Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λοΐζος Σπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 4544/18, 21/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4544/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λοΐζος Σπύρου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21 Μαρτίου 2018 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, μετά από δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες:
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από πρόσωπο που έχει αποστερηθεί από Δικαστήριο του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 19 και 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 (1η Κατηγορία).
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/2000 (2η Κατηγορία).
- Χρήση μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 (3η Κατηγορία).
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)
(2)και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72(5η Κατηγορία). 5. Αρνήθηκε να παρέχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των Άρθρων 2, 7
(1)
(4)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Ν.174/86(6η Κατηγορία). Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος την 5.3.2016 στο δρόμο Γαλάτας - Καλιάνων παρά τα Καλιάνα της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΒΗ582 ενώ τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης κατά τρόπο ώστε η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη. Ενώ του ζητήθηκε από τον Λοχ. 1466 Δ. Παπαδημητρίου να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να το πράξει χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε εύλογη αιτία. Η ένδειξη της προκαταρκτικής εξέτασης αλκοόλης ήταν 122 milligrams. Κατά την διερεύνηση της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το πιο πάνω όχημα χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου και ενώ για το όχημα δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας από 31.12.
- Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το πιο πάνω όχημα κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 8700/2015 το οποίο του στερούσε το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 2 ετών από 14.12.2015 - 14.12.
- Στην υπόθεση 8700/15, ο Κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος για οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, για το ότι αρνήθηκε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής, ότι οδηγούσε ενώ του είχε αποστερηθεί η άδεια οδήγησης, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης συνολικού ύψους 3 μηνών και περαιτέρω ο Κατηγορούμενος αποστερήθηκε του δικαιώματος του να κατέχει άδεια οδήγησης για δύο έτη. Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Για σκοπούς επιβολής ποινής, λαμβάνονται υπόψη του Δικαστηρίου, μόνον καταδίκες του κατηγορουμένου για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος που αφορά η υπόθεση, σε σχέση με την οποία το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή και οι οποίες λαμβάνουν χώρα («ολοκληρώνονται») πριν από την καταδίκη στην υπόθεση που το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα της ποινής (βλ. Ανδρέας Αντωνίου Ιωάννου άλλως Μουσικός ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Νίκη Τσιάκκα ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282). Στην υπόθεση 18886/16, ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις 20.3.2017 για οδήγηση χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης, χωρίς άδεια κυκλοφορίας, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, αλόγιστη και απερίσκεπτη οδήγηση και άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης δείγματος εκπνοής. Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 15.2.2016, ήτοι πριν την διάπραξη των αδικημάτων που αφορά η παρούσα υπόθεση. Επιβλήθηκαν χρηματικές ποινές καθώς επίσης και στέρηση άδειας οδήγησης για 12 μήνες. Επίσης, στην 20134/16 με ημερομηνία καταδίκης την 12.4.2017 ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 19.3.
- Επρόκειτο για αδικήματα οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, άρνηση παροχής δείγματος εκπνοής για εξέταση, χωρίς ασφάλεια και χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών με αναστολή για 3 χρόνια και στέρηση άδειας οδηγού για 12 μήνες. Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται σήμερα με 9 βαθμούς ποινής. Η παρούσα υπόθεση είχε καταχωρηθεί στο παρελθόν με αριθμό 12115/16, απορρίφθηκε όμως στις 10.1.2017 λόγω μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του Κατηγορουμένου. Απευθυνόμενος στο Δικαστήριο, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν οδηγεί εδώ και 2 χρόνια και ούτε πρόκειται να οδηγήσει ξανά. Συμφώνησε δε με την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες. Συνοψίζοντας, αναφέρω ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 49 ετών. Προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικό-οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του ήταν εργάτης και δολοφονήθηκε το
- Η μητέρα του είναι ηλικίας 83 ετών και πριν τη συνταξιοδότηση της εργαζόταν ως εργάτρια στο γεωργικό τομέα. Σήμερα ζει στην περιοχή Καλιάνων και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Ο Κατηγορούμενος είναι ο μικρότερος από τα τρία παιδιά της οικογένειας του. Οι σχέσεις του με τα αδέλφια του και τη μητέρα του περιγράφτηκαν από τον ίδιο ως ικανοποιητικές. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Α' τάξη Γυμνάσιου. Ακολούθως, διέκοψε την φοίτηση του λόγω χαμηλής επίδοσης. Από νεαρή ηλικία, εργάστηκε σε οικοδομές για κάλυψη των αναγκών του. Τα τελευταία 15 χρόνιά αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας καθώς και προβλήματα αλκοολισμού τα οποία τον καθιστούν ανίκανο για εργασία. Παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Με βάση ιατρική βεβαίωση η οποία τον καθιστά ανίκανο για εργασία, λαμβάνει μηνιαίο κρατικό επίδομα ύψους €
- Η επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Είναι νομολογημένο ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη σε κάποιο αδίκημα συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή αποτελεί την αφετηρία από την οποία το Δικαστήριο εκκινεί για την επιμέτρηση της ποινής. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632). Οι κατηγορίες στις οποίες ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή, όπως διαφαίνεται μέσα από την προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι πολύ σοβαρές. Θα σταθώ ιδιαίτερα στο αδίκημα της 1ης Κατηγορίας που είναι και το σοβαρότερο από αυτά που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Λέχθηκαν τα εξής στην απόφαση CCC Laundries (Paphos) Limited v. Ελισάβετ Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ 288: «Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής σε περιπτώσεις απείθειας σε νόμιμες διαταγές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί προσπάθεια αναμόρφωσης της οδικής συμπεριφοράς Κατηγορούμενου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δώσουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα τέτοια θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Ιδιαίτερα σοβαρό είναι και το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης αλλά και της άρνησης παροχής δείγματος για να διαπιστωθεί κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είχε όντως καταναλώσει αλκοόλ. Η σοβαρότητα των αδικημάτων διαφαίνεται βεβαίως και μέσα από την ανησυχητική συχνότητα με την οποία όμοιας φύσης αδικήματα, ειδικά οδήγησης μετά από κατανάλωση αλκοόλης, παρουσιάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Πρέπει να επισημανθεί ότι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης αποτελεί πολλές φορές, τη γενεσιουργό αιτία σοβαρών ή και θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, καθ' όλο τον χρόνο που αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Μέσα από τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου αναδύεται ένας έντονα αντικοινωνικός χαρακτήρας που δείχνει αδιαφορία για την ασφάλεια όλων των προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Ζούμε σε μια εποχή που τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις και έχουν αποβεί πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Το Δικαστήριο έχει καθήκον για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, τέτοιας παράνομης συμπεριφοράς. Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432, σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, όπως είναι και το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του παραβάτη λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Επίσης στην Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, το Εφετείο σημείωσε, με αναφορά στην Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306 ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Προς επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω και συνυπολογίζω υπέρ του την άμεση παραδοχή του η οποία εξοικονομεί δικαστικό χρόνο και έξοδα και δείχνει περαιτέρω την μεταμέλεια του. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου καθώς επίσης και την κατάσταση της υγείας του όπως διαφαίνεται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Περαιτέρω, η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355). Βέβαια, ο παράγοντας αυτός δεν μπορεί από μόνος του να εξουδετερώσει κάθε άλλο σχετικό και επιβαρυντικό παράγοντα, όπως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση και την συνακόλουθη αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποιν. Έφ. 5.2016, ημερ. 1.3.2016). Εξάλλου, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, η παρούσα υπόθεση είχε καταχωρηθεί περί τους 6 μήνες μετά την διάπραξη των αδικημάτων και διακόπηκε λόγω μη εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορουμένου. Τούτο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος είχε κληθεί παλαιότερα ενώπιον της δικαιοσύνης και επέλεξε να μην παρουσιαστεί με αποτέλεσμα την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος φέρει σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 λέχθηκε ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638). Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι ακόμη και στην περίπτωση που για την καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά και τη φύση της υπόθεσης (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365 και Αστυνομία ν. Μόδεστου Νικολάου, Ποινική Έφεση 217/2016 ημερομηνίας 11.5.2017). Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι μετριαστικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα, μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που, υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Είναι φανερό, ότι ο Κατηγορούμενος με την πράξη του να οδηγήσει ενώ ίσχυε το διάταγμα για στέρηση της άδειας οδηγού που είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Γνώριζε μάλιστα και τις συνέπειες της πράξης του, αφού είχε προηγουμένως καταδικαστεί για το αυτό αδίκημα και του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εντούτοις ανέλαβε τις συνέπειες των πράξεων του. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος δεν αρκέστηκε σε μια και μόνο έκνομη συμπεριφορά. Αγνοώντας παντελώς το διάταγμα του δικαστηρίου και διαγράφοντας από την μνήμη του τους λόγους για το οποίο αυτό είχε ευθύς εξ αρχής εκδοθεί, οδήγησε έχοντας καταναλώσει τέτοια ποσότητα αλκοόλης ώστε η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη. Δεν χωρεί καμία δικαιολογία για τις πράξεις του Κατηγορουμένου. Η μόνη κατάλληλη ποινή για αυτόν είναι η φυλάκιση. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στον Κατηγορούμενο, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 2 ετών από σήμερα. Στην 2η και 3 Κατηγορία, o Κατηγορούμενος να υπογράψει εγγύηση ύψους €2000 για να τηρεί τους νόμους και κανονισμούς για 2 έτη από σήμερα. Στην 5η Κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 1 έτους από σήμερα. Στην 6η Κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 8 μηνών από σήμερα. Οι ποινές φυλάκισης καθώς και οι ποινές στέρησης άδειας οδήγησης που έχουν επιβληθεί ανωτέρω, να συντρέχουν. Νοείται ότι από την ως άνω ποινή φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο