SMART A. E. Β. Ε. ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ SMART S. A. ν. DRESSMAN TRADING LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 8947/2011, 20/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 8947/2011 SMART A. E. Β. Ε. ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ SMART S. A. Παραπονούμενη - εναντίον - DRESSMAN TRADING LTD ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΑΥΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΠΙΤΤΑ ΑΝΝΑ ΠΙΤΤΑ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 20/02/2018 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κα Νιόβη Πετρίδου και κ. Χάρης Χριστοδούλου) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ...................) Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: Μιχάλης Βορκάς & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Μιχάλης Βορκάς) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ...................) Για την Κατηγορούμενη 3: Σωτήρης Πίττας & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Σωτήρης Πίττας) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ...................) Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 Παρόντες ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155)
- Μετά το πέρας της υπόθεσης της Παραπονούμενης, το Δικαστήριο, πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σε βαθμό που να δικαιολογεί την κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία. Εάν το Δικαστήριο καταλήξει, ότι, η Παραπονούμενη απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τότε πρέπει, χωρίς άλλο, να αθωώσει και απαλλάξει τους Κατηγορουμένους.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, οι Κατηγορούμενοι, έχουν εξασκήσει το δικαίωμα που τους παρέχεται από το Άρθρο 74
(1)(β) [i] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενο «το Κεφ. 155») και έχουν υποβάλει στο Δικαστήριο, δια των συνηγόρων τους, ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Ζήτημα, το οποίο, ανεξαρτήτως αυτής της εισήγησης, το Δικαστήριο πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξετάσει σε ότι αφορά όλους τους Κατηγορουμένους.
- Το κριτήριο, δυνάμει των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 155 [ii], είναι κατά πόσο, εγείρεται, ως προβλέπεται: «. εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου επαρκώς ώστε να υποχρεούται να προβάλει υπεράσπιση και αν το Δικαστήριο αποδεχθεί την εισήγηση, αθωώνει τον Κατηγορούμενο .».
- Δικαιολογείται η κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία, όταν το Δικαστήριο κρίνει, ότι, η μαρτυρία, αντικρισθείσα εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής των Κατηγορουμένων [iii]. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, το Δικαστήριο, δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και αποφασίζει το ζήτημα, αφού προβεί σε μία αντικειμενική θεώρηση της, με γνώμονα, το κατά πόσο αυτή είναι τέτοια, που, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε καταδίκη των Κατηγορουμένων [iv].
- Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία Στην Κύπρο, 2η έκδοση, στην σελίδα 198, η νομολογία επί του υπό συζήτηση ζητήματος, στην Κύπρο, έχει αναπτυχθεί με γνώμονα και τα όσα υπό μορφή οδηγίας πρακτικής εδόθησαν το 1962 από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας. Αυτή, έχει ως εξής: «Χωρίς να επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση αρχής δικαίου, ως θέμα πρακτικής το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες, επιλαμβανόμενο εισήγησης ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση: (α) Κατά πόσο απουσιάζει μαρτυρία η οποία στοιχειοθετεί ουσιωδώς συστατικό της υπό κρίση κατηγορίας. (β) Κατά πόσο η προσαχθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία έχει απογυμνωθεί κύρους ως αποτέλεσμα της αντξέτασης ή είναι καταφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε μετά ασφάλειας να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο.» [v].
- Στην υπόθεση αυτή, η Κατηγορούμενη 1, αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία (ως αυτή παρουσιάζεται στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης): κατηγορία υπ' αρ. 1, που αφορά το αδίκημα: «Έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 4 και του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, [όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 25(Ι)/03 και 164(Ι)/03, του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, του Περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμου του 1987 (Ν. 166/87)και των άρθρων 2 και 3 του Περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1974 (Ν. 43/74)». Αφορά την επιταγή: 02727803, που εκδόθηκε [vi] επί της Marfin Popular Bank Public Co Ltd [Port Area Branch
(043)] «κατά ή περί τον Μάιο του 2007» [vii] και αφορά το ποσό των €35.390,55. Ως λεπτομέρειες του αδικήματος, δίδονται οι εξής: «Η κατηγορούμενη 1 κατά ή περί τον Μάιο του 2007 στην Λάρνακα, εξέδωσε επιταγή με αριθμό 02727803 της Marfin Popular Bank Public Co Ltd [Port Area Branch
(043), tel. ...], η οποία είχε ημερ. 5.10.2007, για το ποσό των Ευρώ 35.390,55, στο όνομα της Παραπονούμενης, η οποία επιταγή κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, αλλά δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων της κατηγορουμένης 1 (εκδότριας της) και/ή με την ένδειξη "να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα" και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της και μέχρι σήμερα.». 7. Η Κατηγορούμενη 2, αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία (ως αυτή παρουσιάζεται στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης): κατηγορία υπ' αρ. 2, που αφορά το αδίκημα: «Συμμετοχή και/ή παροχή συνδρομής και/ή βοήθειας για την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 4 και του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 [όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 25(Ι)/03 και 164(Ι)/03, του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, του περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμου του 1987 (Ν. 166/87)και των άρθρων 2 και 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1974 (Ν. 43/74)». Αφορά την ίδια προαναφερόμενη επιταγή: 02727803, που εκδόθηκε επί της Marfin Popular Bank Public Co Ltd [Port Area Branch
(043)] «κατά ή περί τον Μάιο του 2007» και αφορά, ως έχει προαναφερθεί, το ποσό των €35.390,55. Ως λεπτομέρειες του αδικήματος, δίδονται οι εξής: «Η κατηγορούμενη 2, κατά ή περί τον Μάιο του 2007 στην Λάρνακα, υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια και/ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της κατηγορούμενης εταιρείας 1, συμμετείχε και/ή παρείχε συνδρομή και/ή βοήθεια στην έκδοση από την κατηγορούμενη 1 της επιταγής με αριθμό 02727803 της Marfin Popular Bank Public Co Ltd [Port Area Branch
(043), tel. ...], η οποία είχε ημερ. 5.10.2007, για το ποσό των Ευρώ 35.390,55, στο όνομα της Παραπονούμενης, η οποία επιταγή κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, αλλά δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων της κατηγορουμένης 1 (εκδότριας της) και/ή με την ένδειξη "να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα" και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της και μέχρι σήμερα.». 8. Η Κατηγορούμενη 3, αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία (ως αυτή παρουσιάζεται στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης): κατηγορία υπ' αρ. 3, που αφορά το αδίκημα: «Συμμετοχή και/ή παροχή συνδρομής και/ή βοήθειας για την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 4 και του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 [όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 25(Ι)/03 και 164(Ι)/03, του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, του περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμου του 1987 (Ν. 166/87)και των άρθρων 2 και 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1974 (Ν. 43/74)». Αφορά την ίδια προαναφερόμενη επιταγή: 02727803, που εκδόθηκε επί της Marfin Popular Bank Public Co Ltd [Port Area Branch
(043)] «κατά ή περί τον Μάιο του 2007» και αφορά, ως έχει προαναφερθεί, το ποσό των €35.390,55. Ως λεπτομέρειες του αδικήματος, δίδονται οι εξής: «Η κατηγορούμενη 3, κατά ή περί τον Μάιο του 2007 στην Λάρνακα, υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια και/ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της κατηγορούμενης εταιρείας 1, συμμετείχε και/ή παρείχε συνδρομή και/ή βοήθεια στην έκδοση από την κατηγορούμενη 1 της επιταγής με αριθμό 02727803 της Marfin Popular Bank Public Co Ltd [Port Area Branch
(043), tel. ...], η οποία είχε ημερ. 5.10.2007, για το ποσό των Ευρώ 35.390,55, στο όνομα της Παραπονούμενης, η οποία επιταγή κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, αλλά δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων της κατηγορουμένης 1 (εκδότριας της) και/ή με την ένδειξη "να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα" και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της και μέχρι σήμερα.».
- Σημειώνεται ότι, στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, κατηγορούμενο πρόσωπο, ως Κατηγορούμενη 4, ήταν και κάποια Άννα Πίττα. Εντούτοις, η υπόθεσης εναντίον της απορρίφθηκε από το Δικαστήριο την 05/07/2012, λόγω παράλειψης επίδοσης, προς αυτήν, από πλευράς Παραπονουμένης, της σχετικής κλήσης, με αποτέλεσμα να απαλλαγεί από την κατηγορία που στρεφόταν εναντίον της, την υπ' αρ. 4, ταυτόσημη σε βάση, νομική και πραγματική, με αυτήν που οι Κατηγορούμενες 2 και 3 αντιμετωπίζουν.
- Ας σημειωθεί καταληκτικά του εισαγωγικού μέρους της απόφασης μου αυτής, ότι, οι Κατηγορούμενοι, μέχρι και την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας για την υπόθεση της Παραπονούμενης, είχαν κοινή εκπροσώπηση από δικηγόρο προς υπεράσπιση τους.
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν, οι ακόλουθοι δύο μάρτυρες: i.Ο Αθανάσιος Ιωάννου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), και ii.Ο Απόστολος Παπαχρήστος (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»).
- Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[viii]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, -ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα (στην βάση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος και της αρχής «nullum crimen Nulla poena sine lege», βλ. Ορέστης Βασιλείου ν Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 04/07/2017)-: «305Α.-
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία αυτή κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω, πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ'αυτό καθ' οιονδήποτε χρόνο προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή της ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, η τράπεζα επί της οποίας αυτή εκδόθηκε οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτή τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή· η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από την τράπεζα αυτή επί της επιταγής, η οποία μπορεί να κατατεθεί από τον κάτοχό της, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση της τράπεζας επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται περαιτέρω ότι η συμμόρφωση τράπεζας με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσής της δε συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευτεί ότι συνιστά παραβίαση εκ μέρους της του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών της.
(4)Παράβαση της δυνάμει του εδαφίου
(3)επιβαλλόμενης υποχρέωσης από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο της τράπεζας, ο οποίος εξουσιοδότησε ή εν γνώσει του επέτρεψε ή συνήργησε στην παράβαση, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους.
(5)Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(6)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος "τράπεζα" περιλαμβάνει και οποιονδήποτε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό, συστημένο είτε με βάση τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο είτε με βάση οποιοδήποτε άλλο νόμο και ο οποίος εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες ή μέλη του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 13. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν, σχετικά πρόσφατα, από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του άρθρου 305(Α)
(1)στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίαση της στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και, στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». 14. Σε ότι αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154, ήτοι, της «έκδοσης επιταγής», σημειώνονται τα εξής. Επιταγή εκδίδεται, όταν υπογραφτεί από νόμιμο και εξουσιοδοτημένο υπογραφέα του λογαριασμού από τον οποίο αυτή εκδίδεται (βλ. Άρθρα 73 [ix], 3 [x], 25 [xi] του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016 και Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, παραγράφους 17-11 και 21-97). Ως έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Blue Green Wave Frozen Food Ltd v G & P Hadjiyiannis Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 71/2014, 11/02/2016, η έκδοσης επιταγής, μπορεί να γίνει και από πρόσωπο άλλο από αυτό που την δίδει, που είναι εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές για λογαριασμό του. Σε ότι αφορά εταιρείες, τέτοια εξουσιοδότηση μπορεί να δίδεται και σε πρόσωπα που δεν είναι διοικητικοί της σύμβουλοι (βλ. επίσης Μελή ν Vasos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015 και Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, παράγραφο 21-97). Σε κάθε περίπτωση, ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γιάννης Βούρας ν Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ. α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 135, «είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής». Δηλαδή, «μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορεί να συναχθεί η έκδοσης (υπογραφής) της επιταγής». Με άλλα λόγια «ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της». Περαιτέρω, ως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016, γεγονότα που αφορούν, ποιο πρόσωπο έχει συμπληρώσει και παραδώσει την επιταγή στο πρόσωπο που την λαμβάνει ως κάτοχος, δεν είναι αναγκαία για να αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επιταγής. Βλ. εντούτοις τα όσα έχουν αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011,30/01/2015, σε ότι αφορά το ότι, μια επιταγή, ως προαναφέρθηκε, δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της, με την προϋπόθεση όμως ότι η συμπλήρωση της γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη. Επίσης, σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μελή ν Vasos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015, ο χρόνος υπογραφής των επίδικων επιταγών, δεν είναι συστατικό στοιχείο των αδικημάτων του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154. Σημασία έχει, η συμπλήρωσης τους προς έκδοση τους για πληρωμή του προσώπου στον οποίο δίδεται. Αναφέρθηκαν από το Εφετείο στην εν λόγω υπόθεση τα εξής: «Ο χρόνος υπογραφής των επιταγών από τον εφεσείοντα δεν ταυτίζεται με το χρόνο έκδοσης των επιταγών επ΄ ονόματι της εφεσίβλητης. Για την εφεσίβλητη οι επιταγές εκδόθηκαν με τη συμπλήρωση τους από το Χαραλάμπους, η οποία αντιστοιχούσε στο χρόνο παράδοσης των εμπορευμάτων που ήταν οι ημερομηνίες πληρωμής των επιταγών. Το ότι οι επιταγές υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα εν λευκώ σε προγενέστερο χρόνο δεν αφορούσε την εφεσίβλητη, αλλά επρόκειτο για θέμα που αφορούσε τη σχέση εφεσείοντα και Χαραλάμπους και ως τέτοια δεν μπορούσε να προβληθεί στο πλαίσιο της Υπεράσπισης του εφεσείοντα έναντι των κατηγοριών που του προσήψε η εφεσίβλητη. Εξάλλου ο εφεσείοντας - όπως ήταν και το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου - αναγνώρισε την οφειλή του προς την εφεσίβλητη και υποσχέθηκε να εξοφλήσει τις επιταγές χωρίς να διατυπώσει οποιαδήποτε επιφύλαξη αναφορικά με το χρόνο υπογραφής τους. Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να καταδικάσει τον εφεσείοντα χωρίς τροποποίηση των λεπτομερειών εφόσον ο χρόνος υπογραφής τους δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στην πρόσφατη απόφαση που έκδωσε το παρόν Εφετείο στην Αντωνιάδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 253/14 ημερ. 15.10.15, όπου αναλύεται η σχετική επί του θέματος νομολογία. Ως εκ περισσού λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στη διαφοροποίηση των λεπτομερειών, κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει μπορούσε να πράξει εφόσον σύμφωνα με την Κυριάκου (ανωτέρω) δεν αφορούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος και υπό τα περιστατικά της υπόθεσης συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 85
(4)του Κεφ.
- Σ΄ ότι δε αφορά το παράπονο του εφεσείοντα ότι επηρεάστηκε δυσμενώς στην Υπεράσπιση του, είναι αρκετό να παρατηρήσουμε ότι ο χρόνος υπογραφής των επιταγών ήταν στην αποκλειστική γνώση του ιδίου και ενόψει τούτου αδυνατούμε να αντιληφθούμε πως επηρεάστηκε η Υπεράσπιση του αφού αυτός ήγειρε το ζήτημα και η τροποποίηση των λεπτομερειών ήταν αποτέλεσμα της δικής του μαρτυρίας.».
- Σε ότι αφορά το εν λόγω συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι, της «έκδοσης επιταγής», η μαρτυρία που η Παραπονούμενη παρουσίασε στο Δικαστήριο, αποκαλύπτει τα εξής:
- Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1, η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία, την 01/03/2007, κατόπιν σχετικής απόφασης του διοικητικού της συμβουλίου, ημερομηνίας 28/02/2007, αιτήθηκε από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd, το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού υπ' αρ. 043-32-000218, με βιβλιάριο επιταγών, ο οποίος και ανοίχτηκε αυθημερόν, εξουσιοδοτώντας όπως, προς έκδοση επιταγών από την Κατηγορουμένη 1 για πληρωμή από τον εν λόγω λογαριασμό, υπογράφει η Κατηγορουμένη 2, Παναγιώτα Μαυρή, η οποία, για τον σκοπό, έδωσε στην τράπεζα και δείγμα της υπογραφής της (βλ. το Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με τον ΜΚ2, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, είχαν εμπορική συνεργασία, η οποία συνίστατο στην, εκ μέρους της Παραπονούμενης, πώληση και παράδοση προς την Κατηγορουμένη 1 ειδών ένδυσης και άλλων ενδυμάτων και αξεσουάρ. Στις 16/03/2007 και 27/03/2007, η Παραπονούμενη πώλησε και παρέδωσε στην Κατηγορουμένη 1 εμπορεύματα συνολικής αξίας €106.190,55, εκδίδοντας προς την Κατηγορουμένη 1 τα τιμολόγια της υπ' αρ. 27 και 28 αντίστοιχα (βλ. Τεκμήρια 14 και 15). Περί την 18/05/2007, η Κατηγορουμένη 1 εξέδωσε και παρέδωσε στην Παραπονούμενη εταιρεία, τρείς μεταχρονολογημένες επιταγές της Marfin Popular Bank Public Co Ltd (βλ. Τεκμήριο 16Α), μία εκ των οποίων και η υπ' αρ. 02727803 για το ποσό των €35.390,55 (βλ. Τεκμήριο 17), που είναι η επιταγή σε σχέση με την οποία έχουν διαπραχθεί τα ισχυριζόμενα επίδικα αδικήματα. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 17, σημειώνεται, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΚ2, -ο οποίος μαρτύρησε ότι αυτή είχε επιστραφεί στην Παραπονούμενη από την τράπεζα που είχε κατατεθεί για να τιμηθεί λόγω της μη πληρωμής της και η οποία την είχε ως εκ τούτου στην κατοχή της- και αναγνωρίστηκε από τον ΜΚ1, ως η επιταγή που είχε παρουσιαστεί στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd για να πληρωθεί. Όπως υποστήριξε ο ΜΚ2, περαιτέρω, η επίδικη επιταγή, είχε παραδοθεί στην Παραπονούμενη από την Κατηγορούμενη 2, η οποία, συνοδεία του συζύγου της, κάποιο Χριστάκη Πίττα, είχε επισκεφτεί τα υποστατικά της Παραπονούμενης στην Ελλάδα, για σκοπούς δειγματοληψίας προϊόντων της Παραπονούμενης. Η οποία, Κατηγορούμενη 2, εξ όσων γνωρίζει και είχε αντιληφθεί κατά τα διαλαμβανόμενα της εν λόγω συνάντησης τους, ήταν το πρόσωπο που εξέδωσε την επίδικη επιταγή για λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Επί του ιδίου θέματος, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1, η υπογραφή επί της επιταγής, Τεκμήριο 17, ομοιάζει με το δείγμα υπογραφής που η Κατηγορουμένη 2 έδωσε στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί (βλ. VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017). Ενώ, σύμφωνα με το Τεκμήριο 21, το αποτέλεσμα έρευνας στο μητρώο που τηρεί η Κατηχουμένη 1 στον Έφορο Εταιρειών, που έγινε παραδεκτό κατά την δίκη από τους διαδίκους ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, η Κατηγορουμένη 2, από 12/07/2006 είναι διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης
- Στην υπόθεση Μιχάλη Ζίττη ν Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 272/15, 04/03/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας το εν λόγω συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα [κάτω όμως από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154], ήτοι, της «έκδοσης επιταγής», ανέφερε τα εξής: «Το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν διευθυντής της Εταιρείας και το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές που αυτή εξέδιδε, ήταν αφ΄ εαυτού ικανό στοιχείο να εκληφθεί από την Τράπεζα ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης των επιταγών ήταν δική του εφόσον μόνο αυτός της είχε δώσει δείγμα υπογραφής για ό,τι είχε σχέση με τις επιταγές της Εταιρείας. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν του εφεσείοντα είχε μετέλθει στον ίδιο εφόσον επρόκειτο για θέμα που ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και σε τέτοιες περιπτώσεις το να εναποτίθεται το υπό αναφορά βάρος στον αποδέκτη μιας επιταγής θα αντιστρατευόταν κάθε έννοια λογικής, θα έπληττε την ασφάλεια των συναλλαγών και θα δημιουργούσε πολυπλοκότητα σε ένα ζήτημα που από τη φύση του είναι απλό. Επικαλέστηκε συναφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα την υπόθεση X¨Ιωάννου (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκε πως "Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διεφάνη από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής με ένα από τους αποδεκτούς τρόπους απόδειξης". Παραβλέπει όμως ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο εφεσείων δεν αρνήθηκε ευθαρσώς ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν δική του, αλλά περιορίστηκε στο να κτίσει επιχειρηματολογία ότι δεν αποδείχτηκε ότι η υπογραφή ήταν δική του στη βάση της μαρτυρίας του τραπεζικού υπαλλήλου ότι δεν είναι γραφολόγος για να πει με βεβαιότητα πως η υπογραφή ήταν όντως δική του. Όπως παραγνωρίζει και το ότι τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα γεγονότα της X¨Ιωάννου. Στη Χ¨Ιωάννου ο παραπονούμενος είχε δανείσει χρήματα στον σύζυγο της εφεσείουσας ο οποίος ήταν εργοδότης του και ο τελευταίος του έδωσε επιταγή της συζύγου του, η οποία αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει τέτοια επιταγή. Η παρούσα όμως αφορά υπογραφή εντολών ανάκλησης επιταγών που υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα που μόνο αυτός είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει και αν κάποιος άλλος, μη εξουσιοδοτημένος, είχε υπογράψει τις εν λόγω εντολές, το αναμενόμενο θα ήταν να προβεί σε ανάκληση των εντολών μη πληρωμής των επιταγών. Διαπιστώνεται δηλαδή εν τέλει ότι ο εφεσείων δεν ενεργεί με καλή πίστη και τα παράπονα που διατυπώνει για την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης κρίνονται παντελώς αβάσιμα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης, Νικολάου ν Citi Principal Investments Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 160/2014, 20/12/
- Τώρα, σε ότι αφορά το στοιχείο της «επιταγής», απομονωμένα. Ο νομικός ορισμός της επιταγής, δίδεται, ως προαναφέρθηκε, από το Άρθρο 73 του Κεφ. 262: «είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει». Το ζήτημα κατά πόσο, κατά την ημερομηνία παρουσίασης της για πληρωμή, μία επιταγή, εξακολουθεί να έχει την νομική υπόσταση της επιταγής, και εξακολουθεί να είναι εκτελεστή, εξαρτάται από τις πρόνοιες του Κεφ.
- Αν κατά το Κεφ. 262, δεν υπάρχει, κατά την ημερομηνία παρουσίασης μίας επιταγής για πληρωμή, νομικά εκτελεστή επιταγή κατά το Κεφ. 262, τότε, δεν ικανοποιείται και το συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 (βλ. Στέλιος Χατζησπύρου ν Βάσου Συμιλλίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 139/2015, 22/04/2016) [xii]. Ζήτημα, που αφορά το στοιχείο αυτό της «επιταγής», -από την άποψη του που αφορά το πρόσωπο που είναι δικαιούχος της επιταγής•, που ηγέρθηκε ως ζήτημα στην υπόθεση αυτή από πλευράς υπεράσπισης-, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση αρ.184/2014, 10/02/
- Αποτελεί ζήτημα, που, ως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση A. K. Charalambous Ltd v E.D. Sweet Hart Fashion Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 2/2014, 10/02/2016, επιβάλλεται όπως εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά το στάδιο όπου κρίνεται το κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα κληθεί σε απολογία, καθότι, «Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα (όπως έχει τροποποιηθεί από το Ν. 164
(1)/2003), απαραίτητη προϋπόθεση για ύπαρξη "επιταγής" είναι και η ύπαρξη φυσικού ή νομικού προσώπου προς το οποίο η Τράπεζα καλείται να πληρώσει συγκεκριμένο ποσό. Η ανυπαρξία όμως τέτοιου προσώπου δεν καθιστά την γραπτή εντολή του εκδότη προς την Τράπεζα "επιταγή" εν τη εννοία του Νόμου και κατά συνέπεια το ζήτημα θα πρέπει να εξετάζεται στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση». Στην προαναφερόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση αρ.184/2014, 10/02/2016, αναφέρθηκαν για το ζήτημα τα εξής: «Ορθά επίσης θα έπρεπε να γίνει συσχετισμός με σχετικά άρθρα που περιλαμβάνονται στον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ.262 και ειδικότερα το άρθρο 6
(1)του Κεφ.262, σύμφωνα με το οποίο "ο αποδέκτης πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πώς να δηλώνεται σε συναλλαγματική με εύλογη βεβαιότητα". Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 73 του ιδίου Κεφαλαίου το οποίο ορίζει ότι η επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 3
(1)του ιδίου Κεφαλαίου καθορίζεται το τι είναι συναλλαγματική. Τα πιο πάνω άρθρα δεν έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, ανωτέρω, οπότε και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό της γενικότερης έννοιας της επιταγής. Συνεπώς θα έπρεπε να έχει σημασία για το πρωτόδικο Δικαστήριο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, το ζήτημα που εισάγεται από το άρθρο 6
(1)ανωτέρω ως προς την εύλογη βεβαιότητα που θα έπρεπε να καλύπτει το θέμα του δικαιούχου. Με δεδομένο πάντα ότι στο στάδιο στο οποίο βρισκόμαστε η μαρτυρία κρίνεται αντικειμενικά. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd ed. vol.3 p.153, para.242, υπό τον τίτλο, "Certainty as to drawee" αναφέρονται τα εξής: "The drawee must be named or otherwise indicated in a bill with reasonable certainty for it is clear that a holder must know to whom he has to present the bill, whether for acceptance or for payment". Και παρακάτω στη σελ.155, παράγραφο 246 υπό τον τίτλο, "Payee by name or description" αναφέρονται τα εξής: "Where the payee is named, but named incorrectly, or where his name is misspelt, it does not invalidate the instrument, the payee permitted to indorse the instrument as he was described, adding at his option his proper signature". (Βλ. Βank of England v. Vagliano
(1891)A.C. 107 - Viden & Rogers v. Hughes
(1905)1 K.B. 795 - North & South Wales Bank Ltd v. MacBeth
(1908)A.C. 137 - Town & County Advance Co. ltd v. Provincial Bank of Ireland
(1917)2 I.R. 421). Από την ανάλυση των πιο πάνω υποθέσεων αλλά και άλλων, όπως συναντώνται στο Σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques 29th ed. σελ.32 κ.ε. προκύπτει ότι η εύλογη ή όχι βεβαιότητα είναι θέμα πραγματικών περιστάσεων.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην προκείμενη περίπτωση, οι περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, ως έχουν παρουσιαστεί από τους μάρτυρες που κατέθεσαν τα γεγονότα για την Παραπονούμενη, αντικειμενικά κρινόμενες σε τούτο το στάδιο, καταδεικνύουν και το εύλογο της βεβαιότητας που σε κάθε περίπτωση πρέπει να καλύπτει το θέμα του δικαιούχου. Ότι δηλαδή, δικαιούχος της επίδικης επιταγής, είναι η Παραπονούμενη, Smart A. B. E. E., η οποία εμπορεύεται και με την επωνυμία Smart S. A. Η οποία επωνυμία, Smart S. A., είναι αυτή που χρησιμοποιήθηκε για να προσδιοριστεί ο δικαιούχος σε πληρωμή της επίδικης επιταγής. Κατ' αρχή, σημειώνεται σε ότι αφορά την μαρτυρία για το ζήτημα αυτό, ότι, ο ΜΚ2, με την γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Α, ξεκάθαρα υιοθετεί την αναφορά «Παραπονούμενη» στον τίτλο της, που παραπέμπει στην Smart A. B. E. E., η οποία εμπορεύεται και με την επωνυμία Smart S. A. Για αυτό το γεγονός, κατά την εξέταση των μαρτύρων που παρουσίασαν την υπόθεση της Παραπονούμενης, δεν υπήρξε αμφισβήτησης (βλ. Σαββας Χατζηγιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016 και VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017). Τουναντίον, όπως προκύπτει από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, οι Κατηγορούμενοι φαίνεται να γνωρίζουν και να αποδέχονται την πραγματικότητα του εν λόγω γεγονότος και μάλιστα ότι το υιοθετούν για την υπεράσπιση τους. Ενδεικτικά, αναφέρω ότι, οι Κατηγορούμενοι, προς τον σκοπό προώθησης της υπεράσπισης τους, -ότι, δηλαδή, η υπό εξέταση ποινική δίωξης τους, κινήθηκε καταχρηστικά από την Παραπονούμενη (ως, κατά τον χρόνο που επιδιώχθηκε η κατάθεσης τους, είχε υποστηριχθεί από τον κ Βορκά, που εκπροσωπούσε τότε όλους τους Κατηγορουμένους, για να καταδειχθεί η σχετικότητα τους)-, επιδίωξαν κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 και κατέθεσαν τα Τεκμήρια 5, 6 και 7, που είναι αποδείξεις εμβάσματος πληρωμής εξωτερικού της Κατηγορούμενης 1 προς την Παραπονούμενη, την οποία ονοματίζει στις εντολές της ως Smart S. A. Καθώς επίσης και ότι, είναι παραδεκτός ο ισχυρισμός της Παραπονούμενης ότι, η Κατηγορούμενη 1, της εξέδωσε και άλλες δύο επιταγές προς εξόφληση των εμπορευμάτων, που, ως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2 της πωλήθηκαν (ισχυρισμός που επίσης δεν αμφισβητείται), οι οποίες και τιμήθηκαν. Πρόκειται για τις επιταγές, πλην της επίδικης, που παρουσιάζει το Τεκμήριο 16Α, οι υπ' αρ. 02727801 και 02727802 αντίστοιχα, οι οποίες εξεδόθησαν από Κατηγορούμενη 1 με δικαιούχο την Smart S. A. Άλλωστε, βασική θέση της υπεράσπισης όλων των Κατηγορουμένων, είναι ότι, η Παραπονούμενη, ως προκύπτει από την «οπισθογράφηση» της επίδικης επιταγής προς την Emporiki Bank of Greece S.A., έχασε κάθε δικαίωμα σε ότι αφορά αυτήν που την νομιμοποιεί να εγείρει αυτή την ποινική δίωξη. Θέσης που βεβαιώνει ότι, η δικαιούχος της επιταγής, Smart S. A. και η Smart A. B. E. E. που «οπισθογράφησε» αυτήν, είναι το ίδιο πρόσωπο -και τούτο, ειδικότερα κατά την αντίληψη της Κατηγορούμενης 1 (βλ. ειδικότερα τις υποβολές του κ. Βορκά προς τον ΜΚ1 προς το καταληκτικό μέρος της αντεξέτασης του)-.
- Στην βάση των προαναφερόμενων αρχών της νομολογίας, καταλήγω ότι, η προαναφερθείσα μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς Παραπονούμενης, αντικρισθείσα εξ όψεως, ικανοποιεί το προαναφερόμενο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154, ήτοι, της «έκδοσης επιταγής». 21. Σε ότι αφορά τα υπόλοιπα, ως ορίζονται στο νόμο, συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154, ήτοι, «της παρουσίασης της [επίδικης επιταγής] στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και, στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της», η μαρτυρία που η Παραπονούμενη παρουσίασε στο Δικαστήριο, αποκαλύπτει τα εξής: 22. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, αφότου πέρασε η ημερομηνία που η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 17, ήταν πληρωτέα (ήτοι, στις 05/10/2007) (χωρίς τούτο να συνιστά κώλυμα, βλ. Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142), η Παραπονούμενη την κατέθεσε σε λογαριασμό που τηρούσε στην Emporiki Bank of Greece S.A. για να της πληρωθεί. Εντούτοις, αυτή δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε πίσω στην Παραπονούμενη, επειδή δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο στον συγκεκριμένο λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 για να πληρωθεί. Αυτή την ενημέρωση, ο ΜΚ2, έτυχε προσωπικά από αντιπρόσωπο της Emporiki Bank of Greece S.A. στο υποκατάστημα της οποίας έγινε η κατάθεση της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 17, για πληρωμή. Μάλιστα, για το εν λόγω γεγονός, του παραδόθηκε από το εν λόγω πρόσωπο και αντίγραφο σχετικής επιστολής της Emporiki Bank-Cyprus Ltd προς την Emporiki Bank of Greece S.A., το Τεκμήριο
- Σημειώνεται εδώ, ότι, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 17, που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΚ2, φέρει σφραγίδα με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα. Please represent insufficient funds», στην οποία καταχωρείται και η ημερομηνία εμφάνισης της για πληρωμή, «06/11/2007».
- Περαιτέρω, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1, -που ήταν, ως υποστήριξε, υπάλληλος της Marfin Popular Bank Public Co Ltd και διευθυντής του υποκαταστήματος της υπ' αρ. 043 όπου τηρείτο ο λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1 που συνδέεται με την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 17, κατά τον ουσιώδη χρόνο-, η επίδικη επιταγή έτυχε της εξής επεξεργασίας: «Παρουσιάστηκε πρώτα στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος στην Ελλάδα». Σύμφωνα με τον ΜΚ1, αυτό καταδεικνύει η σφραγίδα που βρίσκεται στο πιο πάνω μέρος της πίσω πλευράς της επίδικης επιταγής. Στην συνέχεια, «η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος στην Ελλάδα την έστειλε στο αντίστοιχο υποκατάστημα της, στην συνδεδεμένη τράπεζα της στην Κύπρο, στην Emporiki Bank-Cyprus Ltd». Σύμφωνα με τον ΜΚ1, αυτό καταδεικνύει η σφραγίδα που βρίσκεται στο πιο κάτω μέρος της πίσω πλευράς της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο
- Ακολούθως, «η Emporiki Bank-Cyprus Ltd την παρουσίασε στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd για πληρωμή». Αυτό, σύμφωνα με τον ΜΚ1, καταδεικνύεται από την σφραγίδα της Emporiki Bank-Cyprus Ltd, που βρίσκεται στο πίσω μέρος της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 17, που επιγράφεται «Pay to the order of Marfin Popular Bank Public Co Ltd». Τέλος, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 17, παραλήφθηκε από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd, μέσω του συστήματος «clearing» προς τον σκοπό πληρωμής της. Και τούτο, καταδεικνύεται, σύμφωνα με τον ΜΚ1, από την σφραγίδα της Marfin Popular Bank Public Co Ltd που έχει τεθεί στο πίσω μέρος της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 17, στο κέντρο. Η επιταγή όμως δεν τιμήθηκε. Και τούτο εδείχθη, όταν διαπιστώθηκε την 06/11/2007, από την ένθεση, από πλευράς της Marfin Popular Bank Public Co Ltd που δεν την τίμησε, της σφραγίδας στο έμπροσθεν μέρος της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 17, που επιγράφεται, ως έχει προαναφερθεί «Να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα. Please represent insufficient funds». Ο ΜΚ2, υποστήριξε περαιτέρω, ότι, στις 05/10/2007, ημερομηνία πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 17, ο λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1 είχε πιστωτικό υπόλοιπο, €17,14 και στις 06/11/2007, που είχε παρουσιαστεί στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd για πληρωμή, είχε πιστωτικό υπόλοιπο, €117,
- Τέλος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, το ποσό της επίδικης επιταγής, ουδέποτε, -έχοντας ορόσημο την ημερομηνία της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο το 2017-, δεν είχε πληρωθεί στην Παραπονούμενη, παρά το γεγονός ότι είχε, ακολούθως της ειδοποίησης της Παραπονούμενης περί της μη τίμησης της, τόσο μέσω του ΜΚ1, όσο και μέσω άλλων αντιπροσώπων της, προβεί σε παραστάσεις προς την Κατηγορουμένη 1 για την εξόφληση της, και η τελευταία προέβαινε, μέσω των αντιπροσώπων της, σε σχετικές υποσχέσεις, οι οποίες όμως δεν αντικρίστηκαν ποτέ.
- Σύμφωνα με τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(4)του Κεφ. 154, ως αυτό έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, η διαδικασία που αφορά στα στάδια της παρουσίασης μιας επιταγής για πληρωμή της και της επιστροφής της χωρίς ο σκοπός αυτός να επιτευχθεί για κάποιο από τους λόγους που προβλέπονται στα εδάφια
(1)και
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, επιμαρτυρείται από την σφραγίδα που εναποτίθεται σε αυτήν από το τραπεζικό ίδρυμα επί του οποίου εκδίδεται για πληρωμή, ή αναλόγως της περίπτωσης, από την σφραγίδα του τραπεζικού ιδρύματος που την παρουσίασε προς πληρωμή (αν η παρουσίασης για πληρωμή γίνει μέσω τράπεζας με ηλεκτρονικά μέσα), το περιεχόμενο της οποίας τεκμαίρεται ως αληθές (βλ. Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 και Βαρνάβας Καΐκη ν Kombos Investment Ltd κ. α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 835 - παρά το γεγονός, ότι, το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154, σε ότι αφορά την εν λόγω πρόνοια του, έχει, με την τελευταία τροποποίηση του, διαφοροποιηθεί ώστε να περιλαμβάνεται στις πρόνοιες του και η παρουσίασης μίας επιταγής για πληρωμή μέσω ηλεκτρονικών μέσων, η ουσία των νομολογηθέντων, σε ότι αφορά την αποδεικτική αξία και σημασία της εν λόγω πρόνοιας του, δεν έχει αλλοιωθεί). Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 [xiii]: «Για την απόδειξη των υπολοίπων στοιχείων του υπό αναφορά αδικήματος, ο νομοθέτης έχει προβλέψει συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία, εφόσον ακολουθείται, διευκολύνει το έργο αυτό της κατηγορούσας αρχής, προς απόδειξη της σχετικής κατηγορίας, (βλ. Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, σελίδα 561). Η διαδικασία αυτή αφορά στα στάδια της παρουσίασης μιας επιταγής για πληρωμή της και της επιστροφής της, χωρίς ο σκοπός αυτός να επιτευχθεί, για κάποιο από τους λόγους που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 305Α. . Στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει αμφισβήτηση των λόγων για τους οποίους οι επιταγές δεν έχουν πληρωθεί, όπως αυτοί φαίνονται στις σφραγίδες οι οποίες έχουν εναποτεθεί σε αυτές. Προπαντός, δεν έχει αμφισβητηθεί ο λόγος ότι «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ», ένδειξη η οποία έχει, βασικά, την έννοια ότι ο λογαριασμός είναι κλειστός, αφού δεν επιτρέπεται η πληρωμή επιταγών που εκδίδονται από αυτόν. . Είναι δε αξιοσημείωτο πως, για την πτυχή αυτή, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά των εφεσειόντων. Επομένως, παραμένει αλώβητο το σχετικό τεκμήριο του εδαφίου 4(γ) του άρθρου 305Α και, συνακόλουθα, το αληθές της σχετικής σφραγίδας επί των επιταγών. Να σημειωθεί πως ο πιο πάνω λόγος μη πληρωμής των επιταγών είναι ο ίδιος με το λόγο που αναφέρεται στις κατηγορίες, ως μέρος των λεπτομερειών των αδικημάτων στα οποία αυτές αφορούν. Περαιτέρω, ούτε και ως προς το θέμα της παρουσίασης των επιταγών στην τράπεζα επί της οποίας αυτές είχαν εκδοθεί προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από μέρους των εφεσειόντων. Αυτοί περιορίστηκαν στην αμφισβήτηση των σχετικών ευρημάτων του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, χωρίς, όμως, επιτυχία, για το λόγο που έχει προαναφερθεί. Επομένως, ούτε και για το στοιχείο αυτό έχει διασαλευθεί το τεκμήριο, σχετικά, του προαναφερθέντος εδαφίου. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 25. Σε ότι δε αφορά ειδικά την σφράγιση της επιταγής από την πληρώτρια τράπεζα με την ένδειξη «να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα. Please represent insufficient funds», το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση του στην υπόθεση Welffit Engineering Co Ltd v Άκη Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 ανέφερε τα εξής: «Συναφείς λόγοι έφεσης αφορούν τη σφραγίδα "please represent" η οποία ετέθη επί της επιταγής κατά την παρουσίαση της για πληρωμή στην Εθνική Τράπεζα. Η ένδειξη αυτή, λέγεται, αναιρεί το ότι η επιταγή δεν επληρώθη διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια που, αν υπήρχαν, η ένδειξη θα ήταν διαφορετική, και δεν αποκλείει να εκπληρώνετο η επιταγή αν, που δεν έγινε, επαρουσιάζετο και πάλι. Δεν υπάρχει έρεισμα στις εισηγήσεις αυτές. Η ένδειξη "please represent" ουδόλως ήταν ασυμβίβαστη με το ότι ο λόγος της μη πληρωμής της ήταν η έλλειψη κεφαλαίων, όπως ήταν η μαρτυρία. Αυτό που σίγουρα σήμαινε ήταν ότι η επιταγή δεν επληρώθη και ότι θα μπορούσε να παρουσιάζετο και πάλι για πληρωμή. Τέτοια υποχρέωση επαναπαρουσίασης όμως δεν θέτει ούτε το άρθρο 305Α ούτε ο νόμος γενικότερα. Αυτή ήταν και η άποψη του ευπαίδευτου Δικαστή.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 26. Περαιτέρω σημειώνεται, ότι, όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, η Παραπονούμενη, δεν είχε υποχρέωση απόδειξης (παρά το γεγονός ότι, στην προκείμενη περίπτωση, σχετική μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον ΜΚ2) ύπαρξης νόμιμου ανταλλάγματος αναφορικά με την επίδικη επιταγή. Υφίσταται το τεκμήριο αξίας και καλής πίστης του Άρθρου 30 του Κεφ. 262 [xiv]. 27. Έχοντας συνεπώς κατά νου, τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(4)του Κεφ. 154, τις προαναφερόμενες αρχές της νομολογίας, αλλά και την μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς Παραπονούμενης σχετικά, στην οποία έχω μόλις προαναφερθεί, καταλήγω ότι η μαρτυρία ικανοποιεί και τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154, ήτοι, ότι «κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία [η επιταγή] κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της».
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά της Παραπονούμενης έχει επιτύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης 1 σε ότι αφορά την κατηγορία που αυτή αντιμετωπίζει σε αυτή την υπόθεση.
- Προχωρώ τώρα στην εξέταση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3 σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αντίστοιχα στρέφονται εναντίον τους, αναφορά στις οποίες έγινε εισαγωγικά της απόφασης μου.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 20 του Κεφ. 154: «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.».
- Ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 (πλειοψηφίας), το προαναφερόμενο Άρθρο 20 του Κεφ. 154, κατηγοριοποιεί τα άτομα εκείνα που συμμετέχουν σε αδικήματα σε τέτοιο βαθμό συμμετοχής που να δύνανται να θεωρηθούν και οι ίδιοι ως ένοχοι για τα αδικήματα αυτά, με αποτέλεσμα να διώκονται ως αυτουργοί: «Η παράγρ. (α) του άρθρου 20, αναφέρεται σε εκείνους που πράγματι διενεργούν την πράξη ή παράλειψη που συνιστούν το ποινικό αδίκημα, η παράγρ. (β) αφορά εκείνους που διαπράττουν ή παραλείπουν να διαπράξουν κάτι με σκοπό να καταστήσουν δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο πρόσωπο ή παρέχουν βοήθεια για τη διάπραξη του αδικήματος, η παράγρ. (γ) καλύπτει εκείνους που παρέχουν βοήθεια ή παρακινούν άλλο κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος και τέλος, η παράγ. (δ) εκείνους που συμβουλεύουν ή προάγουν άλλους για διάπραξη ποινικού αδικήματος.».
- Σύμφωνα με την νομολογία, η συνέργεια, συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης [και υπογραφής] της επιταγής. Δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει, ως επεξηγήθηκε στην προαναφερόμενη υπόθεση Vrontis Builders Ltd (πλειοψηφίας), καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης. Αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του: «Η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του ΚΕΦ. 154, δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής. (Πουτζιουρής κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε.). Το άρθρο 305Α ποινικοποιεί, σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Κατά τη νομολογία, (Miltos Trading Ltd ν. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261) η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ΄ όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης.». (η υπογράμμιση είναι δική μου) 33. Η έκδοση επιταγής από την εταιρεία, ως νομικό πρόσωπο, καθιστά βέβαια υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή, δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος [βλ. Vrontis Builders Ltd (πλειοψηφίας) ανωτέρω]. Το ότι ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας, σε κατάλληλη υπόθεση, μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός της εταιρείας [είτε είναι το πρόσωπο που υπέγραψε για την έκδοση της επιταγής, είτε όχι βλ. Ευγένιος Αjini κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 και Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) ν Samoa Clothing Industry Ltd. κ. α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 619], έχει αποφασιστεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ. μεταξύ άλλων, Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 117, Ευγένιος Ajini κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd. v 1. Kalavas & Associates Ltd. κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) ν Samoa Clothing Industry Ltd. κ. α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 619, Wellfit Engineering Co. Ltd. v Άκη Χαπίδη κ. α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 271, Νίκος Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ. κ. α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555 και Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/
- Ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Vrontis Builders Ltd (πλειοψηφίας): «. η νοητική σκέψη ενός ατόμου και η πρόθεση αυτού δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης, αλλά αποδεικνύεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα που καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Άτομο γενικώς θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του, (Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646 και Χατζηξενοφώντος κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Δεν υπήρξε εδώ εισήγηση για εύλογη αιτία για την μη εξόφληση των επιταγών όπως αναλύθηκε η έννοια και στην πρόσφατη απόφαση Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφ. 18/12 ημερ. 16.4.2014, με την θέση των εφεσειόντων, εταιρείας και διευθυντή, να εστιάζεται στην κατ' ισχυρισμόν πλημμελή αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα όσα άλλα αναλύθηκαν στην απόφαση στην Ποιν. Έφ. Αρ. 297/14. Ο διευθυντής υπογράφοντας τις επιταγές εν γνώσει του ότι ο λογαριασμός της εταιρείας ήταν προβληματικός και δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ενέταξε εαυτόν στην έννοια του αυτουργού διά των διατάξεων του άρθρου 20 του ΚΕΦ. 154, θεωρούμενος ότι συνήργησε ώστε να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του εφόσον σε κανένα στάδιο πριν την επιστροφή των επιταγών δεν τις ανακάλεσε ή δεν φρόντισε να κατατεθούν τα αναγκαία κεφάλαια ώστε οι επιταγές να πληρωθούν δεόντως. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, οι μεταχρονολογημένες επιταγές φέρουν κατά τη χρονική στιγμή της έκδοσης τους και την εξυπακουόμενη παράσταση ότι τα γεγονότα και τα δεδομένα είναι τέτοια που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, οι επιταγές κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα θα τιμηθούν αμέσως στην ημερομηνία που αυτές αναγράφουν ή σε μεταγενέστερο χρόνο (R v. Gilmartin [1983] Q.B. 953 και R v. Maytum-White 42 Cr. App.R. 165). Επομένως, ο διευθυντής γνώριζε όλα τα δεδομένα, εν γνώσει του υπέγραψε τις επιταγές υπογράφων για την εκδότρια εταιρεία, γνώση απαραίτητη για την καταδίκη κάποιου ως συνεργού (Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 544, Churchill v. Walton [1967] 2 A.C. 224 και Mok Wei Tak v. R [1990] 2 A.C. 333). Όπως εξηγείται και στον Archbold
(2006)σελ. 1730, παρ. 17-67, εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι ο συνεργός κατά το χρόνο της παροχής της συνδρομής μπορούσε να αντιληφθεί ότι ήταν πραγματική η δυνατότητα ο αυτουργός (εδώ η εταιρεία), να διαπράξει το αδίκημα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Το ζήτημα της υποκειμενικής υπόστασης ή ένοχης διάνοιας («mens rea») του συνεργού, δυνάμει του προαναφερόμενου Άρθρου 20 του Κεφ. 154, στην διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, δυνάμει του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154 (σε ότι δηλαδή αφορά το γεγονός της συνδρομής διευθυντή εταιρείας στην έκδοση και παράδοση της επιταγής χωρίς αντίκρισμα), εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν Gastop Boutique Ltd κ. α., Ποινική Έφεση αρ. 161/2014, 30/06/
- Όπως αναφέρθηκε από το Εφετείο στην εν λόγω υπόθεση: «Το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου κατηγορήθηκε η εφεσίβλητη 2 ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, από την εφεσίβλητη 1, δεν προνοεί ρητά για συγκεκριμένη ένοχη διάνοια του συνεργού. Η νομολογία όμως, αγγλική και κυπριακή, δείχνει ότι ο συνεργός θα πρέπει να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα. Συμφωνούμε με τη θέση που εκφράστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) ότι ακόμα και όταν το κύριο αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης, για τη διάπραξη του αδικήματος της συνέργειας στο αδίκημα, είναι απαραίτητη η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια (mens rea). Όμως δεν φαίνεται να επιβάλλεται η ανάγκη απόδειξης πρόθεσης, εκ μέρους του συνεργού, για διάπραξη του κύριου αδικήματος, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση μή πληρωμής της επιταγής, όπως το έθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Είναι αρκετό, κατά την κρίση μας, εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless). Όπως είναι θεμελιωμένο, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος (intention), όσο και η αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness), συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης (Δέστε: Smith & Hogan΄s, Criminal Law, 13η έκδοση, σελ. 118, παρ. 5.2.2). Στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Procecutor
(2003)2 LRC 658 το Ανώτατο Δικαστήριο της Συγκαπούρης έκρινε ότι η ποινική ευθύνη των διοικητικών συμβούλων εταιρείας, τους επέβαλλε το καθήκον να ενεργούν έντιμα και με εύλογη επιμέλεια (duty to act honestly and with reasonable diligence). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 102/14 και 115/14, ημερ. 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση (Δέστε: Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ, 486). Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσείων ήταν Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσείουσα ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Εφετείο έκρινε ότι και οι δύο εφεσείοντες γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα. Αναφορικά με την ευθύνη των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών, θεωρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο καθοδηγήθηκε εσφαλμένα από την υπόθεση Bondina (ανωτέρω). Η Bondina αφορούσε αστικήν ευθύνη των διοικητικών συμβούλων εταιρείας οι οποίοι υπέγραφαν επιταγές της εταιρείας. Είναι ορθό ότι εκδότης των επιταγών αυτών είναι η εταιρεία και επομένως ότι δεν υπάρχει, γενικά, προσωπική αστική ευθύνη των διοικητικών συμβούλων. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, το υπό εξέταση ζήτημα αφορά σε ποινική ευθύνη διοικητικού συμβούλου, ο οποίος υπέγραψε επιταγή εκ μέρους εταιρείας η οποία καταδικάστηκε δυνάμει του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα, ως συνεργού της εταιρείας. Είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319). Ενόψει των προαναφερομένων θεωρούμε ότι η εφεσίβλητη 2, με πλήρη γνώση των ουσιωδών γεγονότων, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της επίδικης επιταγής, και με αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με το κατά πόσον η επίδικη επιταγή, την οποία υπέγραψε εν λευκώ και συμπληρώθηκε με τη συναίνεσή της, θα ετιμάτο, όταν θα παρουσιάζετο προς πληρωμή, και βασιζόμενη μόνο σε μιαν αόριστη και μή δεσμευτικήν υπόσχεση, από τον σύζυγό της, ότι θα κατέθετε κάποιον, επίσης αόριστο ποσό που θα εισέπραττε, στο λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, παρείχε βοήθεια στην εφεσίβλητη 1 εταιρεία να διαπράξει το αδίκημα του άρθρου 305Α και επομένως είναι ένοχη για το αδίκημα της συνέργειας δυνάμει του άρθρου 20(γ) του Ποινικού Κώδικα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 36. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις προαναφερόμενες αποφάσεις του στις υποθέσεις Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης και Vrontis Builders Ltd (πλειοψηφίας): (α) Πρόσωπο που κατηγορείται βάσει του Άρθρου 20 του Κεφ. 154, ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, για να κριθεί ένοχος του αδικήματος, πρέπει να αποδειχθεί από πλευράς κατήγορου, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο της διάπραξης του αδικήματος, γνώριζε «τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα». Ότι, δηλαδή, είχε την απαραίτητη υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea»). (β) Για να αποδειχθεί η απαραίτητη υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea»), δεν επιβάλλεται η απόδειξη από πλευράς κατήγορου, πρόθεσης («intention») εκ μέρους του συνεργού, για τη διάπραξη του κύριου αδικήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, πρόθεσης διάπραξης του υπό αναφορά, κάτω από το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154, αδικήματος. Όπως αναφέρει το Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης: «Είναι αρκετό, ., εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless)» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). (γ) Συνεπώς, για να αποδειχθεί από πλευράς κατήγορου, η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea») του κατηγορουμένου ως συνεργού, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος:
(1)γνώριζε τα γεγονότα που συνθέτουν τα συστατικά στοιχεία του κυρίου αδικήματος,
(2)αλλά παρ' αυτά, ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσο μπορούσε να διαπραχθεί το αδίκημα. (δ) Ως εκ τούτου, η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea») του κατηγορουμένου ως συνεργού, μπορεί να αποδειχθεί:
(1)είτε με απόδειξη πρόθεσης («intention») εκ μέρους του κατηγορημένου ως συνεργού, να διαπράξει το κυρίως αδίκημα,
(2)είτε με απόδειξη αδιαφορίας ή απερισκεψίας εκ μέρους του, κατά πόσο μπορούσε να διαπραχθεί το αδίκημα. (ε) Όταν ο κατηγορούμενος ως συνεργός, είναι διοικητικός σύμβουλος εταιρείας που της καταλογίζεται η διάπραξης του κυρίου αδικήματος, λόγω, του, ως εκ της θέσης του, γενικού καθήκοντος του να ενεργεί έντιμα και με εύλογη επιμέλεια («duty to act honestly and with reasonable diligence»), η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια («mens rea») του, μπορεί να αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό (πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας) εκ μέρους του κατήγορου, από στοιχεία και περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση, από τα οποία καταδεικνύεται, ότι:
(1)γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, τα γεγονότα που συνθέτουν τα συστατικά στοιχεία του κυρίου αδικήματος βάσει του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, και
(2)ότι, δεν επίδειξε εύλογη επιμέλεια και παρέβη το καθήκον του να μην επιδείξει αδιαφορία ή απερισκεψία («recklessness») αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε, παραδόθηκε και παρουσιάστηκε προς πληρωμή μια επιταγή.
- Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016: «. η επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή ευθύς αμέσως μετά την έκδοση της και ο εφεσίβλητος 2 ως διευθυντής και ιθύνων νους της εφεσίβλητης 1 (βλ. Ανδρονίκου, ανωτέρω) και ως το μόνο πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές της γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει εάν υπήρχαν ή όχι διαθέσιμα κεφάλαια, για πληρωμή της επίδικης επιταγής όταν την υπέγραφε. Κατά συνέπεια κάθε άλλο συμπέρασμα από το ότι ο εφεσίβλητος 2 κατά την υπογραφή/έκδοση της επιταγής γνώριζε την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εφεσίβλητης 1 για πληρωμή της επιταγής, δεν θα είχε θέση υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Αποδείχτηκε επομένως και το στοιχείο της γνώσης και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν είχε ενώπιον του μαρτυρία για απόδειξη του στοιχείου αυτού.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) (ζ) Με την τροποποίηση του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, η απόδειξης από πλευράς κατηγορουμένου ως συνεργού, ότι, κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή (για την εταιρεία), είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι, κατά την εμφάνιση της, θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, δεν αποτελεί πλέον υπεράσπιση.
- Στην προκείμενη περίπτωση, οι Κατηγορούμενες 2 και 3, κατηγορούνται βάσει του Άρθρου 20 του Κεφ. 154, ως συνεργοί στη διάπραξη του αδικήματος του Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Αμφότερες, είναι παραδεκτό γεγονός (βλ. Τεκμήριο 21), κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με την υπόθεση αυτή, ήταν διοικητικοί σύμβουλοι της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας και κατέχουσες, έκαστη, 450 από τις 1.000 εκδομένες μετοχές της. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή στο κοινό δίκαιο, ότι, μία νομική οντότητα, μπορεί να διωχθεί από κοινού με τους αξιωματούχους της, με βάση το δόγμα της αναγνώρισης («doctrine of identification»). Δυνάμει του δόγματος αυτού, εταιρείες, πολύ τακτικά τους καθορίζεται ευθύνη για εγκληματικές πράξεις ή παραλείψεις από τα άτομα που μπορούν να περιγραφούν ως η κατευθυντήρια ιδέα και θέληση της εταιρείας («directing mind and will of the company»). Πρόσφατα, το προαναφερόμενο δόγμα, έτυχε πραγμάτευσης από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Metron (Cyprus) Ltd v Μιχάλη Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/2015, 28/11/2017, στην οποία, μνεία, έγινε και τις αγγλικές αποφάσεις Bolton (Engineering) Co v Graham
(1957)1 Q.B.159 και Tesco Supermarkets Ltd ν Nattrass
(1972)A.C. 153. Η απόφασης στην υπόθεση Tesco Supermarkets Ltd ν Nattrass
(1972)A.C. 153, εδόθη από την Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων το έτος 1971, και με αυτήν καθιερώθηκε ότι, το δόγμα της αναγνώρισης, εφαρμόζεται σε όλα τα ποινικά αδικήματα που δεν βασίζονται επί αντιπροσωπευτικής ευθύνης. Με την εν λόγω απόφαση, καθιερώθηκε ότι, μία εταιρεία, μπορεί να καταδικαστεί για ένα μη ρυθμιστικό αδίκημα («non-regulatory offence»), για το οποίο απαιτείται ένοχη διάνοια («mens rea»), νοουμένου ότι, το φυσικό πρόσωπο που διέπραξε την ένοχη πράξη («actus reus») για το αδίκημα, μπορεί να ταυτιστεί με την εταιρεία. Η σχετικότητα της εν λόγω απόφασης με την υπό κρίση υπόθεση, έγκειται στα όσα αναφέρθηκαν σε αυτήν αναφορικά με το δόγμα της αναγνώρισης. Όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στην εν λόγω υπόθεση, μόνο ένα πρόσωπο που βρίσκεται σε πραγματικό έλεγχο των εργασιών και υποθέσεων μίας εταιρείας ή οποιουδήποτε μέρους τους, και ο οποίος δεν ευθύνεται έναντι οποιουδήποτε άλλου προσώπου στην εταιρεία για τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τα καθήκοντά του, από την άποψη ότι δεν βρίσκεται υπό τις εντολές του, μπορεί να ταυτιστεί με την εταιρεία. Κατά τον Λόρδο Δικαστή Reid, μόνον κάποιος που αποτελεί το «κατευθυντήριο μυαλό και θέληση» («directing mind and will») της εταιρείας και ελέγχει τι αυτή κάνει, μπορεί να ταυτιστεί με την εταιρεία, ώστε η δική του ενοχή να αποτελεί ενοχή και της εταιρείας. Κατά τα λεγόμενα του, μόνον το διοικητικό συμβούλιο, ο διευθύνων σύμβουλος και (ίσως) άλλοι ανώτατοι αξιωματούχοι που ασκούν καθήκοντα διαχείρισης και τοποθετούνται και ενεργούν ως η εταιρεία, ταυτίζονται με την εταιρεία. Επεξηγώντας ότι, για να εξακριβωθεί το κατά πόσο ένα φυσικό πρόσωπο ενεργούσε ως η εταιρεία, είναι αναγκαία η απόδειξης της θέσης του έναντι του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, που κανονικά τοποθετείται και ενεργεί για την εταιρεία. Αφετηρία, σε κάθε περίπτωση, αποτελεί η πράξη σύστασης της εταιρείας, δηλαδή, το ιδρυτικό και κατάστικτο έγγραφο της εταιρείας, που είναι το μοναδικό μέρος από οπού μπορεί κανείς να διαπιστώσει από ποια φυσικά πρόσωπα οι εξουσίες της εταιρείας μπορούν να ασκηθούν. Π. χ., εταιρίες που υιοθετούν ως το καταστατικό τους, τον Πίνακα Α του Κεφ. 113, δίδουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, την εξουσία διεύθυνσης όλων των εργασιών της εταιρείας και άσκησης όλων των εξουσιών της εταιρείας που δεν χρειάζεται δια του Κεφ. 113 να ασκηθούν από την γενική συνέλευση των μελών της εταιρείας. 39. Στην προκείμενη περίπτωση, από την μαρτυρία που ετέθη ενώπιον μου από πλευράς Παραπονούμενης, αντικειμενικά κρινόμενη αυτή στο παρόν στάδιο, προκύπτει ότι, οι Κατηγορούμενες 2 και 3, ως διοικητικοί σύμβουλοι της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας, από κοινού και με την πρώην Κατηγορούμενη 4, είχαν, -κατά τον ουσιώδη χρόνο που, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, εξεδόθη η επίδικη επιταγή από την Κατηγορουμένη 1, δια της Κατηγορουμένης 2 (εξουσιοδοτημένη, για τον σκοπό, υπογραφέα, σε ότι αφορούσε τον λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε) και παραδόθηκε στην Παραπονούμενη, ήτοι την 18/05/2007 (βλ. και Τεκμήριο 18)-, την διεύθυνση όλων των υποθέσεων της εταιρείας, ως de jure διευθυντές («managers de jure») (βλ. και Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 117) και όφειλαν [τουλάχιστον] να γνωρίζουν ότι, ο λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1 δεν είχε διαθέσιμο υπόλοιπο για να τιμηθεί, εφόσον, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1, κατ' εκείνη την ημερομηνία, το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν μόνον €7,58 (βλ. και το Τεκμήριο 2), εντάσσοντας τον εαυτό τους με τον τρόπο αυτό στην έννοια του αυτουργού στην βάση των διατάξεων του Άρθρου 20 του Κεφ. 154 (βλ. Ευγένιος Ajini κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd. v 1. Kalavas & Associates Ltd. κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523), ώστε, στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, να μπορούν να θεωρηθούν ότι συνέργησαν ώστε να επιφέρουν τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων τους, αφής στιγμής, ως προκύπτει από την μαρτυρία, σε κανένα στάδιο πριν την επιστροφή της επιταγής δεν την ανακάλεσαν ή δεν φρόντισαν να κατατεθούν τα αναγκαία κεφάλαια ώστε η επιταγή να πληρωθεί δεόντως (βλ. Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 (απόφαση πλειοψηφίας)).
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά της Παραπονούμενης έχει επιτύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3 σε ότι αφορά τις κατηγορίες που έκαστη αντιμετωπίζει σε αυτή την υπόθεση.
- Καταληκτικά, -αν και δεν είναι αυτό το στάδιο που το Δικαστήριο θα εξετάσει τους ισχυρισμούς των Κατηγορουμένων, δεδομένης και της αντίθετης τοποθέτησης του ΜΚ2 και των σχετικών επεξηγήσεων και του ΜΚ1 επί του ζητήματος, αφής στιγμής δεν κρίνεται τώρα η μαρτυρία-, πρέπει να σημειωθεί ότι, και να υπήρξε οπισθογράφησης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 17, στην Emporiki Bank of Greece S.A. από την Παραπονούμενη, εκ πρώτης όψεως, η Παραπονούμενη, ως η πραγματικά κάτοχος της επίδικης επιταγής, αποκτά τίτλο σε αυτήν, που της θεμελιώνει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Κατηγορουμένης 1 στην βάση αυτής, από την κάτοχο των επιταγών εν ευθέτω χρόνω Emporiki Bank of Greece S.A., στην βάση των προνοιών των Άρθρων 29 και 47 του Κεφ. 262 και του σκεπτικού του αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Jade International Steel Stahl und Eisen GmbH & Co. KG v Robert Nicholas (Steels) Ltd [1978] 3 W.L.R. 39 που βασίστηκε στις πρόνοιες του Section 29
(3)του Bills of Exchange Act 1882 [xv] που είναι ανάλογο σε πρόνοιες με το Άρθρο 29 του Κεφ. 262 (βλ. στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, στην παράγραφο 18-13) (βλ. επίσης, Κλεάνθης Δημοσθένους ν Τύχωνα Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ 22). 42. Το Άρθρο 29 του Κεφ. 262, σημειώνεται, προνοεί: «
(1)Νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, με τους πιο κάτω όρους, δηλαδή- (α) Ότι έγινε κάτοχος αυτής προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη και χωρίς ειδοποίηση ότι προηγουμένως δεν τιμήθηκε, αν τέτοια ήταν η περίπτωση~ (β) ότι αυτός έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή.
(2)Ειδικότερα ο τίτλος προσώπου ο οποίος μεταβιβάζει συναλλαγματική είναι ελαττωματικός εντός της έννοιας του Νόμου αυτού όταν αυτός έλαβε τη συναλλαγματική ή την αποδοχή αυτής, με δόλο, εξαναγκασμό, ή βία και φόβο, ή με άλλα παράνομα μέσα ή για παράνομη αντιπαροχή, ή όταν μεταβιβάζει αυτήν με κατάχρηση εμπιστοσύνης ή υπό τέτοιες συνθήκες οι οποίες ισοδυναμούν με δόλο.
(3)Κάτοχος (είτε για αξία ή όχι) ο οποίος αντλεί τον τίτλο του στη συναλλαγματική μέσω κατόχου κατά προσήκοντα τρόπο, και ο οποίος συνέβαλε ο ίδιος σε οποιοδήποτε δόλο ή παρανομία που επηρεάζει αυτή, έχει όλα τα δικαιώματα του κατόχου αυτού κατά προσήκοντα τρόπο σε σχέση προς τον αποδέκτη και προς όλα τα μέρη της συναλλαγματικής πριν από τον κάτοχο αυτό.». 43. Στην υπόθεση Jade International Steel Stahl und Eisen GmbH & Co. KG v Robert Nicholas (Steels) Ltd [1978] 3 W.L.R. 39, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά από το αγγλικό Εφετείο: «Geoffrey Lane L. J.: What happened as a matter of historical sequence in this case was as follows: the drawers, it being a 120 day bill, in the normal way discounted the bill and transferred the title to the Sparkasse, a German bank, and with it went all the rights to sue. One reads section 31
(1)and
(4)to see the rights the Sparkasse got in those circumstances. They gave value for the bill and were holders in due course and could accordingly sue on the bill if they wished. They in their turn discounted the bill to the Deutsche Bundesbank, and the Deutsche Bundesbank in turn apparently discounted the bill to the Midland Bank. That bank then presented the bill for acceptance. It was duly accepted. It was presented for payment after the 120 days had elapsed and as I have already said it was dishonoured at that stage. The Midland Bank, it having been discounted to them, and assuming it was so discounted as it seems to have been, were holders in due course, and when it arrived to them there was no further transfer. If one looks at the reverse side of the bill one sees that the Midland Bank simply opened the indorsement; then it was passed back down the line inoculated, so to speak, with the title of the Midland Bank. The intermediate bankers had given value for the bill and that made them holders in due course, which gave them under the sections to which I have already drawn attention rights against the acceptors. So the bill goes back through the Deutsche Bundesbank to the Sparkasse; Sparkasse debited the plaintiffs' current account, and, Mr. Saloman submits, thereby they give value for the bill, although plainly on the terms of section 29
(3), which I have already read, it does not matter whether they gave value or not, it does not affect their situation as holders. Consequently, although they are not holders in due course, because they have notice of dishonour at that stage, the plaintiffs are holders, with all the rights of holders; and those rights are expressed to be all the rights of the holder in due course from whom the title has been derived and all parties to the bill prior to that holder, according to the terms of section 29
(3). In his reply to those submissions Mr. Bowsher, if I may say so respectfully, shifted his ground somewhat, because instead of relying simply, as he had done in his opening address, upon the position of the plaintiffs as drawers, he drew attention to the fact, correctly, that not only were the plaintiffs drawers, but they were also payees of the bill; and as payees they were, under the definition section 2 which I have already read, holders of the bill. Consequently he suggests that at the very lowest the plaintiffs were holders in two capacities. First of all holders as drawers/payees, and secondly holders because they were the holders from the Sparkasse, who were themselves holders in due course; and he submits that in those circumstances they should certainly be given the rights which either of those two capacities confers upon them, since, he says, the capacity of drawer/payee makes them immediate parties to the bill, and since immediate parties do have a right to have the discretion situation examined they should be given that right. I respectfully disagree with that conclusion. It seems to me that once the drawers/payees (the plaintiffs in this case) have discounted the bill to the Sparkasse (Sparkasse then becoming the holders in due course), they lose the capacity which they had as immediate parties to the bill as drawers. Then when in the effluxion of time they once again become holders of the bill in the way that I have described, it is in that new fresh capacity of holders via the Sparkasse and the other bank that their situation must be judged. It is unreal as I see it to regard them as having a dual capacity. Indeed, it is something of a logical difficulty to see how they could. I repeat, when they discounted the bill they lost the benefit of their original capacity, and the guise under which they held it on the second occasion becomes the dominating guise for the purpose of deciding whether or not the judge was in a position to consider the question of discretion. Although Donaldson J., a judge of enormous experience in these matters, did not put the matter quite in that way it seems to me that that was what he in fact meant. Cumming-Bruce L. J.: This bill was originally drawn, accepted and then held by the plaintiffs as drawers and payees. Thereafter it was negotiated by them to the Sparkasse Bank, and the indorsements on the back of the bill show its further history of negotiation. When the Midland Bank were the holders, as holders in due course, the bill was dishonoured. Then it started its journey backwards, pursuant to section 47 of the Bills of Exchange Act 1882, which provides that on dishonour by non-payment an immediate right of recourse against the drawer and indorser accrues to the holder. It was pursuant to that right of recourse that when the bill reached Sparkasse Bank for the second time, having a right of recourse against the drawer they debited the drawer's account and thereafter delivered the bill to the drawer to take such action as he thought fit. So the short point which is raised as the first point on this appeal is whether in those circumstances the drawer/payee to whom the bill was delivered pursuant to the Midland Bank or Sparkasse's right of recourse is properly to be regarded as a holder who derives his title to the bill through a holder in due course, within the meaning of section 29
(3)of the Act. The submission of Mr. Bowsher is that when the plaintiffs recovered the bill pursuant to the Sparkasse Bank's right of recourse they did not thereby derive their title to the bill through the Sparkasse Bank, or through any of the other indorsers, but that it came back to them in their initial capacity as drawer pursuant to their liability as drawer under section 47
(2)of the Act. Thus, he submits, that whether or not it is right within the meaning of the subsection to regard the plaintiffs at that stage as holders they were not holders who derived their title through a holder in due course. Initially as drawers they derive title from nobody. When they negotiated the bill in the first instance they then lost their title. All that was left was their liability under section 47
(2), the liability to a right of recourse against them in their capacity as drawers. and so the submission is that the words of section 29
(3)ought to be read strictly so as to limit the meaning of the words "derive title to the bill" to those situations in which the bill is negotiated, what I would call on its way upwards, from the original drawer to indorser and subsequent indorsers. Some support for that submission is founded on the note which appears in Byles on Bills of Exchange , 23rd ed., p. 189, where the authors write: "When considering a lesser holding than that of a holder in due course and any action which may be brought by such lesser holder, the relationship between him and the defendant must be taken into account. In this respect parties to a bill may be considered as immediate or remote, the former being parties in direct relation with each other and the latter being those who are not in such relationship." No authority is cited for such proposition as may be collected from that paragraph. It is clear that the editors regarded it as limiting the rights of an immediate party who found themselves as a holder within the meaning of section 29
(3). But in the absence of any authority the persuasive value of the note must be limited to its efficacy in the light of the true construction of the section. I see the force as a matter of mercantile practice of the submission of Mr. Bowsher that there is not any good commercial reason to deprive the defendants of the contractual rights that they initially had before they discounted the bill merely because in the last stages of the story when the bill was being dishonoured it comes back into the drawer's hands pursuant to the right of recourse of a party to whom the bill has been negotiated. The question which in the absence of authority I do not find perfectly straightforward is whether it can be right to place a restricted meaning on the apparently clear words of the subsection so as to exclude these plaintiffs from a capacity which at first sight they have, namely, a holder deriving title to the bill from a holder in due course; and faced with the words of the statute I am persuaded that there is not sufficient reason shown for placing upon those words the restricted meaning for which he contends. Stephenson L. J.: It seems clear from the note of Donaldson J.'s judgment which Geoffrey Lane L.J. has read that the judge in his great experience rejected any argument of that kind and must have held that the plaintiffs' title to this bill was a derivative title; and I cannot resist the conclusion that whether or not he had reread to himself section 29
(3)he was in fact applying that subsection and finding that the plaintiffs as a holder of this bill derived their title to it through the holders in due course, that is to say one or other of these banks.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Καταληκτικά των όσων έχουν προαναφερθεί, βρίσκω ότι, από πλευράς Παραπονούμενης, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, οι οποίοι έδωσαν μαρτυρία ως έχει προαναφερθεί, η οποία, αντικειμενικά κρινόμενη, ικανοποιεί οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 να κληθούν από το Δικαστήριο σε απολογία.
- Προχωρώ στο να επεξηγήσω στους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3 τα δικαιώματα που έχουν προς υπεράσπιση τους, ως αυτά ενσωματώνονται στις πρόνοιες του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155 [xvi]. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155, έχει ως ακολούθως: «
(1)Μετά την εγκατάλειψη του Δικαστηρίου από τους μάρτυρες όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, το Δικαστήριο προχωρεί στην ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης κατά τον ακόλουθο τρόπο: (α) . (β) μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του δύναται να υποβάλει ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και, αν το Δικαστήριο αποδεχτεί την εισήγηση, αθωώνει τον κατηγορούμενο. .». [ii] Βλ. Άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 ως έχει προαναφερθεί. [iii] Βλ. Wiseman and Another v Borman and Others
(1967)3 AllER 1047. [iv] Βλ. Morphitis v The Police
(1975)2 C.L.R. 138, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν Αριστοτέλους
(1992)2 Α.Α.Δ. 356, Γενικός Εισαγγελέας ν Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82 και Γενικός Εισαγγελέας ν Δράκου κ. α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 211. [v] Βλ. R. v Galbraith
(1981)2 AllER 1060 και Azinas and Another v The Police
(1981)2 C.L.R. 9. [vi] Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ξενάκη Μελή ν Vassos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015, ο χρόνος υπογραφής μίας επιταγής δεν είναι συστατικό στοιχείο των αδικημάτων του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154 και συνεπώς, και λανθασμένη αναφορά να γίνει στις λεπτομέρειες του αδικήματος, δεν τίθεται ζήτημα ευχέρειας καταδίκης του κατηγορουμένου και μάλιστα χωρίς καν ανάγκη τροποποίησης των λεπτομερών του, εάν η μαρτυρία που ικανοποιεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. [vii] Στην υπόθεση, Blue Green Wave Frozen Food Ltd v G & P Hadjiyiannis Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 71/2014, 11/02/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι, η φράση «κατά ή περί», σε ότι αφορά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, όταν αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος πριν από την ημερομηνία που κατ' ισχυρισμό εκδόθηκε η επιταγή, και κατά την δίκη παρουσιαστεί μαρτυρία ότι η έκδοσης έγινε σε άλλη ημερομηνία, δεν δικαιολογεί στο εκ πρώτης όψεως απόρριψη της κατηγορίας, δεδομένης της εξουσίας του Δικαστηρίου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αν το κρίνει αναγκαίο, να τροποποιήσει το κατηγορητήριο. Νοουμένου όμως, ότι, η διάστασης, χρονικά, είναι περιορισμένης εμβέλειας. Η χρονική διάστασης δύο μηνών, στην υπόθεση εκείνη, κρίθηκε ως περιορισμένης εμβέλειας. [viii] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το ακόλουθο: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». [ix] Το Άρθρο 73 του Κεφ. 262 προνοεί: «73. Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.». [x] Το Άρθρο 3 του Κεφ. 262 προνοεί: «3.-
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληρεί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική.
(3)Εντολή πληρωμής από ειδικό ταμείο δεν είναι χωρίς όρους εντός της έννοιας του άρθρου αυτού~ αλλά εντολή πληρωμής χωρίς όρους με (α) ένδειξη ειδικού ταμείου από το οποίο ο αποδέκτης θα επανακτήσει το ποσό ή ειδικού λογαριασμού που θα χρεωθεί με το ποσό, ή (β) κατάσταση της συναλλαγής η οποία αποτελεί την αιτία της συναλλαγματικής, είναι χωρίς όρους.
(4)Συναλλαγματική δεν είναι άκυρη λόγω του ότι αυτή- (α) δεν είναι χρονολογημένη, (β) δεν καθορίζει την αξία που δόθηκε, ή ότι έχει δοθεί οποιαδήποτε αξία για αυτή, (γ) δεν ορίζει τον τόπο στον οποίο εκδόθηκε ή τον τόπο όπου είναι πληρωτέα.». [xi] Το Άρθρο 25 του Κεφ. 262 προνοεί: «25. Υπογραφή κατ' εξουσιοδότηση ισχύει ως ειδοποίηση ότι ο αντιπρόσωπος έχει μόνο περιορισμένη, εξουσία να υπογράφει και ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται από την υπογραφή αυτή μόνο αν ο αντιπρόσωπος που υπέγραψε με τον τρόπο αυτό ενέργησε εντός των πραγματικών ορίων της εξουσίας του.». [xii] Βλ. επίσης τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011,30/01/2015, σε ότι αφορά το ότι, μια επιταγή, ως προαναφέρθηκε, δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της, με την προϋπόθεση όμως ότι η συμπλήρωση της γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη. [xiii] Οι πρόνοιες του προαναφερόμενου εδαφίου του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκαν, εδάφια
(4)και
(8)), εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Νίκος Ιωάννου ν Ναιναιμο Λτδ
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, όπου αποφασίστηκε ότι η μη ένθεσης σφραγίδας από το τραπεζιτικό ίδρυμα επί του σώματος της τραπεζιτικής επιταγής για τον λόγο της μη πληρωμής της, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο απόδειξης του από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Παραθέτω αυτούσια σχετική περικοπή: «Το γεγονός ότι σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο η σφράγιση ή σημείωση γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία, δε σημαίνει ότι αυτά αποτελούν τον μόνο τρόπο απόδειξης γιατί δεν τιμήθηκε η επιταγή δηλαδή αν οφείλεται στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή το κλείσιμο λογαριασμού ή σε εντολή για μη πληρωμή. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να αποδειχθούν και με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Απλώς το εδ.
(3)διευκολύνει την απόδειξη ότι μια επιταγή δεν έχει τιμηθεί και τους λόγους γιατί δεν τιμήθηκε, χωρίς την ανάγκη να δοθεί προφορική μαρτυρία. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι στη δική μας περίπτωση παρά το ότι στην ίδια την επιταγή δεν αναγράφηκε ή σφραγίστηκε ότι η μη πληρωμή της οφειλόταν στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη, από την υπόλοιπη μαρτυρία που είχε δεχθεί το δικαστήριο ως αξιόπιστη, συμπεριλαμβανομένων και υποβολών της υπεράσπισης προς τον παραπονούμενο, φαίνεται ότι ο λόγος που δεν τιμήθηκε η επιταγή ήταν η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Εφόσον λοιπόν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του άρθρου 305(Α)
(1)ικανοποιούνταν, η κατηγορούμενη 1-εφεσίβλητη εταιρεία έπρεπε να είχε κριθεί ένοχη.». Σκεπτικό που υιοθετείται από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην πιο πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd v M & H Steel Constructions Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 296/2014, 15/04/2016. [xiv] Σύμφωνα με το Άρθρο 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, που επιγράφεται «Τεκμήριο αξίας και καλής πίστης»: «
(1)Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.
(2)Κάθε κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο~ αλλά αν σε αγωγή για συναλλαγματική γίνεται δεκτό ή αποδεικνύεται ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία και φόβο, ή παρανομία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται, εκτός αν και μέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι, εν συνεχεία του ισχυριζόμενου δόλου ή της παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική.». Όπως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Robust Trading Co. Ltd v Γεωργίου Λεωνίδα
(1996)1 Α.Α.Δ. 304, «.[το] μαχητό τεκμήριο για την ύπαρξη ανταλλάγματος, το οποίο εγείρεται από την υπογραφή ή την οπισθογράφηση της επιταγής - (βλ. Άρθρο 30 και Άρθρο 33 του Κεφ. 262) . μπορεί να ανατραπεί και να μετατεθεί το βάρος για την απόδειξη του ανταλλάγματος, εφόσον καταφανεί ότι η ανάληψη της υποχρέωσης που επιμαρτυρείται από την έκδοση ή οπισθογράφηση της επιταγής προέκυψε από δόλο (fraud), εξαναγκασμό (duress) και τους άλλους λόγους που αναφέρονται στο Άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262.». Επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, εν προκειμένω, ανέφερε τα εξής: «Σύμφωνα με το δεύτερο λόγο έφεσης «το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εδέχθη ότι υπήρχε αντάλλαγμα για την επιταγή». Το ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη στο εύρημα αυτό ήταν εκ του περισσού και μέσα στη δικανική διεργασία του που αφορούσε την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο Εφεσίβλητος/ παραπονούμενος δεν είχε υποχρέωση να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία την ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος αναφορικά με την επίδικη επιταγή. Υπενθυμίζεται η φύση της επιταγής που είναι αξιόγραφο και ο κομιστής του σύμφωνα με το Άρθρο 30
(1)των Περί Συναλλαγματικών Νόμου, ΚΕΦ. 262, θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έδωσε καλή αντιπαροχή για την λήψη της (βλ. Λοϊζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108). Το θέμα όμως, στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, δεν ήταν αυτό. Δεδομένης της ανακοπής της πληρωμής της επίδικης επιταγής από τους Εφεσείοντες με τη δικαιολογία «παράβαση συμφωνίας» το ζητούμενο στην υπόθεση ήταν το κατά πόσο οι Εφεσείοντες είχαν εύλογη αιτία ανάκλησης της, επί τη βάσει της προταθείσας δικαιολογίας κι όχι αν υπήρχε ή όχι νόμιμο αντάλλαγμα (βλ. NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Ποιν. Έφ. Αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014).». Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, που μνημονεύεται στην προαναφερόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφέρθηκαν τα εξής: «. μια επιταγή από τη φύση της είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο, ο κομιστής του οποίου στη βάση του άρθρου 30
(1)των περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι έδωσε αξιόλογη και καλή αντιπαροχή για τη λήψη της, (Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108). Το Δικαστήριο δεν σκέφτηκε αυτή την παράμετρο και ορθά οι εφεσείοντες επισημαίνουν ότι με τα παραδεκτά και μόνο γεγονότα, το βάρος είχε αυτόματα μετατεθεί στον εφεσίβλητο να δείξει αυτή την εύλογη αιτία κατά τρόπο που να απαλλάσσεται από την ποινική ευθύνη που το άρθρο 305(Α)
(2)εναποθέτει στο πρόσωπο εκείνο που προκαλεί με οποιοδήποτε τρόπο τη μη εξόφληση επιταγής που εξέδωσε οποτεδήποτε πριν, ή, κατά την ημερομηνία πληρωμής της επιταγής, (δέστε N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου - ανωτέρω). Η ποινική αυτή ευθύνη είναι βεβαίως νομοθετική επιλογή και συνάδει με το αξιόγραφο μιας επιταγής, η οποία ισοδυναμεί με μετρητά. Η έκδοση επιταγής είναι κοινή συναλλακτική πρακτική και αποτελεί ένα γρήγορο και αποτελεσματικό μέσο εμπορικής δραστηριότητας. Υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τιμάται κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα, ώστε να υπάρχει ασφάλεια στις εμπορικές συναλλαγές. Επομένως η ποινικοποίηση της ανάκλησης χωρίς εύλογη αιτία ήρθε να προσθέσει και όχι να αφαιρέσει στην αποτελεσματικότητα της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την ενώπιον του υπόθεση στην ορθή της διάσταση. Θεώρησε κατ΄ αρχάς ότι οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν επειδή οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με αξιόπιστη μαρτυρία το νόμιμο αντάλλαγμα των επιδίκων επιταγών. Τέτοια υποχρέωση δεν είχαν βεβαίως οι εφεσείοντες και το Δικαστήριο διέπραξε λάθος αρχής. Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος. Το ζητούμενο στην υπόθεση που παρερμήνευσε το Δικαστήριο ήταν κατά πόσο ο εφεσίβλητος είχε εύλογη αιτία ανάκλησης και όχι αν υπήρχε ή όχι νόμιμο αντάλλαγμα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xv] Section 29
(3)του Bills of Exchange Act 1882: «
(1)A holder in due course is a holder who has taken a bill, complete and regular on the face of it, under the following conditions; namely, (
- a)that he became the holder of it before it was overdue, and without notice that it had previously been dishonoured, if such was the fact: (
- b)that he took the bill in good faith and for value, and that at the time the bill was negotiated to him he had no notice of any defect in the title of the person who negotiated it.
(2)In particular the title of a person who negotiates a bill is defective within the meaning of this Act when he obtained the bill, or the acceptance thereof, by fraud, duress, or force and fear, or other unlawful means, or for an illegal consideration, or when he negotiates it in breach of faith, or under such circumstances as amount to a fraud.
(3)A holder (whether for value or not), who derives his title to a bill through a holder in due course, and who is not himself a party to any fraud or illegality affecting it, has all the rights of that holder in due course as regards the acceptor and all parties to the bill prior to that holder.». [xvi] Το Άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, έχει ως ακολούθως: «Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπιση του, το Δικαστήριο καλεί αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του και τον πληροφορεί ότι δύναται να προβεί σε κατάθεση χωρίς όρκο, από τη θέση στην οποία βρίσκεται κατά τον εν λόγω χρόνο, οπότε δεν υπόκειται σε αντεξέταση ή ότι δύναται να δώσει μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, αφού ορκιστεί ως μάρτυρας, οπότε υπόκειται σε αντεξέταση ως μάρτυρας.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο