← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστου Κωνσταντίνου, Υπόθεση Αρ: 11477/16, 30/3/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστου Κωνσταντίνου, Υπόθεση Αρ: 11477/16, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Υπόθεση Αρ: 11477/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Χρίστου Κωνσταντίνου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους (για την απόφαση κα Φρ. Κακούρη) Για τον Κατηγορούμενο: κα Στ. Ερωτοκρίτου (για την απόφαση κ. Χ. Αρτέμης) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η 1η Κατηγορία αφορά την πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ενώ 2η Κατηγορία αφορά οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση των άρθρων 2, 5 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/

  1. Σύμφωνα με τις επί του κατηγορητηρίου λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης Κατηγορίας, «ο κατηγορούμενος την 11.2.2015 στη Λεωφόρο Τσερίου στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΤΥ469, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο της Στυλιάνας Παπαγεωργίου τέως από τον Στρόβολο. Όσον αφορά την 2η Κατηγορία, σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες επί του Κατηγορητηρίου, «ο κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η Κατηγορία οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα αφού κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλης ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, δηλαδή είχε 65 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 12 μάρτυρες Κατηγορίας (στο εξής «ΜΚ»). Δηλώθηκαν επίσης παραδεχτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΚΟΙΝΩΣ ΑΠΟΔΕΚΤΑ ΚΑΙ/Ή ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Προτού προχωρήσω στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που έδωσε ο κάθε μάρτυρας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα γεγονότα εκείνα που είναι αποδεκτά από τους διαδίκους και/ή δεν έχουν αμφισβητηθεί, ώστε η παράθεση της μαρτυρίας κατωτέρω, να περιοριστεί μόνο σε όσα ζητήματα τελούν υπό αμφισβήτηση ή διαφωνία. Ειδικότερα: Στις 11.2.2015 και περί ώρα 17:38 συνέβηκε τροχαίο δυστύχημα στην Λεωφόρο Τσερίου στον Στρόβολο της επαρχίας Λευκωσίας με εμπλεκόμενα μέρη το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΤΥ469 το όποιο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και την πεζή Στυλιάνα Παπαγεωργίου. Η Στυλιάνα Παπαγεωργίου τραυματίσθηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου η ώρα 20:25 της ίδιας ημέρας υπέκυψε στα τραύματα της (βλ. Τεκμήριο 25). Ο θάνατος της επήλθε συνεπεία κρανιεγκεφαλικών κακώσεων λόγω του τροχαίου δυστυχήματος που προηγήθηκε την ίδια ημέρα. (βλ. Τεκμήρια 26 και 27). Η Λεωφόρος Τσερίου είναι δρόμος ευθύς, επίπεδος και διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας για την διακίνηση των οχημάτων για την κατεύθυνση του Κατηγορουμένου, ήτοι από Λευκωσία προς Τσέρι είναι 3,30 μέτρα και για την λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης είναι 5,60 μέτρα. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, υπάρχει κόλπος στάθμευσης οχημάτων πλάτους 5.40 μέτρων εντός του οποίου κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπάρχουν πεζοδρόμια με υψομετρική διαφορά 10 εκατοστών από την άσφαλτο. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Στον δρόμο όπου έγινε το δυστύχημα και συγκεκριμένα στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η κατεύθυνση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος υπάρχουν τοποθετημένοι πάσσαλοι της ΑΗΚ με λαμπτήρες υψηλής τάσης. Κατά την ώρα του δυστυχήματος, οι εν λόγω λαμπτήρες που αποτελούν τον οδικό φωτισμό του δρόμου, δεν βρισκόταν σε λειτουργία. Ενεργοποιήθηκαν στις 17:45 της ίδιας ημέρας (βλ. Τεκμήρια 28 και 28Α). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Αρχιλοχίας 3020, Πέτρος Ορφανός (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 1) στην οποία ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων, είναι κάτοχος πιστοποιητικών της Αστυνομικής Ακαδημίας Κύπρου που αφορούν διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και είναι εξουσιοδοτημένος σχεδιαστής επί κλίμακας. Στις 12.2.2015, ο Λοχ.238 (ΜΚ2) τον ενημέρωσε για το δυστύχημα, του υπέδειξε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής και τον ενημέρωσε για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και ειδικότερα ότι το θύμα διασταύρωνε τον δρόμο με γρήγορο βηματισμό και κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο ΕΤΥ469 σε απόσταση 3.10 μέτρων από την αριστερή άκρη του δρόμου ως η πορεία του ενεχόμενου οχήματος. Με σκοπό να εξακριβωθεί ο χρόνος που χρειάστηκε το θύμα για να διανύσει την απόσταση των 3.10 μέτρων, ο ΜΚ1 επισκέφθηκε στις 20.2.2015 την σκηνή μαζί με την Αστ.3406 Μαρία Χαραλάμπους (ΜΚ3). Ο ΜΚ1 ζήτησε από την ΜΚ3 να σταθεί στην άκρη του δρόμου και να διασταυρώσει την Λεωφόρο Τσερίου 5 φορές με γρήγορο βηματισμό. Ο ΜΚ1 κατέγραψε τους χρόνους, οι οποίοι κυμαίνονταν από 1,68 μέχρι 1,74 δευτερόλεπτα και κατέληξε στον μέσο όρο που ήταν 1,71 δευτερόλεπτα. Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι οι δόκιμές έγιναν ακριβώς ως η πορεία της πεζής, δηλαδή αριστερά προς τα δεξιά ως η πορεία του ενεχόμενου οχήματος. Ο ΜΚ1 εξήγησε ότι ένας άνθρωπος μπορεί να κινηθεί είτε με κανονικό βηματισμό, είτε τρέχοντας, είτε με κάποιον ρυθμό ενδιάμεσα των δύο. Με τον όρο «γρήγορο βηματισμό» εννοεί τον ενδιάμεσο αυτό ρυθμό. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι ένας γρήγορος βηματισμός μπορεί να έχει διαβαθμίσεις και ότι μπορεί να υπάρχει μικρή απόκλιση από ένα άτομο σε άλλο. Ακριβώς για αυτό έγιναν 5 δοκιμές, ήτοι με σκοπό να είναι όσο το δυνατό πιο ακριβής η μέτρηση. Δεν μπορεί να αποκλείσει όμως το ενδεχόμενο το θύμα να χρειάστηκε χρόνο λιγότερο του 1.68 δευτερολέπτων. Λοχίας 238, Σωκράτους (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 είναι ο υπεύθυνος της Β' αλλαγής του Τμήματος Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Υιοθετώντας τις καταθέσεις του (βλ. Τεκμήρια 2 και 3) και απαντώντας περαιτέρω σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι στις 11.2.2015 και περί ώρα 17:40, έδωσε οδηγίες στον Αστ.3863 (ΜΚ4) να μεταβεί στην σκηνή του δυστυχήματος. Περί τις 19:30 της ιδίας ημέρας ενημερώθηκε από τον ΜΚ4 για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου ΕΤΥ469 ήταν ο Κατηγορούμενος. Περί τις 20:40 της ιδίας ημέρας, ο ΜΚ2 ενημερώθηκε ότι το θύμα υπέκυψε στα τραύματα της. Ο ΜΚ4 του παρέδωσε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (βλ. Τεκμήριο 6), το οποίο προηγουμένως του επεξήγησε. Επίσης τον ενημέρωσε για όλες τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί και την μαρτυρία που κατείχε. Αργότερα, ο ΜΚ4 ετοίμασε σχέδιο επί κλίμακος το οποίο επίσης παραδόθηκε στον ΜΚ2 (βλ. Τεκμήριο 7). Την ημέρα του δυστυχήματος, και μετά που ενημερώθηκε για τον θάνατο του θύματος, ο ΜΚ2 μετέβη στην σκηνή και καταμέτρησε την ακτίνα των φώτων του αυτοκινήτου ΕΤΥ469 στην χαμηλή στάση και διαπίστωσε ότι μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία κάποιου ανθρώπου σε απόσταση 29 μέτρων. Μεταγενέστερα, ο ΜΚ2 έλαβε κατάθεση από τον Χριστόδουλο Σαββίδη ο οποίος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε στο καφενείο του περί τις 15:30 της 11.2.2015 και ήπιε ένα ποτήρι ουίσκι. Η ποσότητα ουίσκι ήταν όσο ένας κυπριακός καφές. Ο Κατηγορούμενος έμεινε στο καφενείο για 10 λεπτά και αφού ήπιε το ουίσκι, αποχώρησε. Σύμφωνα με τον Χριστόδουλο Σαββίδη, ο Κατηγορούμενος, καθ' όλη την παραμονή του στο καφενείο δεν φαινόταν να είναι μεθυσμένος (βλ. Τεκμήριο 11). Την 12.2.2015, ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 5). Προηγουμένως, του είχε επεξηγήσει το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με το σχεδιάγραμμα και δεν επιθυμούσε να μεταβεί ξανά στην σκηνή για να του επεξηγηθεί. Την ίδια μέρα, ο ΜΚ2 επισκέφθηκε την σκηνή με σκοπό την καταμέτρηση της ορατότητας που είχε ο Κατηγορούμενος κατά την ώρα του δυστυχήματος. Έτσι στις 17:38 οδήγησε υπηρεσιακό όχημα στην κατεύθυνση που κινείτο το αυτοκίνητο ΕΤΥ469 και διαπίστωσε ότι μπορούσε να αντιληφθεί από απόσταση πέραν των 50 μέτρων οποιοδήποτε πεζό στεκόταν στο σημείο από το οποίο η πεζή επιχείρησε να διασταυρώσει, χωρίς να έχει σε λειτουργία τα φώτα του οχήματος και χωρίς την ανάγκη οδικού φωτισμού, αφού ακόμα υπήρχε φως της ημέρας. Στις 15.2.2015 και περί ώρα 09:30, ο ΜΚ2 επισκέφθηκε ξανά την σκηνή του δυστυχήματος μαζί με την Μαρία Στυλιανού (ΜΚ11) η οποία υπέδειξε το σημείο στο οποίο είχε σταματήσει το αυτοκίνητο της, το σημείο από το οποίο η πεζή επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο καθώς και την περιοχή του σημείου επαφής της πεζής με το αυτοκίνητο. Οι πιο πάνω υποδείξεις συμφωνούσαν με τα σημεία που ήταν ήδη σημειωμένα στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Ο ΜΚ2 έλαβε επίσης καταθέσεις από τη Μαρία Στυλιανού, τη Βασιλεία Γεωργίου και την Μαριλένα Κωνσταντίνου (βλ. Τεκμήρια 8, 9 και 10 αντίστοιχα). Στις 27.3.2016 ο ΜΚ2 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση και ο τελευταίος απάντησε «εγώ λέω ότι δεν οδηγούσα αμελώς αλλά ούτε και έτρεχα (βλ. Τεκμήριο 4). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 συμφώνησε ότι εξ όσων θυμάται, η ώρα του δυστυχήματος εξακριβώθηκε σε συσχετισμό με το τηλεφώνημα κάποιας μάρτυρος στο νοσοκομείο. Σε σχέση με την μαρτυρία διαφόρων οδηγών ότι κατά την ώρα του δυστυχήματος είχαν τα φώτα τους αναμμένα, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ίσως ο ουρανός να ήταν σκοτεινός και για αυτό να άναψαν τα φώτα τους. Σε σχέση με το ότι μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία κάποιου ανθρώπου σε απόσταση 29 μέτρων με τα φώτα του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι ζήτησε από ένα άτομο να περπατά μπροστά από το αυτοκίνητο μέχρι το σημείο που μπορούσε να τον δει. Σκοπός της μέτρησης ήταν να μετρηθεί η ακτίνα των φώτων. Επίσης, σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης ο μάρτυρας συμφώνησε ότι στο σχέδιο σημειώνεται ως περιοχή και ότι επαφή μπορεί να ήταν και λίγο δεξιότερα ή και αριστερότερα. Σε σχέση με τα αυτοκίνητα που τοποθετήθηκαν εντός του κόλπου στάθμευσης οχημάτων, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν έχει διερευνηθεί σε ποιους ανήκαν. Ούτε μπορεί να γνωρίζει εάν τη στιγμή του δυστυχήματος υπήρχαν περισσότερα αυτοκίνητα από εκείνα που φαίνονται στο σχέδιο. Όταν έκανε την δοκιμή για να διαπιστώσει κατά πόσον μπορούσε να αντιληφθεί οποιονδήποτε πεζό ο οποίος στεκόταν στο σημείο από το οποίο το θύμα, επιχείρησε να διασταυρώσει, δεν τοποθέτησε κάποιο σταματημένο αυτοκίνητο στη θέση που είχε σταματήσει το αυτοκίνητο του θύματος ούτε και το αυτοκίνητο που ήταν σταματημένο στα αριστερά του πρώτου. Αστυφύλακας 3406 Μαρία Χαραλάμπους (ΜΚ3) Η ΜΚ3, υιοθέτησε την κατάθεση της (βλ. Τεκμήριο 12). Παρουσίασε στο Δικαστήριο φωτογραφίες που έλαβε κατά την διάρκεια της νεκροτομής (βλ. Τεκμήριο 13). Ανέφερε περαιτέρω ότι στις 20.2.2015, επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον ΜΚ1 ο οποίος της έδωσε οδηγίες όπως διανύσει απόσταση 3,10 μέτρων με γοργό βήμα. Έγιναν πέντε δοκιμές τις οποίες χρονομέτρησε και κατέγραψε ο ΜΚ
  2. Ο ΜΚ1 είχε προηγουμένως σηματοδοτήσει την απόσταση, των 3.10 μέτρων μέσα στον δρόμο. Η απόσταση αυτή ξεκινούσε από την κίτρινη γραμμή μέχρι σε κάποιο σημείο κοντά στη διαχωριστική γραμμή. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ3 ανέφερε ότι η ίδια δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο βηματισμός του θύματος και η ίδια προσπάθησε να περπατήσει με το ίδιο βήμα και τις πέντε φορές. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να καθορίσει αν ο βηματισμός της ήταν πιο κοντά στον κανονικό βηματισμό ή πιο κοντά στο τρέξιμο. Αστυφύλακας 3863 Σταύρος Αγιώτης (ΜΚ4) Ο ΜΚ4 κατά την κύρια εξέταση του, υιοθέτησε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 14) και απάντησε περαιτέρω σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων και είναι κάτοχος διαφόρων πιστοποιητικών της Αστυνομικής Ακαδημίας Κύπρου σε σχέση με διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, είναι εξουσιοδοτημένος φωτογράφος καθώς και σχεδιαστής επί κλίμακας. Στις 11.2.2015 και περί ώρα 17:58 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος. Κατά την άφιξη του στην σκηνή, ο ΜΚ4 διαπίστωσε ότι το όχημα του Κατηγορουμένου βρισκόταν στην τελική του θέση και ο Κατηγορούμενος ήταν παρών. Η πεζή βρισκόταν πεσμένη στην άσφαλτο, στο κέντρο περίπου της Λεωφόρου. Ταυτόχρονα με τον ίδιο, στην σκηνή έφθασε ασθενοφόρο το οποίο παρέλαβε την πεζή. Ο ΜΚ4 ρώτησε τον Κατηγορούμενο για τον τρόπο με τον οποίο έγινε το δυστύχημα. Ο τελευταίος αυτός απάντησε ότι οδηγούσε το όχημα του κοντά στην μεσαία διαχωριστική γραμμή επειδή στα αριστερά του υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα και άκουσε ένα κτύπημα στο αυτοκίνητο του, χωρίς να γνωρίζει με τι είχε κτυπήσει. Στην παρουσία του Κατηγορουμένου, ο ΜΚ4 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής (βλ. Τεκμήριο 6) στο οποίο σημείωσε, μεταξύ άλλων, την περιοχή του σημείου επαφής του αυτοκινήτου ΕΤΥ469 με το θύμα ως επίσης το σημείο που βρισκόταν πεσμένο το θύμα. Δεν εντοπίστηκε κάτι εντός του δρόμου για να μπορέσει να τοποθετήσει με ακρίβεια συγκεκριμένο σημείο ως σημείο επαφής του αυτοκινήτου με την πεζή. Η περιοχή σημείου επαφής καθορίστηκε αφού λήφθηκε υπόψη το σημείο που ήταν σταματημένο το όχημα του θύματος, το σημείο στο οποίο ήθελε να μεταβεί, ήτοι στον παιδότοπο «Μαγεμένη Πυξίδα», η πορεία και η ζημιά που υπέστη το ενεχόμενο όχημα, το σημείο πτώσης του θύματος ως επίσης και το γεγονός ότι είχε μεταφερθεί για κάποια απόσταση από το όχημα του Κατηγορουμένου πριν την πτώση της στην άσφαλτο. Το αυτοκίνητο ΕΤΥ469 υπέστη ζημιά στην μπροστινή δεξιά πλευρά. Κατατέθηκαν στο δικαστήριο οι φωτογραφίες του μηχανικού ελέγχου (βλ. Τεκμήριο 17). Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια του σούρουπου, ήτοι ο ήλιος δεν είχε δύσει εντελώς και υπήρχε ακόμα το τελευταίο φως της ημέρας το οποίο βοηθούσε να είναι ευδιάκριτα οποιαδήποτε αντικείμενα ή πρόσωπα εντός του δρόμου. Ο καιρός ήταν συννεφιασμένος, ενώ η άσφαλτος ελαφρά βρεγμένη λόγω βροχής. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, ο οδικός φωτισμός δεν είχε ακόμα ανάψει, αλλά ήταν αναμμένος κατά την άφιξη του ΜΚ4 στην σκηνή. Στην δεξιά πλευρά του δρόμου ως η πορεία του Κατηγορουμένου βρίσκεται ο παιδότοπος «Μαγεμένη Πυξίδα» ο οποίος κατά την ώρα του δυστυχήματος ήταν σε λειτουργία. Ο ΜΚ4 διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος μύριζε αλκοόλ και δεν μπορούσε να σταθεί καλά στα πόδια του και έτσι του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης. Ο Κατηγορούμενος έδωσε δείγμα εκπνοής με ένδειξη «107 μg%». Αμέσως, ο ΜΚ4 τον πληροφόρησε για το αποτέλεσμα και ότι ήταν υπό σύλληψη. Αφού του επίστησε την προσοχή στο νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε: «Ήπια ένα ποτό». Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος περίμενε εντός του αυτοκινήτου του, ενώ ο ΜΚ4 ετοίμαζε το σχέδιο της σκηνής. Ακολούθως, τον παρέδωσε στον Αστ.3278 (ΜΚ5) για να τον μεταφέρει στις εγκαταστάσεις της τροχαίας για διενέργεια τελικού ελέγχου. Περί τις 20:40 της ιδίας ημέρας, ο ΜΚ4 ενημερώθηκε ότι η πεζή υπέκυψε στα τραύματα της. Ως εκ τούτου ενημέρωσε σχετικά τον Λοχ.238 για όλες τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί στην σκηνή του δυστυχήματος. Επίσης του παρέδωσε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής. Από το πρόχειρο σχέδιο, ο ΜΚ4 ετοίμασε σχέδιο σε κλίμακα (βλ. Τεκμήριο 7). Επεξηγώντας τα ευρήματα του, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι στην σκηνή δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης στην άσφαλτο. Το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 29.10 μέτρων από την περιοχή του σημείου επαφής του με την πεζή. Το πλάτος του οχήματος του κατηγορούμενου είναι 1,70 μέτρα. Η πεζή σύμφωνα με την μαρτυρία που εξασφαλίστηκε εισήλθε στον δρόμο με γρήγορο βηματισμό και διένυσε απόσταση 3.10 μέτρων από την άκρη του δρόμου μέχρι το σημείο επαφής της με το αυτοκίνητο. Ο ΜΚ4 ενημερώθηκε για τις δοκιμές που έγιναν στο σημείο του δυστυχήματος από την ΜΚ3 σε σχέση με τον χρόνο που η πεζή διένυσε την απόσταση των 3.10 μέτρων. Σύμφωνα με τον ΜΚ4, ο χρόνος αντίδρασης ενός μέσου οδηγού κατά την διάρκεια της νύχτας υπολογίζεται σε 1,5 δευτερόλεπτα. Ο εν λόγω χρόνος αντιπροσωπεύει τον χρόνο που χρειάζεται ένας οδηγός να αντιδράσει από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται έναν κίνδυνο μέχρι την εκδήλωση της αντίδρασης. Ο Κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 73 ετών και οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης και ως εκ τούτου ο χρόνος αντίδρασης του υπολογίστηκε σε 2 δευτερόλεπτα. Η ακτίνα φώτων του αυτοκινήτου ΕΤΥ469 στην χαμηλή στάση, καταμετρήθηκε και διαπιστώθηκε ότι ήταν 29 μέτρα. Ο μάρτυρας χρησιμοποίησε τον μαθηματικό τύπο Vi= √Ve2-2ad για να υπολογίσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου ΕΤΥ469 κατά την στιγμή της επαφής αφού λήφθηκε υπόψη ότι μετά την επαφή το εν λόγω όχημα ακινητοποιήθηκε χωρίς βίαιη τροχοπέδηση, αλλά με ομαλή επιβράδυνση. Ο ΜΚ4 παρέπεμψε σε βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε για τον συντελεστή επιβράδυνσης ενός αυτοκινήτου σε ομαλή επιβράδυνση (βλ. Τεκμήριο 15). Κατέληξε δε ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ETY469 κατά την ώρα της επαφής ήταν 38.44 ΧΑΩ. Με βάση τα πιο πάνω, ο ΜΚ4 διαπίστωσε ότι εάν το αυτοκίνητο ΕΤΥ469 κινείτο με 38.44 ΧΑΩ, τότε όταν η πεζή άρχισε να εισέρχεται εντός του δρόμου, το εν λόγω αυτοκίνητο βρισκόταν σε απόσταση 18.26 μέτρων πριν το σημείο επαφής και συνεπώς η πεζή βρισκόταν εντός της ακτίνας των φώτων του. Εάν ο Κατηγορούμενος έβλεπε το θύμα και αντιδρούσε σε χρόνο 1.5 sec τότε θα εκδήλωνε κάποια αντίδραση σε απόσταση 2,24 μέτρα πριν το σημείο επαφής. Από τα πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ4, ότι εάν ο οδηγός του αυτοκινήτου ΕΤΥ469 δεν οδηγούσε έχοντας προηγουμένως καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά τότε θα έβλεπε το θύμα και θα εκδήλωνε κάποια αντίδραση πριν το σημείο επαφής. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ4 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι δεν έχει καταγράψει τα ρούχα του θύματος καθότι θεώρησε ότι δεν είχε σημασία, λόγω του ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος υπήρχε ακόμα φως της ημέρας. Όταν έφθασε ο ίδιος στη σκηνή του δυστυχήματος στις 17:58, ο καιρός εξακολουθούσε να ήταν συννεφιασμένος. Οδήγησε και ο ίδιος προς το σημείο του δυστυχήματος και δεν χρειαζόταν να έχει τα φώτα του αυτοκινήτου αναμμένα. Για να φτάσει στη σκηνή του δυστυχήματος χρειάστηκε γύρω στα 15 λεπτά και εξ' όσων θυμάται δεν είχε ανάψει τα φώτα του περιπολικού. Έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με τον χρόνο αντίδρασης ενός μέσου οδηγού κατά τη διάρκεια της νύχτας, που σύμφωνα με τον μάρτυρα υπολογίζεται σε 1,5 δευτερόλεπτα. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο εν λόγω χρόνος χρησιμοποιείται στην Αστυνομία με βάση διεθνή βιβλιογραφία του North Western University (βλ. Τεκμήριο 15Α) όπου αναφέρεται ως χρόνος αντίδρασης 1 δευτερόλεπτο και όχι για 1,
  3. Ειδικότερα, στην βιβλιογραφία που χρησιμοποίησε ο μάρτυρας, αναφέρεται ότι χρειάζονται 0,2 του δευτερολέπτου για ένα απλό ερέθισμα 0,4 του δευτερολέπτου για μια περίπλοκη περίπτωση η οποία χρειάζεται αποφάσεις για το τι πρέπει να κάνει. Απαιτείται συνολικά χρόνος 0,8 του δευτερολέπτου αν το πρόσωπο ξαφνιάστηκε από μια εντελώς άγνωστη κατάσταση και αν ο οδηγός χρειάστηκε να μετακινήσει το πόδι του τον από τη βενζίνη στο φρένο προστίθεται ακόμα 0,2 του δευτερολέπτου. Από εκεί και έπειτα προστίθενται μικρά περιθώρια χρόνου αν υπάρχει χαμηλή ορατότητα, μπερδεμένα σημεία ή αλκοόλη. Οπότε, αντί 1 δευτερόλεπτο χρησιμοποιήθηκε 1.5 δευτερόλεπτο, κάτι που ήταν προς όφελος του Κατηγορούμενου. Πρόσθεσε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε οποιαδήποτε περίπλοκη κατάσταση τροχαίας, ούτε ήταν νύχτα. Σε σχέση με τον χρόνο αντίληψης ενός κινδύνου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τούτος καθορίζεται ως το χρονικό σημείο που κάποιος οδηγός δει τον κίνδυνο μπροστά του. Της αντίληψης του κινδύνου ακολουθεί ο χρόνος αντίδρασης. Στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται ότι ο οδηγός δεν αντέδρασε καθόλου παρά μόνο μετά το κτύπημα. Σε ερώτηση αν ο χρόνος αντίδρασης ή αντίληψης, επηρεάζεται εάν ο κίνδυνος είναι αναμενόμενος ή μη αναμενόμενος, ο μάρτυρας απάντησε ότι όταν οδηγεί κάποιος στον δρόμο, ειδικά όταν βλέπει παρκαρισμένα αυτοκίνητα είτε αριστερά είτε δεξιά, οφείλει να αναμένει οποιονδήποτε κίνδυνο για να μπορεί να αντιδράσει όσο πιο έγκαιρα γίνεται για να τον αποφύγει. Ο χρόνος του 1,5 δευτερολέπτου αφορά ακριβώς τον μέσο οδηγό που οδηγεί στον δρόμο. Σε σχέση με το αν επηρεάζεται η ορατότητα όταν υπάρχει βροχή ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά την δική του αντίληψη, εξαρτάται μεταξύ άλλων από το πόσο βρεγμένο είναι το οδόστρωμα ή πόσο καλή είναι η ποιότητα του οδοστρώματος Απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με το σημείο από το οποίο η πεζή μπήκε στον δρόμο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η πεζή ακολουθούσε την πορεία η οποία φαίνεται με τον βέλος Β επί του σχεδίου και θεωρείται ότι μπήκε στον δρόμο μόλις πέρασε την κίτρινη γραμμή που διαχωρίζει το παγκέτο από την λωρίδα κυκλοφορίας. Σε σχέση με τα αυτοκίνητα τα οποία ήταν σταματημένα στο ασφάλτινο παγκέτο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι την ώρα της φωτογράφησης ήταν εκεί αλλά δεν έχουν γίνει οποιεσδήποτε μετρήσεις σε σχέση με αυτά. Σε κάθε περίπτωση, ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι τα εν λόγω αυτοκίνητα δεν επηρέαζαν καθόλου την ορατότητα του Κατηγορουμένου σε σχέση με το σημείο από το οποίο η πεζή εισήλθε στον δρόμο. Παρέπεμψε δε σχετικά στην φωτογραφία 2 του Τεκμηρίου
  4. Τέθηκε υπόψη του μάρτυρα ότι σύμφωνα με την Μαρία Στυλιανού (ΜΚ11), τη στιγμή που η πεζή άρχισε να διασταυρώνει, το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου είχε μόλις περάσει τον στύλο των φώτων τροχαίας της διάβασης. Ο μάρτυρας κατ' αρχήν ανέφερε ότι υπάρχουν δύο στύλοι στην διάβαση που έχουν απόσταση μεταξύ τους τουλάχιστον 2.4 μέτρα, όσο δηλαδή το πλάτος της διάβασης. Τώρα, αν ένα αυτοκίνητο μήκους 4.10, όσο δηλαδή και το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ξεπεράσει τη βόρεια γραμμή της διάβασης πεζών (όπου βρίσκεται και ο στύλος που ήταν αριστερά από τον Κατηγορούμενο), τότε η απόσταση του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου από το σημείο επαφής θα ήταν 15.30 μέτρα. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι με βάση τους δικούς του υπολογισμούς, όταν η πεζή άρχισε να εισέρχεται στον δρόμο το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου βρισκόταν σε απόσταση 18.26 μέτρων πριν το σημείο επαφής. Σε σχέση με τον συντελεστή τριβής χωρίς ίχνη τροχοπέδησης που χρησιμοποίησε, ο ΜΚ4 παρέπεμψε στο Τεκμήριο 15 και εξήγησε ότι ο εν λόγω συντελεστής δεν επηρεάζεται από πόσο φρέσκο ή πόσο βρεγμένο είναι το οδόστρωμα. Όταν υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης, τότε η δοκιμή διαφέρει επειδή τότε κλειδώνει ο τροχός στην άσφαλτο και έτσι η κατάσταση της ασφάλτου διαδραματίζει ρόλο κάτι που δεν συμβαίνει στην ομαλή επιβράδυνση, όταν δηλαδή δεν υπάρχει τροχοπέδηση (skidding). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ένα αυτοκίνητο το οποίο κινείται με 40ΧΑΩ χρειάζεται απόσταση ακινητοποίησης 8.90 μέτρα, ενώ αν κινείται με 35ΧΑΩ χρειάζεται 6.80 μέτρα. Συνεπώς, αν ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε εγκαίρως τα φρένα σε απόσταση 2.24 μέτρα πάλι θα κτυπούσε την πεζή εκτός εάν είχε κάνει κάποια άλλη κίνηση αποφυγής. Σε κάθε περίπτωση, αν χρησιμοποιούσε τα φρένα πριν το κτύπημα, σίγουρα θα χτυπούσε την πεζή με μικρότερη ταχύτητα. Ενδεχομένως να μην την κτυπούσε και καθόλου εάν συνδύαζε το φρενάρισμα με κάποια κίνηση αποφυγής. Αστυφύλακας 3278, Μιχάλης Άγγελος Αρναούτ (ΜΚ5) Υιοθετώντας την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 21) και απαντώντας περαιτέρω σε ερωτήσεις, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι στις 18:10 της 11.2.2015 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος όπου ενημερώθηκε από τον ΜΚ4 για το ότι ο Κατηγορούμενος είχε υποβληθεί σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 107μg. Ο ΜΚ5 μετέφερε τον Κατηγορούμενο στα γραφεία της Τροχαίας Λευκωσίας για να τον υποβάλει σε τελικό έλεγχο αλκοόλης. Κατά την συνομιλία μαζί του, ο Κατηγορούμενος φαινόταν να είναι αρκετά φορτισμένος συναισθηματικά. Περαιτέρω, παρουσίαζε σημεία και συμπτώματα μέθης, δηλαδή μύριζε αλκοόλ και λόγω του ότι ήταν ταραγμένος είχε δυσκολία στο να απαντά με αμεσότητα. Είχε επίσης κάποια δυσκολία στο βάδισμα. Στις 18:50 της ίδιας μέρας, ο ΜΚ5 υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε τελικό έλεγχο αλκοόλης αφού προηγουμένως του εξήγησε ότι είναι υπόχρεος να δώσει δυο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για σκοπούς ελέγχου και ότι άρνηση ή παράλειψη του να το πράξει συνιστά αδίκημα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος έδωσε δυο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής με έντυπο αποτέλεσμα 65 μg% και 65μg % αντίστοιχα (βλ. Τεκμήριο 22). Αφού επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορουμένου στον Νόμο, ο τελευταίος απάντησε «Εντάξει» και υπέγραψε το έντυπο αποτέλεσμα. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος έχει σκελετικά προβλήματα ή αρθροπάθεια και κατά πόσον οι παθήσεις αυτές επηρεάζουν το βάδισμα ενός ανθρώπου στην ηλικία του Κατηγορούμενου. Πάντως, ο Κατηγορούμενος είχε δυσκολία στο να σταθεί και να περπατήσει, με αποτέλεσμα για να μεταφερθεί 3-4 μέτρα από το αυτοκίνητο του μέχρι και το περιπολικό να τον βοηθήσουν οι αστυνομικοί. Σε ότι αφορά τη συσκευή με την οποία έγιναν οι μετρήσεις, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι πρόκειται για το μοντέλο Lion Intoxilyzer 8000 με Serial Number 80-
  5. Ο ΜΚ4 παρουσίασε πιστοποίηση ημερομηνίας 7.4.2011 σε σχέση με τη εν λόγω συσκευή (βλ. Τεκμήριο 24). Σύμφωνα με το έντυπο τελικής εξέτασης (βλ. τεκμήριο 22), ο τελευταίος έλεγχος (last calibration) της συσκευής έγινε στις 6.2.2015, ήτοι πέντε ημέρες πριν να γίνει ο έλεγχος στον Κατηγορούμενο. Λοχίας 4721 Θεοκλής Θεοκλέους (ΜΚ6) Ο ΜΚ6 υπηρετεί στον Κλάδο Τροχαίας Λευκωσίας ως υπεύθυνος του Γραφείου του Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων. Είναι εξουσιοδοτημένος εξεταστής μηχανοκίνητων οχημάτων, σχεδιαστής επί κλίμακος και φωτογράφος. Είναι επίσης κάτοχος διαφόρων πιστοποιητικών τα οποία σχετίζονται με την διερεύνηση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων καθώς και με γνώσεις τεχνικού και μηχανικού ελέγχου μηχανοκινήτων οχημάτων. Ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο έκθεση (βλ. Τεκμήριο 29) στην οποία αναφέρεται ότι στις 15.2.2015, έλεγξε τις ζημιές του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΤΥ
  6. Διαπίστωσε ότι πρόκειται για όχημα τύπου Salon και η 1η επαφή σε αυτό βρισκόταν στο μπροστινό δεξιό μέρος. Ειδικότερα, η ζημιά άμεσης επαφής βρισκόταν στον πλαστικό προφυλακτήρα όπου υπήρχε ελαφρύ βούλωμα και μετατόπιση αποξηραμένης σκόνης σε ύψος από το έδαφος 40 εκ. μέχρι 50 εκ. και 20 εκ. μετρημένο από δεξιά προς αριστερά. Ακολούθησε κτύπημα στον δεξί μπροστινό δείκτη και φανάρι σε ύψος 60 εκ. από το έδαφος και 10 εκ. μετρημένο από δεξιά προς αριστερά. Στα δεξιά του καπό υπήρχαν βουλώματα. Βούλωμα υπήρχε επίσης στην γωνιά του μπροστινού δεξιού φτερού. Ο εξωτερικός καθρέφτης της πόρτας του οδηγού αποκόπηκε από την βάση του. Στην δεξιά γωνιά του μπροστινού ανεμοθώρακα υπήρχε εξωτερικό κτύπημα που θρυμμάτισε τον ανεμοθώρακα με αραχνοειδές σχήμα. Βούλωμα υπήρχε και στην λαμαρίνα του μπροστινού στύλου της πόρτας του οδηγού, δίπλα από τον θρυμματισμένο ανεμοθώρακα. Τα ελαστικά ήταν σε άριστη κατάσταση και τα φώτα λειτουργούσαν κανονικά. Περαιτέρω, δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα στο σύστημα διεύθυνσης και πεδήσεως του οχήματος. Ο ΜΚ6 κατέληξε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το δυστύχημα. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ6 ανέφερε ότι δεν βρέθηκαν ίχνη αίματος στο αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο αυτό είχε πλάτος, 1.70 μέτρα. Συνεπώς, η επαφή του θύματος με το αυτοκίνητο ήταν στο 1.50 από τα αριστερά προς τα δεξιά του αυτοκινήτου. Βασιλεία Γεωργίου (ΜΚ7) Η ΜΚ7 στην κατάθεση της (βλ. Τεκμήριο 9) την οποία και υιοθέτησε ανέφερε ότι στις 11.2.2015 και περί ώρα 17:35 οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην Λεωφόρο Τσερίου στο Στρόβολο με κατεύθυνση από Τσέρι προς Λευκωσία. Γνωρίζει καλά την Λεωφόρο Τσερίου, καθότι είναι δρόμος που χρησιμοποιεί σχεδόν καθημερινά. Είναι ένας πολυσύχναστος δρόμος με καταστήματα και καφετέριες, από τον οποίο διέρχονται πολλά αυτοκίνητα. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν οδηγεί κάποιος στον εν λόγω δρόμο, καθότι στην περιοχή διακινούνται πολύ συχνά πεζοί. Η ίδια κινείτο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και η ταχύτητα της ήταν περίπου 50 ΧΑΩ. Ο ουρανός ήταν σκοτεινός, υπήρχε συννεφιά και ψιλοέβρεχε. Παρά ταύτα, η ΜΚ7 οδηγούσε το όχημα της άνετα και χωρίς καμία δυσκολία αναφορικά με την ορατότητα, η οποία ήταν αρκετά καλή. Μπορούσε μάλιστα να βλέπει και πέρα από την ακτίνα των φώτων της τα οποία ήταν αναμμένα στην ενδιάμεση στάση και έχουν εμβέλεια γύρω στα 30 μέτρα. Δεν θυμάται αν ο οδικός φωτισμός είχε ανάψει αλλά θυμάται ότι ο δρόμος ήταν φωτεινός. Δεν γνωρίζει αν αυτό ήταν λόγω φώτων από άλλα διερχόμενα αυτοκίνητα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, πριν τον παιδότοπο «Μαγεμένη Πυξίδα», η ΜΚ7 πρόσεξε ότι στο ασφάλτινο παγκέτο που βρισκόταν στα δεξιά της, υπήρχαν μία γυναίκα με το παιδί της, οι οποίοι προσπαθούσαν να διασταυρώσουν το δρόμο. Εκείνη τη στιγμή υπήρχε ελάχιστη βροχή σε σημείο που δεν ήταν αναγκαίο να χρησιμοποιήσει τους υαλοκαθαριστήρες του οχήματος της. Η πεζή κοίταξε τον δρόμο δείχνοντας την πρόθεση της να διασταυρώσει. Το αυτοκίνητο το οποίο προπορευόταν της ΜΚ7, σταμάτησε και πίσω του σταμάτησε και η ΜΚ
  7. Ακολούθως, οι πεζοί ξεκίνησαν με γρήγορο βηματισμό να διασταυρώνουν το δρόμο. Η ΜΚ7 εξήγησε ότι ως «γρήγορο βηματισμό» εννοεί ότι η πεζή δεν έτρεχε, αλλά περπατούσε γρήγορα κρατώντας το παιδί με το δεξί της χέρι. Την ώρα η πεζή που ξεκίνησε να διασταυρώνει, η ΜΚ7 είδε φώτα αυτοκινήτου στην αντίθετη κατεύθυνση σε απόσταση πέραν των 15 μέτρων από την πεζή, περίπου στο σημείο της διάβασης πεζών. Όταν οι πεζοί πλησίασαν σχεδόν την μέση του δρόμου, η ΜΚ7 είδε το αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση να κτύπα την πεζή λίγο πριν τη διαχωριστική γραμμή, χωρίς να κάνει οποιανδήποτε κίνηση για να την αποφύγει. Η πεζή είχε προλάβει να κάνει έναν ελιγμό με το σώμα της, σπρώχνοντας το παιδί της, το οποίο έπεσε στη μέση του δρόμου και δεν κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο. Η απόσταση από το σημείο όπου βρισκόταν η ΜΚ7 μέχρι το σημείο όπου το αυτοκίνητο κτύπησε την πεζή ήταν περίπου 10 μέτρα. Από το κτύπημα, η πεζή εκτινάχθηκε και έπεσε στην άσφαλτο μεταξύ του αυτοκινήτου της ΜΚ7 και του αυτοκινήτου που ήταν μπροστά της. Ακολούθως, η ΜΚ7 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και είδε ότι η πεζή ήταν σε λίμνη αίματος. Μετά από περίπου 1 λεπτό, η ΜΚ7 μπήκε στο αυτοκίνητο της και έφυγε γιατί πανικοβλήθηκε. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ7 ανέφερε ότι η εργασία της, από όπου έφευγε την ημέρα του δυστυχήματος απέχει περίπου ένα χιλιόμετρο από το σημείο του δυστυχήματος. Καθ' όλη την διαδρομή ψιλοέβρεχε αλλά δεν χρειάστηκε να καθαρίσει τον ανεμοθώρακα σας, καθότι οι σταγόνες ήταν τέτοιες που δεν επηρέαζαν την ορατότητα. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ο λόγος που άναψε τα φώτα του αυτοκινήτου της εκείνη την ημέρα, είναι γιατί ο χώρος στάθμευσης της εργασίας της είναι σε υπόγειο. Αν δεν ήταν σταματημένη στο υπόγειο, ενδεχομένως να είχε ανάψει τα φώτα στην χαμηλότερη από τις τρεις στάσεις. Κάποια από τα αυτοκίνητα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση είχαν αναμμένα τα φώτα, αλλά δεν γνωρίζει αν είχαν τα χαμηλά ή τα ψηλά. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι από την στιγμή που σταμάτησε τόσο η ίδια όσο και το προπορευόμενο της αυτοκίνητο, δεν είχε περάσει κάποιο αυτοκίνητο από την αντίθετη κατεύθυνση. Η ΜΚ 7 είπε τέλος ότι είχε δει τα φώτα του αυτοκινήτου που κτύπησε την πεζή από απόσταση περίπου 15 μέτρων από την ίδια. Ανέφερε βέβαια ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς. Δήλωσε όμως ότι το όχημα δεν είχε ξεπεράσει τη διάβαση όταν το είδε. Όταν η πεζή βρισκόταν λίγο πριν τη διαχωριστική γραμμή, το αυτοκίνητο την χτύπησε με το δεξί του μέρος στη δεξιά της πλευρά και η πεζή είχε αρχικά χτυπήσει στον ανεμοθώρακα και ακολούθως εκτινάχθηκε και έπεσε στην άσφαλτο. Μόλις η πεζή εκτινάχθηκε, το αυτοκίνητο φρέναρε και άλλαξε πορεία πηγαίνοντας αριστερότερα. Η ΜΚ7 είπε τέλος ότι όταν έφυγε από τη σκηνή, ειδοποίησε τον πατέρα της, στον οποίο είπε για το δυστύχημα και ο οποίος έτρεξε αμέσως στη σκηνή και έδωσε τα στοιχεία της. Στις 25.2.2016 την ειδοποίησε η Αστυνομία να πάει για κατάθεση. Αστυφύλακας 3606, Κώστας Παπαδόπουλος (ΜΚ8) O MK8 παρουσίασε και υιοθέτησε την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 30) στην οποία ανέφερε ότι είναι τοποθετημένος στον Κλάδο Διερεύνησης Δυστυχημάτων και είναι εξουσιοδοτημένος φωτογράφος. Στις 11.2.2015 μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος και μεταξύ των ωρών 18:30-19:00 έλαβε φωτογραφίες της σκηνής. Αναγνώρισε δε το Τεκμήριο 16 ως φωτογραφίες που έλαβε ο ίδιος καθ' υπόδειξη του ΜΚ
  8. Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι κατέφθασε στην σκηνή στις 18:
  9. Από τις 18:30 που άρχισε να φωτογραφίζει είχε ήδη νυχτώσει. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι δε γνωρίζει πόσες φωτογραφίες έβγαλε συνολικά αλλά είναι συνήθης πρακτική να γίνεται επιλογή των φωτογραφιών που θα εκτυπωθούν. Ο ΜΚ8 συμφώνησε ότι ανάλογα με τη γωνία που λαμβάνεται μια φωτογραφία, αποτυπώνεται και αντίστοιχο αποτέλεσμα. Σε σχέση με το μαύρο αυτοκίνητο που βρίσκεται αριστερά του οχήματος του θύματος, ο ΜΚ8 ανέφερε ότι φαίνονται και τα δύο οχήματα παρκαρισμένα διαγώνια και δεν μπορεί να καθορίσει με ακρίβεια αν το ένα είναι πιο κοντά στην κίτρινη γραμμή από το άλλο. Βέβαια, με παραπομπή στην 1η φωτογραφία του Τεκμηρίου 16, ανέφερε ότι το μαύρο αυτοκίνητο φαίνεται να είναι πιο μέσα από το αυτοκίνητο του θύματος. Μαριλένα Κωνσταντίνου (ΜΚ9) Η ΜΚ9 επίσης υιοθέτησε την κατάθεση της (βλ. Τεκμήριο 10) και απαντώντας περαιτέρω σε ερωτήσεις, είπε ότι στις 11.2.2015 και περί ώρα 17:25 βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού στο αυτοκίνητο ΗΖΥ380 το οποίο ήταν σταθμευμένο στο ασφάλτινο παγκέτο της λεωφόρου Τσερίου, έξω από το κατάστημα «Loukou Donults». Το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου έβλεπε προς το εν λόγω κατάστημα. Σε παιδικό κάθισμα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, βρισκόταν η κόρη της ηλικίας 3 ετών. Ο σύζυγος της είχε κατέβει από το αυτοκίνητο και πήγε στο κατάστημα για να αγοράσει donuts. Ενώ, η ΜΚ9 περίμενε στο αυτοκίνητο, άκουσε ένα θόρυβο που της προκάλεσε απορία. Εκείνη την στιγμή βγήκε και ο σύζυγος της από το κατάστημα και μόλις τον είδε, βγήκε και η ίδια από το αυτοκίνητο και του ζήτησε να μείνει με το παιδί τους. Ενώ βρισκόταν μπροστά από το αυτοκίνητο της, είδε σε απόσταση μερικών μέτρων ένα αυτοκίνητο σαλούν να είναι σταματημένο στην λεωφόρο με κατεύθυνση προς Τσέρι. Διέκρινε επίσης μια φιγούρα στον δρόμο και κατάλαβε ότι κάποιος άνθρωπος ήταν ξαπλωμένος στην άσφαλτο. Η ΜΚ9 προχώρησε προς το μέρος που βρισκόταν η φιγούρα και είδε μια γυναίκα που ήταν κτυπημένη στην άσφαλτο. Κάποια άλλη γυναίκα που κρατούσε ένα παιδί, είπε στην ΜΚ9 ότι η κτυπημένη γυναίκα ήταν η μητέρα του παιδιού. Αμέσως, η ΜΚ9 έτρεξε προς την κτυπημένη γυναίκα για να βοηθήσει καθότι γνωρίζει πρώτες βοήθειες. Η κτυπημένη γυναίκα φορούσε σκούρα ρούχα, ήταν ξαπλωμένη στην άσφαλτο και γύρω από το κεφάλι της και στην μύτη της υπήρχε αίμα. Είχε αναπνοή και σφυγμό, αλλά δεν μιλούσε. Στις 17:39, η ΜΚ9 τηλεφώνησε στο κέντρο επικοινωνιών της ΜΜΑΔ και τους ανάφερε το περιστατικό και τους ζήτησε να ειδοποιήσουν ασθενοφόρο και Αστυνομία. Η ίδια έμεινε με την πεζή μέχρι που ήρθε το ασθενοφόρο. Καθ' όλη την διάρκεια που ήταν μαζί της, η κτυπημένη γυναίκα δεν μίλησε. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν θυμάται αν ο ουρανός ήταν σκοτεινός, αλλά θυμάται ότι ψιλοέβρεχε. Μετά το δυστύχημα, η βροχή έγινε πιο δυνατή. Ενώ βγήκε από το αυτοκίνητο και ενώ ήταν κοντά στην κτυπημένη κοπέλα για αρκετή ώρα, δεν βράχηκε καθόλου. Όταν πήγε κοντά στο θύμα, είδε ότι αυτή ήταν περίπου στη μέση του δρόμου. Δεν πρόσεξε αν το κορμί της ήταν ανάμεσα σε δύο σταματημένα αυτοκίνητα. Καθ' όλη τη διάρκεια υπήρχαν παρκαρισμένα αυτοκίνητα τόσο στο παγκέτο, όσο και στον δρόμο. Πίσω από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου που ήταν σταματημένο στη αριστερή λωρίδα του δρόμου είχε δημιουργηθεί κίνηση. Χάρης Κυλίλης (ΜΚ10) Ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο πιστοποίηση ημερομηνίας 1.12.2008 που αφορά συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης Lion Alcolmeter 500με αριθμό 38923 (βλ. Τεκμήριο 31). Ο μάρτυρας αναγνώρισε επίσης την πιστοποίηση για συσκευή τελικής εξέτασης, μοντέλο Lion Intoxilyzer 8000 με αύξων αριθμό 80 - 004783 ημερομηνίας 7.4.2011 (βλ. Τεκμήριο 24). Ο μάρτυρας εξήγησε ότι η πιστοποίηση δείχνει ότι οι εν λόγω συσκευές συνάδουν με τα πρότυπα που πρέπει να πληροί μια συσκευή αλκοόλης σύμφωνα με το Υπουργικό Διάταγμα ΚΔΠ305/2006 ημερομηνίας 21.7.
  10. Μαρία Στυλιανού (ΜΚ11) Η ΜΚ11 αναγνώρισε και υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία (βλ. Τεκμήρια 8 και 8Α). Ανέφερε ότι στις 11.2.2015 περί τις 17:30 οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην Λεωφόρο Τσερίου με κατεύθυνση από Τσέρι προς Λευκωσία. Κινείτο με χαμηλή ταχύτητα στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Είχε αναμμένα τα μεγάλα φώτα του αυτοκινήτου της στην χαμηλή στάση. Εκείνη την ώρα ψιλόβρεχε και ο ουρανός ήταν σκοτεινός λόγω συννεφιάς. Νομίζει ότι ο οδικός φωτισμός ήταν αναμμένος. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, είδε μια γυναικά με το παιδί της να βρίσκονται στα δεξιά της, έξω από το δρόμο και να προσπαθούν να διασταυρώσουν αφού κοίταζαν αριστερά ‑ δεξιά. Η ΜΚ11 σταμάτησε το αυτοκίνητο της και άναψε τα φώτα κινδύνου για να προειδοποιήσει το αυτοκίνητο που την ακολουθούσε ότι είχε πρόθεση να σταματήσει λόγω των πεζών που είχαν πρόθεση να διασταυρώσουν. Η απόσταση της από του πεζούς ήταν περίπου 5 μέτρα. Εκείνη την στιγμή, ερχόταν από απέναντι ένα αυτοκίνητο, αλλά βρισκόταν σε μακρινή απόσταση από την ίδια την ΜΚ
  11. Το εν λόγω αυτοκίνητο είχε αναμμένα τα μεγάλα φώτα του στην χαμηλή στάση. Ενώ πεζή βρίσκονταν στην άκρη του δρόμου, έλεγξε το δρόμο και τότε η ΜΚ11 της έκανε νόημα με τα φώτα του αυτοκινήτου της (tip) να διασταυρώσει. Στην συμπληρωματική της κατάθεση η ΜΚ11 ανέφερε ότι στις 15.2.2015 και περί ώρα 09:30 επισκέφθηκε μαζί με τον Λοχία 238 την σκηνή του δυστυχήματος και υπέδειξε το σημείο από το οποίο η πεζή διασταύρωνε τον δρόμο μαζί με το παιδί της, την περιοχή που το αυτοκίνητο κτύπησε την πεζή και την θέση όπου βρισκόταν το αυτοκίνητο της σταματημένο για να περάσει η πεζή. Τα πιο πάνω σημειώθηκαν στο σχέδιο το οποίο υπέγραψε. Η πεζή ξεκίνησε λοιπόν να διασταυρώνει το δρόμο με γρήγορο βηματισμό κρατώντας το παιδί της με το δεξί της χέρι. Την στιγμή που η πεζή ξεκίνησε να διασταυρώνει το δρόμο, το αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, μόλις είχε περάσει το στύλο ελέγχου των φώτων της διάβασης πεζών. Ενώ η πεζή βρισκόταν περίπου στην μέση της δεξιάς λωρίδας του δρόμου, η ΜΚ11 είδε το εν λόγω αυτοκίνητο να την χτυπά με τον μπροστινό δεξιό φανάρι. Η πεζή εκτινάχθηκε στον αέρα και έπεσε στη μέση του δρόμου, πίσω από το αυτοκίνητο της ΜΚ
  12. Το παιδί που κρατούσε έπεσε στην δεξιά λωρίδα του δρόμου. Το αυτοκίνητο που κτύπησε την πεζή δεν έκανε οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια ούτε ελάττωσε ταχύτητα πριν το δυστύχημα. Αμέσως μετά που την κτύπησε, φρέναρε απότομα και σταμάτησε. Αμέσως, η ΜΚ11 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και προχώρησε προς την κοπέλα που κτυπήθηκε. Παρέμεινε στην σκηνή μέχρι που ήρθε η Αστυνομία στην οποία έδωσε τα στοιχεία της. Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η μάρτυρας ανέφερε ότι η Λεωφόρος Τσερίου είναι δρόμος στον οποίο υπάρχει αρκετή κίνηση λόγω καταστημάτων και καφετεριών. Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να διασταυρώσουν από όλα τα σημεία του δρόμου. Εκείνη την ημέρα και ώρα μόλις είχαν αρχίσει να πέφτουν ορισμένες σταγόνες βροχής. Μόλις είχε δύσει ο ήλιος και λόγω του ό,τι είχε λίγα σύννεφα, ο δρόμος ήταν κάπως σκοτεινός. Ήταν σούρουπο, αλλά είχε φώτα γιατί στην εν λόγω περιοχή έστω και εάν δεν υπάρχει επαρκής φωτισμός, οι καφετέριες και τα καταστήματα παρέχουν πολύ φως. Σε ερώτηση αν υπήρχε κάποιος λόγος που είχε αναμμένα τα φώτα της, η μάρτυρας ανέφερε ότι συνήθως μόλις δύσει ο ήλιος ανάβει τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου της στη δεύτερη στάση για να μην τα ξεχάσει όταν αργότερα νυχτώσει. Το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι το είχε δει για πρώτη φορά πριν αυτό περάσει τη διάβαση πεζών. Θεώρησε ότι αυτό ήταν μακριά και ότι υπήρχε χρόνος να περάσει η πεζή και γι' αυτό τους άφησε να περάσουν. Όταν η πεζή ξεκίνησε να διασταυρώνει, το εν λόγω όχημα είχε περάσει τον στύλο ελέγχου φώτων διάβασης που ήταν δεξιά ως η πορεία της. Οι μπροστινοί τροχοί του αυτοκινήτου είχαν μόλις περάσει τον κόκκινο χρωματιστό διάδρομο που προορίζεται για να περπατούν οι πεζοί που χρησιμοποιούν την διάβαση. Υπήρχαν αυτοκίνητα κοντά στους πεζούς, αλλά δεν παρεμπόδιζαν κάποιον ο οποίος ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση να δει ότι υπάρχει κάποιος να στέκεται στην άκρη του δρόμου καθότι ότι τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα ήταν πιο μέσα. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας επανέλαβε ότι η πεζή ήταν στο σημείο που αρχίζει η κίτρινη λωρίδα για να μπορέσει να δει και να διασταυρώσει. Δεν μπορεί να ξέρει όμως με ακρίβεια πόσο κοντά ήταν στη κίτρινη γραμμή. Την πορεία της την είχε δει από την αρχή, ήτοι από την ώρα που κινήθηκε δεξιά του αυτοκινήτου της και πριν φτάσει κοντά στην κίτρινη γραμμή. Από την ώρα που την είδε να είναι στο δεξιό πλευρό του αυτοκινήτου της κατάλαβε ότι είχε πρόθεση να μπει στον δρόμο. Όταν έκανε το νόημα με τα φώτα της (tip) κατάλαβε ότι η πεζή αντιλήφθηκε το γεγονός ότι η ΜΚ11 θα την άφηνε να μπει στον δρόμο. Αφού πρώτα η πεζή είδε δεξιά της προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο Κατηγορούμενος, ακολούθως γύρισε αριστερά και είδε την ΜΚ11 που της έκανε νόημα και εισήλθε στον δρόμο ξεκινώντας να διασταυρώνει με γοργό βήμα. Εκείνη την στιγμή της φάνηκε ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου έτρεχε καθότι διάνυσε μια απόσταση περίπου 15 μέτρων μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Η πεζή είχε καταλάβει σε κάποιο χρονικό σημείο ότι το αυτοκίνητο ερχόταν προς αυτήν και σε κλάσματα δευτερολέπτου έσπρωξε το παιδί που κρατούσε με το δεξί της χέρι και γύρισε ταυτόχρονα το κορμί της ώστε το πίσω μέρος του σώματος της ήρθε σε επαφή με το δεξί φανάρι του αυτοκινήτου. Όταν η ΜΚ11 κατέβηκε από το αυτοκίνητο της, είδε ότι η πεζή ήταν πεσμένη ακριβώς πίσω από το αυτοκίνητο της. Είχε κάποιο άλλο αυτοκίνητο πιο πίσω το οποίο όμως έφυγε σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά το δυστύχημα. Η μάρτυρας ανέφερε ότι όταν έχει φως της ημέρας δεν χρησιμοποιεί τα φώτα του αυτοκινήτου της. Είναι όμως συνηθισμένη, να ανάβει τα μεγάλα φώτα πορείας σε χαμηλή στάση την ώρα που αρχίζει να χαμηλώνει ο φυσικός φωτισμός. Εκείνη την ημέρα τα άναψε επειδή είχε δύσει ο ήλιος, είχε σύννεφα και είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Δεν ήταν σκοτεινιά και δεν είχαν όλοι οι οδηγοί αναμμένα τα φώτα των αυτοκινήτων τους. Έβλεπε καλά εκείνη την ώρα και υπέθεσε ότι αυτό ήταν λόγω του οδικού φωτισμού. Μαρία Αυξεντίου ΜΚ12 Η ΜΚ12 είναι βιοχημικός και εργάζεται στο εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους. Κατέθεσε βιογραφικό σημείωμα στο οποίο εκτίθενται τα προσόντα της (βλ. Τεκμήριο 33). Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση προέβη σε έρευνα αναφορικά με τις μετρήσεις αλκοόλης που γίνονται με συσκευές μέτρησης μέσω εκπνοής. Μέσα από τη μελέτη της, διαπίστωσε ότι κάποιες συσκευές δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσουν την αλκοόλη από την ακετόνη με αποτέλεσμα δείχνουν ψηλότερες μετρήσεις. Η ακετόνη είναι ουσία που βρίσκεται πολλές φορές, αλλά όχι πάντοτε, σε ινσουλινοεξαρτώμενους διαβητικούς. Η ΜΚ12 εξήγησε ότι όταν κάποιο άτομο δεν έχει ρυθμισμένο διαβήτη, το ζάχαρο του μπορεί να ανέλθει πέρα των 250mg ανά 100 λίτρα, οπότε αρχίζει η παραγωγή ακετόνης (διαβητική κετοξέωση). Έχοντας τούτο κατά νου, η μάρτυρας εξέτασε ποιες συσκευές χρησιμοποιούνται από την Αστυνομία στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ειδικότερα, ζήτησε και έλαβε τη βιβλιογραφία για τις προδιαγραφές της συσκευής Lion Intoxylizer
  13. Μελέτησε το Operator Handbook της εν λόγω συσκευής (βλ. Τεκμήριο 34) το οποίο αναφέρει ότι η εν λόγω συσκευή συνάδει με τις προδιαγραφές του Διεθνούς Οργανισμού Νομικής Μετρολογίας (OIML R 126) (βλ. Τεκμήριο 35). Στις προδιαγραφές αναφέρεται (βλ. Appendix 3) ότι οι εξειδικεύσεις της συσκευής πρέπει να είναι τέτοιες, ώστε η συσκευή να μπορεί να διαχωρίσει την αλκοόλη από διάφορες ουσίες μεταξύ των οποίων η ακετόνη. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ12 ανέφερε ότι η πλέον αξιόπιστη μέθοδος μέτρησης αλκοόλης είναι η αιματολογική καθότι σε αυτήν φαίνονται ξεκάθαρα όλες οι ουσίες, οι οποίες βρίσκονται στο δείγμα αίματος. Βέβαια, σύμφωνα με τις διεθνείς συστάσεις (Τεκμήριο 35), οι συσκευές πρέπει να είναι σε θέση να κάνουν τους διαχωρισμούς, χωρίς να κατ' ανάγκη ο χειριστής να το βλέπει. Οι κατασκευαστές της συσκευής πρέπει απλά να παρέχουν στοιχεία που να μπορούν να αποδείξουν ότι με κάποια συγκεκριμένη ποσότητα ακετόνης δεν θα επηρεαστεί το αποτέλεσμα. Η συσκευή της αστυνομίας πληροί αυτές τις συστάσεις (βλ. Appendix II και ΙΙΙ του Τεκμηρίου 34). Το Τεκμήριο 35, αναγράφει ότι ως αλκοόλη λαμβάνεται υπόψη η αιθανόλη η οποία ανήκει στην ομάδα των αλκοολών και περιλαμβάνεται στο ποτό που καταναλώνουν οι άνθρωποι. Άλλοι τύποι αλκοόλης είναι η μεθανόλη και η προπανόλη που δεν περιλαμβάνεται στο αλκοόλ που καταναλώνουν οι άνθρωποι. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι υπάρχουν κάποια φάρμακα, τα οποία επηρεάζουν την αλκοόλη στο ανθρώπινο σώμα. Αυτά τα φάρμακα δεν θα δείξουν ψηλότερη μέτρηση αλκοόλης, αλλά πιθανόν να επηρεάσουν τον μεταβολισμό της αλκοόλης στον οργανισμό και έτσι να αργήσει να «φύγει» η αλκοόλη από τον οργανισμό. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας

(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Επισημαίνω επίσης ότι τα σχέδια (τεκμήρια 6 και 7) αποτελούν στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελούν περαιτέρω, οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α ΑΑΔ 267). Έχω επίσης υπόψη μου ότι αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επισημάνθηκε στην Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα. Μάρτυρες Κατηγορίας 1,2,3,5,6,8,10 και 12 Ξεκινώ από τους μάρτυρες των οποίων η μαρτυρία δεν έχει τύχει ουσιαστικής αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης και/ή δεν επιχειρήθηκε ο κλονισμός της αξιοπιστίας τους μέσα από την αντεξέταση τους. Συγκεκριμένα θεωρώ ότι οι μάρτυρες Κατηγορίας υπ' αριθμό 1,2,3,5,6,8,10 και 12 ήταν όλοι μάρτυρες της αλήθειας. Κρίνω ότι οι εν λόγω μάρτυρες παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με θετική διάθεση και με πρόθεση να βοηθήσουν. Η συνολική παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα χαρακτηρίζεται από φυσικότητα και η μαρτυρία τους διακρίνεται για την συνοχή της. Απαντούσαν με αμεσότητα και με ευθύτητα στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν και δεν δίστασαν σε αρκετές περιπτώσεις να αναφέρουν γεγονότα ή επιφυλάξεις οι οποίες ενδεχομένως να επενεργούσαν προς όφελος του Κατηγορουμένου. Έχω συνεπώς πειστεί για την αντικειμενικότητα και αμεροληψία τους. Αξιολογώντας την συνολική τους παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα και έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, καταλήγω ότι οι εν λόγω μάρτυρες είναι καθ' όλα αξιόπιστοι. Πέραν από την πιο πάνω γενική παρατήρηση που ισχύει για όλους τους υπό αναφορά μάρτυρες, καταγράφω τα ακόλουθα για τον κάθε ένα από αυτούς: Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι εκτέλεσε τις οδηγίες που έλαβε από τον ΜΚ2, ο οποίος τον ενημέρωσε για το δυστύχημα και του ζήτησε να διεξάγει δοκιμές με σκοπό να εξακριβωθεί ο χρόνος που χρειάστηκε το θύμα για να διανύσει την απόσταση των 3.10 μέτρων. Συμφώνησε ότι ένας γρήγορος βηματισμός μπορεί να έχει διαβαθμίσεις και ότι μπορεί να υπάρχει μικρή απόκλιση από ένα άτομο σε άλλο και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το θύμα να χρειάστηκε λιγότερο χρόνο. Ο ΜΚ2 ανέφερε και επεξήγησε όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβη ως υπεύθυνος της του Τμήματος Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Μεταξύ άλλων, καταμέτρησε την ακτίνα των φώτων του αυτοκινήτου ΕΤΥ469 στην χαμηλή στάση και διαπίστωσε ότι μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία κάποιου ανθρώπου σε απόσταση 29 μέτρων. Ο μάρτυρας δεν δίστασε να αναφέρει ότι όταν ο ίδιος μετέβη στην σκηνή με σκοπό να διαπιστώσει την ορατότητα κατά την ώρα του δυστυχήματος, δεν ψιλοέβρεχε και ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο, λόγω των καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν την στιγμή του δυστυχήματος, να απαιτούνταν η χρήση των φώτων του αυτοκινήτου. Ούτε αρνήθηκε ότι προέβη σε έλεγχο της ακτίνας των φώτων ενώ ήταν προετοιμασμένος να δει κάποιον άνθρωπο μπροστά του. Τέλος, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι στο σχέδιο, το σημείο επαφής σημειώνεται ως περιοχή, κάτι που σημαίνει ότι η επαφή μπορεί να ήταν και λίγο δεξιότερα ή και αριστερότερα. Η μαρτυρία των ΜΚ3, ΜΚ8 και ΜΚ10 μπορεί να χαρακτηριστεί και ως τυπική. Η ΜΚ3 παρουσίασε τις φωτογραφίες της νεκροψίας και αναφέρθηκε στις δοκιμές που έγιναν σε συνεργασία με τον ΜΚ1, τις οδηγίες του οποίου ακολούθησε. Δεν δίστασε να αναφέρει ότι η ίδια δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο βηματισμός του θύματος και ότι προσπάθησε να περπατήσει με το ίδιο βήμα πέντε φορές, πλην όμως ο χρόνος της διαφοροποιείτο κάθε φορά. Ο ΜΚ8 ήταν το πρόσωπο που έλαβε τις φωτογραφίες της σκηνής (βλ. Τεκμήριο 16). Από τις 18:30 που άρχισε να φωτογραφίζει είχε ήδη νυχτώσει. Συμφώνησε ότι ανάλογα με τη γωνία που λαμβάνεται μια φωτογραφία, αποτυπώνεται και αντίστοιχο αποτέλεσμα. Ο ΜΚ10 παρουσίασε στο Δικαστήριο πιστοποίηση που αφορά συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης Lion Alcolmeter 500με αριθμό 38923 και αναγνώρισε επίσης την πιστοποίηση για συσκευή τελικής εξέτασης, μοντέλο Lion Intoxilyzer 8000 με αύξων αριθμό 80004783. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΚ5 ήταν το πρόσωπο που υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε τελικό έλεγχο αλκοόλης. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είχε συνομιλία με τον Κατηγορούμενο σε σχέση με τα διαδικαστικά θέματα της τελικής εξέτασης και ότι ο Κατηγορούμενος φαινόταν αρκετά φορτισμένος συναισθηματικά. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος έχει σκελετικά προβλήματα ή αρθροπάθεια και κατά πόσον οι παθήσεις αυτές επηρεάζουν το βάδισμα ενός ανθρώπου. Χωρίς πρόθεση να αποκρύψει οτιδήποτε, συμφώνησε ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους κάποιος μπορεί να μην έχει σταθερότητα στο βάδισμα και δεν απέκλεισε ότι στην περίπτωση του Κατηγορουμένου αυτό ίσως να οφειλόταν σε πιθανά ιατρικά προβλήματα για τα οποία όμως, ο ίδιος δεν έχει γνώση. Ο ΜΚ6 είναι εξουσιοδοτημένος εξεταστής μηχανοκίνητων οχημάτων και είναι το πρόσωπο που εξέτασε μηχανικά το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας μπορεί να παρέχει στο Δικαστήριο γνώμη σε σχέση με τεχνικά και μηχανικά ζητήματα καθότι είναι κάτοχος ευάριθμων σχετικών πιστοποιητικών και εκπαιδεύσεων. Τα προσόντα του εν λόγω μάρτυρα δεν έχουν αμφισβητηθεί. Δεν έχουν αμφισβητηθεί επίσης οι διαπιστώσεις του μάρτυρα σε σχέση με την ζημιά άμεσης επαφής στο όχημα του Κατηγορουμένου. Ούτε έχουν αμφισβητηθεί τα λοιπά ευρήματα του μάρτυρος σε σχέση με τις ζημιές επί του αυτοκινήτου καθώς επίσης και για το ότι το όχημα δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το δυστύχημα. Η ΜΚ12 παρουσιάστηκε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να κριθεί αν είναι τέτοια σε σχέση με τα θέματα στα οποία αναφέρθηκε. Μαρτυρία γνώμης δόθηκε όπως ήδη αναφέρθηκε και από τον ΜΚ6 (ανωτέρω). Βεβαίως, η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων υπόκειται σε αξιολόγηση. Πρέπει επισημανθεί ότι η προσκόμιση μαρτυρίας πραγματογνώμονα παρακάμπτει τον γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει σε μάρτυρα την έκφραση γνώμης. Ο πραγματογνώμονας μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (βλ. Χαραλάμπους ν. Σάββα
(1996)1A.A.Δ. 576). Ο πραγματογνώμονας πρέπει όμως να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα εκείνα που τον καθιστούν ως ειδικό σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Το ότι σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα ή γνώσεις για να εκφέρει γνώμη δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, αφού όπως λέχθηκε κατ' επανάληψη στη νομολογία και επαναλήφθηκε στην Σιακόλα ν. Αστυνομίας,
(2013)2 ΑΑΔ 110, το δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως πραγματογνώμονας. Η ΜΚ12 λοιπόν παρουσίασε στο Δικαστήριο το πλούσιο βιογραφικό σημείωμα στο οποίο εκτίθενται τα προσόντα της και οι διάφορες εκπαιδεύσεις της. Κρίνω ότι πρόκειται για πρόσωπο που μπορεί να εκφέρει γνώμη σε σχέση με τα ζητήματα για τα οποία ρωτήθηκε. Η ικανότητα παροχής γνώμης από την εν λόγω μάρτυρα προκύπτει βεβαίως τόσο μέσα από τα προσόντα της, αλλά και μέσα από τη μελέτη που έκανε σε σχέση με τις συσκευές μέτρησης αλκοόλης που χρησιμοποιούνται από την Κυπριακή Αστυνομία. Η ΜΚ12 δεν δίστασε να αναφέρει ότι η πλέον αξιόπιστη μέθοδος μέτρησης αλκοόλης είναι η αιματολογική, πλην όμως εξήγησε με σαφήνεια και καθαρότητα ότι η συσκευή που χρησιμοποιεί η αστυνομία πληροί τις διεθνείς συστάσεις που καθορίζουν ότι οι συσκευές πρέπει να είναι σε θέση να κάνουν τους διαχωρισμούς διαφόρων ουσιών μεταξύ των οποίων και η ακετόνη, χωρίς κατ' ανάγκη ο χειριστής να το βλέπει. Περαιτέρω, δεν θα επηρεαστεί το αποτέλεσμα στην συσκευή που χρησιμοποιεί η αστυνομία, αν εντοπιστεί στην εκπνοή συγκεκριμένη ποσότητα ακετόνης. Τέλος, η ΜΚ12 ανέφερε ότι για να μπορέσει κάποιος να εξασφαλίσει στοιχεία τα οποία σε συγκεκριμένο άτομο μπορεί να επηρεάσουν την μέτρηση αλκοόλης, θα έπρεπε να ληφθεί το ιατρικό ιστορικό και η θεραπεία που παίρνει. Αστυφύλακας 3863, Σταύρος Αγιώτης (ΜΚ4) Ουσιαστική μαρτυρία σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος έδωσε ο ΜΚ4, ο οποίος μου έκανε πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Παρέθεσε με σαφήνεια τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και αφορούσαν την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, ο ΜΚ4 αποτύπωσε τα ευρήματα του στα σχέδια. Είναι κάτοχος πιστοποιητικών της Αστυνομικής Ακαδημίας Κύπρου σε σχέση με διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και είναι εξουσιοδοτημένος φωτογράφος και σχεδιαστής επί κλίμακας. Αποδέχομαι ότι ήταν σε θέση ένεκα της εμπειρίας του και των προσόντων του να αποτυπώσει επί των εν λόγω σχεδίων τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι δεν εντόπισε κάτι εντός του δρόμου για να μπορέσει να τοποθετήσει με ακρίβεια συγκεκριμένο σημείο ως σημείο επαφής του αυτοκινήτου με την πεζή και ότι η περιοχή επαφής καθορίστηκε αφού λήφθηκαν υπόψη το σημείο όπου ήταν σταματημένο το όχημα του θύματος, το σημείο στο οποίο ήθελε να μεταβεί, ήτοι στον παιδότοπο «Μαγεμένη Πυξίδα», η πορεία και η ζημιά που υπέστη το ενεχόμενο όχημα, το σημείο πτώσης του θύματος ως επίσης και το γεγονός ότι είχε μεταφερθεί για κάποια απόσταση από το όχημα του Κατηγορουμένου πριν την πτώση της στην άσφαλτο. Θεωρώ ότι η τοποθέτηση της περιοχής επαφής στο σημείο Χ το οποίο απέχει 3,10 μέτρα από την άκρη του οδοστρώματος είναι εύλογη. Μεταξύ άλλων, η θέση αυτή συμπίπτει με την μαρτυρία των αυτοπτών μαρτύρων, η μαρτυρία των οποίων δεν ήταν γνωστή στον ΜΚ4 όταν συνέτασσε το πρόχειρο σχέδιο στην σκηνή. Περαιτέρω, οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής περιλαμβανομένου και του ΜΚ4, χωρίς πρόθεση να αποκρύψουν οτιδήποτε έχουν δεχτεί ότι το σημείο Χ, τοποθετήθηκε ως περιοχή και όχι ως ακριβές σημείο. Έχοντας τούτο κατά νου, θεωρώ ότι το σημείο Χ δεν υποδηλώνει την ακριβή θέση του οχήματος του Κατηγορουμένου εντός του δρόμου, ότι δηλαδή η δεξιά μπροστινή γωνία του ήταν 20 εκατοστά μακριά από την διαχωριστική γραμμή του δρόμου ή ήταν ακριβώς πάνω στην διαχωριστική γραμμή. Ομολογουμένως, για να συνάδουν οι μαθηματικοί υπολογισμοί που θα κατέληγαν στο ότι το σημείο επαφής ήταν 3,10 μέτρα από την άκρη του δρόμου και άρα 20 εκατοστά από την διαχωριστική γραμμή, θα έπρεπε η δεξιά μπροστινή γωνία του οχήματος του Κατηγορουμένου να βρίσκεται ακριβώς πάνω στην διαχωριστική γραμμή, δεδομένου ότι η ζημιά άμεσης επαφής στο όχημα του Κατηγορουμένου ήταν 20 εκατοστά από δεξιά προς αριστερά. Όμως, σαφώς εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με σημείο (κεφάλι καρφίτσας όπως τέθηκε κατά την ακρόαση) αλλά με περιοχή επαφής. Εξάλλου, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι το σώμα της πεζής έχει επίσης κάποιο πλάτος, μικρότερο ή μεγαλύτερο ανάλογα και με τον τρόπο που στεκόταν ή αν ήταν σε βηματισμό. Εξάλλου ορθά η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε στην υπόθεση Vakanas v. Thomas and Another
(1982)1 C.L.R. 530 όπου λέχθηκε ότι στον προσδιορισμό μιας κατάστασης, το δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινής λογικής και είναι ασύμφορο να περιπλεκόμαστε με λεπτομέρειες όπως το ακριβές σημείο από το οποίο οι διάδικοι αντίκρυσαν ο ένας τον άλλο κάτι που δίνει την εντύπωση ότι καταπιανόμαστε με μαθηματική άσκηση. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, αποδέχομαι ότι όταν η πεζή δέχτηκε το κτύπημα από το όχημα του Κατηγορουμένου βρισκόταν περίπου 3 μέτρα εντός του δρόμου ξεκινώντας από αριστερά προς δεξιά, ως η πορεία του οχήματος του Κατηγορουμένου. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι το γεγονός ότι το σημείο Χ είναι περιοχή επαφής και όχι ακριβές σημείο, εκθεμελιώνει και τις μετρήσεις που έγιναν σε σχέση με τον χρόνο που η πεζή διένυσε απόσταση 3,10 μέτρα. Εξάλλου, οι ίδιοι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ανέφεραν ότι δεν γνωρίζουν επακριβώς τον τρόπο που περπατούσε η πεζή και ότι ενδεχομένως να είχε διανύσει την εν λόγω απόσταση σε χρόνο χαμηλότερο των 1,68 δευτερολέπτων. Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266,
  1. Έχοντας τούτο κατά νου, σημειώνω ότι μέσα από τα λεγόμενα του ΜΚ4 δεν μπορώ να καταλήξω σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με το φωτισμό κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Και τούτο διότι ο οδικός φωτισμός άναψε στις 17:
  2. Συνεπώς, κατά την άφιξη του ΜΚ4 στην σκηνή ο οδικός φωτισμός ήταν αναμμένος, σε αντίθεση με τον χρόνο του δυστυχήματος, κατά τον οποίο ο οδικός φωτισμός δεν ήταν σε λειτουργία. Συνεπώς, κατά τον χρόνο που ο ΜΚ4 επισκέφθηκε την σκηνή δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει τις ακριβείς συνθήκες φωτισμού, κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Ο ΜΚ4 παρέπεμψε σε βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε για τον συντελεστή επιβράδυνσης ενός οχήματος σε ομαλή επιβράδυνση (βλ. Τεκμήριο 15). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 ΑΑΔ 1193 «οποτεδήποτε τίθεται ζήτημα υπολογισμού της ταχύτητας οχήματος με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης χρειάζεται μαρτυρία ειδικού εμπειρογνώμονα και δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να καταλήγει σε συμπεράσματα για την ταχύτητα του οχήματος, με βάση τα πιο πάνω, στην απουσία μαρτυρίας ειδικού» Επίσης στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816 λέχθηκε ότι «ο προσδιορισμός ταχύτητας με παρεμφερή στοιχεία όπως η σφοδρότητα της σύγκρουσης ή η αλλοίωση των μετάλλων των εμπλεκομένων οχημάτων κ.ά. είναι έργο δύσκολο και χωρίς μαρτυρία ειδικών, δεν πρέπει να επιχειρείται» (βλ. επίσης Χαραλάμπους κ.α. ν. Χατζηπαναγιώτου κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1148). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΚ4 έδωσε σαφείς εξηγήσεις για το ζήτημα της ταχύτητας με παραπομπή σε βιβλιογραφία. Η βιβλιογραφία βέβαια, δεν αποτελεί per se μαρτυρία, μπορεί όμως να καταστεί μέρος της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα που την υιοθετεί και την επεξηγεί. Είναι επιτρεπτό σε εμπειρογνώμονα να τεκμηριώσει τα ευρήματα του, κάνοντας χρήση και επιστημονικής βιβλιογραφίας (βλ. Τσαγγαρίδης κ.α. ν. Αυγουστή
(2000)1 Α.Α.Δ. 528). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΚ4 όντας εκπαιδευμένος στην διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και βασιζόμενος σε επιστημονική βιβλιογραφία σε σχέση με τον συντελεστή τριβής χωρίς ίχνη τροχοπέδησης, κατέληξε στην ταχύτητα 38.44 ΧΑΩ με γνώμονα το σημείο επαφής και το σημείο όπου εν τέλει ακινητοποιήθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου. Σε σχέση με τον συντελεστή τριβής χωρίς ίχνη τροχοπέδησης που χρησιμοποίησε, ήτοι 0,20, ο ΜΚ4 παρέπεμψε στο Τεκμήριο 15 και εξήγησε με σαφήνεια ότι όταν δεν υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης, δεν επηρεάζεται ο συντελεστής από την ποιότητα του οδοστρώματος. Ο μάρτυρας επεξήγησε επίσης με σαφήνεια ότι ο χρόνος αντίδρασης ενός μέσου οδηγού κατά την διάρκεια της νύχτας υπολογίζεται σε 1,5 δευτερόλεπτα και αντιπροσωπεύει τον χρόνο που χρειάζεται ένας οδηγός να αντιδράσει από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται έναν κίνδυνο μέχρι την εκδήλωση της αντίδρασης. Σε σχέση με τον χρόνο αντίληψης ενός κινδύνου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τούτος καθορίζεται ως το χρονικό σημείο που κάποιος οδηγός δει τον κίνδυνο μπροστά του. Της αντίληψης του κινδύνου ακολουθεί ο χρόνος του 1,5 δευτερόλεπτου για να αντιδράσει. Ο μάρτυρας δεν δίστασε να αναφέρει ότι έστω και εάν ο Κατηγορούμενος έβλεπε το θύμα και αντιδρούσε σε χρόνο 1.5 δευτερόλεπτο και εκδήλωνε αντίδραση και πάλι δεν θα μπορούσε να ακινητοποιήσει το όχημα στα εναπομείναντα 2,24 μέτρα. Πρόσθεσε όμως, ότι ενδεχομένως να έκανε κάποια άλλη κίνηση αποφυγής. Έχοντας λοιπόν ακούσει τον συγκεκριμένο μάρτυρα, έχω πεισθεί για την ανεξαρτησία, αμεροληψία και φιλαλήθεια του. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχομαι ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Βασιλεία Γεωργίου (ΜΚ 7) Η ΜΚ7 ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Κατέθεσε με σαφήνεια και ανεξάρτητα αφού δεν συνδεόταν με οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα στο δυστύχημα πρόσωπα. Η μάρτυρας μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση και δέχομαι τη μαρτυρία της ως προς τις περιστάσεις του δυστυχήματος. Κρίνω ότι θυμόταν με επαρκείς λεπτομέρειες τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνη την μέρα καθώς αυτά υπήρξαν έντονα για την ίδια και έχουν αποτυπωθεί στο μυαλό της. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι πρόσθεσε κάποιες πληροφορίες σε σχέση με την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία γιατί μετά από κάποιο χρονικό διάστημα οι εικόνες έγιναν πιο έντονες στο μυαλό της, σε αντίθεση με τον χρόνο που έδινε την κατάθεση της, κατά τον οποίο ήταν σε κατάσταση σοκ. Αποδέχομαι ειδικότερα την μαρτυρία της ΜΚ7 ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο της άνετα και χωρίς καμία δυσκολία αναφορικά με την ορατότητα καθώς και το ότι τη στιγμή υπήρχε ελάχιστη βροχή σε σημείο που δεν ήταν αναγκαίο να χρησιμοποιήσει τους υαλοκαθαριστήρες του οχήματος της. Δεν θέλησε να πει κάτι περισσότερο από αυτά που είδε εκείνο το βράδυ. Περαιτέρω, η μάρτυρας δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Κάποιες ασάφειες σε σχέση με την απόσταση σε μέτρα που βρισκόταν το όχημα του Κατηγορουμένου όταν η πεζή ξεκίνησε να διασταυρώνει δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Εξάλλου, η ΜΚ7 ανέφερε ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς την απόσταση, δήλωσε όμως ότι το όχημα δεν είχε ξεπεράσει τη διάβαση όταν το είδε για πρώτη φορά. Η μαρτυρία της ΜΚ7 συμπίπτει ουσιαστικά και με την μαρτυρία των άλλων 2 μαρτύρων που ήταν στην περιοχή του δυστυχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο (βλ. κατωτέρω ΜΚ9 και ΜΚ11). Οι μικροαντιφάσεις που μπορεί να παρατηρήθηκαν, καθόλου δεν επηρέασαν τη θετικότητα της γενικής προκύπτουσας εικόνας, με το γεγονός μάλιστα να αποτελεί και ένδειξη έλλειψης αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων αλλά και των τελευταίων με την Κατηγορούσα Αρχή για το τι είναι που θα έλεγαν. Εκτός αυτού, ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας, η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και κάποιες διαφορές στη μαρτυρία - αναλόγως του είδους τους βεβαίως - είναι αναπόφευκτες (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Έχοντας λοιπόν κατά νου τη συνολική παρουσία της ΜΚ7 και αξιολογώντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας της στην βάση των νομολογιακών αρχών καταλήγω ότι πρόκειται για αξιόπιστη μάρτυρα. Μαριλένα Κωνσταντίνου (ΜΚ9) Θετική εντύπωση μου έκανε και η ΜΚ9 η οποία δεν είδε το δυστύχημα αλλά βρισκόταν κοντά στο σημείο και μετέβη για να παρέχει βοήθεια. Από τον χώρο όπου ήταν σταματημένο το αυτοκίνητο της διέκρινε σε απόσταση περίπου 20 μέτρων μια φιγούρα στον δρόμο και κατάλαβε ότι κάποιος άνθρωπος ήταν ξαπλωμένος στην άσφαλτο. Η ώρα 17:39, η ΜΚ9 τηλεφώνησε στο κέντρο επικοινωνιών της ΜΜΑΔ και τους ανάφερε το περιστατικό και τους ζήτησε να ειδοποιήσουν ασθενοφόρο και Αστυνομία. Από την ώρα που άκουσε το κτύπημα μέχρι την ώρα που πήγε κοντά στην γυναίκα πέρασαν περίπου 1 με 2 λεπτά. Τούτο επιβεβαιώνει ότι όντως το δυστύχημα έγινε περί τις 17:38. Όπως και η ΜΚ7, έτσι και η ΜΚ9 ανέφερε ότι την ώρα του δυστυχήματος, ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και ψιλόβρεχε. Η μάρτυρας δεν θυμάται αν εκείνη την στιγμή ήταν αναμμένος ο οδικός φωτισμός. Υποστήριξε όμως ότι είχε φως και ήταν πειστική ως προς τούτο. Ειδικότερα, ενώ η ίδια ήταν ακόμα μέσα στο αυτοκίνητο, είδε καθαρά κάποιον άνθρωπο στην άσφαλτο. Περαιτέρω, πάνω από την «Μαγεμένη Πυξίδα», υπάρχει σπίτι κάποιων φίλων της και όταν βγήκε από το αυτοκίνητο για να πάει προς το θύμα, την είδαν οι φίλοι της και της φώναξαν. Τους έβλεπε καθαρά. Τέλος, κατά τη διάρκεια που ήταν με το θύμα, έβλεπε καθαρά τον σύζυγο της ο οποίος ήταν εντός του αυτοκινήτου τους, περίπου 20 μέτρα μακριά, ζητώντας του μάλιστα με νοήματα να φέρει ομπρέλα γιατί είχε αρχίσει να βρέχει πιο δυνατά. Κάποια ασάφεια σε σχέση με το αν το σώμα της πεζής ήταν μπροστά ή πίσω από το όχημα του Κατηγορουμένου δεν είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της μάρτυρος. Η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται αποσπασματικά αλλά στην ολότητα της. Οι μικροαντιφάσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που τα γεγονότα βιώνονται έντονα και έχει παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα, όχι απλώς δεν είναι επιλήψιμες αλλά αναμένονται (βλ. Παπακοκκίνου κα ν. Σμυρλή κα
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Μαρία Στυλιανού (ΜΚ11) Η ΜΚ11 ήταν το πρόσωπο που σταμάτησε το αυτοκίνητο της για να δώσει προτεραιότητα στην πεζή με το παιδί της να διασταυρώσουν. Προσέγγισα την μαρτυρία της με ιδιαίτερη προσοχή καθότι ήταν πρόσωπο το οποίο είχε την αμεσότερη, σε σχέση με τους υπόλοιπους μάρτυρες, εμπλοκή στις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος,. Η ΜΚ11 γνωρίζει επίσης αρκετά καλά την λεωφόρο Τσερίου. Η αντίφαση που παρατηρήθηκε σε σχέση με το αν κατά την στιγμή του δυστυχήματος ήταν αναμμένος ο οδικός φωτισμός δεν είναι τέτοια που να μπορεί να επηρεάσει την γενική θετική εικόνα. Ειρήσθω εν παρόδω, ο λόγος που η ΜΚ11 πίστευε ότι ήταν αναμμένος ο οδικός φωτισμός, είναι διότι έβλεπε καλά εκείνη την ώρα. Σημαντικό στοιχείο στην μαρτυρία της ΜΚ11 ήταν η αναφορά της ότι το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι, εννοώντας προφανώς το όχημα του Κατηγορουμένου, το είχε δει για πρώτη φορά πριν αυτό περάσει τη διάβαση πεζών και θεώρησε ότι αυτό ήταν μακριά και ότι υπήρχε χρόνος να περάσει η πεζή και γι' αυτό τους άφησε να περάσουν. Διευκρίνισε ότι όταν η πεζή ξεκίνησε να διασταυρώνει, το εν λόγω όχημα είχε περάσει τον στύλο ελέγχου φώτων διάβασης που ήταν δεξιά ως η πορεία της. Οι μπροστινοί τροχοί του αυτοκινήτου είχαν μόλις περάσει τον κόκκινο χρωματιστό διάδρομο που προορίζεται για να περπατούν οι πεζοί που χρησιμοποιούν την διάβαση. Αποδέχομαι επίσης την θέση της μάρτυρος ότι τα αυτοκίνητα που βρίσκονταν σταθμευμένα στον κόλπο οχημάτων δεν παρεμπόδιζαν κάποιον ο οποίος ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, ως ο Κατηγορούμενος δηλαδή, να δει ότι υπάρχει κάποιος να στέκεται στην άκρη του δρόμου καθότι ότι τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα ήταν πιο μέσα. Εξάλλου η θέση της μάρτυρος ενισχύεται και από το φωτογραφικό υλικό που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. φωτογραφίες 1 και 2 του Τεκμηρίου 16). Είναι σαφώς νομολογημένο ότι η πραγματική μαρτυρία δεν αποδεικνύει πώς έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί πολύτιμο υλικό με βάση το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα για τις συνθήκες που έγινε ένα δυστύχημα (βλ. Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486 και Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278). Περαιτέρω, η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160). ΑΝΩΜΟΤΙ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος προέβη σε ανωμοτί δήλωση. Μέσω αυτής υιοθέτησε το περιεχόμενο της Κατάθεσης του (βλ. Τεκμήριο 5). Θεωρώ ότι τούτο είναι το κατάλληλο σημείο να παραθέσω το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων του Κατηγορουμένου. Στην ανακριτική του κατάθεση λοιπόν (Τεκμήριο 5), ο Κατηγορούμενος, απαντώντας σε ερωτήσεις του ανακριτή, ανέφερε ότι συμφωνεί με το σχέδιο το οποίο του επεξηγήθηκε και ειδικότερα με τα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό όπως το σημείο σύγκρουσης, η τελική θέση του αυτοκίνητου του και τα άλλα ίχνη που βρέθηκαν στην σκηνή. Δεν είχε να κάνει οποιαδήποτε άλλη υπόδειξη στην σκήνη του δυστυχήματος. Πριν το δυστύχημα είχε πάει για ψώνια. Περί τις 15:30 πέρασε από το χάνι του Κιτρομηλίδη όπου κάθονταν μερικοί γνωστοί του, των οποίων τα ονόματα δεν γνωρίζει, οι οποίοι τον κάλεσαν να πιει ένα ποτό. Σταμάτησε και ήπιε ένα ουίσκι. Έμεινε εκεί περίπου δέκα λεπτά. Μετά από εκεί πήγε στο γκαράζ επιδιόρθωσης αυτοκινήτων που διατηρεί μέσα στην στοά του Κιτρομηλίδη όπου παρέμεινε για περίπου μία με μιάμιση ώρα. Μετά έφυγε από το μαγαζί του με το αυτοκίνητο ΕΤΥ469 και στο δρόμο για το σπίτι του, έγινε το δυστύχημα. Την ώρα του δυστυχήματος, οδηγούσε το αυτοκίνητο του με την τρίτη ταχύτητα (gear) αλλά δεν μπορεί να καθορίσει με ακρίβεια την ταχύτητα του (speed). Πάντως, υπήρχε τροχαία κίνηση και οδηγούσε με ταχύτητα κάτω από τα 50ΧΑΩ. Φορούσε την ζώνη ασφαλείας και είχε τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου του αναμμένα στην χαμηλή στάση. Μπροστά του υπήρχαν αυτοκίνητα και το τελευταίο ήταν περίπου δέκα μέτρα μπροστά του. Πίσω του και απέναντι του δεν θυμάται αν έρχονταν αυτοκίνητα. Από απέναντι έρχονταν κατά διαστήματα αυτοκίνητα με αναμμένα φώτα. Σε κάποια στιγμή (λίγο πριν το δυστύχημα), το αυτοκίνητο που ήταν μπροστά του πάτησε στόπερ και ελάττωσε ταχύτητα. Ακολούθως, συνέχισε κανονικά την πορεία του. Τα πιο μπροστά αυτοκίνητα δεν τα έβλεπε και υπέθεσε ότι το μπροστινό αυτοκίνητο πάτησε στόπερ λόγω της τροχαίας κίνησης. Δεν είδε πεζούς να διασταυρώνουν και δεν υπολόγισε ότι υπήρχαν πεζοί στον δρόμο. Ενώ λοιπόν οδηγούσε στην Λεωφόρο Τσερίου με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Τσέρι, κοντά στο Φούρνο της Πανδώρας, άκουσε ένα «τακ» στην δεξιά μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου του και είδε το καθρεφτάκι του να κρέμεται. Αμέσως πάτησε στοπερ και σταμάτησε. Δεν είδε με τι κτύπησε, ήτοι αν κτύπησε με αυτοκίνητο ή άνθρωπο. Μόλις σταμάτησε, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και είδε μία κοπέλα ξαπλωμένη στην άσφαλτο και ένα μωρό που έκλαιγε κοντά στην κοπέλα που ήταν χάμω. Την εν λόγω γυναίκα και το παιδί της δεν τους είχε δει καθόλου πριν το δυστύχημα. Κοίταζε μπροστά του, είχε τα φώτα αναμμένα και όμως δεν είδε τους δύο πεζούς γιατί όπως ανέφερε, δεν υπήρχε καλός φωτισμός. Οδηγούσε δε προς το κέντρο του δρόμου, καθότι στα αριστερά υπήρχαν πεζοί και σταθμευμένα αυτοκίνητα. Ενώ κοίταζε μπροστά του και αφού απομακρύνθηκε από τους πεζούς που είχε δει αριστερά, έγινε το δυστύχημα. Πρόσθεσε ότι κοντά στο σημείο του δυστυχήματος υπάρχει διάβαση πεζών και η κοπέλα με το παιδί δεν την χρησιμοποιούσαν. Ο Κατηγορούμενος πήγε κοντά στην κοπέλα και είδε ότι ήταν τραυματισμένη και ακίνητη στην άσφαλτο. Δεν είχε τις αισθήσεις της. Διαπίστωσε ότι αυτή φορούσε σκούρα ρούχα. Κάποιοι από τον κόσμο που μαζεύτηκε, είπαν ότι κάλεσαν αστυνομία και ασθενοφόρο. Πρώτα ήρθε το ασθενοφόρο και αμέσως μετά η Αστυνομία. Ο αστυνομικός που έφθασε, τον υπέβαλε σε έλεγχο άλκοτεστ και η μηχανή έδειξε 107. Ακολούθως, πληροφορήθηκε ότι είναι υπό σύλληψη. Ενώ βρισκόταν στην σκηνή, ο Αστυνομικός έκανε το πρόχειρο σχέδιο. Ο Κατηγορούμενος όμως επειδή κρύωνε και ήταν σοκαρισμένος βρισκόταν μέσα σε περιπολικό και δεν μπορούσε να κατεβεί και να κάνει οποιεσδήποτε υποδείξεις. Σε ερώτηση αν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι έχει πρεσβυωπία και ότι την ώρα του δυστυχήματος φορούσε τα γυαλιά του. Ο Κατηγορούμενος πάσχει επίσης από διαβήτη, παίρνει ινσουλίνη και αν δεν κάνει την θεραπεία και αν δεν τραφεί σωστά παθαίνει υπογλυκαιμία. Πάσχει επίσης από νεφρική ανεπάρκεια, πλην όμως δεν κάνει αιμοκάθαρση. Επίσης έχει πίεση για την οποία παίρνει κάθε μέρα χάπι. Τέλος, πάσχει από ρευματοειδή αρθρίτιδα. Στην 2η κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 23) που λήφθηκε την ίδια μέρα στις 21:09 ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει ότι αισθάνεται καλά και δεν επιθυμούσε να επισκεφτεί κάποιο γιατρό ή το νοσοκομείο. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε σίγουρος ότι ήπιε μόνο ένα ποτό. Συγκεκριμένα το ποτήρι με το ουίσκι είχε μέσα δύο με δυόμιση δάκτυλα ποτό με πάγο. Πιθανόν η ώρα που το ήπιε να μην ήταν 15:30, αλλά 16:30. Ανέφερε ότι ένας γιατρός του είχε πει παλαιότερα ότι, δεν πρέπει να πίνει ποτό γιατί ψηλώνει η ζάχαρη και το ποτό δεν διαλύεται εύκολα. Υποστήριξε ότι οδηγούσε κανονικά και δεν ένοιωθε ζαλισμένος. Σε όλη την διάρκεια της ημέρας ήταν καλά. Είχε φάει καλά και έλαβε και την ινσουλίνη και τα φάρμακα της πίεσης. Το μόνο λάθος που έκανε, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι ήπιε ουίσκι. Όσον αφορά την επιλογή του Κατηγορουμένου να προβεί σε ανωμοτί δήλωση, πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι τούτο αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανωμοτί δήλωσης, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2015, ημερομηνίας 23.10.2015, Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Σαφώς, δεν μπορεί μέσω μιας ανωμοτί δήλωσης να αντικρουστεί ή να ανατραπεί μαρτυρία η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη. Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται στην πρόσφατη Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Ως λοιπόν αναφέρεται, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανωμοτί δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανωμοτί δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανωμοτί δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανωμοτί δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανωμοτί δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Πέρα από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος με την ανωμοτί δήλωση του υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο 5), επισημαίνω επίσης ότι οι καταθέσεις του Κατηγορουμένου κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια και εφόσον αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού πρέπει να αξιολογούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Καύκαρκου ν. Χαπούπη
(1992)1 ΑΑΔ 260, Γαβριήλ v. Δημοκρατίας 2009
(2)ΑΑΔ 693 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 112) Αξιολογώντας λοιπόν την ανωμοτί δήλωση του Κατηγορουμένου, υπό το φως των αρχών που έχω καταγράψει πιο πάνω, οφείλω να επισημάνω ότι εν πολλοίς η δήλωση του επιβεβαιώνει την μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με την ταχύτητα του αφού ανέφερε ότι οδηγούσε με ταχύτητα κάτω από τα 50ΧΑΩ. Η θέση του ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος δεν υπήρχε καλός φωτισμός και ότι για αυτό δεν είχε δει τους πεζούς δεν φαίνεται πειστική, αφού ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του είπε ότι λίγο πριν το δυστύχημα είδε κάποιους πεζούς στην αριστερή άκρη του δρόμου. Μάλιστα δε, τούτος ήταν και ένας από τους λόγους που σύμφωνα με τον ίδιο, οδηγούσε προς το κέντρο του δρόμου κάτι που υποδηλώνει ότι είχε δει τους πεζούς από κάποια απόσταση και προσάρμοσε την θέση του μέσα στον δρόμο. Ούτε η θέση του Κατηγορουμένου ότι υπήρχε όχημα δέκα μέτρα μπροστά του είναι πειστική αφού σύμφωνα με αξιόπιστη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία (βλ. ΜΚ 7), από την στιγμή που σταμάτησαν η ΜΚ7 και ΜΚ11, ήτοι σε χρονικό σημείο που το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν πριν την διάβαση πεζών και άρα πέραν των 17 μέτρων, δεν είχε περάσει κάποιο αυτοκίνητο από την αντίθετη κατεύθυνση. Η θέση του Κατηγορουμένου ότι δεν είδε το θύμα και το παιδί της να διασταυρώνουν τον δρόμο, στην ουσία επιβεβαιώνει την θέση των μαρτύρων Κατηγορίας ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντέδρασε καθόλου μπροστά στον επικείμενο κίνδυνο και ότι χρησιμοποίησε φρένα μόνο μετά το κτύπημα. Απορία προκαλεί το γεγονός ότι, ενώ υπήρχε κτύπημα στον μπροστινό ανεμοθώρακα του το οποίο προκλήθηκε από το σώμα του θύματος, ο Κατηγορούμενος είπε ότι δεν είδε με τι κτύπησε, ήτοι αν κτύπησε με αυτοκίνητο ή άνθρωπο. Σε σχέση τέλος με τα προβλήματα υγείας, που ανέφερε ο Κατηγορούμενος ότι αντιμετωπίζει, δεν έχω διαπιστώσει να σχετίζονται με οιονδήποτε τρόπο με την πρόκληση του δυστυχήματος ή με την 2η Κατηγορία. Εξάλλου, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην 2η κατάθεση είχε αναφέρει ότι αισθάνεται καλά. Επίσης, δεν θεωρώ πειστική την αναφορά του Κατηγορουμένου ότι ήπιε μόνο ένα ποτήρι με το ουίσκι. Κατ' αρχήν, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σίγουρος για την ώρα που ήπιε το ουίσκι. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι στις 15:30 πέρασε από το χάνι του Κιτρομηλίδη όπου έμεινε περίπου 10 λεπτά στην συνέχεια είπε ότι πιθανόν το ουίσκι να το ήπιε στις 16:
  1. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα, την έγγραφη μαρτυρία, την ανωμοτί δήλωση του Κατηγορουμένου, καθώς επίσης και τις αρχές που διέπουν τα θέματα πραγματικής μαρτυρίας, παραδεκτών γεγονότων και γραπτών καταθέσεων κατηγορουμένου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 11.2.2015 και περί ώρα 17:38 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στην Λεωφόρο Τσερίου στον Στρόβολο της επαρχίας Λευκωσίας με εμπλεκόμενους το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΤΥ469, το όποιο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και την πεζή Στυλιάνα Παπαγεωργίου ηλικίας 38 ετών (στο εξής «το δυστύχημα»). Η Στυλιάνα Παπαγεωργίου (στο εξής «το θύμα») τραυματίσθηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου η ώρα 20:25 της ίδιας ημέρας υπέκυψε στα τραύματα της. Ο θάνατος του θύματος επήλθε λόγω κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος που προηγήθηκε. Η Λεωφόρος Τσερίου είναι δρόμος ευθύς, επίπεδος και διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας για την διακίνηση των οχημάτων για την κατεύθυνση του Κατηγορουμένου ήτοι από Λευκωσία προς Τσέρι, είναι 3,30 μέτρα, ενώ για την λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης είναι 5,60 μέτρα. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται με συνεχόμενη άσπρη γραμμή. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, υπάρχει κόλπος στάθμευσης οχημάτων πλάτους 5.40 μέτρων εντός του οποίου κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπάρχουν πεζοδρόμια με υψομετρική διαφορά 10 εκατοστών από την άσφαλτο. Επίσης, στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η κατεύθυνση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, υπάρχουν τοποθετημένοι πάσσαλοι της ΑΗΚ με λαμπτήρες υψηλής τάσης. Κατά την ώρα του δυστυχήματος, οι εν λόγω λαμπτήρες που αποτελούν τον οδικό φωτισμό του συγκεκριμένου δρόμου, δεν βρισκόταν σε λειτουργία. Ενεργοποιήθηκαν στις 17:45 της ίδιας ημέρας. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Η Λεωφόρος Τσερίου είναι ένας πολυσύχναστος δρόμος με καταστήματα και καφετέριες, από τον οποίο διέρχονται πολλά αυτοκίνητα. Στην περιοχή διακινούνται συχνά πεζοί, οι οποίοι διασταυρώνουν από όλα τα σημεία του δρόμου. Λίγα μέτρα πριν το σημείο του δυστυχήματος ως η πορεία του Κατηγορουμένου υπάρχει φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσε κανονικά. Η δύση του ηλίου την ημέρα του δυστυχήματος ήταν στις 17:
  2. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, ο καιρός ήταν συννεφιασμένος και έβρεχε ελαφρώς. Η εν λόγω βροχή δεν ήταν τέτοια που να επηρεάζει την ορατότητα των οδηγών. Δεν είχε επέλθει ακόμα το σκότος και υπήρχε τέτοια ορατότητα στον δρόμο που οι οδηγοί μπορούσαν να βλέπουν και πέρα από την ακτίνα των φώτων πορείας τους, ήτοι πέραν των 30 μέτρων. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Τσέρι. Κινείτο εγγύτερα στην μεσαία διαχωριστική γραμμή και διατηρούσε ταχύτητα περί τα 38 ΧΑΩ. Είχε αναμμένα τα μπροστινά φώτα πορείας του αυτοκινήτου του στην χαμηλή στάση. Η ακτίνα των φώτων πορείας του εν λόγω αυτοκινήτου στην χαμηλή στάση ήταν 29 μέτρα, απόσταση από την οποία ο Κατηγορούμενος μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία κάποιου ανθρώπου μπροστά του. Το θύμα βρισκόταν δεξιά από το όχημα της το οποίο ήταν σταθμευμένο στον κόλπο στάθμευσης οχημάτων που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Συνόδευε τον υιό της Άλκη, ηλικίας 6.5 ετών και ήθελε να μεταβεί στον παιδότοπο «Μαγεμένη Πυξίδα» που βρίσκεται δεξιά ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Για να καταστούν ορατοί σε αυτοκίνητα τα οποία κινούνταν ως ο Κατηγορούμενος, έπρεπε το θύμα και ο υιός της να ξεπεράσουν την πίσω δεξιά γωνία του οχήματος του θύματος. Η πίσω δεξιά γωνία του οχήματος του θύματος ήταν εκτός δρόμου, δηλαδή αριστερότερα από την νοητή προέκταση της κίτρινης λωρίδας που καθορίζει την λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο ο Κατηγορούμενος. Ειδικότερα, η πίσω δεξιά γωνία του οχήματος του θύματος ήταν εκτός δρόμου κατά 70 εκατοστά (9,60 - 8,90 το πλάτος των λωρίδων). Υπήρχαν και άλλα αυτοκίνητα σταματημένα στον κόλπο στάθμευσης οχημάτων αριστερά του οχήματος του θύματος, τα οποία δεν επηρέαζαν την ορατότητα του Κατηγορουμένου σε σχέση με το σημείο από το οποίο η πεζή θα ξεπερνούσε το πίσω μέρος του οχήματος της. Το θύμα κατευθύνθηκε από την δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου της προς τον δρόμο και αφού πέρασε το πίσω μέρος του οχήματος της, στάθηκε για λίγο μαζί με το παιδί της, λίγο πριν την κίτρινη γραμμή. Το θύμα κοίταξε τον δρόμο δείχνοντας την πρόθεση της να διασταυρώσει. Η Μαρία Στυλιανού (ΜΚ11) που εκείνη την στιγμή οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην Λεωφόρο Τσερίου με κατεύθυνση από Τσέρι προς Λευκωσία έχοντας αναμμένα τα μεγάλα φώτα του αυτοκινήτου της στην χαμηλή στάση, είχε δει προηγουμένως το θύμα με το παιδί της να βρίσκονται στα δεξιά της, έξω από το δρόμο και αντιλήφθηκε ότι προσπαθούσαν να διασταυρώσουν αφού κοίταζαν αριστερά ‑ δεξιά. Η Στυλιανού σταμάτησε το αυτοκίνητο της και άναψε τα φώτα κινδύνου για να προειδοποιήσει το αυτοκίνητο που την ακολουθούσε ότι είχε πρόθεση να σταματήσει, ένεκα των πεζών που είχαν πρόθεση να διασταυρώσουν. Την ίδια στιγμή, το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου που ερχόταν από απέναντι, δεν είχε περάσει τη διάβαση πεζών, ήτοι βρισκόταν σε απόσταση πέραν των 19,60 μέτρων πριν την περιοχή επαφής. Έτσι, αφού η Στυλιανού θεώρησε ότι υπήρχε χρόνος για να διασταυρώσουν οι πεζοί και ενώ το θύμα βρίσκονταν ακόμα στην άκρη του δρόμου, η Στυλιανού της έκανε νόημα με τα φώτα του αυτοκινήτου της (τιπ) να διασταυρώσει. Το θύμα κοίταξε αρχικά δεξιά της προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο Κατηγορούμενος και ακολούθως γύρισε αριστερά, είδε και αντιλήφθηκε το νόημα που της έκανε η Στυλιανού και εισήλθε στον δρόμο με γρήγορο βηματισμό, κρατώντας το παιδί της με το δεξί της χέρι. Την στιγμή που το θύμα ξεκίνησε να διασταυρώνει το δρόμο, το αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, μόλις είχε περάσει το στύλο ελέγχου των φώτων της διάβασης πεζών, ήτοι περί τα 15 μέτρα μακριά από το σημείο επαφής. Αφού το θύμα διένυσε περί τα 3 μέτρα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο το όχημα του Κατηγορουμένου, επήλθε η επαφή του σώματος της με το μπροστινό δεξί προφυλακτήρα του οχήματος του Κατηγορουμένου. Σε ελάχιστο χρόνο πριν την πρώτη επαφή, το θύμα πρόλαβε να σπρώξει τον Άλκη, ο οποίος έπεσε στη μέση του δρόμου και δεν κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος δεν ελάττωσε ταχύτητα πριν την επαφή του οχήματος του με το θύμα, ούτε έκανε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια για να αποφύγει την σύγκρουση. Ακολούθησαν κτυπήματα του σώματος του θύματος μεταξύ άλλων, στον δεξί μπροστινό δείκτη και φανάρι του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου, στην δεξιά γωνιά του μπροστινού ανεμοθώρακα, ο οποίος θρυμματίστηκε και στον εξωτερικό καθρέφτη της πόρτας του οδηγού ο οποίος αποκόπηκε. Το θύμα εκτινάχθηκε στον αέρα και έπεσε περίπου στη μέση του δρόμου, πίσω από το αυτοκίνητο της Στυλιανού και τραυματίστηκε θανάσιμα. Αμέσως μετά το χτύπημα, το οποίο ο Κατηγορούμενος απλά άκουσε και δεν είδε, ο τελευταίος φρέναρε και σταμάτησε το όχημα του. Το όχημα του Κατηγορουμένου ελέγχθηκε και δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να είχε προκληθεί το δυστύχημα. Μετά το δυστύχημα, ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης κάτι το οποίο έπραξε με ένδειξη 107 μg%. Την ίδια ημέρα, ο Αστ.3278 μετέφερε τον Κατηγορούμενο στις εγκαταστάσεις της τροχαίας για διενέργεια τελικού ελέγχου αλκοόλης. Στις 18:50 της ίδιας μέρας, ο ΜΚ5 υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε τελικό έλεγχο αλκοόλης αφού προηγουμένως του εξήγησε ότι είναι υπόχρεος να δώσει δυο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για σκοπούς ελέγχου και ότι άρνηση ή παράλειψη του να το πράξει συνιστά αδίκημα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος έδωσε δυο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής στην συσκευή Lion Intoxilyzer 8000 με Serial Number 80-004783 με έντυπο αποτέλεσμα 65 μg% και 65μg % αντίστοιχα. Αφού επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορουμένου στον Νόμο, ο τελευταίος απάντησε «Εντάξει» και υπέγραψε το έντυπο αποτέλεσμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 1η Κατηγορία Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η 1η κατηγορία, απαιτείται η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπίτης κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στην R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 στην οποία αναφέρθηκε κατ' επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο, διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Νομίζω αξίζει να επισημανθεί ότι στην Αγγλία, με τον Road Traffic Act 1988 καταργήθηκε το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου από απερίσκεπτη οδήγηση (reckless driving) και θεσμοθετήθηκε αδίκημα που αφορά την πρόκληση θανάτου από επικίνδυνη οδήγηση η οποία εξετάζεται μόνο αντικειμενικά. Οι ικανότητες του οδηγού δεν λαμβάνονται υπόψη. Ούτε λαμβάνονται υπόψη οποιεσδήποτε ειδικές ικανότητες ή απουσία ικανοτήτων του οδηγού. Η έννοια λοιπόν της «απερισκεψίας» έπαψε να χρησιμοποιείται. Το ίδιο το s.2 A
(1)του Αγγλικού νόμου καθορίζει πότε κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι οδηγεί επικίνδυνα. Τούτο συμβαίνει όταν 1) ο τρόπος που οδηγεί υπολείπεται κατά πολύ αυτού που αναμένεται από ένα ικανό και προσεκτικό οδηγό, και
(2)είναι φανερό σε ένα ικανό και προσεκτικό οδηγό ότι η οδήγηση με εκείνο τον τρόπο είναι επικίνδυνη. Στην R. v. Collins (Lezlie) [1997] R.T.R 439, επαναβεβαιώθηκε ότι το τεστ πλέον στην Αγγλία είναι αμιγώς αντικειμενικό και ότι το υποκειμενικό στοιχείο (mens rea) δεν παίζει κανένα ρόλο στη στοιχειοθέτηση του αδικήματος (για μια ενδιαφέρουσα ανασκόπηση της εξέλιξης του ισχύοντος Αγγλικού δικαίου βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences 27th Edition 2015, Chapter 5) Στρεφόμενος, όμως στο δεσμευτικό προηγούμενο που ισχύει στην Κύπρο στην βάση της υφιστάμενης νομοθεσίας με βάση την οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος, παραπέμπω στην Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε. 140/2014 ημερομηνίας 8.4.2015, όπου έγινε ανάλυση των άρθρων 205 και 210. Λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 205 του Ποινικού Κώδικα για το οποίο απαιτείται η ενσυνείδητη ανάληψη κινδύνου (conscious risk taking), με βάση το άρθρο 210 ΠΚ αρκεί η άνευ συνειδήσεως ή αντικειμενική αμέλεια ή αμέλεια δευτέρου βαθμού, δηλαδή η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας, χωρίς να απαιτείται υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου, όπως στην περίπτωση του άρθρου 205 ΠΚ. Επιπλέον, όπως λέχθηκε στη Χρυσοστόμου (ανωτέρω), σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για «απερίσκεπτη» πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτόν καθ΄ εαυτόν τον τρόπο της οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση αυτή παρέπεμψε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στο Wilkinson΄s Road Traffic Offences, 4η έκδοση, παράγραφοι 1-302 και 1-307, σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου να πέσει το φορτίο του ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving. Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί και λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App.Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο άλλου προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση, στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με σχετικά χαμηλή ταχύτητα και δη εντός του καθορισμένου ορίου. Ο ήλιος είχε μεν δύσει, αλλά υπήρχε ακόμα φως της ημέρας. Σε κάθε περίπτωση, ο Κατηγορούμενος είχε ορατότητα στον δρόμο η οποία εκτεινόταν τουλάχιστον 29 μέτρα μπροστά του, όση δηλαδή και η ακτίνα των φώτων του. Ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος. Ενώ λοιπόν ο Κατηγορούμενος ήταν πριν την διάβαση πεζών ως η πορεία του, ήτοι πέραν των 19,60 μέτρων πριν το σημείο επαφής η ΜΚ11 είχε ήδη σταματήσει το αυτοκίνητο της και είχε ανάψει τα φώτα κινδύνου ώστε να δείξει στο αυτοκίνητο που βρισκόταν πίσω της ότι είχε πρόθεση να επιτρέψει στην πεζή να διασταυρώσει. Αφού η ΜΚ11 θεώρησε η ίδια ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ήταν μακριά, έκανε νόημα (tip) στην πεζή η οποία εκείνη την στιγμή στεκόταν με το παιδί της στην άκρη του δρόμου και ήταν εντός της ορατότητας του Κατηγορουμένου. Η πεζή είχε μόλις προηγουμένως κοιτάξει προς την κατεύθυνση του Κατηγορουμένου και αφού γύρισε προς την ΜΚ11, είδε το νόημα και εισήλθε στον δρόμο. Σε εκείνο το χρονικό σημείο ο Κατηγορούμενος βρισκόταν περί τα 15 μέτρα μακριά από την πεζή η οποία εξακολουθούσε να βρίσκεται εντός του πεδίου ορατότητας του. Παρ' όλα αυτά ο Κατηγορούμενος δεν είδε σε κανένα χρονικό σημείο την πεζή η οποία επιχειρούσε να διασταυρώσει τον δρόμο. Στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217). Έχω την άποψη ότι στην προκειμένη περίπτωση, η απόπειρα της πεζής να διασταυρώσει τον δρόμο δεν εκκινεί μόνο από το σημείο που εισήλθε εντός του δρόμου περνώντας την κίτρινη διαχωριστική γραμμή. Η απόπειρα της να διασταυρώσει τον δρόμο ξεκινά από το σημείο που η πεζή βρισκόμενη στην άκρη του δρόμου, ξεκίνησε να κοιτάζει δεξιά και αριστερά με πρόθεση ακριβώς να εισέλθει στον δρόμο. Τόσο η ΜΚ11 όσο και η ΜΚ7 είχαν αντιληφθεί αυτή την πρόθεση. Ο μόνος που δεν αντιλήφθηκε την πρόθεση τούτη ήταν ο Κατηγορούμενος. Και τούτο διότι σε κανένα στάδιο δεν είδε το θύμα και το παιδί της ενώ θα μπορούσε να τους είχε δει 3,80 μέτρα πριν το σημείο επαφής. Μάλιστα δε, ο Κατηγορούμενος δεν είδε ότι στον δρόμο υπήρχε ένα αυτοκίνητο σταματημένο με τα φώτα κινδύνου αναμμένα, αλλά ούτε και το νόημα που έκανε η ΜΚ11 με τα φώτα του αυτοκινήτου της (tip). Τίποτα από όλα αυτά δεν έθεσε σε εγρήγορση τον Κατηγορούμενο ο οποίος προχώρησε απερίσπαστος την πορεία του. Κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι υπήρχαν τα ερεθίσματα εκείνα που θα μπορούσαν εύλογα να δημιουργήσουν στον Κατηγορούμενο την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο δύο ανθρώπων στο δρόμο. Το σφάλμα του Κατηγορουμένου να τεθεί σε εγρήγορση και να εντοπίσει τους πεζούς, δεν μπορεί παρά να ενταχθεί στον ορισμό της επικίνδυνης οδήγησης αφού δημιούργησε όντως μια επικίνδυνη κατάσταση. Δεν ήταν βεβαίως η μοναδική αιτία της επικίνδυνης κατάστασης αφού στην δημιουργία της συνέβαλε εμφανώς και το θύμα. Όπως ήδη έχει επισημανθεί με παραπομπή στην R v. Gosney (ανωτέρω) το σφάλμα εμπεριέχει πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Αν και το σφάλμα μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Περαιτέρω, το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία. Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (βλ. Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Εξάλλου επαναλαμβάνω ότι στην Vakanas (ανωτέρω) λέχθηκε ότι τα θέματα τούτα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο που να δίνει την εντύπωση ότι καταπιανόμαστε με μαθηματική άσκηση. Στην υπόθεση Νικολάου κ.α. v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 938, «υπήρχε μαρτυρία για τον τόπο που βρίσκονταν οι πεζοί, τον τόπο αφετηρίας τους, τη διαδρομή τους, το ρυθμό του βήματος τους ...». Γι' αυτό και κρίθηκε ότι τα γεγονότα ήταν διαφορετικά από την Carter ν. Sheath (κατωτέρω) στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης. Λέχθηκαν τα εξής: Η δικηγόρος των εφεσειόντων παρέθεσε την υπόθεση Carter ν. Sheath, The Times - 10 Αυγούστου, 1989 - στην οποία αποφασίστηκε ότι το γεγονός ότι ο οδηγός δεν είδε τον πεζό πριν τον χτυπήσει δε συνιστούσε από μόνο του αμέλεια. Η υπόθεση Carter αποφασίστηκε πάνω στα ιδιάζοντα περιστατικά της. Υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R. 948, 954: "The judge is not bound always to make a finding one way or the other with regard to the facts averred by the parties. He has open to him the third alternative of saying that the party on whom the burden of proof lies in relation to any averment made by him has failed to discharge that burden." Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τελείως διαφορετικά. Υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και για τον τόπο που βρίσκονταν οι πεζοί, τον τόπο αφετηρίας τους, τη διαδρομή τους, το ρυθμό του βήματός τους, την ορατότητα και την απόσταση από την οποία είδαν το ερχόμενο από τα δεξιά τους αυτοκίνητο. Ο οδηγός είχε καθήκον επισκόπησης του δρόμου μπροστά του και να δει τον άλλο χρήστη του δρόμου - τον πεζό. Ο οδηγός του αυτοκινήτου ορθά βρέθηκε ένοχος αμέλειας.» Έχοντας βεβαίως κατά νου ότι το επίπεδο αμέλειας που απαιτείται να αποδειχθεί σε αστικές υποθέσεις υπολείπεται του επιπέδου αμέλειας που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 210 ΠΚ, θεωρώ ότι η υπόθεση Γεωργίου ν. Αντωνίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1098, είναι σχετική ώστε να καταδείξει, ως θέμα αρχής, ότι υπάρχει σφάλμα του Κατηγορουμένου και ενέργεια που υπολείπεται του μέσου συνετού οδηγού. Σε εκείνη την υπόθεση όχημα χτύπησε πεζή η οποία με γοργό βηματισμό άρχισε να διασταυρώνει κάθετα πολυσύχναστη λεωφόρο στη Λευκωσία. Κατά την ώρα του δυστυχήματος έβρεχε ελαφρά, τα φώτα του οχήματος ήταν σε λειτουργία και η εμβέλεια τους ήταν 20 μέτρα. Οδηγός του οχήματος και πεζή δεν είδαν ο ένας τον άλλο παρά μόνο λίγα μέτρα ή λίγο χρόνο πριν να επισυμβεί το ατύχημα. Ο επιμερισμός ευθύνης σε ποσοστό 70% σε βάρος του οδηγού του οχήματος και 30% σε βάρος της πεζής επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Αστυνομία ν. Μοδέστου Νικολάου , Ποινική Έφεση 217/2016, ημερ. 11.5.2017, η οποία βέβαια αφορούσε έφεση του Γενικού Εισαγγελέα για ανεπάρκεια ποινής, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέφερε τα εξής (απόφαση πλειοψηφίας): «Σ' ένα δρόμο ευθύ, χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο, ο εφεσίβλητος οδηγούσε, αδιαφορώντας, όπως αποδείχθηκε, για τους άλλους που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Η συμπεριφορά αυτή ανάγεται σε επικίνδυνη οδήγηση, που δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ότι υποβαθμίστηκε πρωτοδίκως και διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής από το δικαστήριο. . . . Στην προκείμενη υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη ότι το θύμα διασταύρωνε μια πλατιά λεωφόρο από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του εφεσιβλήτου, δεν είχε αντιληφθεί το θύμα το οποίο είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη διασταύρωση, η αμέλεια που υπέδειξε, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι εμπεριείχε έκδηλα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο.» Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι στην παρούσα περίπτωση, η πεζή εισήλθε εντός του δρόμου με γοργό βηματισμό και από σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών. Εν τούτοις, τονίζω πως για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου, είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη της πεζής (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Επισημαίνω επίσης ότι ο τρόπος οδήγησης δεν χρειάζεται να είναι ουσιαστικός λόγος (substantial cause) ή μείζων (major cause) λόγος πρόκλησης του θανάτου αλλά αιτία (a cause), κάτι περισσότερο από de minimis (βλ. R. v. Hennigan
(1971)55 Cr. App. R. 262, 264-265). Στην προκειμένη περίπτωση, αν ο Κατηγορούμενος δεν υπόπιπτε στο σφάλμα του, θα ήταν σε θέση να λάβει αποτρεπτικά μέτρα και να αποφύγει την σύγκρουση με την πεζή είτε με το να ελαττώσει ταχύτητα είτε με το να κάνει κάποια κίνηση αποφυγής. Αρκεί να υπενθυμίσω ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο εγγύτερα στην διαχωριστική γραμμή ακριβώς διότι προηγουμένως είχε δει κάποιους άλλους πεζούς αριστερά του δρόμου. Αν είχε δει και το θύμα θα μπορούσε με μια απλή διορθωτική κίνηση να κινηθεί και πάλι αριστερότερα κατά 20 ή 30 εκατοστά και να αποφύγει την επαφή. Αν μάλιστα συνδύαζε την κίνηση του με το φρενάρισμα όπως έκανε αμέσως μετά το κτύπημα (κινήθηκε αριστερότερα και φρέναρε), τότε η επιβράδυνση θα έδινε την ευκαιρία στην πεζή η οποία βρισκόταν σε κίνηση με γοργό βήμα, διανύσει τα 20 εκατοστά που υπολείπονταν για να περάσει εξ ολοκλήρου μπροστά από το όχημα του Κατηγορουμένου και έτσι καμία επαφή θα υπήρχε. Σε κάθε περίπτωση ο Κατηγορούμενος όφειλε να επιβραδύνει από την στιγμή που υπήρχε ένα όχημα με φώτα κινδύνου στον δρόμο το οποίο μάλιστα έκανε νόημα με τα φώτα. Δεν θεωρώ ότι η οδήγηση του Κατηγορουμένου στην προκειμένη περίπτωση ήταν τόσο απομακρυσμένη από το αποτέλεσμα, ήτοι τον θανάσιμο τραυματισμό του θύματος, ώστε να πρέπει ο Κατηγορούμενος να απαλλαγεί της 1ης Κατηγορίας. Πρέπει βεβαίως να πω ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι οι πράξεις του Κατηγορουμένου αποτελούν το αποτέλεσμα απερίσκεπτης ενέργειας αφού δεν έχει αποδειχτεί το υποκειμενικό στοιχείο, που με βάση την κυπριακή νομοθεσία και νομολογία απαιτείται. Η προσπάθεια συσχετισμού της αλκοόλης στην εκπνοή του Κατηγορουμένου με το αδίκημα του άρθρου 210 του ΠΚ δεν υποστηρίζεται από την μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να τύχουν εφαρμογής τα λεχθέντα στην Σάββα ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 115. 2η Κατηγορία Η Κατηγορία 2 βασίζεται στο άρθρο 5 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 το οποίο προνοεί τα εξής: «5.-
(1)Κάθε πρόσωπο που οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο έχοντας καταναλώσει τόση ποσότητα αλκοόλης σε οποιαδήποτε μορφή, ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα του να υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται στο εδάφιο
(2)του παρόντος άρθρου, είναι ένοχο αδικήματος.» Στο εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου καθορίζεται ότι το όριο στην αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή καθορίζεται σε 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου (microgrammes) αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου (milliliters) εκπνοής. Σύμφωνα με το άρθρο 5Α του Νόμου, ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων καθορίζει τα πρότυπα τα οποία πρέπει να πληρούν οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης. Η χρήση κάθε συσκευής επιτρέπεται μόνο αν έχει εκδοθεί «πιστοποίηση» από τον Διευθυντή του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών που αποτελεί την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το Νόμο, ότι η συσκευή πληροί τα εν λόγω πρότυπα. Στην προκειμένη περίπτωση, κατατέθηκαν σχετικές πιστοποιήσεις από το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών τόσο για τη συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης Lion Alcolmeter 500με αριθμό 38923 (βλ. Τεκμήριο 31) όσο και για τη συσκευή τελικής εξέτασης Lion Intoxilyzer 8000 με αύξων αριθμό 80004783. Η συσκευή Lion Intoxilyzer 8000 με Serial Number 80004783, εμπίπτει στο πρότυπο OIML R126 το οποίο περιλαμβάνεται στην Κ.Δ.Π. 305/2006. Το άρθρο 6
(3)του Ν.174/86, προνοεί ότι στην περίπτωση που επισυμβεί τροχαίο ατύχημα, λόγω της παρουσίας οιουδήποτε οχήματος δε δρόμο, αστυνομικός δύναται να ζητήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίον έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι οδηγούσε ή αποπειράθηκε να οδηγήσει το όχημα κατά τον χρόνο του ατυχήματος, όπως παράσχει δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτική εξέτασιν. Περαιτέρω, το εδάφιο
(1)του ιδίου άρθρου προνοεί ότι η ίδια δυνατότητα υπάρχει στην περίπτωση καθ' ην αστυνομικός έχει εύλογή υποψία ότι πρόσωπο το οποίον οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οιονδήποτε όχημα έχει εις το σώμα του οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης. Το άρθρο 7 του ν.174/1986 προνοεί ότι για να διαπιστωθεί ότι οιονδήποτε πρόσωπο που έχει δώσει δείγμα για προκαταρκτική εξέταση, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται να ζητήσει από το εν λόγω πρόσωπο όπως παράσχει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποίαν είχε παρασχεθεί το δείγμα εκπνοής για την προκαταρκτική εξέταση. Η παραχώρηση δείγματος εκπνοής, πρέπει να γίνεται στον πλησιέστερο χώρο όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός. Ο αστυνομικός υποχρεούται όπως επιστήσει την προσοχή του προσώπου από το οποίο ζητείται η παραχώρηση δειγμάτων, ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, στην βάση της μαρτυρίας που έχει δοθεί, θεωρώ ότι έχει γίνει ορθά τόσο η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 6 όσο και όσα αναφέρονται στο άρθρο 7 του ν. 174/1986. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι η εξουσία των αστυνομικών και δη του ΜΚ4 να ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση προκύπτει τόσο δυνάμει του άρθρου 6
(3)λόγω της εμπλοκής του Κατηγορουμένου σε τροχαίο δυστύχημα, όσο και δυνάμει του άρθρου 6
(1)ένεκα της εύλογης υποψία ότι ο Κατηγορούμενος είχε καταναλώσει αλκοόλη. Η εύλογη αυτή υποψία προκύπτει από το γεγονός ότι ΜΚ4 διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος μύριζε αλκοόλ και δεν μπορούσε να σταθεί καλά στα πόδια του. Το κάθε ένα από τα πιο πάνω στοιχεία από μόνο του, πόσο μάλλον σε συνδυασμό, ήταν στοιχεία ικανά να δημιουργήσουν την εύλογη υποψία που απαιτείται για τους σκοπούς του άρθρου
  1. Εν πάση περιπτώσει, ο Κατηγορούμενος συμμορφώθηκε με την παράκληση να δώσει δείγμα για προκαταρκτική εξέταση και η ένδειξη της συσκευής ήταν 107mg. Εφόσον τούτο υπερέβαινε το καθορισθέν όριο, ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε σε χώρο όπου υπήρχε ο αναγκαίος εξοπλισμός και ειδικότερα η συσκευή τελικής εξέτασης. Εκεί, ο ΜΚ5 επίστησε την προσοχή του Κατηγορουμένου στο ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω, είχαν παρέλθει πέραν των 10 λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποία παρασχέθηκε το δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης από τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος έδωσε δυο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής με έντυπο αποτέλεσμα 65 μg% και 65μg % αντίστοιχα Αφού του επίστησε εκ νέου την προσοχή του στον Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Εντάξει» και υπέγραψε το έντυπο αποτέλεσμα. Ο ΜΚ5 παρουσίασε στο Δικαστήριο το έντυπο αποτέλεσμα που παρήγαγε αυτόματα η συσκευή, όπου υπάρχει και η σχετική πιστοποίηση και υπογραφή τόσο του ΜΚ5 όσο και του Κατηγορουμένου (βλ. Τεκμήριο 22). Με βάση το άρθρο 10 του νόμου, για σκοπούς αποδείξεως της ποσότητας αλκοόλης στην εκπνοή του οδηγού, λαμβάνεται υπόψη η ποσότητα στο δείγμα το οποίο παρασχέθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου και θα θεωρείται ότι η ποσότητα αλκοόλης που περιείχετο στην εκπνοή του οδηγού κατά το χρόνο που οδηγούσε δεν ήταν μικρότερη της ποσότητας που περιείχετο στο παρασχεθέν δείγμα εκπνοής. Σε ποινική δε διαδικασία για αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 5, το έντυπο αποτέλεσμα που παράγεται αυτόματα από τη συσκευή τελικής εξέτασης, συνοδευόμενης από πιστοποίηση είτε πάνω στο έντυπο είτε αλλού, υπογεγραμμένης από τον αστυνομικό, δια της οποίας πιστοποιείται ότι το έντυπο αποτέλεσμα αφορά το δείγμα εκπνοής του συγκεκριμένου οδηγού κατά την ημερομηνία και ώρα που αναγράφεται επ' αυτού, αποτελεί απόδειξη της ποσότητας αλκοόλης. Όσον αφορά την λειτουργία των συσκευών προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης αλκοόλης, σημειώνω ότι δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση από την Υπεράσπιση. Σύμφωνα με το έντυπο τελικής εξέτασης (βλ. τεκμήριο 22), ο τελευταίος έλεγχος (last calibration) έγινε στις 6.2.2015, ήτοι πέντε ημέρες πριν να γίνει ο έλεγχος στον Κατηγορούμενο. Συν τοις άλλοις, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η συσκευή Lion Intoxilyzer 8000, με αριθμό 8000-04783 διακριβώθηκε στις 6.2.2015 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 22 και ότι αυτή λειτουργούσε ορθά και κανονικά στις 11.2.
  2. Όπως επισημάνθηκε στην Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298, όπου έγινε μια ανασκόπηση της Αγγλικής νομολογίας σε σχέση με την έννοια του όρου 'πραγματική μαρτυρία' (real evidence) με αναφορά μεταξύ άλλων στη The Statue of Liberty [1968] 2 All E.R. 195, οι ενδείξεις μηχανήματος ή συσκευής, η οποία λειτουργεί μόνη της χωρίς ανθρώπινη επέμβαση, και οι οποίες καταγράφονται μηχανικά, αποτελούν πραγματική και όχι εξ ακοής μαρτυρία για να αποδειχθεί το γεγονός για το οποίο χρησιμοποιείται. Σχετική είναι και η υπόθεση Πετράκη ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 455, η οποία αφορούσε τη λειτουργία ταχυμέτρου, κατ' αναλογία και στο βαθμό που μπορεί να αντιστοιχήσει σε συσκευή εξέτασης αλκοόλης. Σημειώνω ότι τα πιο πάνω δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, η οποία άφησε υπαινιγμούς ότι το ποσοστό αλκοόλης που εντοπίστηκε στην εκπνοή του κατηγορούμενου δεν οφείλεται τόσο στην κατανάλωση αλκοόλης αλλά στο ότι ο κατηγορούμενος ήταν άτομο χωρίς ρυθμισμένο τον διαβήτη και κατ' επέκταση με υψηλό ζάχαρο. Καταρχάς παρατηρώ ότι, δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός για μη ρυθμισμένο διαβήτη όταν ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να παράσχει δείγμα εκπνοής. Αντιθέτως, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην συμπληρωματική του κατάθεση ανέφερε ότι αισθάνεται καλά και δεν επιθυμούσε να επισκεφθεί οποιοδήποτε γιατρό. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι ερωτήσεις και αναφορές της υπεράσπισης σε ινσουλίνη και ακετόνη δεν μετουσιώθηκαν σε ισχυρισμό. Η θέση που αφέθηκε να αιωρείται ότι το αποτέλεσμα της συσκευής είχε επηρεαστεί με κάποιο τρόπο, παρέμεινε αιωρούμενη και συνεπώς ατεκμηρίωτη. Η υπεράσπιση δεν προσήγαγε μαρτυρία ότι η συσκευή τελικής εξέτασης Lion Intoxilyzer 8000 θα ανίχνευε στην εκπνοή του κατηγορούμενου ποσότητα αλκοόλης ή τέτοια ποσότητα αλκοόλης έστω κι αν ο τελευταίος δεν κατανάλωσε αλκοόλ ή κατανάλωσε μόνο ένα ποτήρι ουίσκι. Από την στιγμή που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε το αποτέλεσμα της τελικής εξέτασης αλκοόλης, ο ίδιος ο κατηγορούμενος έφερε και το αποδεικτικό βάρος απόδειξης οιουδήποτε ισχυρισμού που να αντικρούει το αποτέλεσμα. Ωστόσο, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από την υπεράσπιση. Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει τη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και την 2η Κατηγορία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η και στη 2η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.