← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιράντας Ιωακείμ Τζελεπάκη, Αρ. Υπόθεσης: 22816/2013, 5/2/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιράντας Ιωακείμ Τζελεπάκη, Αρ. Υπόθεσης: 22816/2013, 5/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22816/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν- Μιράντας Ιωακείμ Τζελεπάκη Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Έ. Κληρίδου Για την Κατηγορουμένη: κ. Μ. Γεωργίου και κ. Ντ. Πασπαλλίδης Κατηγορουμένη: Παρούσα ΠΟΙΝΗ Η Κατηγορουμένη κρίθηκε ένοχη, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις Κατηγορίες 2, 4 και 6 που αφορούν το αδίκημα της σκληρότητας (cruelty) προς πρόσωπα κάτω των 16 ετών, κατά παράβαση του Άρθρου 54 του περί Παίδων Νόμου, Κεφ.352, και στις αντίστοιχες Κατηγορίες 3, 5 και 7 που αφορούν το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Κεφ.

  1. Αθωώθηκε δε στις Κατηγορίες 1 και
  2. Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί στην καταδικαστική απόφαση και αυτά υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας. Η Κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Προέκυψαν €335 έξοδα Κατηγορούσας Αρχής. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υπεράσπισης κατ' αρχάς αναφέρθηκαν στις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης, ήτοι ότι αυτή είναι ηλικίας 50 ετών, παντρεμένη και μητέρα δύο αγοριών, ηλικίας 17 και 16 ετών. Εργάζεται στη δημοτική εκπαίδευση τα τελευταία 30 χρόνια και μέχρι το 2013 εργαζόταν στα δημόσια σχολεία ειδικής εκπαίδευσης. Από τον Μάρτιο του 2013 εργάζεται σε σχολεία δημοτικής εκπαίδευσης. Ζήτησαν, επίσης, να ληφθεί υπόψη πως από τον Μάρτιο του 2013 μέχρι και σήμερα η Κατηγορουμένη βρισκόταν κάτω από την απειλή της καταδίκης και της συνεπαγόμενης τιμωρίας της, με αποτέλεσμα να βιώνει καταστάσεις τεράστιου άγχους, ταλαιπωρίας και ανησυχίας, με σοβαρό αντίκτυπο τόσο στην οικογενειακή της ηρεμία όσο και στην επαγγελματική της σταδιοδρομία και ανέλιξη. Η παρούσα καταχωρήθηκε εννέα μήνες μετά τα συμβάντα και αφού η Κατηγορουμένη κλήθηκε από την Αστυνομία για να δώσει κατάθεση έξι φορές. Περαιτέρω, ζήτησαν να ληφθεί υπόψη η επιθετική και επικίνδυνη συμπεριφορά της Σαμάνθας έναντι των άλλων παιδιών της τάξης και των μελών του προσωπικού του Σχολείου. Πρόβαλαν, επίσης, τη θέση πως και στα δύο επεισόδια που έλαβαν χώρα στις 7/3/2013 και 14/3/2013, η Κατηγορουμένη έδρασε χωρίς δόλο και κάτω από την αγωνία να αποτρέψει ενδεχόμενη επίθεση στην ίδια και σε άλλα παιδιά. Αυτή βρέθηκε υπό την πίεση να προβεί σε άμεσες ενέργειες για να προλάβει την επικίνδυνη συμπεριφορά του παιδιού. Τόνισαν, επίσης, ότι η Κατηγορουμένη βρέθηκε σε μια κατάσταση με δυσβάστακτες ευθύνες, αφού εκτελούσε χρέη αναπληρώτριας Διευθύντριας σε ένα σχολείο με ιδιαίτερες δυσκολίες, με ανεπαρκές προσωπικό για τις ανάγκες του και στην απουσία κανονισμών ή σχεδίου δράσης για την αντιμετώπιση ή τον χειρισμό παιδιών με δύσκολες συμπεριφορές σε κατάσταση κρίσης. Λαμβάνοντας υπόψη και τη γνώμη των ειδικών, όπως της Παιδοψυχιάτρου Νίκης Χριστοφή, ότι η Σαμάνθα δεν έπρεπε να βρίσκεται σε ομάδα παιδιών, αλλά μόνη της σε δικό της χώρο και δάσκαλο, η Κατηγορουμένη είχε να αντιμετωπίσει ένα «εκρηκτικό κοκτέιλ». Ανέφεραν, επίσης, πως ακόμη και αν γίνει δεκτό το εύρημα του Δικαστηρίου όσον αφορά τις Κατηγορίες 6 και 7, το επεισόδιο που περιγράφεται θα μπορούσε να αποδοθεί σε μια «αντανακλαστική κίνηση εκνευρισμού» που δεν είχε σοβαρές επιπτώσεις στην Άντρεα. Περαιτέρω, ζήτησαν να ληφθεί υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορουμένης, η οποία είναι νομοταγές και υπεύθυνο άτομο. Επίσης, ότι αυτή απώλεσε ήδη ευκαιρίες για προαγωγή και σήμερα βρίσκεται ενώπιον του κινδύνου να απωλέσει και την εργασία της με ολέθριες συνέπειες για την ίδια και την υπόλοιπη οικογένειά της. Ανέφεραν, επίσης, ότι κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που μεσολάβησαν από τα επίδικα γεγονότα, η Κατηγορουμένη δεν δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα και η συμπεριφορά της ήταν υποδειγματική, πράγμα που επιβεβαιώνει την ευσυνειδησία και υπευθυνότητά της. Περαιτέρω, τη μακρόχρονη διάρκεια της διαδικασίας της δίκης, η οποία κατέστη εξοντωτική και ψυχοφθόρα, χωρίς να έχει οποιαδήποτε ευθύνη η Κατηγορουμένη. Ανέφεραν, επίσης, πως η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει και αστική αγωγή, την οποία καταχώρησαν οι γονείς της Σαμάνθας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπου ζητούνται σημαντικά ποσά ως αποζημίωση. Ζήτησαν, τέλος, την επιείκεια του Δικαστηρίου και την αποφυγή επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης. Αναμφίβολα τα αδικήματα που διέπραξε η Κατηγορουμένη είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται πρωτίστως από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το νομοθέτη διά των ανώτατων προβλεπόμενων ορίων ποινής, εφόσον τόσο για το αδίκημα της σκληρότητας όσο και για το αδίκημα της κοινής επίθεσης προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή μέχρι €1.708 ή και οι δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων άσκησης παράνομης βίας κατά των συνανθρώπων μας και κατ' επέκταση η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών έχει διαχρονικά και σταθερά τονιστεί από τη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Τόκκαλλου

(2001)2 Α.Α.Δ. 95, τονίστηκαν τα εξής: «Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου, το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Όλη η κοινωνία, αλλά και τα Δικαστήρια γίνονται μάρτυρες καθημερινώς υποθέσεων βίας. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί πως το μεγαλύτερο μέρος του δικαστικού χρόνου καθημερινά αναλώνεται σε τέτοιου είδους υποθέσεις, δηλαδή πάσης φύσεως βίας και αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Εξ ου και τα Δικαστήρια οφείλουν να αντιμετωπίζουν τέτοιες απαράδεκτες και επικίνδυνες συμπεριφορές με αυστηρότητα σε μια προσπάθεια αφενός να προστατεύσουν την κοινωνία από την ανεξέλεγκτη και παράνομη χρήση ωμής βίας και αφετέρου να στείλουν το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Η σοβαρότητα του αδικήματος της σκληρότητας έναντι παιδιού κάτω των 16 ετών προκύπτει και από την ίδια τη φύση του και καταστρατηγεί, μεταξύ άλλων, καλά πλέον θεμελιωμένες αρχές και αντιλήψεις σε μια ευνομούμενη πολιτεία, ήτοι ότι κανένα παιδί δεν υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή άλλες σκληρές, απάνθρωπες ή εξευτελιστικές τιμωρίες ή μεταχείριση. Στο έργο της εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης για εξισορρόπηση της ποινής, ούτως ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη, όμως, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ.
  1. Η εγκληματική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης αφορά τρία διαφορετικά περιστατικά σκληρότητας εις βάρος δύο ανήλικων παιδιών σε μια περίοδο έξι περίπου μηνών κατά τα έτη 2012 και
  2. Το ότι τα θύματα της εγκληματικής της συμπεριφοράς ήταν παιδιά με ειδικές ανάγκες, τα οποία φοιτούσαν στο Ε.Σ.Ε., καθώς και η θέση που αυτή κατείχε κατά τη διάπραξή τους ως Βοηθός Διευθύντρια και αναπληρώτρια Διευθύντρια αντίστοιχα είναι στοιχεία που προσθέτουν στη σοβαρότητα των περιστάσεων. Στην καταδικαστική απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στις ομολογουμένως δύσκολες συνθήκες, κάτω από τις οποίες η Κατηγορουμένη καλείτο καθημερινά να εκτελέσει τα καθήκοντά της, αλλά και στα ιδιαίτερα προβλήματα που παρουσιάζονταν στον αποτελεσματικό χειρισμό των κρίσεων επιθετικότητας της Σαμάνθας, ένεκα βεβαίως του συνδρόμου της τελευταίας, ενώ η Κατηγορουμένη όφειλε ταυτόχρονα να μεριμνά για την ασφάλεια τόσο των υπολοίπων μαθητών του Σχολείου όσο και του προσωπικού. Αυτά τα στοιχεία ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας. Όσον αφορά το επίδικο περιστατικό στις 14/3/2013, σαφώς η Κατηγορουμένη έδρασε χωρίς δόλο και περαιτέρω αυτή έπρεπε να κινηθεί με γρήγορες κινήσεις για να αποτρέψει την επαπειλούμενη επίθεση της Σαμάνθας προς τον Άγγελο. Όπως, όμως, επισημαίνεται και στην καταδικαστική απόφαση, αυτή μπορούσε να αποτρέψει την εν λόγω επίθεση αρπάζοντάς την επί παραδείγματι από τους ώμους, πράγμα που δεν έπραξε. Σημειώνεται, επίσης, πως δεν υποστηρίχθηκε, αλλά ούτε και προέκυψε πως είναι κατά λάθος που την τράβηξε από τα μαλλιά. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό στις 7/3/2013, λαμβάνω υπόψη και προς όφελος της Κατηγορουμένης το ότι αυτή ουσιαστικά αντέδρασε όταν η Σαμάνθα κινήθηκε προς το μέρος της και ήταν έτοιμη να την αρπάξει από τα μαλλιά, οπόταν έπρεπε να προβεί σε κάποια γρήγορη κίνηση για να αποτρέψει την εν λόγω επίθεση. Όπως, όμως, επισημαίνεται και στην καταδικαστική απόφαση, αυτή σαφώς και θα μπορούσε να αποτρέψει την εν λόγω επίθεση με άλλες κινήσεις, όπως για παράδειγμα να άρπαζε το παιδί από τα χέρια, πράγμα που δεν έπραξε, ενώ την άρπαξε από τα μαλλιά και την έριξε στο πάτωμα. Υπενθυμίζεται, επίσης, πως ουδόλως υποστηρίχθηκε, αλλά ούτε και προκύπτει πως είναι κατά λάθος που ενήργησε με τον τρόπο αυτό. Όσον αφορά τέλος το επίδικο περιστατικό με την Άντρεα, δεν συμμερίζομαι τη θέση στις αγορεύσεις της υπεράσπισης για σκοπούς μετριασμού της ποινής περί «αντανακλαστικής κίνησης εκνευρισμού» (sic), εφόσον απλούστατα ο εκνευρισμός είναι έννοια και ενέργεια ασυμβίβαστη με τις αντανακλαστικές κινήσεις. Η Κατηγορουμένη έχει υπέρ της το λευκό ποινικό μητρώο, πράγμα που της δίδει το δικαίωμα να κριθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή επιείκεια. Δεν συμμερίζομαι, όμως, τη θέση ότι αποτελεί μετριαστικό παράγοντα η ύπαρξη αγωγής που κινήθηκε εναντίον της Κατηγορουμένης από τους γονείς της Σαμάνθας, με την οποία αξιώνονται αποζημιώσεις σε σχέση με τα επίδικα συμβάντα, εφόσον το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την εν λόγω υπόθεση δεν δεσμεύεται από τα ευρήματα και συμπεράσματα του παρόντος Δικαστηρίου. Αυτό που σαφώς θα προσμετρούσε προς όφελός της θα ήταν η τυχόν αποζημίωση των θυμάτων της εγκληματικής της συμπεριφοράς, πράγμα που δεν έπραξε. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης, όπως αυτές καταγράφονται ανωτέρω. Κυρίως ότι είναι ηλικίας 50 ετών, παντρεμένη και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη δημοτική εκπαίδευση τα τελευταία 30 χρόνια, εκπληρώνοντας κατά τα άλλα τα καθήκοντά της με υπευθυνότητα, αφοσίωση, επαγγελματισμό και έχοντας άρτια κατάρτιση. Είναι, επίσης, πρόσωπο που δεν επέδειξε ξανά παραβατική ή αντικοινωνική συμπεριφορά. Ως προς τη θέση ότι η Κατηγορουμένη απώλεσε ήδη ευκαιρίες για προαγωγή, σημειώνω πως δεν δόθηκαν, ούτε και παρουσιάστηκαν, οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τούτη, παρά το ότι το Δικαστήριο ζήτησε διευκρινίσεις. Το ότι αμέσως μετά τα επίδικα συμβάντα κινήθηκε διαδικασία για πειθαρχική έρευνα εναντίον της Κατηγορουμένης, η οποία όμως σταμάτησε εν αναμονή αρχικά της διερεύνησης των επίδικων καταγγελιών από την Αστυνομία και ακολούθως εν αναμονή της αποπεράτωσης της παρούσας, δεν αποδεικνύει την εν λόγω αόριστη και ατεκμηρίωτη θέση της υπεράσπισης. Όσον αφορά τη θέση ότι η Κατηγορουμένη βρίσκεται ενώπιον του κινδύνου να απωλέσει την εργασία της, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τις σχετικές διατάξεις του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου, Ν.10/1969, όπως τροποποιήθηκε, το Άρθρο 73 του οποίου διαλαμβάνει τα εξής: «73.-
(1)Όταν εκπαιδευτικός λειτουργός καταδικασθή δι' αδίκημα ενέχον έλλειψιν τιμιότητας ή ηθικήν αισχρότητα και είτε η καταδίκη επικυρωθή κατ' έφεσιν είτε δεν ασκηθή έφεσις, η Επιτροπή λαμβάνει το ταχύτερον αντίγραφον των πρακτικών της διαδικασίας του Δικαστηρίου το οποίο εξεδίκασε την υπόθεσιν και του Δικαστηρίου εν τω οποίω τυχόν ησκήθη έφεσις.
(2)Εντός τοιαύτης προθεσμίας οία ήθελε καθορισθή, μέχρις ότου δε η τοιαύτη προθεσμία καθορισθή, εντός δύο εβδομάδων από της λήψεως του αντιγράφου των πρακτικών της διαδικασίας ως εν των εδαφίω
(1), η Επιτροπή ζητεί τας απόψεις του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας κατά πόσον το αδίκημα ενέχει έλλειψιν τιμιότητας ή ηθικήν αισχρότητα. Ο Γενικός Εισαγγελεύς της Δημοκρατίας αποφαίνεται επ' αυτού το ταχύτερον, εν περιπτώσει δε καταφατικής γνωματεύσεως η Επιτροπή, άνευ περαιτέρω ευθύνης της υποθέσεως και αφού παράσχη εις τον περί ου πρόκειται εκπαιδευτικόν λειτουργόν την ευκαιρίαν όπως υποβάλη οιασδήποτε παραστάσεις τας οποίας ούτος επιθυμεί, προβαίνει εις την επιβολήν της πειθαρχικής ποινής την οποία θα εδικαιολόγουν αι περιστάσεις.» Οι πειθαρχικές ποινές καθορίζονται στο Άρθρο 69 και σε αυτές περιλαμβάνεται η αναγκαστική αφυπηρέτηση ή η απόλυση, όπως βεβαίως και άλλες ηπιότερες, όπως η επίπληξη κλπ. Ομολογουμένως, δεν είναι γνωστό ποιά θα είναι η άποψη του Έντιμου Γενικού Εισαγγελέα και ποιά θα είναι η πειθαρχική ποινή που τυχόν θα επιβάλει η Ε.Ε.Υ. και δεν θα ήταν ορθό να προκαταβάλω οποιαδήποτε απόφασή τους. Συνεπώς, ο παράγοντας αυτός παραμένει μετέωρος, πλην όμως λαμβάνεται υπόψη ως μια πιθανότητα η επιβολή της ποινής της αναγκαστικής απόλυσης. Βλ. Παρασκευά Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2016, ημερομηνίας 17/10/
  1. Όσον αφορά το ζήτημα του χρόνου, σημειώνω πως δεν παρατηρήθηκε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας. Αυτή έλαβε χώρα σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την ολοκλήρωση του ανακριτικού έργου, το οποίο είχε κάποια διάρκεια, αλλά ουχί αδικαιολόγητα δεδομένου του αριθμού των καταγγελιών που υποβάλλονταν στην πορεία κυρίως από τα μέλη του προσωπικού του Ε.Σ.Ε. Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2015 και ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2017 με την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης. Υπήρξε καθυστέρηση στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία οφειλόταν στην έλλειψη δικαστικού χρόνου, για την οποία σαφώς δεν ευθυνόταν η Κατηγορουμένη. Υπήρξε καθυστέρηση και στην έκδοση της καταδικαστικής απόφασης, για την οποία επίσης δεν ευθύνεται η Κατηγορουμένη. Κατά τα άλλα, όμως, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε άλλη αδικαιολόγητη καθυστέρηση που να αποδίδεται είτε στην Κατηγορούσα Αρχή είτε στο Δικαστήριο, ενώ σημειώνεται πως από τον Νοέμβριο του 2016 έως και τον Μάιο του 2017 η εκκρεμοδικία οφείλετο σε λόγους που αφορούν την υπεράσπιση. Σημειώνω, επίσης, πως δεν προκύπτει να επήλθε οποιαδήποτε αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης κατά τον χρόνο που παρήλθε. Ανεξαρτήτως, όμως, των επί μέρους παρατηρήσεών μου, λαμβάνω υπόψη τον χρόνο που παρήλθε και ως είναι αδιαμφισβήτητο η παρέλευση τόσου χρόνου θεραπεύεται με επιείκεια στην ποινή. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και χωρίς να υποβιβάζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων, κρίνω ότι οι μετριαστικοί παράγοντες που προανέφερα και έλαβα υπόψη, δικαιολογούν την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης. Κρίνω, συνεπώς, ως κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή τη χρηματική. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται στην Κατηγορουμένη σε έκαστη των Κατηγοριών 2, 4 και 6 ποινή προστίμου €1.
  2. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στις Κατηγορίες 3, 5 και 7, εφόσον τα γεγονότα που συνθέτουν αυτές καλύπτονται πλήρως από τα γεγονότα των Κατηγοριών 2, 4 και 6 αντιστοίχως. Η Κατηγορουμένη καταδικάζεται, επίσης, σε €335 έξοδα Κατηγορούσας Αρχής. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.