← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Malkit Singh, Υποθ. αρ.: 14850/17, 7/2/2018

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Malkit Singh, Υποθ. αρ.: 14850/17, 7/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 14850/17 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. Malkit Singh Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7 Φεβρουαρίου 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Κυθραιώτου για Γενικό Εισαγγελέα Κατηγορούμενος παρών, εμφανίζεται αυτοπροσώπως Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν παραδοχής ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε συνολικά τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης με θύμα τον Varinder Singh από την Ινδία, οι κατηγορίες 2 και 4 αφορούν τα αδικήματα της απόπειρας φόνου και της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, αντίστοιχα, έναντι στη Susila Puvirajasingam από τη Σρι Λάνκα, και η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύκτας με σκοπό τη διάπραξη του κακουργήματος του φόνου εκ προμελέτης. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 27.8.17 στον Άγιο Δομέτιο της επαρχίας Λευκωσίας. Σημειώνεται πως αρχικώς ο Κατηγορούμενος εκπροσωπείτο από δικηγόρο και πριν την απάντηση στις κατηγορίες, εξέφρασε την επιθυμία να παρουσιαστεί μόνος και να δηλώσει παραδοχή. Παρά την υπόδειξη του Δικαστηρίου για τη σοβαρότητα της υπόθεσης και τις διάφορες επιλογές του, ο Κατηγορούμενος επέμενε στη θέση του ως ανωτέρω. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως ακολούθως. Ο Κατηγορούμενος γεννήθηκε στις 4.8.91 και κατάγεται από την Ινδία. Το 2011 ήρθε στην Κύπρο για εργασία και κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως υπάλληλος εστιατορίου στην επαρχία Λάρνακας. Ο Varinder Singh (εφεξής «το θύμα») γεννήθηκε στις 5.5.92 στην Ινδία, ήρθε στην Κύπρο τον Ιούνιο του 2016 και φοιτούσε σε κολλέγιο της επαρχίας Λευκωσίας. Η Susila Puvirajasingam (εφεξής «η παραπονούμενη») γεννήθηκε στις 6.2.73 στη Σρι Λάνκα. Αφίχθη για πρώτη φορά στην Κύπρο το 2011 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Κατά τον επίδικο χρόνο η παραπονούμενη διέμενε με άλλους αλλοδαπούς στην ανώγεια οικία στην οδό Κηφισίας 14, στον Αγ. Δομέτιο της επαρχίας Λευκωσίας. Ο Κατηγορούμενος και η παραπονούμενη γνωρίστηκαν περί το 2014 και ακολούθως συνήψαν δεσμό ο οποίος σε κάποιο στάδιο διαλύθηκε. Η παραπονούμενη και το θύμα γνωρίστηκαν τον Απρίλιο του 2017 και συνήψαν δεσμό ο οποίος ακολούθως έγινε γνωστός στον Κατηγορούμενο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα εντός του μηνός Αυγούστου του 2017, πριν το επίδικο συμβάν, ο Κατηγορούμενος να αρχίσει να πιέζει την παραπονούμενη να γίνουν ξανά ζευγάρι. Η άρνηση της τελευταίας στην εν λόγω επιθυμία του Κατηγορουμένου τον οδήγησε στο να απειλεί την παραπονούμενη μέσω τηλεφωνημάτων και μηνυμάτων ότι θα σκότωνε την ίδια και το θύμα εάν αυτή δεν διέκοπτε τη σχέση της με το θύμα. Το πρωί της 20ης Αυγούστου 2017, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο της, ο Κατηγορούμενος κατάφερε να εισέλθει εντός της οικίας και να την εντοπίσει. Συγκεκριμένα, με τη χρήση σκάλας, ανέβηκε στο μπαλκόνι της οικίας που οδηγεί στο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης, έχοντας μαζί του ένα δοχείο με βενζίνη. Υπέδειξε το δοχείο στην παραπονούμενη λέγοντας της πως θα την έκαιγε με αυτό και πως θα την σκότωνε σε περίπτωση που αυτή δεν δεχόταν να ήταν ξανά μαζί του. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε την οικία, αφήνοντας το δοχείο στο υπνοδωμάτιο της. Το βράδυ της 26ης Αυγούστου 2017 το θύμα και η παραπονούμενη βρίσκονταν μαζί στο υπνοδωμάτιο της τελευταίας. Αφού συζήτησαν και είχαν σεξουαλική επαφή, ξάπλωσαν μαζί για να κοιμηθούν. Ενόσω κοιμούνταν, αφού περί τις 01:40 της 27ης Αυγούστου ο Κατηγορούμενος τελείωσε την εργασία του σε εστιατόριο, γύρω στις 02:20 μετέβη με ταξί στην περιοχή όπου βρισκόταν η οικία της παραπονούμενης. Περί τις 03:15 ο Κατηγορούμενος πήρε μια αλουμινένια σκάλα η οποία ανήκε σε γείτονα και αφού την τοποθέτησε σε τοίχο της οικίας ανέβηκε στο μπαλκόνι του υπνοδωματίου της παραπονούμενης έχοντας στην κατοχή του ένα μαχαίρι. Ακολούθως μέσω της μπαλκονόπορτας εισήλθε εντός του υπνοδωματίου, όπου αντίκρισε την παραπονούμενη και το θύμα στο κρεβάτι. Έχοντας πρόθεση να τους σκοτώσει, άρχισε να μαχαιρώνει το θύμα σε διάφορα σημεία του σώματος του και ακολούθως την παραπονούμενη. Η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει και να καλεί βοήθεια με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να τραπεί σε φυγή. Η παραπονούμενη και το θύμα βγήκαν έξω από το δωμάτιο και το θύμα έπεσε αιμόφυρτο στο έδαφος. Ένας από τους αλλοδαπούς συγκάτοικους της παραπονούμενης κάλεσε την Αστυνομία και ζήτησε ασθενοφόρο. Αφού αποχώρησε από την οικία, ο Κατηγορούμενος πέταξε το μαχαίρι στην αυλή ενός γειτονικού σπιτιού και πέρασε μέσω του οδοφράγματος του Λήδρα Πάλας στις κατεχόμενες περιοχές. Ο Κατηγορούμενος είχε προμηθευτεί το μαχαίρι από το εστιατόριο στο οποίο εργαζόταν λίγες μέρες πριν το επίδικο συμβάν. Το μαχαίρι χρησιμοποιείτο από τους υπαλλήλους του εστιατορίου για την κοπή κρέατος και είχε λεπίδα μήκους 23,5 εκ. Λίγο αργότερα το θύμα και η παραπονούμενη μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Εκεί οι γιατροί διαπίστωσαν πως το θύμα ήταν σε κρίσιμη κατάσταση. Έφερε τέσσερα συνολικά βαθιά τραύματα στην πλάτη, ένα θλαστικό τραύμα στη βάση της κεφαλής και ένα θλαστικό τραύμα στον αντιβραχίονα. Ήταν αιμοδυναμικά ασταθής με χαμηλές πιέσεις, δυσπνοικός, βρισκόταν σε σύγχυση και λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους γιατρούς για να τους δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες. Προς σταθεροποίηση της κατάστασης του, του χορηγήθηκαν ενδοφλέβια υγρά, οξυγόνο και φιάλες αίματος, ενώ τοποθετήθηκε θωρακοσωλήνας για παροχέτευση αίματος και αέρα. Στη συνέχεια το θύμα παρουσίασε άσφυγμη ηλεκτρική δραστηριότητα και ως εκ τούτου οι γιατροί αμέσως ξεκίνησαν τη διαδικασία της καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης. Το θύμα παρουσίασε ανάκαμψη από την ανακοπή και έτσι οι γιατροί συνέχισαν την προσπάθεια σταθεροποίησης του. Λίγη ώρα αργότερα το θύμα παρουσίασε εκ νέου ανακοπή με άσφυγμη ηλεκτρική δραστηριότητα και συνεπώς επανεκκίνησε η διαδικασία της καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης με καρδιακές μαλάξεις και χορήγηση φαρμάκων, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Το θύμα απεβίωσε στις 06:20 της ίδιας μέρας, λόγω αιμορραγικού σοκ συνεπεία της θλάσης πνεύμονα και ήπατος που είχε υποστεί από τα μαχαιρώματα τα οποία δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο. Από τα μαχαιρώματα που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο η παραπονούμενη υπέστη τέσσερα διαμπερή τραύματα στην κοιλιακή χώρα, τραύματα στον θώρακα και στα γόνατα. Υπεβλήθη σε άμεση αξονική τομογραφία, από την οποία διαπιστώθηκε ότι είχε ελεύθερο αέρα στην κοιλιά και έτσι οδηγήθηκε εσπευσμένα στο χειρουργείο για επείγουσα ερευνητική λαπαροτομία. Η παραπονούμενη είχε υποστεί διανοίξεις του περιτόναιου, διάτρηση του στομάχου σε δύο σημεία και κάταγμα κατώτερης πλευράς αριστερά. Έγινε πλύση της κοιλιάς, επιμελής αιμόσταση και συρραφή. Τοποθετήθηκαν επίσης παροχετευτικοί σωλήνες. Η παραπονούμενη νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μέχρι τις 11.9.17, αφού η κατάσταση της υγείας της ήταν σοβαρή και παρουσίαζε πυρετικά επεισόδια από τις 4 μέχρι και τις 7.9.17. Πριν η παραπονούμενη υποβληθεί σε επέμβαση, κατονόμασε σε μέλη της Αστυνομίας τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο τραυμάτισε την ίδια και το θύμα, αναφέροντας τους προφορικά τι είχε συμβεί το επίδικο βράδυ. Την ίδια μέρα η Αστυνομία εξασφάλισε τα πλήρη στοιχεία του Κατηγορουμένου και δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Έγιναν εξετάσεις προς εντοπισμό του χωρίς όμως οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Στις 13.9.17 εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορουμένου Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης η Αστυνομία έλαβε οπτικό υλικό από κλειστό κύκλωμα που υπήρχε στην περιοχή της οικίας, το οποίο παρουσιάζει έναν άντρα να περιφέρεται έξω από την οικία της παραπονούμενης κατά τις επίδικες ώρες και ακολούθως να μεταφέρει μια σκάλα. Στις 6.9.17 ο Κατηγορούμενος, σε τηλεφωνική επικοινωνία με ομοεθνή συνάδελφο του, παραδέχθηκε ότι προσπάθησε να σκοτώσει το θύμα και την παραπονούμενη αναφέροντας του ότι η παραπονούμενη ήταν πολύ τυχερή που ήταν ζωντανή. Επίσης, πριν τη σύλληψη του, ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την παραπονούμενη εξηγώντας της ότι σκότωσε το θύμα και μαχαίρωσε την ίδια λόγω της ζήλιας που ένιωθε. Στις 17.11.17 ο υπεύθυνος του ΤΑΕ Λευκωσίας ενημερώθηκε από μέλος του Δικοινοτικού Γραφείου Επαφής ότι ο Κατηγορούμενος ήταν υπό την επιτήρηση των Ηνωμένων Εθνών. Την ίδια μέρα και στις 11:10 στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας, μέλος του ΤΑΕ Αρχηγείου συνέλαβε τον Κατηγορούμενο με δικαστικό ένταλμα σύλληψης. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «I don't have to say anything». Έκτοτε τελεί υπό κράτηση. Ακολούθως την ίδια μέρα στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση κατά την οποία παραδέχθηκε ότι ήταν το πρόσωπο που μαχαίρωσε το θύμα και την παραπονούμενη, δίδοντας τη δική του εκδοχή επί των γεγονότων. Στις 20.11.17 ο Κατηγορούμενος προέβη σε υποδείξεις σκηνών. Συγκεκριμένα υπέδειξε στην Αστυνομία ολόκληρη τη διαδρομή που ακολούθησε από τον χώρο εργασίας του μέχρι το σημείο που αποχώρησε μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Για σκοπούς επιβολής ποινής και κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Ερωτηθείς ο Κατηγορούμενος κατά πόσο επιθυμούσε να αναφέρει οτιδήποτε στο Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής ποινής αυτός δήλωσε πως δεν είχε να πει οτιδήποτε. Σύμφωνα με το άρθρο 203

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, κάθε πρόσωπο που βρίσκεται ένοχο για φόνο εκ προμελέτης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου. Όσον αφορά τα αδικήματα των υπόλοιπων κατηγοριών, η σοβαρότητα αυτών είναι δεδομένη και αντανακλάται πρωτίστως στις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές, οι οποίες και αποτελούν τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Με βάση το άρθρο 214 του Κεφ. 154, το αδίκημα της απόπειρας φόνου θεωρείται κακούργημα για το οποίο προβλέπεται ως μέγιστη ποινή η διά βίου φυλάκιση. Το άρθρο 292 του Κεφ. 154 προνοεί πως η διάρρηξη κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύκτας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δέκα ετών. Σύμφωνα με το άρθρο 231 του Κεφ. 154, όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι επτά ετών ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές. Δεν χωρεί αμφιβολία πως το σοβαρότερο από τα αδικήματα των κατηγοριών 2-4 είναι αυτό της απόπειρας φόνου. Η σοβαρότητα αυτού του αδικήματος προκύπτει σαφώς από τη μέγιστη προβλεπόμενη ποινή καθώς επίσης και από την ίδια τη φύση του εφόσον στρέφεται εναντίον της ίδιας της ζωής. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 231 «Η ιερότητα της ζωής και η προστασία της αποτελούν την πρώτη σε ιεράρχηση μέριμνα της κάθε πολιτισμένης κοινωνίας». Συναφώς στην υπόθεση Τσεκούρα v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 563 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό. Η αφαίρεση της είναι το μέγιστο έγκλημα (Ονησίλλου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ.556, 584). Αλλά, και κάθε εκ προθέσεως πράξη που θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή, το ύψιστο αυτό αγαθό, ενέχει σοβαρή ποινική, κοινωνική και ηθική απαξία.» Η παρούσα υπόθεση αφορά δυστυχώς ένα στυγερό και αποτρόπαιο έγκλημα. Τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν μια τραγική και ομολογουμένως λυπηρή κατάσταση κατά την οποία ο Κατηγορούμενος, μη αποδεχόμενος τον χωρισμό του με την παραπονούμενη και εφόσον οι όποιες πιέσεις του προς αυτή για επανασύνδεση τους δεν καρποφορούσαν, έλαβε την απόφαση να της αφαιρέσει τη ζωή. Αυτή η πρόθεση του μάλιστα γνωστοποιήθηκε προς την παραπονούμενη με διάφορους τρόπους, ήτοι μέσω απειλητικών τηλεφωνημάτων και μηνυμάτων, καθώς επίσης και με την πράξη του να εισέλθει στο υπνοδωμάτιο της με το δοχείο βενζίνης απειλώντας να την κάψει εάν αυτή δεν δεχόταν να επανασυνδεθεί μαζί του. Ήταν εμφανές πως ο Κατηγορούμενος επ΄ ουδενί λόγω δεν δεχόταν ή σεβόταν την απόφαση της παραπονούμενης να μην είναι πλέον μαζί, και η ειλημμένη του απόφαση και σκοπός να τη σκοτώσει εάν αυτή δεν δεχόταν να επανασυνδεθούν, είχε κάποια διάρκεια χρόνου και εξελίχθηκε σταδιακά από λεκτική σε πράξη. Αυτός ο ανίερος σκοπός του αρχικά εκφράστηκε στην παραπονούμενη εξ αποστάσεως μέσω τηλεφώνου, ενώ στη συνέχεια, ως καταγράφονται τα γεγονότα ανωτέρω, φαίνεται η κλιμάκωση της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου η οποία οδήγησε στην πρώτη επίσκεψη του στο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης κρατώντας το δοχείο βενζίνης. Ομολογουμένως αυτή η συμπεριφορά του αποκαλύπτει ένα άνθρωπο επικίνδυνο και αποφασισμένο να φθάσει σε ακραίες ενέργειες και να χρησιμοποιήσει κάθε αθέμιτο μέσο προκειμένου να επιτύχει τον στόχο της επανασύνδεσης του με την παραπονούμενη. Προκαλεί φρίκη ο αναλογισμός των ενδεχομένων συνεπειών εκτέλεσης της πρόθεσης του με τη χρήση εκείνης της ύλης, και παρόλο που εκείνη τη μέρα ο ίδιος εγκατέλειψε την οικία, εντούτοις άφησε το δοχείο εκεί, προφανώς ως ένα μήνυμα εκφοβισμού και απειλής πως εάν η παραπονούμενη δεν ενέδιδε στις επιθυμίες του το όλο ζήτημα δεν τελείωνε εκεί. Με αυτά τα δεδομένα, καθίσταται εύκολα και εύλογα αντιληπτό πως αυτή η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου προκάλεσε την ανασφάλεια, τον φόβο και τον τρόμο στην παραπονούμενη, εφόσον αυτή ήταν αποδέκτης των, ως άνω, απειλών για την ίδια της τη ζωή και βίωσε την παραβίαση της οικίας και του υπνοδωματίου της από τον Κατηγορούμενο ο οποίος είχε σαφείς απειλητικές και επικίνδυνες προθέσεις. Στη συνέχεια, αντιμέτωπος με τη μη ανταπόκριση της παραπονούμενης στην επιθυμία του, ο Κατηγορούμενος παρέμεινε ανένδοτος και αμείλικτος όσον αφορά τον σκοπό του, εξ ου και λίγες μέρες μετά την πρώτη μετάβαση του στην οικία της παραπονούμενης και πριν το επίδικο συμβάν, προμηθεύτηκε το μαχαίρι από τον χώρο εργασίας του. Αυτή η ενέργεια δείχνει την απόλυτη αποφασιστικότητα του Κατηγορουμένου να υλοποιήσει την απόφαση του με τη χρήση άλλης μεθόδου, ήτοι με μαχαίρι. Έτσι, η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου κορυφώθηκε την επίδικη νύκτα όταν μετά την εργασία του πήγε με ταξί, από τη Λάρνακα στη Λευκωσία, στην οικία της παραπονούμενης, πήρε σκάλα και ανέβηκε στο υπνοδωμάτιο της, όπου λόγω της ώρας ήταν αναμενόμενο πως αυτή θα κοιμόταν, επομένως θα ήταν και εύκολος και αδύναμος στόχος. Μόλις αντίκρισε την παραπονούμενη να ξαπλώνει με το θύμα, προέβη στην ανίερη και βάναυση του ενέργεια μαχαιρώνοντας την ανελέητα, με στόχο τον θάνατο της. Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν δύσκολα αποτυπώνονται με λόγια. Ενώ η παραπονούμενη κοιμόταν με τον σύντροφο της, αυτή ξύπνησε σε ένα εφιάλτη βίας και αγριότητας με τα κτυπήματα στο θύμα και ακολούθως στην ίδια. Ευτυχώς η αντίδραση της με τις φωνές ώθησαν τον Κατηγορούμενο να τραπεί σε φυγή και να γίνει αντιληπτή από συγκάτοικους της οι οποίοι κάλεσαν ασθενοφόρο. Θεωρούμε άκρως σοβαρό και επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος είχε διαμορφώσει την πρόθεση του να επιφέρει τον θάνατο στην παραπονούμενη σε κάποια διάρκεια χρόνου, μέχρι και την υλοποίηση της, καθ΄ ον χρόνο μάλιστα της εξέφραζε αυτή την πρόθεση και προέβαινε σε διάφορες ενέργειες προς υλοποίηση της. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως ο Κατηγορούμενος προφανώς οδηγήθηκε σε αυτή την κατάσταση, λόγω των αισθημάτων του προς την παραπονούμενη και της ζήλιας που αισθανόταν, όπως την εξέφρασε και στο τηλεφώνημα προς την ίδια την παραπονούμενη μετά το συμβάν. Δεχόμαστε πως ο Κατηγορούμενος κυριαρχείτο από συναισθηματική φόρτιση λόγω της διακοπής της σχέσης του με την παραπονούμενη και της επιθυμίας του να επανασυνδεθούν, πλην όμως τα γεγονότα δείχνουν πως ο Κατηγορούμενος, την επίδικη χρονική στιγμή διάπραξης των αδικημάτων, δεν ενήργησε στιγμιαία υπό την κυριαρχία του πάθους του προς την παραπονούμενη, αλλά πως αυτός είχε από μέρες προηγουμένως σχηματίσει την πρόθεση του να θέσει τέρμα στη ζωή της παραπονούμενης, την οποία και τελικώς έβαλε σε πράξη. Η ενέργεια του να πάρει το μαχαίρι από τον χώρο εργασίας του λίγες μέρες προηγουμένως και να διανύσει μια απόσταση από μια επαρχία σε άλλη κατά τις πρωινές ώρες της επίδικης μέρας, σαφώς αποκαλύπτει πως ο Κατηγορούμενος ενήργησε πλήρως οργανωμένα και επί σκοπώ. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, προκύπτει πως οι επίδικες πράξεις του Κατηγορουμένου δεν ήταν απότοκο μιας στιγμιαίας αντίδρασης αλλά μιας προειλημμένης και καθόλα προσχεδιασμένης απόφασης να θέσει τέρμα στη ζωή της παραπονούμενης. Αναμφίβολα πρόκειται για ένα στυγερό έγκλημα, και τα όποια αισθήματα του Κατηγορουμένου ουδόλως αποτελούν βάσιμη δικαιολογία για τις βάρβαρες αυτές πράξεις του και δη την προσπάθεια αφαίρεσης του υψίστου αγαθού, της ζωής ενός συνανθρώπου του. Ακόμα και μέρες μετά το στυγερό του έγκλημα, δεν δίστασε με ψυχρότητα και χωρίς ίχνος μεταμέλειας για τις πράξεις του, να επικοινωνήσει με την ίδια την παραπονούμενη και να της αναφέρει τους λόγους για τους οποίους προέβη στις πράξεις του και ακόμα να επικοινωνήσει με συνάδελφο του και με πλήρη απαξία και παντελή έλλειψη σεβασμού προς τη ζωή της παραπονούμενης, να λέει πως αυτή ήταν πολύ τυχερή που ήταν ακόμα ζωντανή. Τέτοια συμπεριφορά δεν χωρεί σε μια ευνομούμενη κοινωνία όπου οι πολίτες και κάτοικοι της πρέπει να νιώθουν ασφάλεια και προστασία και τα Δικαστήρια οφείλουν με σταθερότητα να αποστέλλουν «το μήνυμα ότι οι εγκληματίες οι οποίοι αδίστακτα είναι έτοιμοι να αφαιρέσουν ακόμα και τη ζωή συνανθρώπου τους πρέπει να τιμωρούνται παραδειγματικά», όπως λέχθηκε στην υπόθεση Wasel v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 682 η οποία αφορούσε τα αδικήματα της απόπειρας φόνου και της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Θεωρούμε σημαντικό επίσης το γεγονός πως η παραπονούμενη κατέστη μάρτυρας της βάναυσης συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου προς το θύμα και η οποία επέφερε το μοιραίο, και ταυτόχρονα πως η ίδια υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς. Η περιγραφή της κατάστασης της μιλά αφ΄ εαυτής και αποδίδουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στη φύση των τραυματισμών της οι οποίοι προκλήθηκαν από αριθμό μαχαιρωμάτων, στη συνολική διάρκεια νοσηλείας της και στην παρουσία πυρετικών επεισοδίων. Στην απουσία σχετικής αναφοράς, θεωρούμε πως η παραπονούμενη έχει αναρρώσει, χωρίς βεβαίως αυτό να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα της όλης κατάστασης της μέχρι την απόλυση της από το Νοσοκομείο. Είναι ευτύχημα πως η παραπονούμενη, πριν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, ήταν σε θέση να κατονομάσει τον δράστη και να περιγράψει τα γεγονότα, ούτως ώστε η εξακρίβωση της ταυτότητας του δράστη να ήταν δυνατή. Αυτό έχει τη σημασία του, εφόσον αμέσως μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος, αντιλαμβανόμενος πλήρως τη φύση και τις συνέπειες των πράξεων του, διέφυγε στις κατεχόμενες περιοχές, με προφανή σκοπό την αποφυγή της σύλληψης του. Οι έρευνες της Αστυνομίας απέβησαν άκαρπες με αποτέλεσμα την έκδοση Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του και διήρκησαν τρεις μήνες, μέχρι τον εντοπισμό του από μέλη των Ηνωμένων Εθνών. Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο πως παρά την εγγενή σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία ο Κατηγορούμενος διέπραξε, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε ως ελαφρυντικό παράγοντα το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν πως μετά τη σύλληψη του, αυτός προέβη σε ανακριτική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, προβάλλοντας τις δικές του θέσεις, παρόλο που η όλη του συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομένων και των τηλεφωνικών του επικοινωνιών, μετά το συμβάν, με την παραπονούμενη και συνάδελφο του, δεν άφηνε περιθώριο άρνησης των βάναυσων πράξεων του. Συνεκτιμούμε επίσης πως λίγες μέρες αργότερα συνεργάστηκε με την Αστυνομία, μέσω υποδείξεων σκηνών και της διαδρομής που ακολούθησε την επίδικη νύκτα. Επιπλέον λαμβάνουμε υπόψιν την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η όλη στάση του Κατηγορουμένου στο εδώλιο, από την πρώτη μέρα εμφάνισης του ενώπιον μας, κατέδειξε την πλήρη αντίληψη των πράξεων του και τη συνειδητοποίηση του λάθους του για το οποίο ήθελε μόνος να δηλώσει παραδοχή και ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεων του. Παρά την καθόλα αποτρόπαια συμπεριφορά του έναντι της παραπονούμενης, εντούτοις το γεγονός της άμεσης παραδοχής του αποτελεί στοιχείο έμπρακτης μεταμέλειας, η οποία πρέπει να αμείβεται με την ανάλογη έκπτωση. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.» Τέλος, λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές του συνθήκες, όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνουμε υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος είναι 26 ετών, άγαμος και προέρχεται από συγκροτημένη, πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του διαμένουν στην Ινδία, ο πατέρας του είναι κτηνοτρόφος και η μητέρα του οικοκυρά. Είναι το δεύτερο σε σειρά από τα πέντε παιδιά της οικογένειας του. Δύο από τα αδέλφια του είναι έγγαμα και διαμένουν με τις οικογένειες τους στην Ινδία ενώ τα άλλα δύο είναι άγαμα και διαμένουν με τους γονείς τους. Οι σχέσεις του με τα μέλη της πατρικής οικογένειας περιγράφονται από τον ίδιο ως ικανοποιητικές. Ο Κατηγορούμενος, το 2011, με την αποφοίτηση του από το Λύκειο στη χώρα του, λόγω οικονομικών δυσκολιών της οικογένειας του, ήρθε στην Κύπρο για εργασία. Εξασφάλισε άδεια παραμονής και εργασίας και εγκαταστάθηκε στην περιοχή Ακακίου όπου απασχολείτο ως εργάτης σε κτηνοτροφική μονάδα για έξι έτη. Ακολούθως, μετακόμισε στη Λευκωσία όπου διέμενε με συμπατριώτες του και συντηρείτο οικονομικά από την απασχόληση του ως μάγειρας σε εστιατόριο της Λάρνακας. Σύμφωνα με την Έκθεση, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ή χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών. Δήλωσε παραδοχή και εξέφρασε τη μεταμέλεια του στη Λειτουργό για τα αδικήματα και επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Απομένει ο καθορισμός του ύψους της ποινής στις κατηγορίες 2-4. Όπως διαφαίνεται και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τέτοιας φύσης αδικήματα, αυτά αντιμετωπίζονται με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, και δη φυλάκισης, οι οποίες ειδικά για το αδίκημα της απόπειρας φόνου είναι κατά κανόνα πολυετείς. Εδώ κρίνουμε χρήσιμη την παραπομπή σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου για παρόμοιας φύσης αδικήματα, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζουμε την αρχή πως τέτοιες προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά αυτής και του παραβάτη. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1. Στην υπόθεση Αναστασίου v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492, ο εφεσείων, πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, ενεργώντας υπό το κράτος συναισθηματικής ερωτικής φόρτισης, πυροβόλησε απρόκλητα, εξ επαφής με κυνηγετικό όπλο τον σύζυγο της γυναίκας με την οποία διατηρούσε προηγουμένως μακροχρόνιο ερωτικό δεσμό, έξω από το σπίτι του, τραυματίζοντας τον κρίσιμα. Το Κακουργιοδικείο, κατόπιν ακρόασης, έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο για απόπειρα φόνου και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης 13 ετών. Το Εφετείο επικύρωσε τόσο την καταδίκη όσο και την ποινή, απορρίπτοντας τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης πως επρόκειτο για αδίκημα διαπραχθέν χωρίς σχεδιασμό αλλά υπό το κράτος ερωτικού πάθους, πως οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντος δεν είχαν ληφθεί επαρκώς υπόψιν και πως δεν εκτιμήθηκε ορθά η απουσία μόνιμης αναπηρίας στον παραπονούμενο. Το Εφετείο τόνισε πως στην προκειμένη περίπτωση ο εφεσείων ενήργησε εντελώς απρόκλητα, πως οι επιπτώσεις στην οικογένεια του από τη φυλάκιση του αποτελούν μεν ελαφρυντικό παράγοντα αλλά όχι αποφασιστικής σημασίας και πως η απουσία μόνιμης αναπηρίας είχε πολύ μειωμένη σημασία λόγω της ιδιαίτερα κρίσιμης κατάστασης του παραπονούμενου, λέγοντας πως «Στον καθορισμό της εγκληματικότητας του δράστη λαμβάνονται σοβαρά υπόψη ο σχεδιασμός και ο βαθμός αδιαφορίας για την ανθρώπινη ύπαρξη». Στην υπόθεση Wasel v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) θύματα ήταν τρεις αλλοδαποί οι οποίοι, ενώ κοιμόντουσαν ανυποψίαστοι στην οικία τους, τραυματίστηκαν σοβαρά από τρεις ή τέσσερις άντρες, μεταξύ των οποίων και ο εφεσείων. Κατόπιν καταδίκης, το Κακουργιοδικείο επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών για απόπειρα φόνου και 6 ετών για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Το Εφετείο ανέφερε πως το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψιν τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του εφεσείοντος, το λευκό ποινικό μητρώο του, παράγοντες τους οποίους στάθμισε με την εγγενή σοβαρότητα των αδικημάτων, την προμελετημένη και καλά σχεδιασμένη ενέργεια των δραστών, τον βάναυσο τρόπο εκτέλεσης του εγκλήματος και τα σοβαρά κατάλοιπα στην υγεία των θυμάτων και επικύρωσε τις ποινές. Στην υπόθεση Τσεκούρα v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ο εφεσείων τραυμάτισε σοβαρά με πυροβολισμούς τον παραπονούμενο ενόσω και οι δύο βρίσκονταν εντός του οχήματος του πρώτου, το οποίο ήταν ακινητοποιημένο στην άκρη του δρόμου, σε πολύ μικρή απόσταση από το σπίτι του. Του τραυματισμού προηγήθηκε έντονη λογομαχία μεταξύ τους. Το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη για απόπειρα φόνου καθώς επίσης και την επιβληθείσα ποινή των 13 ετών. Τέλος, στην πιο πρόσφατη υπόθεση Νεοπτολέμου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 80/15, ημ. 2.12.16, το Κακουργιοδικείο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο για, μεταξύ άλλων, απόπειρα φόνου και κατοχή και χρήση πυροβόλου όπλου και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 6 ετών. Ο εφεσείων επισκέφθηκε καφετέρια και ζήτησε μια μπύρα και στην άρνηση του ιδιοκτήτη, αντέδρασε και προσπάθησε να οδηγήσει το αυτοκίνητο του μέσα στην καφετέρια. Ο παραπονούμενος, ο οποίος καθόταν στην καφετέρια, τον πλησίασε και προσπάθησε να τον ηρεμήσει. Ο εφεσείων όμως άρχισε να βρίζει και να ρίχνει ποτήρια στον δρόμο και μετά ανέσυρε από την τσέπη του ηλεκτροφόρο ρόπαλο διοχετεύοντας ηλεκτρικό ρεύμα στο χέρι του ιδιοκτήτη και στον ομφαλό του παραπονούμενου, ενέργεια που προκάλεσε την αντίδραση του τελευταίου ο οποίος τον κτύπησε με μια καρέκλα. Τότε ο εφεσείων μπήκε στο αυτοκίνητο του και εγκατέλειψε τη σκηνή απειλώντας πως «εν να έρτω να σας παίξω, εν να σας σκοτώσω». Πράγματι, ο εφεσείων επανήλθε στη σκηνή οπλισμένος με κυνηγετικό όπλο και αφού στάθηκε στη μέση του δρόμου, έριξε εναντίον τους δύο πυροβολισμούς, με αποτέλεσμα την πρόκληση τραυματισμού του παραπονούμενου. Κατά την έφεση εναντίον της ποινής υπήρξε εισήγηση πως δεν λήφθηκαν υπόψιν οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, και ειδικότερα η ολιγόλεπτη διάρκεια του περιστατικού με τους πυροβολισμούς, η χρήση πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ και η μη πρόκληση σοβαρού τραυματισμού. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση παραπέμποντας στην προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, της ισόβιας φυλάκισης, «από την οποία κατά πάγια νομολογία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο της επιμέτρησης της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166, Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 632, Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 40/2015 ημερ. 25.11.16 κ.α.) και η επιβολή στον εφεσείοντα για το εν λόγω αδίκημα της ποινής των 6 χρόνων φυλάκισης αντανακλά αφ΄ εαυτής τη σοβαρή έκπτωση που του έγινε λόγω των προσωπικών του συνθηκών και όλων των μετριαστικών παραγόντων που συνέτρεχαν στην περίπτωση του». Θεωρούμε πως η υπό κρίση περίπτωση προσομοιάζει με τις προαναφερόμενες υποθέσεις, πλην της τελευταίας την οποία κρίναμε χρήσιμη αναφορά για να καταδειχθεί αφενός η σοβαρότητα του αδικήματος της απόπειρας φόνου και αφετέρου η διακύμανση των ποινών με την επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης σε υποθέσεις προσχεδιασμού, βαναυσότητας του εγκλήματος και απουσίας πρόκλησης, όπως αφορά στην παρούσα υπόθεση. Συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, με κύριο γνώμονα τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν στις κατηγορίες 2-4 και τις συνθήκες διάπραξης αυτών, ήτοι την ύπαρξη πρόθεσης θανάτωσης της παραπονούμενης, την έκφραση απειλών και τη διενέργεια άλλων ενεργειών προς αυτόν τον σκοπό, την προετοιμασία υλοποίησης του στόχου με την κτήση του μαχαιριού και τελικώς τη μετάβαση του στη Λευκωσία και τη διάρρηξη της οικίας της παραπονούμενης εν καιρώ νυκτός και ενόσω αυτή και το θύμα κοιμούνταν, και το ανελέητο μαχαίρωμα του θύματος και ακολούθως της παραπονούμενης, προκαλώντας της σοβαρούς τραυματισμούς, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το στοιχείο της αποτροπής που ισχύει σε τέτοιες περιπτώσεις, καταλήγουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, και μάλιστα πολυετούς για την απόπειρα φόνου. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες, και κυρίως η άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, το λευκό ποινικό μητρώο του και το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου θα αντανακλούνται στην έκταση της ποινής. Σημειώνουμε πως εφόσον οι ενέργειες του Κατηγορουμένου συνιστούν τμήματα μιας ενιαίας δραστηριότητας, θεωρούμε ορθό όπως οι ποινές που θα επιβληθούν να συντρέχουν. Ως εκ τούτου στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης διά βίου. Στην κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 13 ετών. Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 6 ετών. Στην κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 4 ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, ως αναφέρεται ανωτέρω. Η έκτιση των ποινών να αρχίζει από τις 17.11.17 που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. Όσον αφορά τα τεκμήρια, τα υπ΄ αρ. 1-4, 6-14, 17, 19, 20, 22, 24, 26, 27, 29-33, 36-39, 41, 47-54 και 56-59 στον Κατάλογο Τεκμηρίων κατάσχονται και να καταστραφούν. Τα τεκμήρια υπ΄ αρ. 5, 15, 16, 18, 21, 23, 25, 28, 34, 35, 40, 42, 43, 44, 55 και 61-63 στον Κατάλογο να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Τα τεκμήρια υπ΄ αρ. 45, 46 και 60 στον Κατάλογο να επιστραφούν στην Αστυνομία και να τεθούν υπό τη φύλαξη της. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.