Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Ξυψιτής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6495/2016, 5/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6495/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v.
- Ανδρέας Ξυψιτής
- Xancon Constructions Ltd Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο 1: κ. Χρ. Ματθαίου Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Ο 1ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:
- Άρνηση παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6
(1)
(5)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Ν.174/
- (1η Κατηγορία).
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)
(2)και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/
- (2η Κατηγορία).
- Υπέρβαση ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 (3η Κατηγορία). 4. Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 65
(1)
(5)
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 (5η Κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, o Κατηγορούμενος στις 24.11.2015, στην Λεωφόρο Στροβόλου στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KUP470 ενώ τελούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τρόπο ώστε η ασφαλής οδήγηση να είναι ελαττωμένη. Επίσης κινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 92ΧΑΩ αντί 50ΧΑΩ. Την ίδια ημέρα του ζητήθηκε από τον Αστ.1249 Σ. Γεωργίου να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση και άνευ ευλόγου αιτίας αρνήθηκε να το πράξει για να διαπιστωθεί κατά πόσο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στις Κατηγορίες υπ' αρ. 1 και 2 ενώ δήλωσε την παραδοχή του στις Κατηγορίες υπ' αρ. 3 και
- Η 4η Κατηγορία διακόπηκε. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Πιο κάτω, καταγράφω με την μέγιστη δυνατή πληρότητα την μαρτυρία που έδωσε ο κάθε μάρτυρας. Αστ.3492 Χρύσα Βασιλείου (ΜΚ1) Η ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεση της (βλ. Τεκμήριο 1) όπου ανέφερε ότι είναι τοποθετημένη στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου. Στις 24.11.2015 και περί ώρα 02:30 ενώ βρισκόταν σε καθήκον στον εν λόγω σταθμό, ο Αστ.1249, της παρέδωσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KUP470 το οποίο σύμφωνα με τον Αστ. 1249, οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο στην Λεωφόρο Στροβόλου με ταχύτητα 92ΧΑΩ αντί 50ΧΑΩ, χωρίς άδεια κυκλοφορίας, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Επίσης, παρά το ότι ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης, αυτός αρνήθηκε να το πράξει. Την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 03:30-03:40, η ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για τα εν λόγω αδικήματα και αυτός απάντησε «Παραδέχομαι την ταχύτητα, για την κυκλοφορία και το ΜΟΤ δεν ήρθε στην αντίληψή μου ότι έληξε, για τις υπόλοιπες κατηγορίες δεν παραδέχομαι». Αστ.497 Μάριος Τζιωνή (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 επίσης υιοθέτησε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 3). Σε αυτήν ανέφερε ότι στις 23.11.2015 (προφανώς εννοούσε 24.11.2015) και περί ώρα 01:00 ο ίδιος μαζί με τους Αστ.1249 και Αστ.2322 διεξήγαγαν έλεγχο ταχύτητας στην Λεωφόρο Στροβόλου. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Ενώ διεξήγαγε τον έλεγχο, διαπίστωσε με το ταχύμετρο του ότι κάποιο αυτοκίνητο είχε ταχύτητα 92ΧΑΩ αντί 50ΧΑΩ. Ο ΜΚ2 μπήκε στο δρόμο και υπέδειξε στον οδηγό του εν λόγω οχήματος να σταματήσει, όπερ και έγινε. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ2 τον πλησίασε και του υπόδειξε την ένδειξη 92ΧΑΩ επί του ταχυμέτρου, τον πληροφόρησε για το αδίκημα, αλλά ο Κατηγορούμενος δεν απάντησε. Στη συνέχεια, ο Αστ.1249 ανέλαβε να εκδώσει εξώδικο πρόστιμο και αφού ζήτησε από τον Κατηγορούμενο τα στοιχειά του, ο τελευταίος αρνήθηκε να τα δώσει και με επιθετικό ύφος είπε «ατέ ρε παρέτα με εν σου διώ τίποτε» και κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να φωνάζει στον Αστ.1249 λέγοντας ότι αν (ο Αστ.1249) ήξερε ποιος είναι (ο Κατηγορούμενος), δεν θα τον σταματούσε και ότι δεν μπορούν να του κάνουν τίποτα. Ο Αστ.1249 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να μην φωνάζει και του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση πληροφορώντας τον ότι άρνηση να το πράξει συνιστά αδίκημα που προνοεί σύλληψη. Εντούτοις, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει δείγμα. Ο Αστ.1249 ζήτησε ξανά δείγμα εκπνοής και ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε εκ νέου. Ακολούθως, ο Αστ.1249 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη και τον πλησίασε για να τον οδηγήσει στο περιπολικό αλλά, ο Κατηγορούμενος τον άρπαξε από το χέρι και το σακάκι. Ο ΜΚ2 μαζί με τον Αστ.2322 πλησίασαν τον Κατηγορούμενο και χρησιμοποιώντας ανάλογη βία, προσπάθησαν να τον συλλάβουν άλλα αυτός αντιστάθηκε στην σύλληψη και χτύπησε τον Αστ.1249 με δύο γροθιές στην πλάτη. Τότε ήταν που ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος μύριζε έντονα αλκοόλ, τραύλιζε, ενώ τα μάτια του και το πρόσωπο του ήταν κόκκινα. Εν τέλει, οι αστυνομικοί ακινητοποίησαν τον Κατηγορούμενο και κατάφεραν να του περάσουν χειροπέδες. Ο τελευταίος συνέχισε να φωνάζει και να απειλεί λέγοντας «ρε εν ήξερεις με ποιον τα έβαλες εγιώ εννά σε εξαφανίσω ρε». Στην συνέχεια μετέβησαν στον σταθμό για τα περεταίρω. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι τη συγκεκριμένη στιγμή που έλαβε χώρα το επεισόδιο με τον Κατηγορούμενο, δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο το οποίο να είχε ανακοπεί για έλεγχο. Το συγκεκριμένο βράδυ, έγιναν συνολικά μόνο 6 καταγγελίες και από τους τρεις αστυνομικούς. Η τελευταία καταγγελία έγινε 12:
- Ο λόγος που δεν έγιναν άλλες καταγγελίες έπειτα, ήταν γιατί συνέβη το επίδικο περιστατικό περί τις 01:
- Σε σχέση με το επίδικο συμβάν, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο αμέσως μετά που αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία του και αφού ο ΜΚ2 του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο ακριβώς για να δώσει δείγμα εκπνοής. Επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε για 2η φορά μετά που κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Κατά τη διάρκεια της σύλληψης και ενώ οι τρεις αστυνομικοί προσπαθούσαν να ακινητοποιήσουν τον Κατηγορούμενο, αυτός αντιστεκόταν και σε κάποια στιγμή γύρισε και χτύπησε τον Αστ.1249 στην πλάτη. Σε τέτοια περίπτωση είναι δύσκολο ακόμα και τρεις αστυνομικοί να ακινητοποιήσουν ένα άτομο, προσπαθώντας να μην τον κτυπήσουν. Επανέλαβε ότι ο Κατηγορούμενος μύριζε αλκοόλ και είχε κόκκινο πρόσωπο και κόκκινα μάτια. Βάσει της πείρας του στον έλεγχο οδηγών, τούτα είναι κάποια από τα συμπτώματα, τα οποία υποδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Όταν πλησίασε τον Κατηγορούμενο την πρώτη φορά, αυτός ήταν εντός του αυτοκινήτου του όπου δεν υπήρχε ικανοποιητικό φως για να τον δει. Όταν ακολούθως κατέβηκε από το αυτοκίνητο, υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός και διαπιστώθηκαν τα συμπτώματα στα οποία αναφέρθηκε. Αστ.1249 Στέλιος Γεωργίου (ΜΚ3) Υιοθετώντας την Κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 4), ο ΜΚ3 ανέφερε ότι στις 24.11.2015 και περί ώρα 01:00 στην Λεωφόρο Στροβόλου διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας μαζί με τους Αστ.2322 και Αστ.497 (ΜΚ2). Ο Αστ.497 ανέκοψε τον οδηγό του αυτοκινήτου KUP470 για το λόγο ότι υπερέβη το όριο ταχύτητας. Μόλις ο τελευταίος σταμάτησε, τον πλησίασαν και ο ΜΚ2 του υπέδειξε την ένδειξη του ταχυμέτρου και τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε. Του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός δεν απάντησε. Τότε, ο ΜΚ3 ζήτησε τα στοιχεία του για να εκδώσει εξώδικο πρόστιμο και ο εν λόγω οδηγός, τον οποίο ο ΜΚ3 αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο, είπε «Ατε ρε παρέτα με εν σου διώ τίποτε». Ο ΜΚ3 διαπίστωσε ότι η αναπνοή του Κατηγορουμένου μύριζε έντονα αλκοόλ, τα μάτια του ήταν κόκκινα και υγρά. Έτσι του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης και αφού του εξήγησε ότι άρνηση ή αποφυγή να το πράξει συνιστά αδίκημα που προνοεί σύλληψη, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και απάντησε «εν φυσώ». Τότε, ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να φωνάζει «Εν ηξέρεις ποιος είμαι εγιώ ρε κοπελούι. Εν ημπορείτε να μου κάμετε τίποτε. Εγιώ εν υπάρχω, εν μπορείτε να μου τα κνήσετε». Ο ΜΚ3 ζήτησε εκ νέου από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα για προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης και αυτός αρνήθηκε λέγοντας «εν σου διω τίποτε». Στις 01:04, ο ΜΚ3 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη και ο τελευταίος απάντησε «Ρε μα νομίζεις είμαι κανένα κοπελούι όπως εσένα». Μόλις ο ΜΚ3 τον πλησίασε, ο Κατηγορούμενος τον άρπαξε από το δεξί χέρι και το σακάκι και φώναζε «μα να που νομίζεις ρε ότι εννα κάμεις». Τότε, ήρθαν στο σημείο ο ΜΚ2 και ο Αστ.2322 και όλοι μαζί προσπάθησαν να ακινητοποιήσουν τον Κατηγορούμενο ο οποίος αντιστεκόταν. Ο Κατηγορούμενος χτύπησε τον ΜΚ3 με το χέρι του δυο φορές στην πλάτη και ακολούθως κατάφεραν να του περάσουν χειροπέδες. Μόλις του πέρασαν χειροπέδες, ο Κατηγορούμενος άρχισε να απειλεί τον ΜΚ3 λέγοντας του «ρε εν ηξερεις με ποιον τα έβαλες εγιω εννα σε εξαφανίσω ρε ακούεις να που σου λαλω». Ο Κατηγορούμενος μαζί με το αυτοκίνητο του μεταφέρθηκαν στο Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου για τα περαιτέρω. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι την πρώτη φορά που ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής, αυτός ήταν ακόμα στο αυτοκίνητο. Ζητήθηκε δεύτερο δείγμα όταν ο Κατηγορούμενος είχε κατέβει από το αυτοκίνητο. Και τις δύο φορές ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε. Σε σχέση με την επίθεση εναντίον του, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι αρχικά, ο Κατηγορούμενος τον έπιασε από το χέρι και το σακάκι και με το άλλο χέρι τον κτύπησε στην πλάτη. Ο λόγος που ήρθαν οι άλλοι αστυνομικοί στο σημείο είναι ακριβώς για τον λόγο ότι ο Κατηγορούμενος αντιστεκόταν στην σύλληψη. Αρνήθηκε ότι επιτέθηκε ο ίδιος στον Κατηγορούμενο και επισήμανε ότι δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να χτυπήσει οποιονδήποτε πολίτη ενώ διενεργεί έλεγχο αλκοόλης. Σε σχέση με το κατά πόσον υπάρχει κατηγορία για επίθεση, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ο ίδιος προέβη σε κατάθεση και δεν είναι υπεύθυνος για την σύνταξη Κατηγορητηρίου. Τέλος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι, από την πείρα του κάποιος που καταναλώνει αλκοόλ, μπορεί να έχει κόκκινα μάτια, αλλά δεν μπορεί να ξέρει την ποσότητα αλκοόλης που κατανάλωσε. Πάντως, ο Κατηγορούμενος μύριζε πάρα πολύ έντονα αλκοόλ. Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ4) Ο ΜΚ4 είναι ιατροδικαστής. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, έχει ετοιμάσει δύο ιατροδικαστικές εκθέσεις μετά από εξέταση του Αστ.1249 Στέλιο Γεωργίου (βλ. Τεκμήριο 5) και του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 6). Υιοθετώντας το περιεχόμενο των εν λόγω εκθέσεων, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι κατά την εξέταση του Αστ.1249 εντόπισε σε αυτόν δύο εκδορές με απόσπαση επιδερμίδας στη δεξιά πηχεοκαρπική άρθρωση, θλαστική εκχύμωση μετά εξοιδήσεως στο κάτω τριτημόριο ραχιαίας επιφάνειας δεξιού αντιβραχίωνα και ερυθρότητα στην αριστερή μέση χώρα της ράχης στο μέσο τριτημόριο με εκχύμωση. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι αναδυόταν μυρωδιά οινοπνεύματος και υπήρχε μια εκδορά 0,1 εκατοστού με απόσπαση επιδερμίδας στην αριστερή πλάγια ρινική χώρα. Επίσης, ο ΜΚ4 κατέγραψε ότι ο Κατηγορούμενος αιτιάται πόνο κατά την ψηλάφηση στην αριστερή μέτωπο-κροταφική χώρα και ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι κτυπήθηκε με γροθιές στην εν λόγω περιοχή. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε φωτογράφιση του σώματος του. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι κατέγραψε τη σημείωση σε σχέση με τις αιτιάσεις και παράπονα του Κατηγορουμένου αλλά δεν έβρισκε κάτι αντίστοιχο στο σώμα ή στο πρόσωπο. Δεν έγραψε αντίστοιχη σημείωση για τον Αστ.1249 καθότι εκεί εντόπισε κλινικά ευρήματα. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος μύριζε οινόπνευμα σημαίνει ότι είχε πιει οινόπνευμα αλλά δεν είναι σε θέση να καθορίσει την ποσότητα. Κατηγορούμενος Ο Κατηγορούμενος, κατά την μαρτυρία του στο εδώλιο του μάρτυρα, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη Λεωφόρο Στροβόλου με κατεύθυνση το σπίτι του. Μετά από σήμα των αστυνομικών σταμάτησε και ένας αστυνομικός του είπε ότι κινείτο με ταχύτητα πέραν του ορίου. Ακολούθως, ήρθε ο αστυνομικός και τον ρώτησε αν είπε ποτό και ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι ήπιε λίγο. Επειδή ο εν λόγω αστυνομικός του μίλησε κάπως αυστηρά, ο Κατηγορούμενος του απάντησε με το ίδιο ύφος κάτι το οποίο υποθέτει ότι ενόχλησε τον αστυνομικό ο οποίος του είπε "Τώρα έλα κάτω να σου κάνω αλκοτέστ να σου πω εγώ εάν ήπιες". Ο Κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και κατέβηκε πηγαίνοντας προς την κατεύθυνση του αστυνομικού λέγοντας του "άτε κάμε μου αλκοτέστ". Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, ο τρόπος που μίλησε δεν άρεσε στον αστυνομικό και τούτο ώθησε τον αστυνομικό να του επιτεθεί με ύπουλο τρόπο και να τον κτυπήσει με δύο γροθιές χρησιμοποιώντας όλη του τη δύναμη. Αυθόρμητα, ο Κατηγορούμενος έπιασε τα χέρια του αστυνομικού και τον ακινητοποίησε. Ο αστυνομικός φώναξε "βοήθεια" και τότε ήρθαν οι άλλοι αστυνομικοί οι οποίοι του έβαλαν χειροπέδες χωρίς ο ίδιος να προβάλει αντίσταση. Ακολούθως, τον μετέφεραν με το περιπολικό στον αστυνομικό σταθμό, όπου τους ανέφερε ότι έχει παράπονο, κάτι το οποίο οι αστυνομικοί αρνούνταν λέγοντας του ότι αυτός τους επιτέθηκε. Ακολούθως, προσήλθε ιατροδικαστής ο οποίος τον εξέτασε. Είχε κάποιο ελαφρύ φούσκωμα και δεν ξέρει αν ο ιατροδικαστής το αντιλήφθηκε. Αφού αποχώρησε από τον σταθμό, πήγε στο νοσοκομείο όπου εξετάστηκε χωρίς να εντοπιστεί κάτι σοβαρό. Τον επομένη επισκέφτηκε το Απολλώνιο Νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε κάποιες μη σοβαρές κακώσεις στο χέρι από τις χειροπέδες. Κατά την αντεξέταση, ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής και ότι δεν χρησιμοποίησε τις φράσεις που ανέφεραν οι αστυνομικοί. Επέμεινε ότι κατέβηκε από το αυτοκίνητο για να δώσει δείγμα, όπως του ζητήθηκε. Ο Κατηγορούμενος απαντώντας στις υποβολές της Κατηγορούσας αρχής υπέβαλλε διάφορα ερωτήματα του τα οποία εκλαμβάνω ότι τα έθετε για να αντικρούσει τις θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής. Διερωτώταν για παράδειγμα με ποιο τρόπο κατάλαβαν οι αστυνομικοί ότι ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης και για ποιο λόγο υπάρχει το αλκοτέστ αφού οι αστυνομικοί με το που βλέπουν ένα άνθρωπο, μπορούν να διαπιστώσουν ότι είναι μεθυσμένος. Ο Κατηγορούμενος διερωτήθηκε επίσης γιατί δεν κατηγορήθηκε για επίθεση εναντίον του αστυνομικού, υποστηρίζοντας με αυτό τον τρόπο ότι όσα αναφέρουν οι αστυνομικοί είναι προϊόν δεύτερων σκέψεων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, σημειώνω ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν σαφείς στις θέσεις τους και απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Η μαρτυρία της ΜΚ1 μπορεί να χαρακτηριστεί και ως τυπική. Δεν επιχειρήθηκε εξάλλου ο κλονισμός της αξιοπιστίας της. Έγιναν μόνο κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις, στις οποίες η ΜΚ1 απάντησε με σαφήνεια. Ήταν η εξεταστής και ανέφερε με σαφήνεια και πληρότητα τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια της ΜΚ1 να βοηθήσει τους συναδέλφους της. Σε σχέση με την μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 που είναι και η ουσιαστική μαρτυρία επί της οποίας η Κατηγορούσα αρχή στηρίζει την υπόθεση της, επισημαίνω ότι και οι δύο αυτοί μάρτυρες ήταν ήρεμοι και δεν φάνηκε να διακατέχονται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις τους. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε ουσιαστικές αντιφάσεις. Επί των ουσιωδών γεγονότων, η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων παρουσίαζε την απαιτούμενη συνοχή και πληρότητα. Κάποιες αντιφάσεις, που μπορεί να παρατηρήθηκαν, όπως για παράδειγμα το ακριβές χρονικό σημείο που ο Κατηγορούμενος πέτυχε τα κτυπήματα στην πλάτη του ΜΚ3, καθόλου δεν επηρέασαν τη γενική θετική εικόνα. Το γεγονός αυτό μάλιστα αποτελεί και ένδειξη έλλειψης αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων αλλά και των τελευταίων με την Κατηγορούσα Αρχή για το τι είναι που θα έλεγαν. Εκτός αυτού, ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας, η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και κάποιες διαφορές στη μαρτυρία - αναλόγως του είδους τους βεβαίως - είναι αναπόφευκτες (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Γενικά, οι ΜΚ2 και ΜΚ3 ήταν σταθεροί στις θέσεις τους και επέμειναν σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία τους δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης τους. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε σύγκρουση της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ3 με την μαρτυρία του ΜΚ4 ο οποίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονας. Η ιδιότητα του εν λόγω προσώπου ως ιατροδικαστή, δεν έχει αμφισβητηθεί. Πρέπει να επισημανθεί ότι η προσκόμιση μαρτυρίας πραγματογνώμονα παρακάμπτει τον γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει σε μάρτυρα την έκφραση γνώμης. Βεβαίως, η μαρτυρία πραγματογνωμόνων υπόκειται σε αξιολόγηση και προς τούτο ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, κρίνω ότι ο ΜΚ4 προσήλθε στο Δικαστήριο με πρόθεση να βοηθήσει στην ανεύρεση της αλήθειας. Η μαρτυρία του εν λόγω προσώπου δεν συγκρούεται με την μαρτυρία των μαρτύρων Κατηγορίας. Ειδικότερα, από την μια οι κακώσεις που εντοπίστηκαν στον ΜΚ3 θα μπορούσαν κάλλιστα να προκληθούν ένεκα της επίθεσης που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο, ενώ από την άλλη δεν εντοπίστηκαν οποιεσδήποτε κακώσεις στον Κατηγορούμενο οι οποίες να δικαιολογούν τις αιτιάσεις του. Η τελευταία αυτή παρατήρηση με φέρνει στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος, δεν με έπεισε ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και μου έδωσε την εντύπωση ότι είπε αυτά που είπε σε μια προσπάθεια να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του. Επισημαίνω ότι σύμφωνα με την νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα δεν περιορίζεται σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως κακοποιημένο από τον Αστ.1249. Ανέφερε ότι ο εν λόγω αστυνομικός τον κτύπησε με όλη του τη δύναμη. Αν ο Κατηγορούμενος μπορούσε να καθορίσει ότι ο εν λόγω αστυνομικός χρησιμοποίησε όλη του την δύναμη, σημαίνει ότι κατά τον ισχυρισμό του, ένιωσε τις γροθιές πολύ έντονα στο σώμα του. Εντούτοις, δεν εντοπίστηκε κανένα εύρημα στο σώμα του το οποίο να δικαιολογεί τις εν λόγω γροθιές. Πέραν των πιο πάνω, στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου δεν εντοπίζεται η απαιτούμενη σαφήνεια, αμεσότητα και ευθύτητα. Σε διάφορες ερωτήσεις και υποβολές απαντούσε με ρητορικά ερωτήματα προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να κλονίσει την αξιοπιστία των αστυνομικών παρά να αναφερθεί ευθέως στα γεγονότα που έλαβαν χώρα εκείνο το βράδυ. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου τη συνολική παρουσία του Κατηγορουμένου στο εδώλιο του μάρτυρα, και ειδικότερα τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και καταλήγω να μην αποδεχτώ την μαρτυρία του ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 24.11.2015 και περί ώρα 01:00, οι ΜΚ2, ΜΚ3 και ο Αστ.2322 διενεργούσαν έλεγχο ταχύτητας στην Λεωφόρο Στροβόλου στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας. Ο ΜΚ2 διαπίστωσε με το ταχύμετρο του ότι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KUP470 που οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, κινείτο με ταχύτητα 92ΧΑΩ αντί 50ΧΑΩ που είναι το καθορισμένο όριο. Ο ΜΚ2 έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει κάτι το οποίο ο Κατηγορούμενος έπραξε. Τότε ο ΜΚ2 του υπέδειξε την ένδειξη του ταχυμέτρου και τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε χωρίς να λάβει απάντηση. Ο ΜΚ2 κάλεσε τον ΜΚ3 να αναλάβει την έκδοση του εξωδίκου και προς τούτο ο τελευταίος ζήτησε τα στοιχεία του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος απάντησε «Ατε ρε παρέτα με εν σου διώ τίποτε». Ο ΜΚ3 διαπίστωσε ότι η αναπνοή του Κατηγορουμένου μύριζε έντονα αλκοόλ, τα μάτια του ήταν κόκκινα και υγρά. Έτσι ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης και αφού του εξήγησε ότι άρνηση ή αποφυγή να το πράξει συνιστά αδίκημα που προνοεί σύλληψη, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει δείγμα λέγοντας «εν φυσώ». Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να φωνάζει «Εν ηξέρεις ποιος είμαι εγιώ ρε κοπελούι, Εν ημπορείτε να μου κάμετε τίποτε. Εγιώ εν υπάρχω, εν μπορείτε να μου τα κνήσετε». Ο ΜΚ3 ξαναζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα για προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης και αυτός αρνήθηκε λέγοντας «εν σου διω τίποτε». Τότε, ο ΜΚ3 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη και ο τελευταίος απάντησε «Ρε μα νομίζεις είμαι κανένα κοπελούι όπως εσένα». Μόλις ο ΜΚ3 τον πλησίασε, ο Κατηγορούμενος τον άρπαξε από το δεξί χέρι και το σακάκι και συνέχισε να φωνάζει. Τότε, ήρθαν στο σημείο ο ΜΚ2 και ο Αστ.2322 και όλοι μαζί προσπάθησαν να ακινητοποιήσουν τον Κατηγορούμενο ο οποίος εξακολουθούσε να αντιστέκεται. Εν τέλει, κατάφεραν να του περάσουν χειροπέδες και τον μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 1η Κατηγορία Το άρθρο 6 του του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/86, επί του οποίου εδράζεται η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος έχει ως ακολούθως: «6.-
(1)Εις περίπτωσιν καθ' ην αστυνομικός έχει εύλογον υποψίαν ότι- (α) πρόσωπον το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχει εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης ή έχει διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκεται εν κινήσει ή (β) πρόσωπον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου καθ' ον χρόνον είχεν εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης και ότι το τοιούτο πρόσωπον εξακολουθεί να έχη εις το σώμα αυτού αλκοόλην ή (γ) πρόσωπον το οποίον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου είχε διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκετο εν κινήσει δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου αυτού όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν. ..
(5)Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον δυνάμει του εδαφίου
(4)καθοριζόμενον αστυνομικόν σταθμόν ή αρνείται ή αποφεύγει καθ' οιονδήποτε τρόπον να παράσχη δείγμα εκπνοής, όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος. Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η υποψία μπορεί να υπάρξει είτε λόγω της οδηγικής συμπεριφορά ενός προσώπου είτε λόγω της εμφάνισης του ή μέσα από ένα συνδυασμό και των δύο αυτών στοιχείων. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι η εύλογη υποψία των αστυνομικών προκύπτει μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ3 ο οποίος διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος μύριζε αλκοόλ και το πρόσωπο του και τα μάτια του ήταν κόκκινα. Εξάλλου εφαρμογής, τυγχάνει στην προκειμένη περίπτωση και το εδάφιο
(1)(γ) του Άρθρου 6 του νόμου, καθότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε, τροχαία παράβαση τόσο σε σχέση με την 3η Κατηγορία στην οποία δήλωσε την παραδοχή του. Συνεπώς, η άρνηση του Κατηγορουμένου να παραχωρήσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην απόδειξη της ενοχής του. 2η Κατηγορία Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση του άρθρου 9 του Ν.86/72, το οποίο προνοεί τα εξής «9.-
(1)Πας όστις, καθ' ον χρόνον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος διά το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, τελεί υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων κατά τρόπον ώστε, καθ' ον χρόνον οδηγεί η ικανότης αυτού προς ασφαλή οδήγησιν να είναι ηλαττωμένη, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Το ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε έχοντας καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, δεν είναι αρκετό για να θεμελιώσει καταδίκη του κατηγορουμένου. Θα πρέπει επιπρόσθετα η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι, ένεκα της κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών, η ικανότητα του κατηγορουμένου για ασφαλή οδήγηση είναι ελαττωμένη. Στην υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115 λέχθηκαν τα εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στα συστατικά του αδικήματος του άρθρου 9
(1)του Ν. 86/72(οδήγηση και επήρεια από οινοπνευματώδη ποτά κατά τρόπο ώστε η ικανότητα προς ασφαλήοδήγηση να είναι ελαττωμένη) και, με αναφορά στο Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση σελ. 201 - 204 έκρινε πως είχαν όλα αποδειχτεί με βεβαιότητα. Δεν έχουμε ικανοποιηθεί πως διέπραξε οποιοδήποτε σφάλμα. Η μαρτυρία ήταν συντριπτική και έδειχνε προς μια και μόνο κατεύθυνση. Ο τρόπος με τον οποίο ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητό του, το ότι μύριζε έντονα οινόπνευμα σε συνδυασμό εδώ και προς τη μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος και η συμπεριφορά του, χωρίς καμιά αμφιβολία αποδείκνυαν πως η ικανότητά του να οδηγεί ήταν ελαττωμένη λόγω οινοπνεύματος. Δεν είναι ορθή η εισήγηση πως χρειαζόταν απαραιτήτως επιστημονική μαρτυρία την οποία άλλωστε ήταν ο ίδιος ο εφεσείων που απέκλεισε. Παρεμβάλουμε εδώ τα ακόλουθα:΄Οταν ο εφεσείων ακινητοποιήθηκε και αφού έκαμε προσπάθεια να διαφύγει, δεν έδινε δείγμα εκπνοής εξ ου και η τρίτη κατηγορία. Δεν συνεργαζόταν και αντί να εκπνέει, εισέπνεε. Το απόσπασμα από τους Halsbury's στο οποίο μας παρέπεμψε ο κ. Ανδρέου που αναφέρεται στην απόδειξη του επηρεασμού με επιστημονική μαρτυρία, με ή χωρίς μαρτυρία για ασταθή οδήγηση, δηλώνει δυνατότητα και δεν υπονοεί πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος απόδειξης. Στον Wilkinsons στον οποίο αναφέρθηκε το Δικαστήριο, (βλ. και την 14η έκδοση σελ. 1/230 §4.63) εξηγείται, και αυτή είναι η ορθή θέση, πως αποδεικνύεται ο επηρεασμός και με μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός μαζί με μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος. Περαιτέρω, με μαρτυρία για την κατάσταση του οδηγού (μεταξύ άλλων αστάθεια ή διανοητική σύγχυση) και κάποια μαρτυρία πως αυτή οφείλεται σε οινόπνευμα και όχι σε ασθένεια. Τα συζητηθέντα στην R v. Daviesδεν μπορούν να συσχετισθούν προς την παρούσα υπόθεση. Αποδοκιμάστηκε εκεί η λήψη ως μαρτυρίας της γνώμης μη ειδικού πως ο οδηγός δεν ήταν σε θέση να χειριστεί όχημα. Εδώ οι μάρτυρες αναφέρθηκαν στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά του εφεσείοντα και το Δικαστήριο κατέληξε με γνώμονα τη δική του αξιολόγηση της μαρτυρίας που είχε προσαχθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναπνοή του Κατηγορουμένου μύριζε έντονα οινόπνευμα, είχε κόκκινο πρόσωπο και μάτια. Τα πιο πάνω είναι ικανά να οδηγήσουν σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος είχε όντως καταναλώσει αλκοόλ πριν την οδήγηση. Από εκεί και έπειτα όμως, δεν έχει προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία σε σχέση με το ότι η κατανάλωση αλκοόλης οδήγησε σε μειωμένη ικανότητα του Κατηγορουμένου για ασφαλή οδήγηση. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε με επιθετικό τρόπο εναντίον του Αστ.1249 δεν είναι από μόνο του στοιχείο ικανό να οδηγήσει σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εύρημα ότι η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου να οφείλεται στον αντιδραστικό χαρακτήρα που ενδεχομένως να παρουσιάζει γενικότερα. Ούτε μπορεί να γίνει οποιοσδήποτε συσχετισμός της κατανάλωσης αλκοόλης με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα πέραν του καθορισμένου ορίου. Ειρήσθω εν παρόδω, ο Κατηγορούμενος υπάκουσε στο σήμα που έγινε από τους αστυνομικούς οι οποίοι δεν αναφέρθηκαν σε οποιαδήποτε αδυναμία ή αστάθεια κατά την οδήγηση του. Η μετέπειτα συμπεριφορά του, αν και αξιοκατάκριτη, δεν είναι τέτοια που να μπορεί να οδηγήσει σε στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της ελαττωμένης ικανότητας για οδήγηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η Κατηγορία, όχι όμως την 2η Κατηγορία. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η Κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 2η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο