← Κύπρος

Fashion Distribution Α.Ε. ν. Redmant Ltd κ.α., Υπόθεση Αρ. 8915/12, 21/2/2018

Fashion Distribution Α.Ε. ν. Redmant Ltd κ.α., Υπόθεση Αρ. 8915/12, 21/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 8915/12 Fashion Distribution Α.Ε. εναντίον

  1. Redmant Ltd
  2. Άντρης Χαραλάμπους Τριμπάκκιρου
  3. Ειρήνης Τριμπάκκιρου Κατηγορουμένων -------------------------------------------- Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου 2018 Για την Παραπονούμενη: κ. Λύτρας, για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τις Κατηγορούμενες 1 και 2: κα Θεοδώρου, για Λ. Πρωτοπαπά & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενη 2: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ (εκ πρώτης όψεως) Στα πλαίσια της ως άνω ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, οι κατηγορούμενες 1 και 2 κατηγορούνται για αριθμό παραβιάσεων του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, ως ακολούθως: H κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι - (α) Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2011 εξέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αρ. 97784371 για το ποσό των €2.000 η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της στην τράπεζα, κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Κεφ. 154 (κατηγορία 1). (β) Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2011 εξέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αρ. 97784370 για το ποσό των €2.000 η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είχε παγοποιηθεί από την τράπεζα εν όψει έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της στην τράπεζα, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 (κατηγορία 4). (γ) Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2011 στη Λεμεσό, διά ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασε από την παραπονούμενη αγαθά αξίας €2.000, δηλαδή εξέδωσε την επιταγή με αρ. 97784370 για το ποσό των €2.000, ενώ γνώριζε ότι ο λογαριασμός της υπ' αρ. 242-01-544185-01 ήταν παγοποιημένος και η επιταγή ήταν αδύνατο να εξαργυρωθεί και αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» και παρέμεινε απλήρωτη μέχρι σήμερα, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154 (κατηγορία 7). (δ) Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2011 εξέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αρ. 98076325 για το ποσό των €1.500 η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της στην τράπεζα, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 (κατηγορία 10). (ε) Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2011 εξέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αρ. 98076326 για το ποσό των €1.674 η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της στην τράπεζα, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 (κατηγορία 13). Η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα της ως μέτοχος και/ή ως διευθύντρια και/ή ως αντιπρόσωπος και/ή ως εξουσιοδοτημένη να υπογράφει τα έγγραφα της κατηγορουμένης 1, παρείχε συνδρομή προς την κατηγορουμένη 1 στην έκδοση των επιταγών χωρίς αντίκρισμα που αναφέρονται στις κατηγορίες 1, 4, 10 και 13, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 (κατηγορίες 2, 5, 11 και 14). Κατηγορείται επίσης ότι κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2011 στη Λεμεσό, διά ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασε από την παραπονούμενη αγαθά αξίας €2.000, δηλαδή εξέδωσε και/ή υπέγραψε υπό την ιδιότητα της ως μέτοχος και/ή ως διευθύντρια και/ή ως αντιπρόσωπος και/ή ως εξουσιοδοτημένη να υπογράφει τα έγγραφα της κατηγορουμένης 1 την επιταγή με αρ. 97784370 για το ποσό των €2.000, ενώ γνώριζε ότι ο λογαριασμός της κατηγορουμένης 1 υπ' αρ. 242-01-544185-01 ήταν παγοποιημένος και η επιταγή ήταν αδύνατο να εξαργυρωθεί και αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» και παρέμεινε απλήρωτη μέχρι σήμερα, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154 (κατηγορία 8). Σημειώνω ότι παρόμοιες κατηγορίες αντιμετώπιζε και η κατηγορουμένη 3, πλην όμως η υπόθεση εναντίον της αποσύρθηκε στις 25.10.12 και η κατηγορούμενη 3 απηλλάγη των κατηγοριών που αντιμετώπιζε (κατηγορίες 3, 6, 9, 12 και 15). Οι κατηγορούμενες 1 και 2 αρνήθηκαν ενοχή και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της παραπονουμένης, κατέθεσαν στο Δικαστήριο, οι ακόλουθοι μάρτυρες: 1. Ο κ. Ευστάθιος Μιχαηλίδης, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της παραπονουμένης (ΜΚ1) 2. Ο κ. Χαρμάνης Νεόφυτος, υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας (ΜΚ2) 3. Ο κ. Σταύρος Τζαβέλλας, διευθυντής της παραπονουμένης (ΜΚ3) 4. Η κα Έλενα Χρυσοστομή, υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας (ΜΚ4) Κατατέθηκαν επίσης 16 έγγραφα ως Τεκμήρια 1 - 16. Οι ΜΚ1 και ΜΚ3 υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους γραπτές δηλώσεις οι οποίες σημειώθηκαν ως Τεκμήρια Α και Β, αντίστοιχα. Αφού η πλευρά της παραπονούμενης παρουσίασε την υπόθεσή της, η συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 υπέβαλε εισήγηση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 σε σχέση με οποιαδήποτε κατηγορία. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της παραπονουμένης, ο οποίος εισηγήθηκε ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον αμφοτέρων των κατηγορουμένων σε σχέση με όλες τις κατηγορίες. Για ν' αποφασίσει το Δικαστήριο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εξετάζεται το κατά πόσον η μαρτυρία όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του είναι επαρκής (sufficient) για να κληθεί ο κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπισή του. Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου αναφέρεται ότι απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, δικαιολογείται μόνο όταν: «α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου.». Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, 196). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του εξετάζοντος δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου (υπόθεση Χριστοδούλου, ανωτέρω). Οι πιο πάνω διαχρονικές αρχές της νομολογίας υιοθετήθηκαν και επαναλήφθηκαν σε αριθμό μεταγενέστερων αποφάσεων, μεταξύ άλλων, στις Δημοκρατία ν. Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, Iacovou Bothers (Concrete) Ltd v. Action Construction & Development Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 184/14, ημερ. 10.2.16, Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιεγγέρης κ.α., Ποιν. Έφ. 121/14, ημερ. 16.12.16, Κυπρίζογλου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17 κ.α., ημερ. 15.12.17. Στην τελευταία αυτή απόφαση, λέχθηκαν τα εξής: «Το έργο του Δικαστηρίου σε εκείνο το στάδιο δεν ήταν να προβεί σε υποκειμενική αξιολόγηση και να καταλήξει σε ευρήματα, αλλά να ανακόψει την υπόθεση σε περίπτωση που δεν στοιχειοθετείτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ή σε περίπτωση που η μαρτυρία ήταν τόσο αντινομική ή εστερείτο πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό ώστε κανένα λογικό δικαστήριο να μην μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για καταδίκη του κατηγορουμένου (Practice Note [1962] 1 All E.R. 448). Επακριβέστερη διατύπωση των αρχών, όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Δράκου κ.α.
(2012)2 ΑΑΔ 851, βρίσκεται στην R. v. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1060, 1062, η οποία συνιστά και την κλασσική διατύπωσή του: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury"» Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα βάσει του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, όπως συνάγεται από το λεκτικό του άρθρου είναι:
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154 προνοούν τα εξής: «297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων προκύπτει πως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, είναι τα ακόλουθα:
(1)Η ύπαρξη ψευδούς παράστασης, δηλαδή κάποιας παράστασης γεγονότος που γίνεται με λόγια, έγγραφο ή με συμπεριφορά η οποία είναι ψευδής και εκείνος που προβαίνει στην παράσταση γνωρίζει ότι αυτή είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.[1]
(2)Η απόκτηση περιουσίας (δυνάμενης να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής) ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης.
(3)Η πρόθεση καταδολίευσης. Χωρίς να προβαίνω, για λόγους ευνόητους, σε αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας καθ' οιονδήποτε τρόπο και αντικρίζοντας αυτή στην πρώτη όψη της, σημειώνω πως έχει προσφερθεί η ακόλουθη μαρτυρία. Ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε πως είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της παραπονουμένης, και ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από τον κ. Σταύρο Τζαβέλλα, διευθυντή της παραπονουμένης. Η παραπονούμενη, στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της, πώλησε, ως ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε, στην κατηγορουμένη 1 διάφορα ρούχα και συναφή ενδύματα τα οποία η κατηγορούμενη 1 παρέλαβε. Η κατηγορούμενη 1 σε διάφορες ημερομηνίες στην επαρχία Λεμεσού, εξέδωσε και υπέγραψε σε διαταγή της παραπονουμένης αριθμό επιταγών της Ελληνικής Τράπεζας (τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 - 9), μεταξύ των οποίων και οι επιταγές που σχετίζονται με τις κατηγορίες 1 και 2 (Τεκμήριο 6), 4, 5, 7 και 8 (Τεκμήριο 5), 10 και 11 (Τεκμήριο 8) και 13 και 14 (Τεκμήριο 9). Οι επιταγές Τεκμήρια 1 - 9 παρουσιάστηκαν, ως ανέφερε, στην Τράπεζα, αλλά δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους και παραμένουν απλήρωτες μέχρι και σήμερα. Οι επιταγές Τεκμήρια 1 - 9 χρησιμοποιήθηκαν, ισχυρίστηκε, για σκοπούς απόδειξης αγωγών εναντίον της κατηγορουμένης 1, και εκδόθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού σχετικές αποφάσεις (Τεκμήρια 10 και 11). Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 12, έγγραφο φερόμενο ως έρευνα στην ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με την οποία η κατηγορούμενη 2 είναι η Διευθύντρια της κατηγορουμένης 1 και η κατηγορούμενη 3 η Γραμματέας της. Όπως πληροφορήθηκε, είπε, από την παραπονούμενη δικαίωμα υπογραφής για την κατηγορουμένη 1 είχαν οι κατηγορούμενες 2 και 3, μία εκ των οποίων υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, χωρίς όμως να γνωρίζει ποια. Αντεξετασθείς ανέφερε πως δεν είδε ποτέ την κατηγορουμένη
  1. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε τις επιταγές Τεκμήρια 1 - 9, και έθεσε τις θέσεις του ως προς το πρόσωπο που εξέδωσε τις επιταγές (κατηγορουμένη 1), το ποσό τους, την ημερομηνία έκδοσης τους, την παρουσίαση τους στην τράπεζα και τους λόγους για τους οποίους οι επιταγές δεν εξοφλήθηκαν. Ειδικότερα, σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 5 ανέφερε πως αυτή δεν εξοφλήθηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, σημειώνω δε πως επί της επιταγής φέρεται να τοποθετήθηκε στις 31.1.12 και η σφραγίδα «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». Σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 6 ανέφερε πως η επιταγή εκδόθηκε στις 23.1.12, παρουσιάστηκε 27.1.12, αλλά επιστράφηκε με την ένδειξη «μεταχρονολογημένη» (σφραγίδα ημερ. 30.1.12). Ξαναπαρουσιάστηκε την 1.2.12, αλλά δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν η επιταγή πληρώθηκε. Σε σχέση με τις επιταγές Τεκμήρια 8 και 9 ανέφερε πως αυτές επιστράφηκαν με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη» (επί των επιταγών εντοπίζεται σημειώνω η σφραγίδα «refer to drawer insufficient funds») και ότι δεν φαίνεται να ξαναπαρουσιάστηκαν στην τράπεζα. Ανέφερε επίσης πως ο λογαριασμός από τον οποίο οι επιταγές Τεκμήρια 1 - 9 εκδόθηκαν, παρουσιάζεται σήμερα κλειστός, δεν γνώριζε όμως τον λόγο για τον οποίο ο λογαριασμός έκλεισε. Εξήγησε περαιτέρω πως αφ' ης στιγμής κάποιος λογαριασμός καταχωρηθεί στο ΚΑΠ δεν μπορεί πλέον να εξαργυρώνονται επιταγές από τον λογαριασμό, δεν γνώριζε όμως γιατί ο συγκεκριμένος λογαριασμός τοποθετήθηκε στο ΚΑΠ. Κατέθεσε έγγραφο φερόμενο ως την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού με αρ. 242-01-544185-1 για την περίοδο 1.1.11 - 25.1.13 ως Τεκμήριο 13 και αναφέρθηκε στα υπόλοιπα που υπήρχαν στον εν λόγω λογαριασμό σε διάφορες ημερομηνίες, μεταξύ άλλων, στις ημερομηνίες που κάποιες επίδικες επιταγές κατέστησαν πληρωτέες ή παρουσιάστηκαν για πληρωμή. Αντεξετασθείς ανέφερε πως είναι θέμα του εκδότη επιταγής αν θα την εκδώσει μεταχρονολογημένη και ότι η τράπεζα γνωρίζει μόνο την ημερομηνία που αναγράφεται στην επιταγή, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει πότε συμπληρώθηκε κάποια επιταγή. Ανέφερε επίσης ότι από την ημερομηνία που επιταγή καθίσταται πληρωτέα, αυτή πρέπει να κατατεθεί εντός 6 μηνών. Ο ΜΚ3 ανέφερε πως είναι ο διευθυντής της παραπονουμένης (σχετικό έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14), η οποία ασχολείται με το εμπόριο (εισαγωγές - εξαγωγές) ρούχων και συναφών ενδυμάτων από και προς την Ελλάδα. Ισχυρίστηκε πως στα πλαίσια των εμπορικών τους δραστηριοτήτων οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν εννέα επιταγές (τα Τεκμήρια 1 - 9) προς όφελος της παραπονουμένης, οι οποίες κατατέθηκαν στην τράπεζα, αλλά δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων των εκδοτών τους. Όπως έχει πληροφορηθεί, οι επιταγές εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 με τη συνδρομή της κατηγορουμένης 2 που είναι η διευθύντρια της. Ανέφερε επίσης πως η επιταγή Τεκμήριο 1 εκδόθηκε πριν την 29.9.11, ημερομηνία κατά την οποία ήτο πληρωτέα. Κατέθεσε έγγραφο (Τεκμήριο 15) με τίτλο «Ληξιάριο Αξιογράφων» το οποίο φέρεται να εκτυπώθηκε από το λογιστήριο της παραπονουμένης στο οποίο υποστήριξε πως αναγράφονται οι ημερομηνίες παραλαβής των επιταγών Τεκμήρια 2 -
  2. Οι εν λόγω επιταγές σίγουρα εκδόθηκαν εντός του μήνα Σεπτεμβρίου του 2011, ως ανέφερε, και κατά ή πριν την 21.9.11 που ήταν η ημερομηνία παραλαβής των εν λόγω επιταγών από την παραπονούμενη. Οι επιταγές Τεκμήρια 8 και 9, εξ' όσων γνωρίζει και πληροφορείται από τους λογιστές του, πρέπει να εκδόθηκαν εντός του μήνα Οκτωβρίου του
  3. Ο ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε. Η ΜΚ4 κατέθεσε έγγραφο φερόμενο ως κάρτα υπογραφών (Τεκμήριο 16) σύμφωνα με το οποίο εξουσιοδοτημένα άτομα για να υπογράφουν επιταγές εκ μέρους της κατηγορουμένης 1 ήταν ο κ. Αντρέας Θεοφίλου και η κα Άντρη Χαραλάμπους. Παρατηρώντας τις επιταγές Τεκμήρια 1 - 9 και με βάση το δείγμα υπογραφών, είπε πως οι επιταγές υπεγράφησαν όλες από την Άντρη Χαραλάμπους. Αντεξετασθείσα ανέφερε πως τα δείγματα υπογραφών δόθηκαν στις 5.10.10, αλλά δεν εδόθησαν ενώπιον της. Ανέφερε επίσης ότι σπούδασε «τραπεζικά» («banking») και ότι δεν έχει γνώσεις γραφολογίας, αλλά ο τεχνικός έλεγχος των επιταγών έγινε από κάποιο άτομο στο αρμόδιο Τμήμα, ο οποίος και προέβη σε επιβεβαίωση της υπογραφής. Επίσης η ίδια, ως ανέφερε, επιβεβαιώνει βάσει του δείγματος ότι οι επιταγές υπεγράφησαν από την κα Άντρη Χαραλάμπους, εκ πρώτης όψεως και όπως το βλέπει. Παρατηρώντας επίσης την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 13, ανέφερε πως φαίνεται να πληρώθηκαν κάποιες επιταγές ημερ. 7.1.11 (ποσού €2.500), 1.2.11, 26.5.11 (ποσού €300) και 31.10.11 (ποσού €3.000). Ξεκινώ από τις κατηγορίες 1 και 2 οι οποίες υπενθυμίζω πως αφορούν στην έκδοση από την κατηγορούμενη 1, με τη συνδρομή της κατηγορουμένης 2, της επιταγής με αρ. 97784371 για το ποσό των €2.000 η οποία δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της στην τράπεζα, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.
  1. Η επιταγή αρ. 97784371 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και δεν παραγνωρίζω κατ' αρχάς ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ3 ανέφεραν πως και η συγκεκριμένη επιταγή (όπως και όλες οι άλλες) παρουσιάστηκε στην Τράπεζα δεόντως αλλά δεν ετιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της (Τεκμήριο Α, παρ. 3 και 4 και Τεκμήριο Β, παρ. 3 και 4) και ότι ο ΜΚ2 ανέφερε πως το υπόλοιπο στον λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 στις 23.1.12 ήταν €476,
  2. Από την άλλη θα πρέπει να επισημανθεί πως προσφέρθηκε μαρτυρία, μέσω του ΜΚ2, ότι ειδικά η εν λόγω επιταγή (Τεκμήριο 6), επιστράφηκε από την τράπεζα λόγω του ότι κρίθηκε από την τράπεζα ως μεταχρονολογημένη, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει ο ΜΚ2 αν η επιταγή εν τέλει πληρώθηκε[2]. Επί του ιδίου δε του Τεκμηρίου 6 εμφαίνονται πράγματι οι εξής σφραγίδες στις οποίες ο ΜΚ2 αναφέρθηκε: δύο σφραγίδες κατάθεσης της επιταγής στην Alpha Bank Cyprus Ltd (27.1.12 και 1.2.12) και μία σφραγίδα η οποία αναφέρει «Μεταχρονολογημένη επιταγή Ημερ. 30.1.12 Υπογρ. .... (στο σημείο αυτό υπάρχει μία μονογραφή)». Περαιτέρω στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 13 (στη σελ. 33) υπάρχει η καταγραφή «(Ημερ.) 30/01/12 (Λεπτομέρειες) CHQ/97784371 PDCH (Πίστωση) -6,00», δηλαδή φαίνεται πως η εν λόγω επιταγή δεν χρεώθηκε στον λογαριασμό της κατηγορουμένης 1, αφού χαρακτηρίστηκε σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 13) ως «μεταχρονολογημένη» («PDCH» (post dated cheque)). Έχοντας υπόψη τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 και την πιο πάνω μαρτυρία, συμφωνώ με τη συνήγορο των κατηγορουμένων ότι δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο
  1. Καίτοι οι ΜΚ1 και ΜΚ3 αναφέρθηκαν γενικά σε παρουσίαση όλων των επίδικων επιταγών στην τράπεζα και σε μη εξόφληση τους λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, ο ΜΚ2 ο οποίος είναι υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα (εκδότρια τράπεζα) και ο πλέον αρμόδιος για να εξηγήσει τους λόγους μη τίμησης της επιταγής από την Τράπεζα του, ανέφερε ειδικά σε σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 6 ότι ο λόγος που η επιταγή επιστράφηκε από την Τράπεζα ήταν το γεγονός ότι η παρουσιασθείσα προς εξαργύρωση επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη ως η σχετική σφραγίδα,[3] χωρίς να έχει τοποθετηθεί οποιαδήποτε σφραγίδα επί της επιταγής που να αναφέρεται σε επιστροφή της ή σε άλλο λόγο μη πληρωμής της μετά την 30.1.12, και χωρίς να προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 ότι η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε στον λογαριασμό προς πληρωμή μετά την επιστροφή της από την Τράπεζα ως μεταχρονολογημένης. Ούτε και ετέθη στον ΜΚ2 από πλευράς παραπονούμενης ότι η σφραγίδα επί της επιταγής τέθηκε εκ λάθους ούτε και ερωτήθηκε ο ΜΚ2 αν η επιταγή δεν τιμήθηκε για οποιοδήποτε λόγο πέραν του λόγου που αναφέρεται στην τραπεζική σφραγίδα που τοποθετήθηκε στην επιταγή. Ελλείπει, συνεπώς, μαρτυρία που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 2, υπό την έννοια ότι η μαρτυρία που εδόθη από πλευράς παραπονούμενης αναφορικά με την επιταγή Τεκμήριο 6 εμπεριέχει θεμελιακή αντίφαση ως προς τον λόγο μη τίμησης της επιταγής την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει σε οποιαδήποτε δυνατή αξιολόγηση της. Σύμφωνα με τις κατηγορίες 7 και 8, κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2011 στη Λεμεσό, οι κατηγορούμενες 1 και 2 διά ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασαν από την παραπονούμενη αγαθά αξίας €2.000, δηλαδή εξέδωσαν την επιταγή με αρ. 97784370 για το ποσό των €2.000, ενώ γνώριζαν ότι ο λογαριασμός της κατηγορουμένης 1 υπ' αρ. 242-01-544185-01 ήταν παγοποιημένος και η επιταγή ήταν αδύνατο να εξαργυρωθεί, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.
  2. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 298 παρατέθηκαν πιο πάνω. Προσφέρθηκε εν προκειμένω μαρτυρία από τον ΜΚ3 πως η επιταγή με αρ. 97784370 (Τεκμήριο 5) παραδόθηκε στην παραπονούμενη στις 21.9.11 (Τεκμήριο Β, παρ. 7, 8 και 9 και Τεκμήριο 15). Όμως, δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από πλευράς της παραπονουμένης πως ο επίδικος λογαριασμός από τον οποίο η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε ήταν παγοποιημένος τον Σεπτέμβριο του
  3. Αντίθετα, προσφέρθηκε μαρτυρία από την ΜΚ4 πως επιταγή πληρώθηκε από τον εν λόγω λογαριασμό στις 31.10.11, ενώ, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ2, όταν λογαριασμός καταχωρηθεί στο ΚΑΠ δεν μπορεί πλέον να πληρώνονται επιταγές από τον καταχωρηθέντα στο ΚΑΠ λογαριασμό. Σημειώνω επιπλέον πως από τις τραπεζικές σφραγίδες που τοποθετήθηκαν στις επιταγές που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 1 - 9), η τράπεζα φέρεται να τοποθέτησε τις σφραγίδες «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» σε δύο επιταγές, και συγκεκριμένα στην επιταγή Τεκμήριο 5 στις 31.1.12 και στην επιταγή Τεκμήριο 7 στις 12.3.12, δηλαδή αρκετά μετά τον Σεπτέμβριο του
  4. Με δεδομένο ότι η ψευδής παράσταση η οποία αποδίδεται στις κατηγορούμενες 1 και 2 είναι η έκδοση της επιταγής Τεκμήριο 5 τον Σεπτέμβριο του 2011 εν γνώσει τους ότι ο επίδικος λογαριασμός της κατηγορουμένης 1 ήταν παγοποιημένος και η επιταγή ήταν αδύνατο να εξαργυρωθεί, και με δεδομένο ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από πλευράς της παραπονουμένης ότι ο λογαριασμός ήταν πράγματι παγοποιημένος την εν λόγω περίοδο και ότι οι κατηγορούμενες 1 και 2 γνώριζαν τούτο, κρίνω πως η υπόθεση της παραπονουμένης για τις δύο αυτές κατηγορίες δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου, λόγω απουσίας μαρτυρίας ως προς το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι το στοιχείο της ψευδούς παράστασης. Από την άλλη, αναφορικώς με τις υπόλοιπες κατηγορίες, δηλαδή τις κατηγορίες 4, 5, 10, 11, 13 και 14, και έχοντας κατά νου τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 και την προσφερθείσα μαρτυρία, κρίνω πως έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον αμφοτέρων των κατηγορουμένων. Ως προς τον χρόνο έκδοσης των επιταγών[4] Τεκμήρια 5, 8 και 9 στις οποίες οι εν λόγω κατηγορίες αφορούν, έχει, σημειώνω, προσφερθεί σχετική μαρτυρία από τον ΜΚ3 (Τεκμήριο Β, παρ. 7 - 10, Τεκμήριο 15). Ως προς την έκδοση των επιταγών, την παρουσίαση τους στην εκδότρια τράπεζα μετά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες, τους λόγους μη εξόφλησης τους και ως προς το γεγονός ότι οι επιταγές παραμένουν μέχρι και σήμερα απλήρωτες, μαρτυρία έδωσαν οι ΜΚ1, ΜΚ3 και ΜΚ2 (βλ. και Τεκμήρια 5, 8, 9 και 13). Ως προς το ότι οι επίδικες επιταγές υπεγράφησαν από την κατηγορουμένη 2, έχει προσφερθεί σχετική μαρτυρία από την ΜΚ4 (Τεκμήριο 16 και τα όσα προφορικώς ανέφερε),[5] ενώ ο ΜΚ1 ανέφερε πως η κατηγορούμενη 2 είναι διευθύντρια της κατηγορουμένης 1 (Τεκμήριο Α, παρ. 8 και Τεκμήριο 12) και ο ΜΚ3 ανέφερε πως οι επιταγές εκδόθηκαν με τη συνδρομή της κατηγορουμένης 2 (Τεκμήριο Β, παρ. 5). Η κα Θεοδώρου στην αγόρευση της προβαίνει σε λεπτομερείς εισηγήσεις ως προς την αξιοπιστία και τη βαρύτητα που θα πρέπει να αποδοθεί στη μαρτυρία εκάστου εκ των ΜΚ1 - ΜΚ
  1. Όμως, σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί την προσφερθείσα μαρτυρία με σκοπό να καταλήξει σε ευρήματα αλλά εξετάζει μόνο το κατά πόσον έχει προσφερθεί επαρκής μαρτυρία για να κληθούν οι κατηγορούμενοι να παρουσιάσουν την υπεράσπισή τους. Και στην προκειμένη περίπτωση έχει προσφερθεί μαρτυρία, αναφερόμενη τόσο σε όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, όσο και ως προς τον χρόνο έκδοσης των επιταγών και ως προς το πρόσωπο που τις υπέγραψε η οποία, εάν κατόπιν αξιολόγησης της στο τελικό στάδιο ήθελε κριθεί αξιόπιστη (και παρέλκει να λεχθεί ότι η βαρύτητα που θ' αποδοθεί στην προσφερθείσα εξ ακοής μαρτυρία σ' εκείνο το στάδιο είναι που θα κριθεί), θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει σε ανάλογα ευρήματα. Επαναλαμβάνεται ότι δεν είναι παρά στο τελικό στάδιο που το Δικαστήριο καλείται να θεωρήσει την υπόθεση στην ολότητά της, να αξιολογήσει τη μαρτυρία, να εκτιμήσει την αξία και τη δύναμή της, να συνεκτιμήσει κάθε σχετικό παράγοντα και ν΄ αποφασίσει αν η προσφερθείσα μαρτυρία οδηγεί σε απόδειξη των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Έτσι χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από την κατήγορο σε σχέση με τις κατηγορίες 4, 5, 10, 11, 13 και 14, κρίνω ότι αυτή στο σύνολο της δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει σε οποιαδήποτε δυνατή αξιολόγηση της. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω η κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και
  2. Η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 2 και
  3. Από την άλλη, υπό το φως της μαρτυρίας η οποία προσήχθη θεμελιώθηκε, θεωρώ, εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης 1 στις κατηγορίες 4, 10 και 13, και της κατηγορουμένης 2 στις κατηγορίες 5, 11 και 14, τις οποίες και καλώ να προβάλουν την υπεράσπιση τους στις εν λόγω κατηγορίες, αφού τους επεξηγηθούν τα δικαιώματα τους. (Επεξηγούνται στις κατηγορούμενες 1 και 2 τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155). (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ως προς τον ορισμό της ψευδούς παράστασης βλ. Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 318/15, ημερ. 7.9.17 και Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. [2] «E. Παρακαλώ να δοθεί το Τεκμήριο
  2. (Δίδεται το Τεκμήριο 6 στον μάρτυρα και επιστρέφεται το Τεκμήριο 5). Αναγνωρίζεις τη συγκεκριμένη επιταγή; A. Μάλιστα. ... E. Πότε εκδόθηκε η επιταγή αυτή; A. 23 Ιανουαρίου του
  3. ..... E. Πότε παρουσιάστηκε για πληρωμή; A. 27 Ιανουαρίου του
  4. E. Πληρώθηκε; A. Όχι. E. Τι αναφέρει η σφραγίδα πάνω; A. Μεταχρονολογημένη. E. Μάλιστα. Ξαναπαρουσιάστηκε η συγκεκριμένη επιταγή; A. Ναι. E. Στις πόσες; A. Να κάμω μια διευκρίνιση, μπορώ; E. Τι διευκρίνιση θέλετε να κάμετε; A. Επειδή βλέπω τις σφραγίδες, γι' αυτό. Υπήρχε η σφραγίδα από την Alpha Bank με ημερομηνία την οποία σχεδόν δεν αναγνωρίζω, την ημερομηνία που γράφει πάνω. E. Πρώτη Φεβρουαρίου του 2012, για αυτήν τη σφραγίδα που λέτε; A. Είναι Φεβρουαρίου τζιείνο, άρα εντάξει, σωστά είπα 27 Ιανουαρίου. E. Για δεύτερη φορά πότε ξαναπαρουσιάστηκε; A. Ε, 1η Φεβρουαρίου του
  5. E. Πληρώθηκε; A. Αυτό δεν το γνωρίζω. E. Οι σφραγίδες πάνω τι αναφέρουν; A. Μια σφραγίδα υπάρχει, η οποία αναφέρει μεταχρονολογημένη. E. Ημερομηνίας; A. 30/1/12.» [3] «305Α
(3)
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: .....» [4] Σημειώνω παρεμπιπτόντως πως σύμφωνα με την υπόθεση (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ν. Vassos Leptos Ltd, Ποιν. Έφ. 182/14, ημερ. 23.10.15 «ο χρόνος υπογραφής [των επιταγών] δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα». [5] Βλ. σχετικώς και την VBH (Cyprus) Ltd v. Windoors UPVC Systems Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 204/14, ημερ. 28.11.17. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.