← Κύπρος

Χρίστος Πετρίδης ν. Παντελίτσας Πετρίδου κ.α., Υπόθεση Αρ. 2224/17, 7/2/2018

Χρίστος Πετρίδης ν. Παντελίτσας Πετρίδου κ.α., Υπόθεση Αρ. 2224/17, 7/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 2224/17 Χρίστος Πετρίδης και

  1. Παντελίτσας Πετρίδου
  2. Παντελή Λαζάρου Κατηγορουμένων --------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου 2018 Για τον Παραπονούμενο: κα Β. Κλεόπα Για τους Κατηγορούμενους: κα Λ. Κούτρα Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν αριθμό κατηγοριών. Συγκεκριμένα, η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι κατά ή περί την 5.11.14 και ενώ όφειλε το ποσό των €2.542 δυνάμει δικαστικής απόφασης στον παραπονούμενο, δώρισε, παρέδωσε και ενέγραψε επ' ονόματι του κατηγορούμενου 2 το όχημα με αρ. εγγραφής KWR 085, με σκοπό την καταδολίευση του παραπονούμενου-πιστωτή και την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1)(α), 3
(3)και 4
(1)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, Ν. 60(Ι)/2008(πρώτη κατηγορία). Στη βάση παρόμοιων λεπτομερειών, η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται επίσης ότι διέπραξε το αδίκημα του άρθρου 301(β), (γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (δεύτερη κατηγορία). Περαιτέρω, η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι κατά ή περί την 5.11.14 συνωμότησε με τον κατηγορούμενο 2 όπως με απάτη και/ή δόλιο μέσο, δηλαδή με τη μεταβίβαση του οχήματος με αρ. εγγραφής KWR 085 στον κατηγορούμενο 2, καταδολιεύσουν τον παραπονούμενο, κατά παράβαση του άρθρου 302 του Κεφ. 154 (τρίτη κατηγορία). Τέλος, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι κατά ή περί την 5.11.14 συνωμότησε με την κατηγορουμένη 1 όπως με απάτη και/ή δόλιο μέσο, δηλαδή με τη μεταβίβαση του οχήματος με αρ. εγγραφής KWR 085 επ' ονόματι του ιδίου, καταδολιεύσουν τον παραπονούμενο, κατά παράβαση του άρθρου 302 του Κεφ. 154 (τέταρτη κατηγορία) Προτού οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαντήσουν στις κατηγορίες, ήγειραν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις. Προέβαλαν πως υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και πρόωρη έγερση της παρούσας υπόθεσης, επειδή δεν προηγήθηκε της καταχώρησης της υπόθεσης η καταχώρηση αίτησης μηνιαίων δόσεων για να εξετασθεί η οικονομική δυνατότητα του εξ αποφάσεως οφειλέτη (πρώτη προδικαστική ένσταση). Προέβαλαν επίσης πως η ποινική υπόθεση δεν έχει εγερθεί νομότυπα, επειδή δεν προηγήθηκε η καταχώρηση και η εκδίκαση ειδικής αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 91Γ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, για το επίδικο περιουσιακό στοιχείο που είναι το μοναδικό αυτοκίνητο της κατηγορουμένης 1, ώστε να διαπιστωθούν και τα δικαιώματα του τρίτου προσώπου, ήτοι του κατηγορούμενου 2 (δεύτερη προδικαστική ένσταση). Προέβαλαν περαιτέρω πως υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας επειδή, ενώ «η βάση των κατηγοριών» είναι η ισχυριζόμενη καταδολίευση του πιστωτή (παραπονούμενου), προσάπτονται στους κατηγορούμενους και άλλες σοβαρότατες κατηγορίες, οι οποίες θα έπρεπε να διερευνηθούν πρωτίστως από την Αστυνομία. Τέλος, προέβαλαν ότι τα κίνητρα του παραπονούμενου είναι εκδικητικά και οι προθέσεις του αλλότριες για λόγους που ανέφεραν στα πλαίσια της αγόρευσης τους (τρίτη προδικαστική ένσταση). Η συνήγορος του παραπονούμενου εισηγήθηκε πως και οι τρεις προδικαστικές ενστάσεις είναι αβάσιμες, και ότι αυτές θα πρέπει να απορριφθούν. Για σκοπούς εξέτασης της πρώτης προδικαστικής ένστασης, χρήσιμο είναι να παρατεθούν οι πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(α) και (γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, Ν. 60(Ι)/2008: «3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: (α) προβεί σε οποιαδήποτε: (
  1. i)δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού του στοιχείου· ή (
  2. ii)μετακίνηση, απόκρυψη ή άλλη αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού του στοιχείου. εφόσον οι ενέργειες αυτές γίνονται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εκ δικαστικής αποφάσεως χρεών του. ........... (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.» Χωρίς να χρειάζεται να λεχθούν πολλά, είναι ξεκάθαρο από την πιο πάνω νομοθετική πρόνοια ότι το αδίκημα που δημιουργείται από το άρθρο 3
(1)(α) του Νόμου 60(Ι)/2008 είναι καθόλα διακριτό από το αδίκημα που δημιουργείται από το άρθρο 3
(1)(γ) του ίδιου Νόμου. Τούτο καθίσταται πέρα για πέρα σαφές και από το γεγονός ότι στο άρθρο 4 του ίδιου Νόμου, προβλέπονται διαφορετικές ποινές για τα δύο αυτά αδικήματα.[1] Οι υποθέσεις στις οποίες η κα Κούτρα παρέπεμψε, αφορούσαν όλες στο αδίκημα του άρθρου 3
(1)(γ) του Νόμου 60(Ι)/2008, προς στοιχειοθέτηση του οποίου πράγματι θα πρέπει να καταδειχθεί ότι έχει προηγηθεί η έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις (βλ. Νικολάου ν. Citi Proncipal Investments Ltd, Ποιν. Έφ. 160/14, ημερ. 20.12.16 και Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Παρδάλη, Ποιν. Έφ. 153/15, ημερ. 28.11.17). Όμως, η παρούσα υπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, δεν αφορά στο αδίκημα του άρθρου 3
(1)(γ) του Νόμου 60(Ι)/2008, αλλά στο αδίκημα του άρθρου 3
(1)(α) του εν λόγω Νόμου. Συνεπώς, η πρώτη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Λίγα χρειάζεται να λεχθούν και σε σχέση με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση. Η παρούσα ποινική υπόθεση δεν έχει ως στόχο την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης η οποία κατ' ισχυρισμόν του παραπονούμενου έχει εκδοθεί εναντίον της κατηγορουμένης 1. Ούτε και επιζητείται στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης η ακύρωση της ισχυριζόμενης καταδολιευτικής μεταβίβασης ούτως ώστε να τίθεται θέμα υποβολής αίτησης με βάση το άρθρο 91Γ του Κεφ. 6 (όπως στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακακίου
(2008)1 Α.Α.Δ .708[2] στην οποία η κα Κούτρα παρέπεμψε), αλλά η επιβολή ποινής στην κατηγορουμένη 1 σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι αυτή διέπραξε το αδίκημα του άρθρου 3
(1)(α) του Νόμου 60(Ι)/2008. Προχωρώντας στην εξέταση της τρίτης προδικαστικής ένστασης, σημειώνω κατ' αρχάς ότι σύμφωνα με το άρθρο 40
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155[3] είναι δυνατό, οποιοσδήποτε αριθμός κατηγοριών είτε για το ίδιο ποινικό αδίκημα είτε για διαφορετικά ποινικά αδικήματα να περιληφθεί στο ίδιο κατηγορητήριο. Δεν συμφωνώ, λοιπόν, πως η συμπερίληψη των κατηγοριών 2, 3 και 4 στο κατηγορητήριο απολήγει σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, απλά και μόνο επειδή οι κατηγορίες αυτές αφορούν σε ισχυριζόμενες παραβιάσεις του Ποινικού Κώδικα και όχι του Νόμου 60(Ι)/2008. Σημειώνω δε, πως δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός ότι τα γεγονότα επί των οποίων οι εν λόγω κατηγορίες 2, 3 και 4 βασίζονται είναι διαφορετικά από τα γεγονότα της κατηγορίας 1 (βλ. άρθρο 40
(2)του Κεφ. 155). Εισηγείται περαιτέρω η κα Κούτρα ότι επειδή οι κατηγορίες 2, 3 και 4 αφορούν σε σοβαρά ποινικά αδικήματα (και συγκεκριμένα στα αδικήματα της εξασφάλισης πίστωσης κ.τ.λ. με ψευδείς παραστάσεις[4] και της συνωμοσίας για καταδολίευση[5]), αυτά θα έπρεπε να διερευνηθούν πρωτίστως από την Αστυνομία. Το δικαίωμα ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη, αναγνωρίστηκε στην Ttofinis v. Theocharides κ.α.
(1983)2 C.L.R. 363. Το δικαίωμα προς άσκηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν το έχει βέβαια κάθε πολίτης, αλλά «ενυπάρχει όπου διαπιστώνεται βλάβη στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη» (Δημοσθένους ν. Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ. 22). Ο επηρεασμός θα πρέπει να είναι άμεσος (direct encroachment) υπό την έννοια «ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων.» (Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου, Ποιν. Έφ. 194/13, ημερ. 2.12.14). Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εγερθεί, τουλάχιστο στο στάδιο τούτο, ισχυρισμός περί μη νομιμοποίησης του παραπονούμενου προς έγερση της ποινικής δίωξης για τον λόγο ότι τα δικαιώματα του δεν επηρεάστηκαν από τις κατ' ισχυρισμόν του παράνομες πράξεις των κατηγορουμένων, έτσι τέτοιο θέμα δεν θα απασχολήσει. Αυτό που η κα Κούτρα εισηγήθηκε είναι ότι λόγω της σοβαρότητας των αποδιδομένων στους κατηγορούμενους αδικημάτων, ο παραπονούμενος θα έπρεπε να είχε απευθυνθεί στην Αστυνομία, με παραπομπή στα αποφασισθέντα από τον Έντιμο Γιασεμή Δ. στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Τρύφωνος, Ποιν. Αίτ. 15/15, ημερ. 18.4.16. Δεν συμφωνώ με την εν λόγω εισήγηση. Στην υπόθεση Τρύφωνος, τα αδικήματα εν σχέσει προς τα οποία επιχειρήθηκε η καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης επέσυραν ποινή φυλάκισης μέχρι επτά έτη (άρθρα 110 και 111 του Κεφ. 154), ο δε Γενικός Εισαγγελέας δεν είχε, ούτως ή άλλως, συγκατατεθεί στη συνοπτική εκδίκαση τους από Επαρχιακό Δικαστήριο (βλ. άρθρα 20
(1)και 24
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60). Κατά τα λοιπά, και με δεδομένο ότι, όπως πιο πάνω παρατηρήθηκε, δεν εγέρθηκε στο παρόν στάδιο ισχυρισμός περί μη επηρεασμού του παραπονουμένου από τα ισχυριζόμενα αδικήματα, αρκεί να γίνει παραπομπή στα όσα σχετικώς αναφέρθηκαν από την Πλήρη Ολομέλεια στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522: «Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι το δικαίωμα του πολίτη - θύματος να προβεί σε ιδιωτική ποινική δίωξη δεν συναρτήθηκε στην Ttofinis με την καταγγελία της παράβασης στις αστυνομικές αρχές ή την άρνηση ή απροθυμία τους να την προωθήσουν. Πέραν τούτου, ο εντεινόμενος ρυθμός των σχετικών παραπόνων δεν επιτρέπει στην αστυνομία να ασχοληθεί με το σύνολο των περιπτώσεων. Γι' αυτό και αφήνεται η δίωξη στα χέρια των ίδιων των παθόντων, όπως προκύπτει από τις υποθέσεις που έρχονται ενώπιόν μας.» Στα πλαίσια της ίδιας προδικαστικής ένστασης, η κα Κούτρα ισχυρίζεται επίσης ότι τα κίνητρα του παραπονούμενου είναι καθαρά εκδικητικά και οι προθέσεις του αλλότριες, ως πρώην σύζυγος της κατηγορουμένης 1, καθότι μεταξύ του παραπονούμενου και/ή εταιρειών στις οποίες αυτός είναι Διευθυντής και της κατηγορουμένης 1 εκκρεμεί αριθμός δικαστικών υποθέσεων. Όμως τα όσα η κα Κούτρα αναφέρει στην αγόρευση της δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είτε μέσω μαρτυρίας είτε ως κοινό υπόβαθρο γεγονότων. Θεωρώ λοιπόν πως η εισήγηση υποβάλλεται πρόωρα και χωρίς να υπάρχει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί στο στάδιο τούτο να αποφασίσει το κατά πόσον η καταχώρηση της δίωξης έγινε καταχρηστικά και για σκοπό άλλον από αυτόν για τον οποίο προορίζεται. Υπό το φως των ανωτέρω, οι προδικαστικές ενστάσεις απορρίπτονται και οι κατηγορούμενοι καλούνται να απαντήσουν στις κατηγορίες. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «4.
(1)Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους για αδίκημα που αναφέρεται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, αυτός υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους για το αδίκημα που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, αυτός υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης υπόκειται σε κατώτατο όριο ποινής χιλίων ευρώ (€1.000), εκτός αν το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής, αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικά ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις και/ή ότι η οικονομική δυνατότητα του κατηγορουμένου έχει μεταβληθεί, κρίνει σκόπιμο να μην επιβάλει ποινή και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης να επιβάλει μικρότερη ποινή: Νοείται ότι σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης που το δικαστήριο δεν επιβάλλει ποινή ή επιβάλλει χαμηλότερη του κατώτατου ορίου ποινή, αναφέρει ειδικά τους λόγους για την εν λόγω απόφασή του.» [2] «.Στην υπό κρίση αίτηση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστή δεν καθορίζονταν τα περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή τα ακίνητα για τα οποία και ζητείτο διάταγμα ακύρωσης της μεταβίβασης τους..» [3] «40.-
(1)Οποιοσδήποτε αριθμός κατηγοριών είτε για το ίδιο ποινικό αδίκημα είτε για διαφορετικά ποινικά αδικήματα δύναται να περιληφθεί στο ίδιο κατηγορητήριο και το Δικαστήριο δύναται είτε να καταδικάσει είτε να αθωώσει τον κατηγορούμενο γενικά για ολόκληρο το κατηγορητήριο είτε να τον καταδικάσει για μια ή μερικές από τις κατηγορίες και να τον αθωώσει για άλλες.
(2)Αν διαφορετικές κατηγορίες αφορούν διαφορετικά πραγματικά γεγονότα, το Δικαστήριο δύναται, αν θεωρεί αυτό ότι εξυπηρετεί το σκοπό της δικαιοσύνης, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να διατάξει όπως ο κατηγορούμενος δικαστεί χωριστά για οποιαδήποτε ή περισσότερες από τις κατηγορίες αυτές.» [4] «
  1. Όποιος- .... (β) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του ή κάποιου από αυτούς, δωρίζει, παραδίδει ή μεταβιβάζει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή προκαλεί τη διενέργεια οποιουδήποτε από αυτά∙ ή (γ) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του, αποκρύβει ή μετακινεί οποιοδήποτε μέρος της περιουσίας του, μετά την έκδοση ή εντός των δύο μηνών των προηγούμενων από την έκδοση εναντίον του μη ικανοποιηθείσης δικαστικής απόφασης ή διάταγμα για πληρωμή χρημάτων, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» [5] «
  2. Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.