Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κώστας Λοϊζίδης, Αρ. Υπόθεσης: 18268/2017, 16/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18268/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Κώστας Λοϊζίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι απέφυγε να παρέχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των Άρθρων 2, 7
(1)
(4)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Ν.174/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 29.1.2017 στην Λεωφόρο Στροβόλου στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής LAC555 και του ζητήθηκε από τον Αστυφύλακα 1249 Σ. Γεωργίου, να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, άνευ εύλογου αιτίας απέφυγε να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά πόσο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, δηλαδή απέφυγε να παράσχει τέτοια ποσότητα εκπνοής, η οποία θα κρινόταν ικανοποιητική προς διενέργεια τελικής εξέτασης. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας (ΜΚ). Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε ο Αστυφύλακας 1249 Σ. Γεωργίου (ΜΚ). Αυτός υιοθέτησε και ανέγνωσε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρεται ότι στις 29.1.2017 και ώρα 01:55 στην Λεωφόρο Στροβόλου στον Στρόβολο, ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής LAC555 το οποίο οδηγείτο από τoν Κατηγορούμενο. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας με τoν Κατηγορούμενο, ο ΜΚ διαπίστωσε ότι αυτός μύριζε έντονα οινόπνευμα. Έτσι, του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση με την μηχανή υπ' αριθμόν 38918 πράγμα που ο Κατηγορούμενος έπραξε στις 01:55 με ένδειξη 35mg%. (βλ. Τεκμήριο 2). Ακολούθως, ο ΜΚ πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και την ίδια ημέρα στις 02:19 ζήτησε από αυτόν να δώσει 2 ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση στην συσκευή Lion Intoxylizer 80-
- Του εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας της συσκευής και του επίστησε την προσοχή στο ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να δώσει δείγμα δυνατόν να συνιστά αδίκημα. Την ίδια μέρα και ώρα 02:25 ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής και έτσι το αποτέλεσμα στην συσκευή τελικής εξέτασης ήταν «Insufficient Sample» (βλ. σχετικό έντυπο με τίτλο "Breath Alcohol Analysis Record" - Τεκμήριο 3). Στην συνέχεια, ο ΜΚ πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Εν έχω να σου πω τίποτε». Κατατέθηκε στο Δικαστήριο Πιστοποίηση ημερομηνίας 10.5.2012 εκδοθείσα από τον Διευθυντή Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία η συσκευή με αριθμό 80-001761 συνάδει με τα πρότυπα που αναφέρονται στον Πίνακα του Υπουργικού Διατάγματος με αρ. Κ.Δ.Π. 305/2006 (βλ. Τεκμήριο 5). Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ ανέφερε ότι είναι χειριστής συσκευών ελέγχου αλκοόλης βάσει εκπαιδεύσεων που έτυχε στο τμήμα Τροχαίας της Αστυνομίας. Ως προς την ορθότητα της συσκευής τελικής εξέτασης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο έλεγχος γίνεται αυτόματα. Ειδικότερα, μόλις ξεκίνησε την λειτουργία της μηχανής, η τελευταία προέβη σε αυτοέλεγχο όλων των λειτουργιών της και αφού διαπιστώθηκε ότι είναι όλα εντάξει, παρουσίασε την ένδειξη «pass». Αν για οποιοδήποτε λόγο η μηχανή εντοπίσει κάποιο σφάλμα στην λειτουργία της, σταματά, κάτι το οποίο δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Ο ΜΚ επανέλαβε ότι εξήγησε στον Κατηγορούμενο τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να φυσήξει ώστε το δείγμα να είναι ικανοποιητικό, ήτοι δυνατά και συνεχόμενα. Ο κατηγορούμενος δεν φυσούσε όπως του είχε εξηγήσει ο ΜΚ, αφού ο τελευταίος διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος κατέβαλλε ελάχιστη προσπάθεια να φυσήξει. Ειδικότερα, ο ΜΚ θυμάται ότι ο Κατηγορούμενος έβαζε το σωληνάριο της μηχανής στο στόμα του και ενώ ξεκινούσε να φυσά, το έβγαζε από το στόμα του και μιλούσε στον ΜΚ, λέγοντας ότι δεν ήπιε πολύ. Η μηχανή παρέχει χρόνο 3 λεπτών, μετά την πάροδο των οποίων σταματά να δέχεται οποιοδήποτε δείγμα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Κατά την μαρτυρία του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι κατά τον έλεγχο ο αστυνομικός του κρατούσε το σωληνάριο, καθότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κρατούσε μια κόλλα και ένα κινητό για να βιντεογραφήσει. Το έπραξε τούτο γιατί, όπως ανέφερε, κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε πρόθεση να μην φυσήξει στην μηχανή και εξέφρασε την άποψη ότι έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμη δεύτερη μηχανή τελικής εξέτασης γα την περίπτωση που η πρώτη ήταν χαλασμένη. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος συμφώνησε ότι ο αστυνομικός του υπέδειξε τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να δώσει δείγμα τελικής εξέτασης αλλά πρόσθεσε ότι δεν μπορεί να ξέρει αν ο τρόπος αυτός ήταν και ο ορθός. Αρνήθηκε ότι απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής και ανέφερε ότι δεν έβγαζε το στόμιο από το στόμα του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και αληθοφάνεια. Συνυπολογίζοντας τα πιο πάνω, σημειώνω ότι ο ΜΚ ήταν σαφής στις θέσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Επισημαίνω επίσης ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Ο Κατηγορούμενος από την άλλη, επιβεβαίωσε την μαρτυρία του ΜΚ. Η μοναδική θέση που προέβαλε προς υπεράσπιση του ήταν ότι ενδεχομένως η μηχανή τελικής εξέτασης να ήταν χαλασμένη. Δεν παρουσίασε όμως οτιδήποτε το οποίο να τεκμηριώνει αυτή τη θέση, ώστε να αντικρούσει την μαρτυρία του ΜΚ, ο οποίος είχε προηγουμένως αναφέρει ρητώς και ευθαρσώς ότι έγιναν όλοι οι έλεγχοι σε σχέση με την ορθότητα της συσκευής. Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος μου προκάλεσε αρνητική εντύπωση καθότι χωρίς κανένα εμφανή λόγο, ένοιωσε την ανάγκη να βιντεογραφήσει την προσπάθεια του να δώσει δείγμα. Ενώ από την μια, σύμφωνα με τον ίδιο, η συμπεριφορά του αστυνομικού έναντι του ήταν άψογη, εντούτοις θεώρησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και ένοιωσε την ανάγκη να βιντεογραφήσει το συμβάν. Η δικαιολογία του ήταν ότι ήθελε να κρατά κινητό για να ηχογραφήσει τη σκηνή, μήπως του προσάψουν οποιεσδήποτε κατηγορίες, χωρίς όμως να έχει κάποιο εμφανή λόγο για αυτή του την ανησυχία. Ήταν εμφανές ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήθελε να διευκολύνει το έργο της αστυνομίας και ενέργησε υπό το κράτος φόβου καταδίωξης, χωρίς όμως ουσιαστικό έρεισμα. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αξιόπιστη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποδεικνύει ότι στις 29.1.2017 και ώρα 01:55 στην Λεωφόρο Στροβόλου στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ο ΜΚ ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής LAC555 το οποίο οδηγείτο από τoν Κατηγορούμενο. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας του με τoν Κατηγορούμενο, ο ΜΚ διαπίστωσε ότι αυτός μύριζε οινόπνευμα. Τότε, ο ΜΚ στηριζόμενος σε εύλογη υποψία ότι πιθανόν ο Κατηγορούμενος να κατανάλωσε αλκοόλ, ζήτησε από αυτόν να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση με την μηχανή υπ' αριθμόν 38918 πράγμα που ο Κατηγορούμενος έπραξε. Η ένδειξη στην συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης ήταν 35mg%. Ακολούθως, ο ΜΚ πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και ζήτησε από αυτόν να δώσει 2 ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση στην συσκευή Lion Intoxylizer 80-001761 την οποία ο ΜΚ είχε προηγουμένως ελέγξει ως προς την ορθότητα της. Η εν λόγω συσκευή συνάδει με τα πρότυπα που αναφέρονται στον Πίνακα του Υπουργικού Διατάγματος με αρ. Κ.Δ.Π. 305/
- Ο ΜΚ εξήγησε στον Κατηγορούμενο τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να φυσήξει στην συσκευή ώστε το δείγμα εκπνοής να είναι ικανοποιητικό και του επίστησε την προσοχή στο ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να δώσει δείγμα δυνατόν να συνιστά αδίκημα. Την ίδια μέρα, στις 02:25 ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να δώσει δείγμα πλην όμως δεν φυσούσε με τον τρόπο που του είχε υποδείξει ο ΜΚ, ήτοι δυνατά και συνεχόμενα. Αντ' αυτού ο Κατηγορούμενος έβαζε το σωληνάριο της μηχανής στο στόμα του και ενώ ξεκινούσε να φυσά, το έβγαζε από το στόμα του και μιλούσε στον ΜΚ. Το αποτέλεσμα στην συσκευή τελικής εξέτασης ήταν «Insufficient Sample». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 7 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν.174/1986 επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος προνοεί ότι για να διαπιστωθεί ότι οιονδήποτε πρόσωπο που έχει δώσει δείγμα για προκαταρκτική εξέταση, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται να ζητήσει από το εν λόγω πρόσωπο όπως παράσχει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποίαν είχε παρασχεθεί το δείγμα εκπνοής για την προκαταρκτική εξέταση. Η παραχώρηση δείγματος εκπνοής, πρέπει να γίνεται στον πλησιέστερο χώρο όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός. Ο αστυνομικός υποχρεούται όπως επιστήσει την προσοχή του προσώπου από το οποίο ζητείται η παραχώρηση δειγμάτων, ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, στην βάση της μαρτυρίας που έχει δοθεί θεωρώ ότι έχει γίνει ορθά η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 7 του ν. 174/
- Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο από το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε ληφθεί δείγμα για προκαταρκτική εξέταση. Ακολούθως, ο ΜΚ ευλόγως και ως είχε εξουσία ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να μεταβεί σε χώρο όπου υπήρχε ο απαραίτητος εξοπλισμός για διενέργεια τελικής εξέτασης. Επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορουμένου στο ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω, παρήλθαν πέραν των 10 λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποία παρασχέθηκε το δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης από τον Κατηγορούμενο. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον ο Κατηγορουμένος απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής. Το εδάφιο
(4)του άρθρου 7 προνοεί ότι όποιος «άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.» Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του ιδίου νόμου «δείγμα εκπνοής σημαίνει τοιαύτην ποσότηταν εκπνοής, η οποία θα εκρίνετο ικανοποιητική προς διενέργειαν προκαταρκτικής ή τελικής εξετάσεως». Επίσης, ο όρος «εκπνοή» σημαίνει «τον εκπνεόμενο αέρα κατά την φυσική λειτουργίαν της αναπνοής» Στην απόφαση ημερομηνίας 1.11.2013 στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παύλου Αραμπίδη (Αρ. 1)
(2013)2 ΑΑΔ 713, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του αστυνομικού και, κατ' επέκταση, ότι η συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κανονικά, η καταγραφή στο έντυπο που εκτυπώθηκε από την συσκευή τελικού ελέγχου της ένδειξης «NO BREATH FLOW DETECTED - NO SPECIMEN», κατέτασσε την υπόθεση σε καθαρή υπόθεση ενοχής. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Το ρήμα όμως «αποφεύγω», όπως αυτό χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου, έχουμε την άποψη πως έκδηλα έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι» ή «να ξεφύγω από κάτι» (βλ. και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελ. 260), παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου το οποίο, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί, δεν περιορίζεται μόνο στην «άρνηση» του προσώπου που καλείται να δώσει δείγμα εκπνοής, αλλά και στην «αποφυγή» του να δώσει δείγμα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα. Αυτό συνέβη και στην παρούσα περίπτωση και αδιάψευστος μάρτυρας ότι ο εφεσίβλητος προσπάθησε και κατόρθωσε με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση είναι η σχετική καταγραφή στο έντυπο που εκτύπωσε η μηχανή και ενόψει τούτου οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ.3 «. δεν έχει αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είτε έβαλε τη γλώσσα του μπροστά στο στόμιο της μηχανής, είτε ότι διέκοψε το συνεχές φύσημα στο στόμιο της μηχανής, ούτε και ότι γέμισε σάλιο το στόμιο της μηχανής» δεν είχαν θέση στην υπόθεση. Καταλήγουμε, επομένως, ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η συσκευή λειτουργούσε κανονικά και ότι ο ΜΚ.3 προέβη σε όλους τους προκαταρκτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει - όπως και διαπίστωσε - την ορθότητα λειτουργίας της συσκευής, επρόκειτο για καθαρή υπόθεση ενοχής του εφεσίβλητου στο αδίκημα που του καταλογίστηκε και ανάλογη είναι και η απόφαση μας.» Η απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω) εκδόθηκε 9 μήνες μετά από την απόφαση ημερομηνίας 13.2.2013 στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κώστα Δημητρίου
(2013)2 ΑΑΔ 171, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία αναγόμενη στη συμπεριφορά του υφιστάμενου τον έλεγχο ατόμου η οποία, λογικά κρινόμενη, να μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι το ανεπαρκές δείγμα εκπνοής, ένεκα του οποίου η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή, οφείλεται αποκλειστικά στο ότι το υφιστάμενο τον έλεγχο άτομο σκοπίμως ή άλλως πως απέφυγε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Θεωρούμε αυτόδηλο πως η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν είναι από μόνη της αρκετή για την απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Απαιτείται προς τούτο και η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability). Στην υπό κρίση υπόθεση η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να οδηγήσει με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις στο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής.» Είχα την ευκαιρία να επιληφθώ παρόμοιου ζητήματος στην υπόθεση Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαριάννας Κωνσταντίνου Αρ. Υπόθεσης 9849/17 ημερομηνίας 14.12.2017 στην οποία και έχω επεξηγήσει του λόγους για τους οποίους επιλέγω να ακολουθήσω τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Αραμπίδη (ανωτέρω). Για σκοπούς οικονομίας χώρου και χρόνου υιοθετώ και επαναλαμβάνω όσα ανέφερα στην εν λόγω υπόθεση. Συνοψίζοντας το σκεπτικό μου, αναφέρω ότι όπως και στην Αγγλία (όπου ερμηνεύθηκε όμοιας φύσης αδίκημα) έτσι και στην Κύπρο, κρίνω ότι δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση του υποβαλλόμενου στον έλεγχο προσώπου στο να αποτύχει να παρέχει δείγμα. Μόνο και μόνο η αποτυχία του εν λόγω προσώπου να πετύχει να δώσει δείγμα, ως γεγονός είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη, νοουμένου ότι έχουν προηγηθεί όλες οι προαπαιτούμενες ενέργειες σε σχέση με τον έλεγχο της μηχανής και την κλήση του οδηγού σε έλεγχο. Αυτό που απομένει στον εκάστοτε οδηγό ο οποίος αποτυγχάνει να δώσει το σχετικό δείγμα είναι να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω), αφού αναφέρθηκε αρχικά στην γραμματική ερμηνεία του ρήματος «αποφεύγω» με αναφορά σε Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας («προσπαθώ να μην κάνω κάτι»), εξήγησε στην συνέχεια ότι το εν λόγω ρήμα χρησιμοποιείται στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, με την έννοια ότι κάποιος «προσπαθεί να μην κάνει κάτι» παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζεται να μην αρνείται να το πράξει. Το ρήμα «αποφεύγω» στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, δεν μπορεί να ερμηνεύεται με μόνο την γραμματική του σημασία καθότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ταύτιση της ερμηνείας του ρήματος "αποφεύγω" με την ερμηνεία του ρήματος "αρνούμαι". Κάτι τέτοιο θα ήταν πλεονασμός. Καταγράφω τέλος την άποψη ότι ο σκοπός του νομοθέτη, όπως στην Αγγλία έτσι και στην Κύπρο, δεν μπορεί να είναι άλλος από το να καταστήσει την αποτυχία (περιλαμβανομένης και της άρνησης) παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση ποινικά κολάσιμη πράξη και να εναποθέσει έτσι στον εκάστοτε Κατηγορούμενο το βάρος επίκλησης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Το άρθρο 7
(4)του νόμου δεν καταλείπει την εν λόγω υπεράσπιση μόνο σε αυτόν που αρνείται, αλλά και σε αυτόν που αποφεύγει να δώσει δείγμα εκπνοής. Θα ήταν οξύμωρο να προσφέρεται η εν λόγω υπεράσπιση σε κάποιον που σκόπιμα αποφεύγει να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Είναι όμως εύλογο να παρέχεται η εν λόγω υπεράσπιση σε άτομα τα οποία προσπάθησαν πραγματικά και ειλικρινά (genuinely) να δώσουν δείγμα εκπνοής και δεν τα κατάφεραν, ως ήταν και ο ισχυρισμός της Κατηγορουμένης. Συνεπώς, από την στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είχαν διενεργηθεί τα αναγκαία προκαταρκτικά για τη λήψη των δειγμάτων εκπνοής από τον Κατηγορούμενο για σκοπούς τελικής εξέτασης και ένεκα του ότι με βάση την αξιόπιστη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κατά τον επίδικο χρόνο ορθά και συνάδει με τα πρότυπα που αναφέρονται στον Πίνακα της Κ.Δ.Π. 305/2006, καταλήγω ότι η ένδειξη "Insufficient Sample" στην συσκευή είναι αρκετή για να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής. Εκτός των πιο πάνω, o Κατηγορούμενος δεν προώθησε οποιαδήποτε θέση η οποία να μπορούσε ενδεχομένως να εξεταστεί υπό το πρίσμα της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Επιπρόσθετα, είναι εμφανές ότι στην παρούσα περίπτωση, ο Κατηγορούμενος για τους δικούς του ανεξήγητους λόγους, δεν ακολούθησε τις οδηγίες του αστυνομικού σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να φυσήξει. Καταλήγω συνεπώς ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε γνήσια πρόθεση να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Εν όψει των πιο πάνω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο