← Κύπρος

A.J. Vouros Ltd ν. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1216/13, 12/2/2018

A.J. Vouros Ltd ν. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1216/13, 12/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 1216/13 A.J. Vouros Ltd και

  1. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. Χρίστος Ορφανίδης
  3. Λία Ορφανίδου Κατηγορουμένων --------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου 2018 Για την Παραπονούμενη: κ. Χριστοδούλου και κ. Μάνουλος, για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη Για την Κατηγορούμενη 1: Καμία Εμφάνιση Για τους Κατηγορούμενους 2 και 3: κ. Παπαχαραλάμπους και κ. Χαβιαράς, για Κούσιο, Κορφιώτη, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της ως άνω ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι κατά ή περί την 31.12.12 εξέδωσε την υπ' αρ. 09849627 επιταγή της Marfin Laiki Bank για το ποσό των €77.776,22 η οποία παρουσιάστηκε προς πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα αλλά δεν εξοφλήθηκε επειδή ο εκδότης, άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε τη μη εξόφληση της, ήτοι η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα της υπογραφής που υπάρχει στην κατοχή του πιστωτικού ιδρύματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (πρώτη κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατηγορούνται ότι κατά ή περί την 31.12.12 παρείχαν συνδρομή και/ή παρακίνησαν την κατηγορουμένη 1 στα ανωτέρω, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 (δεύτερη κατηγορία). Ενώ τόσο ο κατηγορούμενος 2 όσο και η κατηγορούμενη 3 αρχικά αρνήθηκαν ενοχή, στις 15.11.17 ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε άδεια να αλλάξει απάντηση, και παραδέχθηκε την εναντίον του κατηγορία, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για γεγονότα και ποινή σε σχέση με αυτόν, διαδικασία η οποία παρέμεινε εκκρεμής με βάση τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221 με παραπομπή στην αγγλική απόφαση R. v. Robert Anthony Payne 34 Cr. App. R. 43,[1] και με δεδομένο ότι δεν υπήρχε πρόθεση να δώσει μαρτυρία στην υπόθεση ο κατηγορούμενος
  1. Ως εκ τούτου και εν σχέσει με τους κατηγορούμενους 1 και 3 στις 18.12.17 ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία με την κατάθεση του πρώτου μάρτυρα της παραπονούμενης, Άθου Κολλητήρη, οικονομικού διευθυντή της παραπονουμένης (ΜΚ1). Η ακρόαση συνεχίστηκε στις 19.1.18 με τη μαρτυρία του Μάκη Αδάμου, υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου (ΜΚ2). Ο ΜΚ2 κατέθεσε τις καταστάσεις λογαριασμού της κατηγορουμένης 1 για την περίοδο 12.3.12 - 28.2.13 (Τεκμήριο 5), Ανέφερε ότι για τον εν λόγω λογαριασμό είχαν εξουσιοδοτηθεί να υπογράφουν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 (Τεκμήριο 4), πλην όμως η κατηγορούμενη 1 πληροφόρησε την Τράπεζα στις 27.11.12 ότι η κατηγορούμενη 3 θα έπαυε να είναι εξουσιοδοτημένη για να υπογράφει (signatory) (ως σχετικά με το γεγονός αυτό έγγραφα κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 6, 7 και 8). Ανέφερε περαιτέρω ότι η κατηγορούμενη 1 «καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ» στις 10.12.12 (ως σχετικά με το γεγονός αυτό έγγραφα κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 9 και 10). Ισχυρίστηκε επίσης πως η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε διότι η υπογραφή του εκδότη της διαφέρει από το δείγμα που η Τράπεζα είχε στην κατοχή της (σφραγίδα ημερ. 2.1.13), αφού μετά τις 28.11.12, δικαίωμα υπογραφής είχε μόνο ο κατηγορούμενος
  2. Πέραν τούτου, η επιταγή δεν τιμήθηκε, ως ισχυρίστηκε, και επειδή ο λογαριασμός από τον οποίο η επιταγή εκδόθηκε καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ στις 10.12.
  3. Είπε επίσης πως η υπογραφή επί της επιταγής έχει κάποια χαρακτηριστικά της υπογραφής της κατηγορουμένης 3, αλλά υπάρχει διαφορά από το δείγμα στο τέλος της υπογραφής, και ότι αν η επιταγή παρουσιαζόταν ενώπιον του ιδίου, θα εντόπιζε τη διαφορά και δεν θα τη δεχόταν. Μετά το πέρας της κυρίως εξέτασης του ΜΚ2 υποβλήθηκε αίτημα από την παραπονούμενη για αναβολή της ακρόασης με προοπτική την υποβολή αιτήματος για προσθήκη κατηγοριών. Το αίτημα αναβολής εγκρίθηκε και στις 24.1.18 η παραπονούμενη υπέβαλε αίτημα για προσθήκη στο κατηγορητήριο των εξής τεσσάρων κατηγοριών: «Έκθεση Αδικήματος Τρίτη Κατηγορία Συνομωσία προς καταδολίευση, κατά παράβαση του άρθρου 302 του Ποινικού Κώδικα 154 όπως τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 19/10/2012 και 31/12/2012 συνωμότησαν να εξαπατήσουν με δόλια μέσα την Εταιρεία A.J. Vouros Ltd διά της αλλαγής των εξουσιοδοτημένων να υπογράφουν επιταγές προσώπων της Εταιρείας Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ παρεμποδίζοντας μ' αυτό τον τρόπο την Εταιρεία A.J. Vouros Ltd να εξαργυρώσει την επιταγή υπ' αριθμόν 09849627 της Marfin Laiki Bank για το ποσό των €77.776,22 την οποία εξέδωσαν με δικαιούχο την παραπονούμενη εταιρεία. Έκθεση Αδικήματος Τέταρτη Κατηγορία Απάτη, κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Λεπτομέρειες Αδικήματος Η κατηγορούμενη 3 κατά ή περί την 19/10/12 και ενώ γνώριζε ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 Εταιρείας δεν θα διέθετε επαρκή υπόλοιπα κατά την ημερομηνία που αναγραφόταν στην επιταγή υπ' αριθμόν 09849627 εσκεμμένα και με δόλιο τέχνασμα την υπέγραψε με διαφορετικό τρόπο από το δείγμα της υπογραφής που έδωσε στην τράπεζα κατά το άνοιγμα του λογαριασμού έτσι ώστε να προκαλέσει την μη πληρωμή της προς την παραπονούμενη Εταιρεία A.J. Vouros Ltd. Έκθεση Αδικήματος Πέμπτη Κατηγορία Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των Άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τούτο αντικαταστάθηκε από τον Νόμο 70(Ι)/2008, και του άρθρου 3 του Νόμου 43/74. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 1 κατά ή περί την 31/12/2012 εξέδωσαν την επιταγή με αριθμό 09849627 της Marfin Laiki Bank για το ποσό των €77.776,22 προς όφελος των Παραπονούμενων η οποία αν και παρουσιάστηκε στο Πιστωτικό Ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε για πληρωμή από τους Παραπονούμενους κατά ή μετά από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλείται λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και/ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του Εκδότη της παγοποιήθηκε - ΚΑΠ και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως. Έκθεση Αδικήματος Έκτη Κατηγορία Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των Άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τούτο αντικαταστάθηκε από τον Νόμο 70(Ι)/2008, και του άρθρου 3 του Νόμου 43/74. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατά ή περί την 31/12/2012 παρείχαν συνδρομή και/ή παρακίνησαν τους κατηγορούμενους 1 στην έκδοση της επιταγής με αριθμό 09849627 της Marfin Laiki Bank για το ποσό των €77.776,22 η οποία αφού παρουσιάστηκε κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα στο Πιστωτικό Ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων των εκδοτών της και/ή λόγω του ότι ο λογαριασμός των εκδοτών της παγοποιήθηκε - ΚΑΠ και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως.» Ο κ. Χριστοδούλου, υποστήριξε ότι στη βάση της μαρτυρίας που μέχρι τώρα ακούστηκε, καθώς και από μελέτη στην οποία προέβησαν μετά τη μαρτυρία του ΜΚ2 και συνάντηση με ειδικό γραφολόγο, προέκυψαν στοιχεία που κατά τη θέση του στοιχειοθετούν τα προτεινόμενα αδικήματα τα οποία δεν επιφέρουν αυστηρότερες ποινές από αυτές των αδικημάτων τα οποία οι κατηγορούμενοι ήδη αντιμετωπίζουν. Δεν μπορούσαν, ως ανέφερε, να είχαν πρόσβαση στα τραπεζικά στοιχεία πριν τη σύνταξη του κατηγορητηρίου και την καταχώρηση της υπόθεσης και αυτός ήταν ο λόγος που δεν περιλήφθηκαν εξαρχής στο κατηγορητήριο οι προτεινόμενες κατηγορίες. Ως προς το θέμα του ενδεχόμενου επηρεασμού των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων, σημείωσε πως, αφ' ης στιγμής οι κατηγορούμενοι θα έχουν την ευκαιρία να απαντήσουν στις νέες κατηγορίες, σε συνδυασμό με το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα, ήτοι μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας ενός μόνο μάρτυρα και προτού ο δεύτερος μάρτυρας αντεξετασθεί, καθώς και με τη δυνατότητα που παρέχεται για επανακλήτευση του πρώτου μάρτυρα, τα δικαιώματα των κατηγορουμένων δεν επηρεάζονται δυσμενώς. Ο κ. Παπαχαραλάμπους έφερε ένσταση στο αίτημα. Αναφέρθηκε στον σκοπό των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155 και εισηγήθηκε πως από την προσφερθείσα μαρτυρία δεν αποκαλύφθηκαν τα προτεινόμενα αδικήματα. Περαιτέρω, υποστήριξε πως τα δικαιώματα των κατηγορουμένων επηρεάζονται από την αιτούμενη τροποποίηση. Είπε συγκεκριμένα πως οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετώπισαν κατηγορία για ένα μόνο αδίκημα, ήτοι το αδίκημα του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, ο ένας δε εξ αυτών (ο κατηογορούμενος 2) παραδέχθηκε ήδη τη διάπραξη του αδικήματος. Η δε κατηγορούμενη 3, στη βάση της κατηγορίας που αντιμετώπισε, καθόρισε, μέσω των δικηγόρων της, μία συγκεκριμένη γραμμή υπεράσπισης, την οποία προώθησε μέσω της αντεξέτασης του ΜΚ1, χωρίς να αναμένει την εξέλιξη αυτή, και χωρίς να έχει αφεθεί να νοηθεί από την κατηγορούσα αρχή πριν τη μαρτυρία του ΜΚ2 ότι υπήρχε πρόθεση μεταβολής του κατηγορητηρίου. Η γραμμή υπεράσπισης της κατηγορούμενης 3 θα πρέπει να αλλάξει άρδην, ως ο κ. Παπαχαραλάμπους ανέφερε, κάτι που θα προκαλούσε αδικία στην ίδια, ενώ θα υποχρεωθεί να αντεξετάσει τους μάρτυρες επί θεμάτων που οι μάρτυρες δεν κατέθεσαν. Ανέφερε περαιτέρω ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε το 2013 και από τότε η παραπονούμενη δικαιούτο να αποταθεί στην τράπεζα και να λάβει τις όποιες πληροφορίες χρειαζόταν για προώθηση της υπόθεσης, αφ' ης δε στιγμής η παραπονούμενη επέλεξε να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική υπόθεση, βάζοντας τον εαυτό της στον ρόλο του ανακριτή, όφειλε να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια πριν την καταγραφή των κατηγοριών εναντίον των κατηγορουμένων. Το άρθρο 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, επί του οποίου το αίτημα της παραπονουμένης βασίζεται διαλαμβάνει τα εξής: «83
(1)Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.» Στο σύγγραμμα των Λοΐζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, στη σελίδα 71, αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου: «The Criminal Procedure Law, Cap.155 confers wide powers on the Court to amend a defective charge during the trial, where the charge or information is defective in substance or in form by the alteration of the charge i.e. by amending either the description of the offence, or the particulars thereto, or both, or by the substitution or addition of a new count, as the court thinks necessary to meet the circumstances of the case.» Από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 83
(1)του Κεφ.155, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια (και όχι υποχρέωση, βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού, άλλος «Αβισσινός»
(1993)2 Α.Α.Δ. 104, 109) να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες όταν το κατηγορητήριο σε οποιοδήποτε στάδιο φαίνεται να είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά. Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είτε κατόπιν αίτησης ενός από τους διαδίκους είτε αυτεπάγγελτα (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, 464). Η εξουσία αυτή μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης (βλ. Lanitis Bros Ltd v. Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266, 271, Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R. 96, 107). Στην υπόθεση Fatma Mehmet v. The Police
(1970)2 C.L.R. 62, 68 - 69, λέχθηκε ότι σκοπός των προνοιών των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ.155, είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορεί να οδηγήσουν στην αθώωση κατηγορούμενου παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν τη θέσπιση των εν λόγω άρθρων. Προκύπτει περαιτέρω ότι για να έχει εξουσία το Δικαστήριο να τροποποιήσει κατηγορητήριο ως ανωτέρω, θα πρέπει να προηγηθεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά. Το ζήτημα του κατά πόσον ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελαττωματικό ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση των εξουσιών του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 83
(1)έχει εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Pouris v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, Leonidou, ανωτέρω, Κυριάκου, ανωτέρω, και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση του Άκη Φάντη
(1995)1 Α.Α.Δ. 714. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Leonidou, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο, με παραπομπή στο σύγγραμμα Archbold's Criminal Evidence and Practice, 40η έκδοση, ανέφερε πως: «On the question as to when a charge or information may be considered as defective so that the provisions of s. 83 and 84 can be applied, useful guidance may be derived from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th ed. p. 52, para. 53 where it is stated as follows: "(
  1. a)An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
  2. i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
  3. ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528; R. v. Johal and Ram."» Και στην υπόθεση Άκη Φάντη, ανωτέρω, λέχθηκε πως το κατά πόσον ένα κατηγορητήριο (charge ή information) είναι ή όχι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα που δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με τη διατύπωση των κατηγοριών, αλλά και με το πώς η κατηγορούσα αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της ή σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Έτσι η αναγκαιότητα για τροποποίηση μπορεί να προκύψει για διάφορους λόγους, όπως (
  4. i)προς θεραπεία σύγκρουσης μεταξύ των λεπτομερειών κατηγορίας και της προσαχθείσας μαρτυρίας, (
  5. ii)προς παροχή περαιτέρω ή ακριβέστερων λεπτομερειών για την παροχή ευχέρειας στον κατηγορούμενο να ετοιμάσει την υπεράσπισή του με βεβαιότητα, ή (iii) προς προσθήκη κατηγορίας αποκαλυφθείσας από τη μαρτυρία (βλ. σύγγραμμα του Γ.Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 125 και επ.). Παραπέμπω επίσης στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2018, στις παρ. 1-253 και επ. ως προς την ευρύτητα των εξουσιών τροποποίησης στην Αγγλία με βάση το αντίστοιχο του άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155, άρθρο 5
(1)του αγγλικού Indictments Act, 1915.[2] Ως προς το πότε κατηγορητήριο θεωρείται ελαττωματικό, στην παρ. 1-257 του εν λόγω συγγράμματος αναφέρονται, μεταξύ άλλων τα εξής: «
(1)An indictment may be defective ("defect" in this context connoting "lack of" or "want": R. v. Palmer [2002] Crim.L.R. 973, CA) not only when it is bad on its face (e.g. because of duplicity, ante, §§ 1-235 et seq.), but also, for example: (
  1. a)when it does not accord with the relevant evidence, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein: R. v. Martin [1962] 1 Q.B. 221, 45 Cr.App.R. 199, CCA; (
  2. b)when for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 2 Q.B. 787, 52 Cr.App.R. 528, CA; R. v. Johal and Ram, ante; (
  3. c)when the evidence led in support of the indictment discloses more than one offence: R. v. Jones (J.) (see ante, § 1-229); and R. v. Stanley , The Independent, November 27, 1998, CA (allegation of fraudulent evasion of VAT based on allegations of provision of two distinct and separate pieces of false information; desirable that issue of whether defendant guilty, if at all, of one or both of distinct allegations should be resolved by a jury rather than judge—cf. the situation discussed post, § 21-22);» Προϋπόθεση για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με το σύγγραμμα των Λοΐζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, 1975, σελ. 71 και 72, η υπεράσπιση ενός κατηγορούμενου μπορεί να επηρεασθεί, αν μια εντελώς νέα κατηγορία αναφύεται εναντίον του, ενδεχόμενο το οποίο δεν θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει.[3] Και στο σύγγραμμα του Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σε σχέση με αιτήματα για προσθήκη κατηγοριών σημειώνεται πως «οι κατηγορίες οι οποίες ανακύπτουν - παρόλο που είναι διαφορετικές από την αρχική ή τις αρχικές - πρέπει να είναι συναφείς προς το υπόβαθρο γεγονότων της υπόθεσης.». Ένας άλλος σχετικός παράγοντας, είναι το κατά πόσον η τροποποίηση είναι ουσιαστικού χαρακτήρα ή αν σκοπός της είναι η διόρθωση λανθασμένης περιγραφής (Makki v. The Republic
(1972)2 C.L.R. 76, 79). Στην υπόθεση Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου ν. Γιαννάκη Κούμα
(1997)2 Α.Α.Δ. 99, το Εφετείο δεν επενέβη στην εξάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που απέρριψε προσθήκη δεύτερης κατηγορίας λόγω της μακράς εκκρεμότητας της υπόθεσης για ένα μη σοβαρό αδίκημα όπως ήταν αυτό της πλανοδιοπώλησης. Τέτοια προσθήκη αδικήματος, άσχετου στο νομικό του περιεχόμενο με την αρχική κατηγορία, κρίθηκε ότι θα επηρέαζε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για εκδίκαση μιας μη σοβαρής υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Και στην υπόθεση R. v. O' Connor [1997] Crim. L.R. 516, C.A. αποφασίστηκε πως ήταν εσφαλμένη η έγκριση αιτήματος για προσθήκη κατηγορίας που έθετε την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής σε διαφορετική βάση μετά την υποβολή εισήγησης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, αφού ο κατηγορούμενος αποστερήθηκε του δικαιώματος του να προωθήσει την υπόθεση του όπως θα την προωθούσε σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή διαμόρφωνε εξαρχής την υπόθεση της ως εν τέλει τη διαμόρφωσε (βλ. Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2018, παρ. 1-260[4]). Στην πρακτική, άδεια για τροποποίηση δίδεται εύκολα στα αρχικά στάδια της δίκης, νοουμένου ότι το αντικείμενο της τροποποίησης, σχετίζεται με τις κατηγορίες που ήδη περιέχονται στο κατηγορητήριο. Η πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορούμενου καθίσταται μεγαλύτερη, όσο πιο προχωρημένο είναι το στάδιο της δίκης, αλλά, ακόμα και τότε μπορεί να εγκριθεί η τροποποίηση, αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η υπεράσπιση του κατηγορούμενου δεν παραβλάπτεται. Τροποποίηση μπορεί να εγκριθεί, στην κατάλληλη περίπτωση, ακόμα και στο στάδιο της συμπλήρωσης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής. Όσον αφορά επιδιωκόμενη τροποποίηση κατά τη διάρκεια της δίκης, σχετικό είναι το απόσπασμα από την απόφαση R. v. Johal and Ram , 56 Cr.App.R. 348, στην οποία έγινε αναφορά από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Pouris, ανωτέρω: «On the other hand this court shares the view expressed in some of the earlier cases that amendment of an indictment during the course of a trial is likely to prejudice an accused person. The longer the interval between arraignment and amendment, the more likely is it that injustice will be caused, and in every case in which amendment is sought, it is essential to consider with great care whether the accused person will be prejudiced thereby.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας του υπό κρίση αιτήματος τροποποίησης. Θέση της παραπονούμενης είναι ότι με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ2 και την έρευνα στην οποία οι συνήγοροι της προέβησαν μετά από αυτή (και κατόπιν συνάντησης με ειδικό γραφολόγο), τα στοιχεία που έχει πλέον στη διάθεση της αποκαλύπτουν τη διάπραξη των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στις τέσσερεις προτεινόμενες κατηγορίες. Ο κ. Παπαχαραλάμπους εισηγείται πως από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε μέχρι τώρα δεν αποδεικνύεται η διάπραξη των προτεινόμενων αδικημάτων (αναφέρθηκε, σημειώνω, αγορεύοντας, ιδιαίτερα στα αδικήματα των προτεινόμενων κατηγοριών 3 και 4). Θεωρώ, όμως, ότι, στο παρόν στάδιο, κατά το οποίο η μαρτυρία είναι ασυμπλήρωτη αφού η παραπονούμενη δεν έχει κλείσει την υπόθεση της, το ερώτημα δεν μπορεί να είναι κατά πόσον η δοθείσα μαρτυρία αποδεικνύει τη διάπραξη των προτεινόμενων αδικημάτων, αλλά κατά πόσον το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει στη διάθεση της η παραπονούμενη αποκαλύπτει αδικήματα τα οποία δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κατηγορητήριο ή ότι τα αδικήματα που έχουν συμπεριληφθεί δεν συνάδουν με τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ή η ίδια μαρτυρία αναφέρεται σε πιο πολλά αδικήματα. Ο κ. Χριστοδούλου υποστηρίζει πως πράγματι τα στοιχεία που η παραπονούμενη περισυνέλεξε, αποκαλύπτουν τη διάπραξη των προτεινόμενων αδικημάτων. Κατ' αναλογία, λοιπόν, προς τις υποθέσεις R. v. Martin
(1962)2 Q.B. 221, R. v. Hall [1968] 2 Q.B. 787 και R. v. Wells [1995] 2 Cr. App. R. 417, θα μπορούσε να λεχθεί πως το κατηγορητήριο δεν περιλαμβάνει αδικήματα τα οποία αποκαλύπτονται από τα στοιχεία και το μαρτυρικό υλικό που έχει πλέον στη διάθεση της η παραπονούμενη. Συνεπώς υπό αυτή την έννοια το κατηγορητήριο στερείται ουσιαστικής ποιότητας και είναι ελαττωματικό (βλ. και την απόφαση του αγγλικού εφετείου στην υπόθεση R. v. Hemmings [2000] 1 Cr.App.R. 360). Δεδομένης της ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου, το ερώτημα που θα πρέπει ν' απαντηθεί είναι αν με την τροποποίηση θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των κατηγορουμένων. Με την αιτηθείσα τροποποίηση, επιχειρείται η προσθήκη κατηγοριών εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 (κατηγορίες 3 και 6), η προσθήκη μίας κατηγορίας εναντίον της κατηγορουμένης 3 (κατηγορία 4) και η προσθήκη μίας κατηγορίας εναντίον της κατηγορουμένης 1 (κατηγορία 5). Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι, κρίνω, τυπικού χαρακτήρα, αλλά ουσιαστικές και εκτεταμένες, αποσκοπούν, δε και στην προσθήκη κατηγοριών (κατηγορίες 3 και 4[5]) που είναι σοβαρότερες, από πλευράς ανώτατων προβλεπόμενων ποινών, από τις κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 σήμερα αντιμετωπίζουν.[6] Ξεκινώντας από τις κατηγορίες 3 και 6 (συνωμοσία προς καταδολίευση κατά παράβαση του άρθρου 302 του Κεφ. 154 και έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154), σημειώνω τα εξής. Οι προτεινόμενες κατηγορίες στρέφονται ομού εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετώπισε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης μία κατηγορία, για την παροχή συνδρομής και/ή παρακίνηση της κατηγορουμένης 1 στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.
  1. Όπως προαναφέρθηκε, στις 15.11.17 παραδέχθηκε την εναντίον του κατηγορία και αναμένει την επιβολή ποινής για την κατηγορία αυτή από το Δικαστήριο. Παρόλο που ο κατηγορούμενος 2 ήτο παρών στην αίθουσα του Δικαστηρίου (για σκοπούς επιβολής ποινής), από δικονομικής σκοπιάς σαφώς η όποια μαρτυρία δόθηκε μέχρι σήμερα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δεν δόθηκε εναντίον του ούτε και αφορούσε αυτόν, αλλά αποσκοπούσε αποκλειστικά στην κατάδειξη της ενοχής και της κατηγορουμένης 3 στη δεύτερη κατηγορία, και απόδειξης της πρώτης κατηγορίας εναντίον της κατηγορουμένης
  2. Κατ' επέκταση, τα δικαιώματα του κατηγορουμένου 2 δεν ετύγχαναν καθόλου προστασίας από τον δικηγόρο του στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Πέραν τούτου, αποτελεί βασική αρχή της ποινικής δίκης πως η ενοχή κατηγορούμενου διαπιστώνεται είτε στη βάση προσαχθείσας μαρτυρίας και κατόπιν δικαστικής ετυμηγορίας, είτε στη βάση της παραδοχής του. Και με την παραδοχή του κατηγορούμενου 2 έχει στην ουσία ολοκληρωθεί η διαδικασία όσον αφορά τη διαπίστωση της δικής του ενοχής επί του κατηγορητηρίου. Των ανωτέρω δοθέντων, κρίνω πως η προσθήκη των εν λόγω κατηγοριών οι οποίες στρέφονται και εναντίον του κατηγορουμένου 2, ενδέχεται να οδηγήσει σε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του, συνεπώς δεν μπορεί να επιτραπεί. Πέραν των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου 2, δυσμενής επηρεασμός ενδέχεται να επέλθει και στα δικαιώματα της κατηγορουμένης 3, σε περίπτωση προσθήκης των προτεινόμενων κατηγοριών 3, 4 και
  3. Η κατηγορούμενη 3, όπως και ο κατηγορούμενος 2, αντιμετώπισε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης μία και μοναδική κατηγορία, αυτή της παροχής συνδρομής προς την κατηγορουμένη 1 και/ή παρακίνησης της κατηγορουμένης 1 για την πρόκληση της μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής, χωρίς εύλογη αιτία. Αρνήθηκε ενοχή, και ως ο συνήγορος της ανέφερε καθόρισε τη γραμμή υπεράσπισης της με βάση την κατηγορία που αντιμετώπισε. Στη βάση της εν λόγω γραμμής υπεράσπισης, χειρίστηκε, προφανώς, ο συνήγορος της την υπόθεση, και μέσα στα πλαίσια αυτά αποδέχθηκε την κατάθεση ως τεκμηρίων πολλών εγγράφων, τα πλείστα εκ των οποίων, μάλιστα, τα αποδέχθηκε και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, έχοντας, προφανώς, κατά νου την κατηγορία που η κατηγορούμενη 3 αντιμετώπισε και τη γραμμή υπεράσπισης που καθόρισε. Το νομικό περιεχόμενο και τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων στα οποία οι προτεινόμενες κατηγορίες αφορούν, διαφέρουν από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που η κατηγορούμενη 3 σήμερα αντιμετωπίζει και τυχόν παροχή άδειας προς μεταβολή του κατηγορητηρίου με τον τρόπο που η κατηγορούσα αρχή επιδιώκει θα θέσει, κατά την κρίση μου, την υπόθεση σε νέα βάση, πέντε σχεδόν έτη μετά την καταχώρηση της, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού κατέθεσαν ήδη μάρτυρες ο ένας εκ των οποίων έχει ήδη αντεξετασθεί στη βάση της προκαθορισθείσας γραμμής υπεράσπισης. Θεωρώ συνεπώς πως με την προσθήκη των κατηγοριών 3, 4 και 6 ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και τα δικαιώματα της κατηγορουμένης 3, αφού αυτή θα βρεθεί αντιμέτωπη με κατηγορίες που δεν αναμενόταν να προβλέψει όταν καθόριζε την υπεράσπιση της στην παρούσα υπόθεση, οι δύο εκ των οποίων είναι, μάλιστα, σοβαρότερες από πλευράς προβλεπόμενων ποινών, από την κατηγορία που αντιμετωπίζει σήμερα. Επιπλέον, και αναφορικά με την προτεινόμενη τέταρτη κατηγορία παρατηρείται πως αυτή πάσχει και από πολλαπλότητα (duplicity). Η πολλαπλότητα ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος, είναι δε αυστηρός ο κανόνας ότι η κατηγορία δεν πρέπει να περιέχει περισσότερο από ένα αδίκημα, για να γνωρίζει η υπεράσπιση επακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει∙ αλλιώς ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 265). Όπως ο κανόνας τίθεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2000, παρ. 1-135, «The indictment must not be double; that is to say, no one count of the indictment should charge the defendant with having committed two or more separate offences.». Στην προκειμένη περίπτωση, στην έκθεση αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, περιλαμβάνονται σαφώς δύο διακριτά ποινικά αδικήματα, ήτοι το αδίκημα της απάτης (άρθρο 300 του Κεφ. 154) και το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία (άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154). Η προτεινόμενη πέμπτη κατηγορία, αφορά σε αδίκημα που κατ' ισχυρισμό διέπραξε η κατηγορούμενη 1. Έχει ληφθεί, σημειώνω, άδεια από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (στα πλαίσια της Αίτ. Αρ. 168/12) για συνέχιση της παρούσας εναντίον της υπό εκκαθάριση, πλέον, εταιρείας. Η κατηγορούμενη 1 δεν έχει εμφανισθεί για να υπερασπισθεί τον εαυτό της σε σχέση με την κατηγορία που τώρα αντιμετωπίζει, και δεν αντιπροσωπεύθηκε από δικηγόρο στη μέχρι τώρα ακροαματική διαδικασία. Τυχόν έγκριση του αιτήματος για προσθήκη νέας κατηγορίας εναντίον της, αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε ανάγκη επίδοσης του τροποποιημένου κατηγορητηρίου στους εκκαθαριστές της κατηγορουμένης 1 οι οποίοι έχουν συνταγματικό δικαίωμα να εμφανιστούν και να υπερασπισθούν αυτήν στα πλαίσια της παρούσας. Η προσθήκη, λοιπόν της κατηγορίας δυνατό να επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της κατηγορουμένης 1 η οποία επέλεξε μεν να μην εμφανισθεί για να υπερασπισθεί τον εαυτό της όσον αφορά την υφιστάμενη κατηγορία (παράβαση του άρθρου 305Α
(2)), δυνατό όμως να επιλέξει να υπερασπισθεί τον εαυτό της όσον αφορά στη νέα κατηγορία (παράβαση του άρθρου 305Α
(1)), χωρίς, όμως να έχει την ευκαιρία να ακούσει τη μαρτυρία των ΜΚ1 και κυρίως του ΜΚ2 (ο οποίος αναφέρθηκε, σημειώνω, σε ύπαρξη ψηλού χρεωστικού υπολοίπου στον λογαριασμό της κατηγορουμένης 1) και χωρίς τα συμφέροντα αυτής να προστατεύονται από δικηγόρο όταν η εν λόγω μαρτυρία εδίδετο. Πέραν τούτου, η επιβαλλόμενη, σε περίπτωση τροποποίησης, επίδοση του τροποποιημένου κατηγορητηρίου στην κατηγορουμένη 1, θα προκαλέσει καθυστέρηση στη δίκη και, κατ' επέκταση, δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων και των κατηγορουμένων 2 και 3 για διάγνωση της τυχόν ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Τελειώνοντας και αναφορικώς με το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος, θα ήθελα να πω και τα εξής. Η παραπονούμενη εταιρεία επέλεξε να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον των κατηγορουμένων. Τούτο ήτο δικαίωμα της (βλ. Ttofinis v. Theocharides κ.α.
(1983)2 C.L.R. 363). Ούσα ιδιώτης, δεν έχει τις ανακριτικές εξουσίες που η Αστυνομία έχει με βάση το Μέρος ΙΙ του Κεφ. 155, και όπως αμφότεροι οι συνήγοροι αποδέχονται οι ιδιώτες δεν έχουν πρόσβαση στα τραπεζικά αρχεία πριν τη σύνταξη του κατηγορητηρίου. Τέτοια πρόσβαση αποκτάται μετά την καταχώρηση της υπόθεσης.[7] Σημειώνω όμως, ότι στην προκειμένη περίπτωση ακόμη και πριν την καταχώρηση της υπόθεσης σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1 αυτός πληροφορήθηκε από την Τράπεζα για τον λόγο μη τίμησης της επίδικης επιταγής[8] και περαιτέρω ο ΜΚ1 στις 16.1.13 πληροφορήθηκε, ως υποστήριξε, από κάποια κυρία Λούση, υπάλληλο της κατηγορουμένης 1, πως η κατηγορούμενη 1 είχε καταχωρηθεί στο ΚΑΠ.[9] Σε κάθε περίπτωση, από της καταχώρησης της υπόθεσης παρήλθαν πέντε περίπου έτη. Αποτελεί κατά τη γνώμη μου, ελάχιστη υποχρέωση των ιδιωτών κατηγόρων να επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια τόσο κατά τη σύνταξη των κατηγορητηρίων καθώς και κατά την προετοιμασία της υπόθεσης τους για ακρόαση και πάντως άμεσα μετά την απόκτηση πρόσβασης στο αναγκαίο μαρτυρικό υλικό, να εντοπίζουν τυχόν ελλείψεις στα κατηγορητήρια, ούτως ώστε αιτήματα όπως αυτό που υποβλήθηκε στα πλαίσια της παρούσας, να υποβάλλονται έγκαιρα και σε χρόνο που τα δικαιώματα των κατηγορουμένων δεν θα επηρεάζονται δυσμενώς. Υπό το φως των ανωτέρω, το αίτημα για προσθήκη τεσσάρων κατηγοριών, απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «Στην υπόθεση R. v. Robert Anthony Payne 34 Cr. App. R. 43, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος του εφεσείοντος, τονίστηκε ότι η ορθή πρακτική σε κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ομού συγκατηγορούμενοι είναι η εξής: Εάν μεν ο ένας ή ορισμένοι εκ των συγκατηγορουμένων παραδέχονται ενοχή και οι άλλοι όχι, τότε η ορθή πορεία για το Δικαστήριο είναι να αναστείλει την επιβολή ποινής σε αυτόν ή αυτούς που έχουν παραδεχθεί μέχρι την ολοκλήρωση της δίκης για τους υπόλοιπους που δεν έχουν παραδεχθεί. Κατ' αυτό τον τρόπο, το Δικαστήριο γνωρίζει κατά την επιβολή της ποινής όλα τα γεγονότα για όσους καταδικαστούν ώστε να δύναται να εκτιμήσει ορθά την τυχόν διαφορετική εμπλοκή εκάστου στη διάπραξη των αδικημάτων. Ο κανόνας αυτός, όμως, δεν ισχύει όταν ο κατηγορούμενος ο οποίος παραδέχεται ενοχή θα κληθεί ταυτόχρονα από την κατηγορούσα αρχή ως μάρτυρας. Σ' αυτή την περίσταση, η ορθή πρακτική είναι να επιβληθεί αμέσως ποινή ώστε να μην υπάρχει υποψία ότι η μαρτυρία του πρώην συγκατηγορουμένου έχει μιασθεί εξ αιτίας της ενδεχομένως εύλογης ελπίδας ότι θα εξασφαλίσει μια ελαφρύτερη ποινή ως αποτέλεσμα της μαρτυρίας που θα προωθήσει.» [2] Βλ. Pouris v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, 162. [3] «The accused is likely to be embarrassed in his defence if an altogether new count is sprung upon him where he could not reasonably foresee such eventuality.» [4] «
(6)R. v. O'Connor [1997] Crim.L.R. 516, CA (wrong to permit addition of further count in order to put prosecution case on different basis, after submission of no case; defendant deprived of putting his case in way that he would have done if prosecution put in that way from outset).». [5] «
  1. Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» «
  2. Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» [6] «305Α
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές:» [7] Βλ. αγόρευση του κ. Χριστοδούλου, σελ. 7 των πρακτικών ημερ. 24.1.18 και αγόρευση του κ. Παπαχαραλάμπους, σελ. 8 των πρακτικών της ίδιας ημερομηνίας. [8] Βλ. πρακτικά ημερ. 18.12.17, σελ. 15. [9] Βλ. πρακτικά ημερ. 18.12.17, σελ. 19 και 20. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.