Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. κ.α. ν. Μιχάλη Λοϊζίδη κ.α., Υπόθεση Αρ. 16466/17, 20/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 16466/17 1. Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. 2. Κώστας Μελάς και 1. Μιχάλη Λοϊζίδη 2. Λούη Καραλοΐζου 3. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ 4. Δημήτρη Βάκη Κατηγορουμένων --------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου 2018 Για τους Παραπονούμενους: κ. Χριστοδούλου, για Μ. Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Δ. Βάκης Για την Κατηγορούμενη 3: κ. Μακρίδης, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος 4: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της ως άνω ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν αριθμό αδικημάτων. Στις 14.12.17 η κατηγορούμενη 3 αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ενώ οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, πριν απαντήσουν στις κατηγορίες, ήγειραν θέμα ελαττωματικότητας των κατηγοριών 2 και 3. Το ίδιο θέμα ήγειρε ακολούθως και η κατηγορουμένη 3 σε σχέση με την κατηγορία 2. Συγκεκριμένα, ο κ. Βάκης εισηγήθηκε πως η δεύτερη κατηγορία δεν αποκαλύπτει αδίκημα γνωστό στον νόμο και ότι για τον λόγο αυτό η κατηγορία θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικώς με την τρίτη κατηγορία εισηγήθηκε πως από τις λεπτομέρειες του αδικήματος δεν αποκαλύπτεται το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, εφόσον στην πρώτη κατηγορία στην οποία η τρίτη παραπέμπει ως προς τον τόπο διάπραξης του αδικήματος, γίνεται αναφορά στην οικία της Ζαχαρούλας Περατικού και του Κυριάκου Περατικού. Συνεπώς εισηγείται πως και αυτή η κατηγορία θα πρέπει ν' απορριφθεί. Ο κ. Μακρίδης υιοθέτησε τα όσα ο κ. Βάκης προώθησε σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία. Ο κ. Χριστοδούλου απέρριψε τους ισχυρισμούς περί ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, υποστήριξε ότι το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 καθιερώνει αδίκημα, η ποινή για το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 35 του Κεφ. 154. Αναφορικά με την τρίτη κατηγορία, υποστήριξε πως ο τόπος διάπραξης του αδικήματος αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία και δεν απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω εξειδίκευση στο παρόν στάδιο. Αξίζει στο σημείο αυτό να παρατεθούν οι κατηγορίες 2 και 3 σε σχέση με τις οποίες εγέρθηκαν οι ισχυρισμοί περί ελαττωματικότητας: «Έκθεση Αδικήματος Δεύτερη Κατηγορία Ψευδής παράσταση κατά παράβαση των άρθρων 35 και 297 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα όπως τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4 μεταξύ του τόπου και των ημερομηνιών που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία διά ψευδών παραστάσεων άφησαν υπονοούμενα στην Ζαχαρούλλα Περατικού και/ή μέσω ευθέων δηλώσεων προς αυτήν δήλωσαν ότι οι παραπονούμενοι δεν εξασκούν ορθά το δικηγορικό τους επάγγελμα και/ή είναι απατεώνες και/ή εγκαταλείπουν τους πελάτες τους και/ή αποσπούν χρήματα για ανεκπλήρωτες υπηρεσίες. Έκθεση Αδικήματος Τρίτη Κατηγορία Δημόσια Εξύβριση κατά παράβαση των άρθρων 20(α) και 99 του Ποινικού Κώδικα ως τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος αρ. 2 μεταξύ του τόπου και των ημερομηνιών που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία εξύβρισε ενώπιον της Ζαχαρούλλας Περατικού με τις φράσεις «γνωρίζετε την τακτική του Μελά; Στην αρχή είναι όλο λόγια μετά όταν τα βρίσκει δύσκολα βρίσκει τρόπο και εγκαταλείπει τους πελάτες του. Θα μείνετε μόνοι σας και εντελώς αβοήθητοι. Προσπαθήστε να μάθετε τα δικαιώματα σας για την περίπτωση που κάποιος σας συμβουλέψει λάθος κι εσείς από αυτές τις συμβουλές καταστραφείτε. Μπορείτε να του κινήσετε αγωγή με μεγάλες αποζημιώσεις. Αυτό σίγουρα θα σας χρειαστεί» και/ή μέσω ευθέων δηλώσεων προς αυτήν δήλωσε ότι οι παραπονούμενοι δεν εξασκούν ορθά το δικηγορικό τους επάγγελμα και/ή είναι απατεώνες και/ή εγκαταλείπουν τους πελάτες τους και/ή αποσπούν χρήματα για ανεκπλήρωτες υπηρεσίες.» Σύμφωνα με το άρθρο 38(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 κάθε κατηγορητήριο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος τα οποία περιλαμβάνουν τις λεπτομέρειες που εκτίθενται στο άρθρο 39. Σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. (α) και (γ) του Κεφ. 155, εκτίθεται στο κατηγορητήριο σε χωριστή παράγραφο που καλείται κατηγορία η διατύπωση του ποινικού αδικήματος που βρίσκεται στο κατηγορητήριο. Η κατηγορία περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση του Έντιμου Γιασεμή Δ., στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Ευστάθιου Ευσταθίου, Πολ. Αίτ. 58/15, ημερ. 5.5.15, «.η μη διατύπωση στην κατηγορία αδικήματος γνωστού στο νόμο συνιστά ουσιαστική παρατυπία, όσον αφορά το περιεχόμενό της, αφού πρέπει να υπάρχει σε αυτή «διατύπωση του ποινικού αδικήματος», (παράγραφος (α)), ενώ, συγχρόνως, η κατηγορία πρέπει να περιγράφει σε κοινή γλώσσα «το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος», (παράγραφος (γ)).» Ο κ. Βάκης, εισηγείται πως η δεύτερη κατηγορία δεν αποκαλύπτει αδίκημα γνωστό στον νόμο. Στην υπόθεση R. v. Mandair [1994] 2 W.L.R. 700, [1995] 1 A.C. 208, 228-229, η Βουλή των Λόρδων στην Αγγλία, μετά από ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας, αποφάσισε τα εξής: «From these authorities and from Reg. v. Field, 97 Cr.App.R. 357 , I collect the following propositions. 1. For the purpose of deciding whether an indictment charges an offence not known to the law what matters is the statement of offence. 2. If the statement of offence purports to charge the defendant under a statute in language which does not reflect the terms of the relevant statute it is nullity and the defendant cannot properly be put in charge of the jury upon it. 3. If the statement of offence correctly identifies an offence which does exist but the particulars of offence do not accurately reproduce the words of the statute the count is not a nullity but is irregular. 4. If the count is a nullity: (
- a)a verdict of guilty returned upon it is not a conviction; (
- b)the purported conviction cannot be upheld on appeal by the use of the proviso since there is no conviction to uphold; (
- c)even if the appellate court is sure that the jury would have convicted of an offence that does exist, the court cannot substitute a conviction for that offence in place of the invalid verdict. 5. If the count is irregular because of an error in the particulars of offence: (
- a)It may be cured by amendment. (
- b)The verdict returned in respect of it is not void. (
- c)If the circumstances of the case, including the evidence adduced and the direction given to the jury, are such that the irregularity has not misled the jury the proviso may properly be applied. » (έμφαση δική μου) (Παραπέμπω και στη νεότερη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου R. v. Hodgson and Pollin [2008] EWCA Crim. 895, [2009] 1 W.L.R. 1070, 1077, στην οποία τονίστηκε πως το κατηγορητήριο δεν είναι απλά μια τυπικότητα, αλλά το θεμέλιο επί της οποίας η δίωξη βασίζεται («The indictment is no mere formality. It is the foundation of the prosecution.»). Στην προκειμένη περίπτωση, στην έκθεση αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, το αδίκημα για το οποίο οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται προσδιορίζεται ως εξής: «Ψευδής παράσταση κατά παράβαση των άρθρων 35 και 297 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα όπως τροποποιήθηκε». Όσον αφορά στη συμπερίληψη στην έκθεση αδικήματος του άρθρου 20 του Κεφ. 154, σημειώνεται πως σύμφωνα με τη νομολογία, το άρθρο 20 δεν δημιουργεί αφ' εαυτού αδίκημα, απλώς καθορίζει τους τρόπους με τους οποίους πρόσωπο μπορεί να καταστεί συμμέτοχο στην πραγμάτωση του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 15 και Constantinides v. Republic
(1978)2 C.L.R. 337, 376 («As was correctly pointed out by the trial Court in its judgment, section 20 of Cap. 154 does not create by itself any offence, but it merely lays down in what way a person can become a particeps criminis.»)). Το άρθρο 297 του Κεφ. 154 το οποίο έχει πλαγιότιτλο «ορισμός ψευδών παραστάσεων», προβλέπει πως «ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.». Είναι θεμελιακή η αρχή ότι ουδέν έγκλημα υφίσταται και ουδεμία ποινή επιβάλλεται άνευ νόμου («nullum crimen, nulla poena sine lege»). Η αρχή αυτή προσέλαβε συνταγματική ισχύ με το Άρθρο 12.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνεπώς η ύπαρξη ποινικού αδικήματος γνωστού στον νόμο συνιστά συνταγματικόν όρον εκ των ων ουκ άνευ για τη διατύπωση ποινικού αδικήματος σε κατηγορητήριο, όπως προνοεί, από δικονομικής πλευράς, και το άρθρο 39(α) και (γ) του Κεφ. 155 που αναφέρθηκε πιο πάνω. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 155 «ποινικό αδίκημα» σημαίνει πράξη, απόπειρα ή παράλειψη, αξιόποινη δυνάμει οποιουδήποτε νομοθετήματος («"offence" means an act, attempt or omission punishable under any enactment») (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). Συνεπώς, προκειμένου να υπάρχει ποινικό αδίκημα πρέπει να προσδιορίζεται σε κάποιο νομοθέτημα, κάποια πράξη (ή απόπειρα ή παράλειψη) και η απειλή κάποιας ποινής για μια τέτοια ενέργεια. Περαιτέρω, προκειμένου νόμος να δημιουργεί ποινικό αδίκημα, τόσο το αδίκημα, όσο και η επί ποινή απαγόρευση του πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια και βεβαιότητα, δηλαδή, η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται ρητά και απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.α.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128). Έτσι ο καθένας μπορεί να γνωρίζει από τη διατύπωση της σχετικής πρόνοιας (και, αν χρειάζεται, με τη βοήθεια της δικαστικής ερμηνείας αυτής), ποιες πράξεις και παραλείψεις θα τον καταστήσουν ποινικά υπεύθυνο (βλ. σχετικώς απόφαση του ΕΔΑΔ, Kokkinakis v. Greece, Αίτ. αρ. 14307/88, ημερ. 25.5.93, παρ. 52 «.it follows from this that an offence must be clearly defined in law. This condition is satisfied where the individual can know from the wording of the relevant provision and, if need be, with the assistance of the courts' interpretation of it, what acts and omissions will make him liable.»). Όπως συναφώς τονίστηκε στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, 386: «Ο καθένας λοιπόν σύμφωνα με την πιο πάνω αρχή δικαίου, δικαιούται να γνωρίζει με ακρίβεια το περιεχόμενο του ποινικού αδικήματος και την προβλεπόμενη ποινή σε περίπτωση διάπραξης του. Δηλαδή, πρέπει να γνωρίζει επακριβώς ποία η ποίες πράξεις του είναι κολάσιμες, και τις συνέπειες που θα υποστεί.» (έμφαση δική μου) Το άρθρο 297 του Κεφ. 154 παρατέθηκε πιο πάνω. Είναι, κατά τη γνώμη μου, ξεκάθαρο πως με το εν λόγω άρθρο δεν δημιουργείται οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Στο εν λόγω άρθρο απλώς καθορίζεται ποιες παραστάσεις είναι ψευδείς (βλ. Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 318/15, ημερ. 7.9.17), για σκοπούς, προφανώς, των άρθρων που ακολουθούν (βλ. άρθρα 298, 299, 301, κτλ), χωρίς πάντως να ποινικοποιείται με το άρθρο αυτό οποιαδήποτε πράξη, απόπειρα ή παράλειψη. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από τον πλαγιότιτλο του άρθρου («ορισμός ψευδών παραστάσεων»). Είναι, συνεπώς, η κρίση μου, πως το άρθρο 297 του Κεφ. 154 δεν δημιουργεί από μόνο του ποινικό αδίκημα, ούτως ώστε η παράβαση αυτού να μπορεί να αποτελέσει τη βάση ποινικής κατηγορίας. Έπεται πως και η συμπερίληψη στην έκθεση αδικήματος του άρθρου 35 του Κεφ. 154 (γενική ποινή για πλημμελήματα) δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τα πράγματα, καθότι στο εν λόγω άρθρο καθορίζεται η ποινή για πλημμελήματα όταν δεν γίνεται ειδική πρόνοια περί ποινής σε κάποιο άλλο άρθρο που δημιουργεί πλημμέλημα, πλην όμως, στην παρούσα περίπτωση το άρθρο 297 δεν δημιουργεί αδίκημα (είτε πλημμέλημα είτε κακούργημα), ούτως ώστε να τίθεται θέμα παραπομπής στο άρθρο 35 ως προς το ύψος της ποινής. Ούτε και οι λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αδίκημα, αφού σε αυτές συγκεκριμενοποιούνται / καθορίζονται οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις και τίποτε περισσότερο, ενώ τα αδικήματα που σχετίζονται με ψευδείς παραστάσεις εμπεριέχουν και άλλα συστατικά στοιχεία (π.χ. σκοπό καταδολίευσης, κτήση περιουσίας κ.τ.λ.). Υπό το φως των ανωτέρω, συμφωνώ με τον κ. Βάκη ότι η δεύτερη κατηγορία δεν αποκαλύπτει αδίκημα γνωστό στον νόμο. Ως προς τις συνέπειες συμπερίληψης στο κατηγορητήριο τέτοιας κατηγορίας, παραπέμπω στην υπόθεση Παπαλαζάρου, ανωτέρω, όπου αποφασίστηκε ότι: «Κατά την κρίση μας, για τους λόγους που εκθέσαμε, η κατηγορία για μή καταβολή δικαιωμάτων στερείται νομικού ερείσματος, με αποτέλεσμα την έλλειψη έγκυρου κατηγορητηρίου για διεξαγωγή δίκης. Ως εκ τούτου η διεξαχθείσα δίκη ήταν άκυρη εξ υπαρχής.» Παραπέμπω επίσης στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2018, παρ. 1-358: «Indictments have been quashed because the facts stated in them did not amount to an offence punishable by law: see R. v. Burkett
(1738)Andr. 230; R. v. Sarmon
(1758)1 Burr. 516; R. v. Wright
(1758)1 Burr. 543; and R. v. Philpotts
(1843)1 C. & K. 112.... An indictment is also liable to be quashed if it is defective in form and for a variety of other reasons, see generally ante, § 1-301;.». Στην παρ. 1-301, στην οποία γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα παρατίθενται παραδείγματα διαφόρων ελαττωμάτων (defects) που μπορεί να εντοπιστούν σε κατηγορητήριο, και αναφέρεται μεταξύ άλλων, η περίπτωση όπου με κατηγορητήριο προσάπτεται αδίκημα άγνωστο στον νόμο («(f) if it charges an offence that is not known to law (see post §§ 1-358 and 7-74);»). Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2018, στην παρ. 1-303 αναφέρονται περαιτέρω τα εξής: «If an application to quash, made either before or during trial, is well founded, the judge should quash the indictment (or, in an appropriate case, the relevant part thereof) unless the defect complained of does not go to jurisdiction and can be cured without any undue prejudice to the defendant. ....... An indictment is not an indivisible entity and a court has an inherent jurisdiction to stay an indictment in part, in an appropriate case, where there are a number of counts or a number of defendants: R. v. Munro , 97 Cr.App.R. 183, CA. See further post, § 1-347.» Συνεπώς σε περίπτωση που κατηγορητήριο δεν αποκαλύπτει αδίκημα γνωστό στον νόμο, το κατηγορητήριο δυνατό να απορριφθεί (be quashed), το ίδιο δε ισχύει σε σχέση με οποιαδήποτε κατηγορία ήθελε διαφανεί πως είναι ελαττωματική σε περίπτωση που το κατηγορητήριο περιέχει περισσότερες από μία κατηγορίες. Βεβαίως δεν είναι κάθε φορά που κατηγορία κρίνεται ως ελαττωματική που είναι έκθετη σε απόρριψη, αφού είναι δυνατό ελαττωματικό κατηγορητήριο να τροποποιηθεί δυνάμει των προνοιών του άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155, νοουμένου ότι τούτο μπορεί να γίνει χωρίς να επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Στην προκειμένη περίπτωση, το θέμα της ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου (περιλαμβανομένου του ισχυρισμού ότι δεν αποκαλύπτεται αδίκημα με τη δεύτερη κατηγορία) εγέρθηκε από τον κ. Βάκη στις 14.12.17 και ο κ. Χριστοδούλου ζήτησε χρόνο για να τοποθετηθεί. Στις 17.1.18, ο κ. Χριστοδούλου ζήτησε άδεια τροποποίησης της πρώτης κατηγορίας, αλλά σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία, δήλωσε πως γνωρίζει τα άρθρα 298 και επ. του Κεφ. 154, πλην όμως επέμεινε πως η δεύτερη κατηγορία, δεν είναι ελαττωματική, αφού αποκαλύπτει αδίκημα, και συγκεκριμένα αυτό που δημιουργείται από το άρθρο 297 του Κεφ. 154 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 20 και 35). Υπό αυτές τις περιστάσεις, και έχοντας ήδη αποφασίσει πως ούτε τα άρθρα που περιλαμβάνονται στην έκθεση αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας ούτε και οι λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας αποκαλύπτουν αδίκημα, δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να γίνει δεκτή η ένσταση του κ. Βάκη και να απορρίψω τη δεύτερη κατηγορία, ως κατηγορία μη αποκαλύπτουσα αδίκημα γνωστό στον νόμο. Όπως προαναφέρθηκε οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 ήγειραν την ένστασή τους ως προς την ελαττωματικότητα της δεύτερης κατηγορίας πριν απαντήσουν στο κατηγορητήριο, ενώ η κατηγορούμενη 3 ήγειρε το θέμα τούτο μετά την απάντηση της, και το ερώτημα είναι κατά πόσον, νομιμοποιείται η κατηγορούμενη 3 να εγείρει ισχυρισμό ότι η δεύτερη κατηγορία δεν αποκαλύπτει αδίκημα σε αυτό το στάδιο. Σχετικά με το θέμα αυτό είναι τα όσα αναφέρονται στην παρ. 1-361 του συγγράμματος Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2018: «The proper time for making an application to quash is before plea pleaded (Fost. 231; R. v. Chapple and Bolingbroke
(1892)17 Cox 455; R. v. Maywhort , 39 Cr.App.R. 107, Assizes (Sellers J.)), but this, while just and convenient, is not essential (R. v. Thompson , 9 Cr.App.R. 252, CCA). Where it is clear that an indictment has been preferred without jurisdiction, or has a substantial and apparent defect, the court will quash it on motion by the defendant after plea pleaded (R. v. Heane
(1864)4 B. & S. 947), even after the case for the prosecution has closed (R. v. James
(1871)12 Cox 127), although in a doubtful case it may leave him to test its validity by motion in arrest of judgment (R. v. Sheares
(1798)27 St.Tr. 255 at 266; R. v. Lynch [1903] 1 K.B. 444), or on appeal.» (Βλ. και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Σ.Π. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 207/13, ημερ. 25.6.14, σε σχέση με ένσταση περί πολλαπλότητας κατηγορητηρίου) Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 3 απάντησε ήδη στη δεύτερη κατηγορία, δεν την εμποδίζει από του να εγείρει τώρα τον ισχυρισμό ότι η εν λόγω κατηγορία δεν αποκαλύπτει αδίκημα γνωστό στον νόμο. Άλλωστε, με δεδομένη την κατάληξη μου ότι έτσι έχουν τα πράγματα, η κατηγορούμενη 3 δεν θα μπορούσε να καταδικαστεί για ανύπαρκτο αδίκημα, ενώ σε περίπτωση που καταδικαζόταν η καταδίκη θα ήταν έκθετη σε ακύρωση (βλ. υποθέσεις Παπαλαζάρου και Mandair, ανωτέρω). Η τρίτη κατηγορία, αφορά στο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προβλέπει ως ακολούθως: «99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Όπως ο κ. Βάκης ορθώς αναφέρει, το αδίκημα του άρθρου 99 τελείται όταν η εξύβριση λαμβάνει χώραν είτε (
- i)σε δημόσιο χώρο, είτε (
- ii)σε χώρο που δεν είναι δημόσιος, με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Στην προκειμένη περίπτωση, η τρίτη κατηγορία παραπέμπει στην πρώτη κατηγορία ως προς τον τόπο διάπραξης του ισχυριζόμενου αδικήματος. Ο τόπος που καθορίζεται στην πρώτη κατηγορία είναι η οικία της Ζαχαρούλλας Περατικού και του Κυριάκου Περατικού. Με δεδομένο ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος καθορίζεται ο τόπος και ο χρόνος (με αναφορά στον τόπο και χρόνο που καθορίζεται στην πρώτη κατηγορία), καθώς και τα λόγια που αποδίδονται στον κατηγορούμενο 2 και που κατ' ισχυρισμόν των παραπονουμένων συνιστούν εξύβριση, θεωρώ πως εξειδικεύεται επαρκώς η συμπεριφορά που του καταλογίζεται ως συνιστώσα το αδίκημα του άρθρου 99 του Κεφ. 154. Δεν συμφωνώ, λοιπόν, πως από τις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας δεν προκύπτει αδίκημα. Νοείται βεβαίως πως εάν ο κατηγορούμενος 2 χρειάζεται οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες προκειμένου να προετοιμάσει την υπεράσπιση του, υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα αναζήτησης λεπτομερειών επί του κατηγορητηρίου (Σ.Π. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 207/13, ημερ. 25.6.14, Ανδονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2018, παρ. 1-207). Υπό το φως των ανωτέρω, η δεύτερη κατηγορία απορρίπτεται. Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4 απαλλάσσονται της εν λόγω κατηγορίας (βλ. απόφαση Παπαλαζάρου, ανωτέρω). Η εισήγηση για ελαττωματικότητα της τρίτης κατηγορίας απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος 2 καλείται να απαντήσει σε αυτήν. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο