερε, ήταν η κακή στιγμή και πιθανόν να καθυστέρησε να ελαττώσει ταχύτητα. Ο Κώστας Ιωάννου στην κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 10) ανέφερε ότι οδηγούσε το ταξί του στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας και πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας «Καλησπέρα» κινείτο στην μεσαία από τις τρείς λωρίδες κυκλοφορίας. Σε κάποιο σημείο βρέθηκε να είναι δίπλα από ένα διπλοκάμπινο όχημα το οποίο κινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και το οποίο οδηγείτο από έναν ηλικιωμένο. Ο ηλικιωμένος κρατούσε το τιμόνι του αυτοκινήτου και έγερνε το κεφάλι του μπροστά και ακολούθως προς τα πίσω, δίδοντας την εντύπωση ότι κοιμάται. Αμέσως, κόρναρε για να τον ξυπνήσει όπως και έγινε αφού ο ηλικιωμένος έκανε μια κίνηση με το κεφάλι του δείχνοντας ότι αφυπνίστηκε και αφού χαιρέτησε τον Κώστα Ιωάννου με το χέρι του, συνέχισε την πορεία του προς τα φώτα «Καλησπέρα». Ο Ιωάννου ελάττωσε την ταχύτητα του και έμεινε πίσω περίπου 20-30 μέτρα για να αποφύγει οποιαδήποτε επικίνδυνη κατάσταση. Το διπλοκάμπινο συνέχισε να κινείται και αφού πλησίασε αρκετά τα φώτα τροχαίας, χωρίς καν να ελαττώσει ταχύτητα ή να πατήσει φρένα, συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του προπορευόμενου του οχήματος που ήταν ένα άσπρο Mercedes. Μόλις έγινε η σύγκρουση, το διπλοκάμπινο κινήθηκε ενωμένο με το Mercedes, το οποίο συγκρούστηκε με το προπορευόμενο του όχημα. Ο Φώτης Οικονομίδης στην κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 11) ανέφερε ότι οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΥΤ915 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας με κατεύθυνση την Λευκωσία. Ο ίδιος κινείτο στην δεξιότερη λωρίδα κυκλοφορίας. Μόλις πέρασε το σημείο του δρόμου όπου σχηματίζεται αριστερή στροφή και ο δρόμος γίνεται ευθεία, στο οπτικό του πεδίο, σε απόσταση περίπου 100-150 μέτρων μπροστά του, εμφανίστηκε ένα διπλοκάμπινο όχημα το οποίο επίσης κινείτο στην δεξιά λωρίδα και κατευθυνόταν προς τα φώτα τροχαίας. Καθώς πλησίασε, είδε ότι το διπλοκάμπινο, χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα συγκρούστηκε με πολλή σφοδρότητα στο προπορευόμενο του όχημα μάρκας Mercedes, χρώματος άσπρου. Ο Στέλιος Κωνσταντινίδης στην κατάθεση του ημερομηνίας 13.10.2014 (βλ. Τεκμήριο 12) ανέφερε ότι οδηγούσε το όχημα KRV357 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας με κατεύθυνση τα φώτα τροχαίας «Καλησπέρα». Σταμάτησε λίγο πριν τα εν λόγω φώτα τροχαίας επειδή το φως ήταν κόκκινο. Πίσω του βρισκόταν σταματημένος ο πεθερός του, Νίκος X" Μιχαήλ με το όχημα ΗΒΜ
- Μόλις άναψε πράσινο φώς, τα οχήματα που ήταν μπροστά του άρχισαν να εκκινούν. Πριν ακόμη προλάβει να εκκινήσει και ο ίδιος, δέχθηκε κτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματός του από το όχημα του πεθερού του, με αποτέλεσμα να δεχτεί ώθηση προς τα εμπρός και να ακινητοποιηθεί λίγο πιο κάτω. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο Κατηγορούμενος, μέσω του συνηγόρου του εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές για υποστήριξη των θέσεων τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Σε διαφορετική περίπτωση είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Εξετάζεται επομένως μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο κατηγορούμενος στην παρούσα κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στην προκειμένη περίπτωση, η Κατηγορούσα αρχή στηρίζει την υπόθεση της στο ισχυριζόμενο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, οδηγώντας το αυτοκίνητο του, χωρίς να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια, συγκρούστηκε στο προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε ο Νίκος Χ''Μιχαήλ (ΗΒΜ849). Η θέση η οποία προωθήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή είναι ότι πρώτα επήλθε η σύγκρουση του οχήματος του Κατηγορουμένου με το όχημα του Χ''Μιχαήλ και ακολούθως, το όχημα που οδηγούσε ο Πέτρος Κίζας (VV697) συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του οχήματος του Κατηγορουμένου. Όμως, η θέση αυτή έχει καταρρεύσει μέσα από την μαρτυρία που ήδη δόθηκε στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, ο ΜΚ1 δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για το γεγονός ότι στην βάση των μετρήσεων με τις οποίες όλα μέρη συμφώνησαν, θα έπρεπε πρώτα να επέλθει η σύγκρουση του οχήματος VV697 με το όχημα του Κατηγορουμένου (σημείο Χ) και ακολούθως το όχημα του Κατηγορουμένου να διανύσει κάποιαν απόσταση και μετά να επέλθει η σύγκρουση του Κατηγορούμενου με το όχημα HBM
- Προσπάθησε να πείσει ότι με τη σύγκρουση στο όχημα HBM849, το όχημα του Κατηγορουμένου κινήθηκε προς τα πίσω και μετά συγκρούστηκε με το όχημα VV
- Η αναφορά του αυτή όμως στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδικάσει. Η προσπάθεια του ΜΚ1 να πείσει ότι η πρόσκρουση του οχήματος του Κατηγορουμένου στο όχημα HBM849 προσομοιάζει με πρόσκρουση σε ένα τοίχο, φαίνεται να μην λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το όχημα HBM849 είναι τροχοφόρο και μάλιστα μετά την σύγκρουση μετακινήθηκε κατά 2 μέτρα πιο μπροστά κτυπώντας στο προπορευόμενο όχημα KRV
- Ειρήσθω εν παρόδω, η θέση του ΜΚ1 ότι λόγω της σύγκρουσης, το όχημα του Κατηγορουμένου μετακινήθηκε πίσω δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία πραγματογνώμονα. Ο ΜΚ1 δεν έδωσε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να μπορούν να υποστηρίξουν με επάρκεια και επιστημονικά την άποψη του ότι το όχημα θα μπορούσε να κινηθεί προς τα πίσω (και μάλιστα σε απόσταση μεταξύ 2,60 με 4,60 μέτρων) προκειμένου να συγκρουστεί με το διπλοκάμπινο όχημα που τον ακολουθούσε. Πέραν των πιο πάνω, ο ίδιος ο ΜΚ2 αναίρεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όσα είπε στην κατάθεση του, αναφέροντας εν τέλει ότι δεν γνωρίζει εάν είχε προηγηθεί η σύγκρουση με το διπλοκάμπινο προτού το όχημα του Κατηγορουμένου κτυπήσει στο δικό του όχημα. Εξάλλου, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο (βλ. κατάθεση Κώστα Ιωάννου - Τεκμήριο 10), μετά που το διπλοκάμπινο συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του οχήματος κατηγορουμένου, τα δύο αυτά οχήματα κινήθηκαν ενωμένα και συγκρούστηκαν με το προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ
- Από την στιγμή που σύμφωνα με την Μαρτυρία του ΜΚ2, ο ίδιος ένοιωσε μόνο ένα κτύπημα στο αυτοκίνητο του, τούτο σημαίνει ότι το κτύπημα του διπλοκάμπινου στο όχημα του Κατηγορουμένου είχε προηγηθεί της σύγκρουσης του οχήματος του Κατηγορουμένου στο όχημα του ΜΚ
- Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Κατηγορούμενος δεν εκπλήρωσε τα καθήκοντα που του αναλογούσαν κατά τον δεδομένο τόπο χρόνο και περιστάσεις. Με άλλα λόγια, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παραθέσει μαρτυρία η οποία να καθιστά τη καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα. Το γεγονός ότι το όχημα του Κατηγορουμένου συγκρούστηκε με το προπορευόμενο όχημα δεν μπορεί από μόνο του να στοιχειοθετήσει αμέλεια του Κατηγορουμένου. Ήδη στο μυαλό του Δικαστηρίου, έχει δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι το όχημα του Κατηγορουμένου σπρώχτηκε από το διπλοκάμπινο όχημα το οποίο προσέκρουσε με σφοδρότητα πίσω του, με αποτέλεσμα στην συνέχεια το όχημα του Κατηγορουμένου να προσκρούσει στο προπορευόμενο όχημα. Δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του Κατηγορουμένου η οποία να υπολείπεται των πράξεων του μέσου συνετού οδηγού. Συνεπώς, ενόψει των δεδομένων αυτών ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί της κατηγορίας από το στάδιο αυτό, χωρίς να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του εφόσον η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Με βάση τα πιο πάνω, ο 1ος Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η Κατηγορία (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο