← Κύπρος

Δανάη Γεωργιάδου ν. Φοίβου Γεωργιάδη κ.α., Υπόθεση Αρ. 16148/17, 8/3/2018

Δανάη Γεωργιάδου ν. Φοίβου Γεωργιάδη κ.α., Υπόθεση Αρ. 16148/17, 8/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 16148/17 Δανάη Γεωργιάδου Παραπονούμενη -εναντίον-

  1. Φοίβου Γεωργιάδη
  2. Ντανιέλλα Γεωργιάδη
  3. Βαλερύ Ρώσσου Κατηγορούμενοι --------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 8 Μαρτίου 2018 Για την Παραπονούμενη: κ. Πιερίδης, για Πιερίδης & Πιερίδης Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Ιωάννου Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: «Έκθεση Αδικήματος Πρώτη Κατηγορία Συνομωσία για διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 4 και 5, των άρθρων 372, 280 και 20, 21 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι κατά ή περί τον μήνα Ιούλιο του 2017 και Αύγουστο του 2017 στον Πρωταρά - Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν πλημμέλημα δηλαδή να εισέλθουν παράνομα και να διαμένουν στην οικία της παραπονούμενης επί της οδού Διονύσου 71, Oscar Gardens, οικία 4, Πρωταράς Παραλίμνι. Έκθεση Αδικήματος Δεύτερη Κατηγορία Συνομωσία για καταδολίευση κατά παράβασιν των άρθρων 302 και 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι κατά ή περί τον μήνα Ιούλιο του 2017 και κατά ή περί τον μήνα Αύγουστο του 2017 στον Πρωταρά - Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου συνωμότησαν μεταξύ τους να καταδολιεύσουν τη Δανάη Γεωργιάδου και να αποσπάσουν με εκβιασμό την περιουσία της ήτοι την κατοικία επί της οδού Διονύσου 71, Oscar Gardens, οικία 4, Πρωταράς Παραλίμνι. Έκθεση Αδικήματος Τρίτη Κατηγορία Είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος κατά παράβασιν των άρθρων 280, 20, 21 και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι κατά ή περί την 5.8.17, 6.8.17, 7.8.17, 8.8.17 και 9.8.17 και σε άλλες ημερομηνίες στον Πρωταρά - Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου εισήλθαν στην κατοικία της Δανάης Γεωργιάδου επί της οδού Διονύσου 71, Oscar Gardens, οικία 4, Πρωταράς Παραλίμνι με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, με σκοπό εκφοβισμού και όχλησης κατόχου της περιουσίας της παραπονούμενης Δανάης Γεωργιάδου. Έκθεση Αδικήματος Τέταρτη Κατηγορία Παράνομη κατοχή καλλιέργεια, νομή ή χρήση ακινήτου για το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου σύμβαση πώλησης κατά παράβασιν των άρθρων 281, 20, 21 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  5. Λεπτομέρειες Αδικήματος Οι κατηγορούμενοι κατά ή περί την 5.8.17, 6.8.17, 7.8.17, 8.8.17, 9.8.17 και σε άλλες ημερομηνίες στον Πρωταρά - Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου εισήλθαν στην κατοικία της Δανάης Γεωργιάδου επί της οδού Διονύσου 71, Oscar Gardens, οικία 4, Πρωταράς Παραλίμνι και κατείχαν, καλλιεργούσαν, νέμονταν και χρησιμοποιούσαν αυτή με οποιονδήποτε τρόπο χωρίς τη συναίνεση της ιδιοκτήτριας Δανάης Γεωργιάδου.» Σημειώνω πως η υπόθεση δεν προωθήθηκε εναντίον του κατηγορούμενου 3, ο οποίος απηλλάγη των κατηγοριών στις 3.1.
  6. Πριν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, προέβαλαν τις ειδικές απαντήσεις του άρθρου 69

(1), παρ. (α) και (β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής «το Κεφ. 155»), σύμφωνα με το οποίο: «69.-
(1)Ο κατηγορούμενος δύναται, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο, να ισχυριστεί- (α) ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αυτός καλείται να απαντήσει δεν έχει δικαιοδοσία και ότι άλλο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με αυτόν ή για το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτός κατηγορείται, και, αν ο ισχυρισμός γίνει αποδεκτός, το Δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας το οποίο έχει δικαιοδοσία για τον υπαίτιο ή για το ποινικό αδίκημα. (β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ιδίων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα. .........
(2)Αν καθένας από τους ισχυρισμούς των παραγράφων (β) ή (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού προβληθεί αλλά προβάλλεται άρνηση ως προς την πραγματική αλήθεια αυτού, το Δικαστήριο δικάζει κατά πόσο ο ισχυρισμός αυτός είναι πράγματι αληθινός ή όχι.» Αγορεύοντας προς υποστήριξη της βασιμότητας των ειδικών απαντήσεων, ο κ. Ιωάννου ανέφερε πως προκύπτει από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ότι αυτά διαπράχθηκαν σε άλλη επαρχία, συνεπώς το παρόν Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση. Υποστήριξε επίσης πως επί των συγκεκριμένων αδικημάτων αποφάνθηκε ήδη το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου που εδρεύει στη Λάρνακα, στα πλαίσια αίτησης παρακοής δικαστικού διατάγματος που αποτελεί οιονεί ποινική διαδικασία. Προς απόδειξη της βασιμότητας της ειδικής απάντησης του άρθρου 69
(1)(β), κατατέθηκε από κοινού η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 30.6.17 του Ε.Δ. Αμμοχώστου που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 663/16 (Τεκμήριο 1). Πέραν της προβολής των δύο ειδικών απαντήσεων, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 υποστήριξαν πως υπάρχει και κατάχρηση της διαδικασίας από την παραπονούμενη και κακόβουλη ποινική δίωξη, επειδή το σύνολο των επίδικων κατηγοριών στην παρούσα είτε έχουν ήδη κριθεί από το Δικαστήριο, είτε εκκρεμούν ενώπιον άλλου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στην Αγωγή αρ. 663/16. Ο κ. Ιωάννου ανέφερε επίσης πως εκκρεμεί και έτερη υπόθεση, η Αγωγή αρ. 971/13, η οποία πραγματεύεται τα ίδια ζητήματα με τα ζητήματα της παρούσας. Ο κ. Πιερίδης, αναφορικά με το θέμα της κατά τόπο δικαιοδοσίας παρέπεμψε στον Νόμο 43/74, ο οποίος, υποστήριξε, παραμένει σε ισχύ μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο κηρύξει τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης, κάτι που δεν έγινε μέχρι σήμερα. Αναφορικά με την ειδική απάντηση του άρθρου 69
(1)(β) του Κεφ. 155, υποστήριξε πως η διαδικασία στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Τεκμήριο 1 δεν εμπίπτει στο πλαίσιο του άρθρου 69
(1)(β). Υποστήριξε επίσης πως η αναφορά του κ. Ιωάννου σε εκκρεμούσα αίτηση παρακοής (η οποία δεν ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου), δεν συνεπάγεται ότι οι κατηγορούμενοι έχουν τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα στο παρελθόν. Διαφώνησε επίσης με τον ισχυρισμό περί κατάχρησης της διαδικασίας και κακόβουλης ποινικής δίωξης. Ξεκινώντας από την ειδική απάντηση του άρθρου 69
(1)(α) του Κεφ. 155, σημειώνω πως σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αυτά πράγματι φέρεται να διαπράχθηκαν στην επαρχία Αμμοχώστου. Η κατά τόπο δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστηρίου που εκδικάζει ποινικά αδικήματα, διέπεται από το άρθρο 23 του Νόμου 14/60, που προνοεί τα εξής: «23.-
(1)Έκαστov Επαρχιακόv Δικαστήριov, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 19, θα έχη δικαιoδoσίαv vα δικάζη συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 24- (α) πάvτα τα εvτός της επαρχίας δι' ηv τo δικαστήριov καθιδρύθη αδικήματα (β) πάvτα τα εvτός τωv Κυριάρχωv Περιoχώv τωv Βάσεωv υπό Κυπρίoυ διαπραχθέvτα αδικήματα κατά Κυπρίoυ ή εv σχέσει πρoς Κύπριov.
(2)Οσάκις αδίκημα τι διεπράχθη επί συvόρoυ δύo ή περισσoτέρωv επαρχιώv ή εvτός μιλίoυ εκ συvόρoυ ή έχει διαπραχθή εv μέρει εv μια επαρχία και εv μέρει εv άλλη επαρχία ή εv άλλαις επαρχίαις τo αδίκημα τoύτo δύvαται vα εκδικασθή υπό τoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ εκατέρας τωv τoιoύτωv επαρχιώv ως εάv τoύτo είχε διαπραχθή καθ' oλoκληρίαv εv τη επαρχία εv τη oπoία εκδικάζεται. Διά τoυς σκoπoύς τoυ παρόvτoς εδαφίoυ "επαρχία" περιλαμβάvει τας Κυριάρχoυς Περιoχάς τωv Βάσεωv.
(3)....» Όμως, τα τραγικά γεγονότα του 1974, οδήγησαν στην ανάγκη ψήφισης του μεταγενέστερου του Νόμου 14/60, περί Δικαστηρίωv (Πρoσωριvαί Διατάξεις) Νόμου τoυ 1974, Ν. 43/74, με στόχο την όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη απάμβλυνση των προβλημάτων και εξάλειψη στον μέγιστο δυνατό βαθμό των δυσχερειών που η τουρκική εισβολή δημιούργησε στην απονομή της δικαιοσύνης, έτσι ώστε να διασφαλιστεί, στον καλύτερο υπό τις περιστάσεις βαθμό, η απρόσκοπτη συνέχιση της απονομής της. Το άρθρο 3 του Νόμου 43/74 προνοεί τα εξής: «3. Διαρκoύσης της εκρύθμoυ καταστάσεως και παρά τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 23 τωv περί Δικαστηρίωv Νόμωv τoυ 1960 έως 1972 έκαστov Επαρχιακόv Δικαστήριov κέκτηται δικαιoδoσίαv vα εκδικάζη, συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 24, oιovδήπoτε αδίκημα διαπραχθέv εv oιαδήπoτε επαρχία της Κύπρoυ.» Παρά την παρέλευση 43 και πλέον ετών από την τουρκική εισβολή, δυστυχώς, η έκρυθμη κατάσταση, η οποία ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου 43/74 ως η «συvεπεία της Τoυρκικής εισβoλής δημιoυργηθείσα κατάσταση η oπoία εξακoλoυθεί vα υφίσταται μέχρις ότoυ τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov, διά Διατάγματoς δημoσιευoμέvoυ εις τηv επίσημov εφημερίδα της Δημoκρατίας, κηρύξη ότι η κατάστασις αύτη έπαυσε vα υφίσταται», εξακολουθεί να υφίσταται (βλ. σχετικώς και την απόφαση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας κ.α. ν. Δήμου Αγίας Νάπας
(2013)2 Α.Α.Δ. 621, 629, και κατ' αναλογία, τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με τον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμο του 1964, Ν.33/64στην Husseyin Gaginer v. Ακίνητα Π. Ιωαννίδη Λτδ, Πολ. Έφ. 61/10, ημερ. 17.7.14). Ενόσω δε η έκρυθμη κατάσταση διαρκεί, κάθε κατήγορος έχει δικαίωμα να καταχωρήσει το κατηγορητήριο σε οποιαδήποτε επαρχία, χωρίς να χρειάζεται από μέρους του να τεκμηριώσει τον λόγο για τον οποίο η υπόθεση καταχωρείται σε Επαρχιακό Δικαστήριο εδρεύον σε άλλη επαρχία από αυτήν στην οποία τα ισχυριζόμενα αδικήματα διαπράχθηκαν. Παραπέμπω σχετικώς στα αποφασισθέντα στην υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας, ανωτέρω, στη σελ. 631: «Οι εφεσείοντες αναφερόμενοι στην επιλογή των εφεσιβλήτων να καταχωρίσουν την Ποινική Υπόθεση 13291/12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, χωρίς να αιτιολογήσουν τη συγκεκριμένη επιλογή τους, υπέβαλαν ότι αυτή συνιστά, υπό τις περιστάσεις, κατάχρηση εξουσίας την οποία το πρωτόδικο δικαστήριο όχι μόνο «απέτυχε να εντοπίσει», αλλά και εσφαλμένα επιδοκίμασε με την αναφορά του, «... ... δεν θεωρώ ότι έχριζε οποιασδήποτε αιτιολόγησης η απόφαση του αιτητή να ασκήσει το δικαίωμα που του παρέχεται από τον ίδιο το Νόμο». Ούτε η εν λόγω θέση μας βρίσκει σύμφωνους. Οι εφεσείοντες, απλά άσκησαν, όπως πολύ ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο επισημαίνει, δικαίωμα που τους παρέχει ο Νόμος.» (έμφαση δική μου) Ούτε και το γεγονός ότι υφίσταται και λειτουργεί Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου που συνεδριάζει στο Παραλίμνι, διαφοροποιεί τα πράγματα. Το θέμα εξετάστηκε και πάλι στην υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας, ανωτέρω, όπου, στη σελ. 629, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τα ακόλουθα: «Μπορεί να έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε - 40 περίπου χρόνια - και η «ομαλότητα» στον τομέα που μας αφορά, να έχει σε μεγάλο βαθμό αποκατασταθεί. Όμως, ο λόγος για τον οποίο θεσπίστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 3 του Νόμου 43/74, δεν έχει ακόμα εκλείψει. Με δοσμένο το γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου ομού με τα άλλα επαρχιακά δικαστήρια του κατεχόμενου τόπου μας, συνεχίζουν να λειτουργούν προσωρινά, μακριά από τη φυσική τους έδρα, οι συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες εξακολουθούν να τυγχάνουν καθολικής εφαρμογής. Το γεγονός ότι με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/6/1999, το Δικαστήριο Παραλιμνίου μετονομάστηκε σε Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, το οποίο συνεδριάζει στο Παραλίμνι, ουδόλως διαφοροποιεί την κατάσταση, εφόσον οι εν λόγω πρόνοιες δεν έχουν ακυρωθεί, ούτε και με άλλο νομοθέτημα έχουν αντικατασταθεί ή τροποποιηθεί, αλλά συνεχίζουν να παραμένουν σε ισχύ ως είχαν θεσπιστεί. Σχετικές με το θέμα που εξετάζουμε και ειδικότερα σχετικά με τους λόγους θέσπισης των προνοιών του Άρθρου 3 του Νόμου 43/74 και τις ευρύτερες συνέπειες τους στην κατά τόπο αρμοδιότητα των επαρχιακών δικαστηρίων σε ποινικές υποθέσεις, είναι, μεταξύ άλλων υποθέσεων και οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας
(1992)2 Α.Α.Δ. 191, Γεωργιάδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1842, Θεοδούλου (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 438 και Yerakas a.o. v. The Police
(1984)2 C.L.R. 5.» (έμφαση δική μου) Ο κ. Ιωάννου υποστήριξε πως ο Νόμος 43/74 καθορίζει περιοριστικά «ποιου είδους υποθέσεις θεωρούνται ως υποθέσεις που ωσάν να έχουν διαπραχθεί σε ολόκληρη την επικράτεια και όχι σε επαρχιακή βάση όπως π.χ. υποθέσεις που αφορούν το 305», πλην όμως, διάταξη προς τέτοια κατεύθυνση δεν εντοπίζεται στον Νόμο 43/74. Το άρθρο 3 του Νόμου 43/74 παρατέθηκε πιο πάνω και αυτό αναφέρεται σε «oιovδήπoτε αδίκημα διαπραχθέv εv oιαδήπoτε επαρχία της Κύπρoυ». Υπό το φως των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κέκτηται κατά τόπον δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα ποινική υπόθεση και η ειδική απάντηση του άρθρου 69
(1)(α) που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 προέβαλαν, δεν γίνεται αποδεκτή. Προχωρώντας στην εξέταση της δεύτερης ειδικής απάντησης που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 προέβαλαν, σημειώνω κατ' αρχάς πως σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice, έκδοση 2018, παρ. D.12.34, το βάρος απόδειξης εφαρμογής του δόγματος autrefois, το φέρουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων («Once the plea has been entered and issue joined by the prosecution, the burden of proof is on the accused to make good the plea on the balance of probabilities (Coughlan
(1976)63 Cr App R33)»). Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Ιωάννου, Πολ. Έφ. 132/15, ημερ. 13.7.16 λέχθηκε πως οι ειδικές απαντήσεις autrefois acquit και autrefois convict που προβλέπονται από το άρθρο 69
(1)(β) του Κεφ. 155, αποτελούν κωδικοποίηση της αρχής του κοινού δικαίου ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να τεθεί δις σε κίνδυνο για το ίδιο αδίκημα και βρίσκουν έρεισμα στις πρόνοιες του άρθρου 19 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αλλά και στις πρόνοιες του ιδίου του Συντάγματος το οποίο δια του Άρθρου 12.2 έχει εισάξει με συνταγματική ισχύ την απαγόρευση της διπλής διακινδύνευσης («Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου δια το αυτό αδίκημα»). Στην υπόθεση Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494, με αναφορά στον Archbold 1995, στο σύγγραμμα των Spencer Bower και Turner, The Doctrine of Res Judicata (2η έκδοση) και στην αγγλική απόφαση Connelly v. D.P.P. [1964] A.C. 1254, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου:
  1. Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος - nemo debet bis vexari pro eadem causa, ή nemo debet bis puniri pro uno delicto - κανένας δεν μπορεί να τίθεται δυο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου) και ότι οι αρχές του autrefois convict και acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων.
  2. Το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες του προτεινόμενου αδικήματος είναι κάπως διαφορετικές από εκείνες της πρώτης κατηγορίας δεν εμποδίζει την επίκληση του δόγματος του autrefois.
  3. Το δόγμα αυτό είναι διαθέσιμο όχι μόνο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες αυτός θα μπορούσε να καταδικαστεί στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν έτυχε τυπικής αθώωσης. Μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μία για την οποία ένας θα μπορούσε να καταδικαστεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου.
  4. Για την εφαρμογή του δόγματος του autrefois είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη 'αδίκημα' περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Βεβαίως, δεν είναι κάθε φύσης τερματισμός/διακοπή ποινικής δίωξης που μπορεί να θέσει σε εφαρμογή το δόγμα του autrefois. Το ερώτημα, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Κονέ ν. Φλουρή, Ποιν. Έφ. 209/13, ημερ. 5.3.15, με αναφορά στα αποφασισθέντα στην υπόθεση Connelly,[1] ανωτέρω, είναι το κατά πόσον ο κατηγορούμενος είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης στην προηγούμενη διαδικασία, αφού το δόγμα δεν ισχύει εκεί όπου ο κατηγορούμενος δεν ετέθη σε κίνδυνο καταδίκης. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Αντώνη Ιωάννου, ανωτέρω: «Κώλυμα στην καταχώριση της ίδιας κατηγορίας αποτελεί η δικαστική κρίση επί της ουσίας της κατηγορίας και ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης. Η κρίση επί της ουσίας όμως, δεν εξυπακούει ακρόαση με μάρτυρες. Στην υπόθεση Κονέ ν. Φλουρή κ.α., Ποινική Έφεση 209/2013, 5.3.2015, υιοθετήθηκε η ακόλουθη διευκρίνιση επί της έννοιας αυτής από την υπόθεση R. v. Swansea Justices ex Purvis
(1980)JP 252: «In the present context "on the merits" is a phrase which distinguishes between where a court is in a position to convict but does not do so and the position where a court is unable to proceed to consider the question of conviction or acquittal because it has no power, or thinks it has no power, to adjudicate»» Ως προς το σημείο στο οποίο κατηγορούμενος τίθεται σε κίνδυνο, στην υπόθεση Κονέ, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε επί του προκειμένου την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Regina v. JFJ [2013] EWCA Crim 569, στην οποία το Αγγλικό Εφετείο κατέληξε ότι σε περίπτωση συνοπτικής διαδικασίας (ενώπιον Magistrates' Court), ένας κατηγορούμενος μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο μόνο την ημέρα της ακρόασης με σκοπό να αποφασίσει το δικαστήριο εάν είναι ένοχος ή αθώος. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, στα γεγονότα της παρούσας, σημειώνω ότι το μόνο γεγονός που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη της βασιμότητας της εγερθείσας ειδικής απάντησης, είναι έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 30.6.17 του Ε.Δ. Αμμοχώστου στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 663/
  1. Στην εν λόγω αγωγή, ενάγουσα είναι η παραπονούμενη και εναγόμενοι 1, 2 και 3, οι κατηγορούμενοι 1, 2 και
  2. Το αντικείμενο της ενδιάμεσης απόφασης, καταγράφεται στις δύο πρώτες σελίδες αυτής. Ουσιαστικά, η ενάγουσα κατόπιν αίτησης ημερ. 12.8.16 πέτυχε στις 26.8.16 την έκδοση προσωρινού διατάγματος προς όφελος της και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 με το οποίο διατάσσετο η εκκένωση και παράδοση κενής κατοχής της κατοικίας με αρ. 4 στην οδό Διονύσου 71, Πρωταράς, στο Παραλίμνι. Με το ίδιο διάταγμα απαγορεύετο η πρόσβαση και/ή η χρήση της επίδικης κατοικίας από τους εναγόμενους, ειδικά δε όπως διαμένουν και/ή διανυκτερεύουν και/ή κατοικούν εντός αυτής μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της αγωγής ή μέχρι άλλης περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου. Το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε λόγω παράλειψης των εναγομένων να εμφανιστούν την ημέρα που η αίτηση ημερ. 12.8.16 ήταν ορισμένη για επίδοση. Αργότερα, στις 20.10.16 οι εναγόμενοι καταχώρησαν την αίτηση στην οποία η ενδιάμεση απόφαση αφορά, με την οποία αιτήθηκαν, μεταξύ άλλων, τον παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 26.8.
  3. Η εν λόγω αίτηση των εναγομένων (κατηγορουμένων στην παρούσα) ήτο επιτυχής, το διάταγμα ημερ. 26.8.16 παραμερίστηκε και δόθηκε άδεια στους εναγόμενους να καταχωρήσουν ένσταση στην αίτηση ημερ. 12.8.16 εντός προθεσμίας που το Δικαστήριο όρισε. Στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης του, το Ε.Δ. Αμμοχώστου έκανε αναφορά στην ύπαρξη και μίας άλλης αγωγής, της Αγωγής αρ. 971/13 στην οποία ο κ. Ιωάννου αναφέρθηκε. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην απόφαση Τεκμήριο 1 (σελ. 19), στις 5.8.13 εκδόθηκε διάταγμα προς όφελος του κατηγορούμενου 1 στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 971/13 (το οποίο τροποποιήθηκε με απόφαση ημερ. 22.11.13) με το οποίο παραχωρήθηκε, μεταξύ άλλων, στον κατηγορούμενο 1 το δικαίωμα να προβαίνει σε συντήρηση του κήπου, της αυλής, της πισίνας και άλλων σχετικών χώρων στην επίδικη κατοικία στον Πρωταρά, και, κατ' ουσίαν, η κατοχή της επίδικης οικίας. Είναι ξεκάθαρο, κατά την κρίση μου, πως η εκκρεμούσα πολιτική διαδικασία ενώπιον του Ε.Δ. Αμμοχώστου, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «ποινική δίωξη», ούτε και έχει καταδειχθεί πως καταλογίζεται στα πλαίσια αυτής η διάπραξη ποινικού αδικήματος στους κατηγορούμενους. Οι αξιώσεις σε μία αγωγή και τα τυχόν προσωρινά διατάγματα που ζητούνται στα πλαίσια αυτής, δεν συνιστούν «κατηγορίες». Το δε αποτέλεσμα της αίτησης ημερ. 20.10.16 (Τεκμήριο 1) σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με «αθώωση» των κατηγορουμένων εν τη εννοία του άρθρου 69
(1)(β) του Κεφ. 155 ή και του Άρθρου 12.2 του Συντάγματος, ούτως ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής του δόγματος του autrefois aquit. Ούτε και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 έχει πετύχει την έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερ. 5.8.13 στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 971/13 (το οποίο, σημειώνω, δεν τέθηκε αυτούσιο ενώπιον του Δικαστηρίου) σε σχέση με θέμα που είναι επίδικο και στα πλαίσια της παρούσας (ήτοι σε σχέση με το δικαίωμα του κατηγορούμενου να διαμένει και/ή κατέχει την επίδικη οικία), μπορεί σε οποιαδήποτε περίπτωση να οδηγήσει σε αποδοχή της ειδικής απάντησης που οι κατηγορούμενοι ήγειραν. Όπως ο κ. Πιερίδης εισηγήθηκε, όλα όσα ο συνήγορος των κατηγορουμένων ανέφερε, μπορούν να εγερθούν στα πλαίσια της υπεράσπισης των κατηγορουμένων στην παρούσα, όχι, όμως, να οδηγήσουν σε επιτυχία της ειδικής απάντησης που προέβαλαν, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί πως έχει υπάρξει προγενέστερη αθώωση των κατηγορουμένων για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται στην παρούσα. Σημειώνω πως ο κ. Ιωάννου αγορεύοντας, αναφέρθηκε και στην ύπαρξη κάποιας αίτησης για παρακοή δικαστικού διατάγματος, η οποία πράγματι αποτελεί οιονεί ποινική διαδικασία. Όμως η πλευρά των κατηγορουμένων, η οποία είχε και το σχετικό βάρος απόδειξης της βασιμότητας της ειδικής απάντησης όπως προαναφέρθηκε, δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με την εν λόγω διαδικασία, μεταξύ άλλων, το διάταγμα στο οποίο η διαδικασία αφορά και την αίτηση, το στάδιο στο οποίο βρίσκεται, αλλά ούτε και την τυχόν κατάληξη της αίτησης παρακοής, ούτως ώστε να εξετασθεί αν η ειδική απάντηση θα μπορούσε να επιτύχει σε σχέση με τα όσα στη διαδικασία εκείνη αποφασίστηκαν. Η αίτηση ημερ. 20.10.16 στο αντικείμενο της οποίας αναφέρθηκα πιο πάνω, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση Τεκμήριο 1, δεν έχει βεβαίως ως αντικείμενο ισχυριζόμενη παρακοή οποιουδήποτε διατάγματος. Συνεπώς, στη βάση των γεγονότων που οι κατηγορούμενοι έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η ειδική απάντηση δεν μπορεί να επιτύχει. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίση μου είναι πως η ειδική απάντηση του autrefois acquit των κατηγορούμενων 1 και 2 δεν μπορεί να επιτύχει. Ο κ. Ιωάννου ήγειρε επίσης θέμα κατάχρησης της διαδικασίας. Ως προς την εξουσία του Δικαστηρίου που ασκεί ποινική δικαιοδοσία να καταστέλλει καταχρηστικές διαδικασίες σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Σπύρου v. Ξενή, Ποιν. Έφ. 223/14 ημερ. 11.11.15, όπου αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Όπως είναι γνωστό όταν τεθεί κατηγορητήριο ενώπιον Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος θα πρέπει ν' απαντήσει και σε περίπτωση μη παραδοχής η υπόθεση προχωρεί σε εκδίκαση. Παρ' όλα τούτα ο κατηγορούμενος μπορεί ν' επιτύχει την απαλλαγή του από το κατηγορητήριο πριν απαντήσει σ' αυτή εφ' όσον εγείρει επιτυχώς μια ή περισσότερες από τις τρείς ειδικές απαντήσεις στην κατηγορία που προβλέπονται στο άρθρο 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Αυτές είναι:
(1)έλλειψη δικαιοδοσίας καθ' ύλη ή κατά τόπο του Δικαστηρίου να επιληφθεί της κατηγορίας (ii) Καταδίκη ή αθώωση του σε προηγούμενη ποινική υπόθεση (iii) Χορήγηση προεδρικής χάρης. Θα πρέπει στα πιο πάνω να προστεθεί και η περίπτωση καταχώρησης αναστολής ποινικής δίωξης, nolle prosequi, από τον Γενικό Εισαγγελέα (βλ. άρθρο 154
(1)
(3)του Κεφ. 155). Πέραν των πιο πάνω θεσμοθετηθεισών περιπτώσεων η νομολογία πρόσθεσε ακόμη μια περίπτωση απαλλαγής του κατηγορουμένου. Είναι η περίπτωση που το Δικαστήριο δεν επιτρέπει την εκδίκαση της υπόθεσης όταν διαπιστώσει κατάχρηση της διαδικασίας. ......... .. Στην Διευθυντής Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, αναφέρονται: "Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου." (βλ. επίσης Αίτηση της Beograska ΔΔ
(1996)1 Α.Α.Δ. 911). Στην David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142 λέχθηκε ότι "Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική". Στην Leonid-Ivanov Spirier v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A313, Π.Ε. 100/14, ημερ. 13/5/2014 ακολουθήθηκε η πιο πάνω εννοιολογική κατάταξη. Στην Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 λέχθηκε ότι: "Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπο το φως των συγκεκριμένων γεγονότων (Βλ. Ηλία (αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντης των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα (άνω)."» Από το πιο πάνω απόσπασμα, αλλά και από τη λοιπή νομολογία επί του θέματος της κατάχρησης της διαδικασίας, προκύπτει πως υπάρχει σύμφυτη εξουσία για απόρριψη ποινικής υπόθεσης λόγω κατάχρησης της διαδικασίας. Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού, βαραίνει την υπεράσπιση, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, η δε κρίση περί καταχρηστικής διαδικασίας δεν διαμορφώνεται στη βάση υποθέσεων και εικασιών, αλλά στη βάση μαρτυρίας. Καταχρηστική μπορεί να είναι μία διαδικασία όταν μέσω αυτής επιδιώκεται σκοπός όμοιος με σκοπό ο οποίος επιδιώκεται διαμέσου της παράλληλης προώθησης άλλου ένδικου μέσου (Beogradska D.D., ανωτέρω) καθώς επίσης και μία διαδικασία της οποίας ο πραγματικός σκοπός είναι η καταπίεση του αντιδίκου (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2001)2 Α.Α.Δ. 760, Mills v. Cooper
(1967)2 All E.R. 100, 104). Η δικαστική εξουσία για απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας εξ αιτίας του καταχρηστικού της χαρακτήρα ασκείται με φειδώ και μόνον εφ΄ όσον η διαδικασία είναι προδήλως καταχρηστική. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα ελέχθησαν στην υπόθεση Lawrance v. Norreys
(1890)15 App. Cas. 210, 219, «it is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases». Δηλαδή, όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χαραλαμπίδης, ανωτέρω, το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Εφόσον το διαπιστώσει, είτε απορρίπτει τη διαδικασία που θεωρεί καταχρηστική, είτε την αναστέλλει (Beogradska D.D., ανωτέρω, Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου v. Χριστοφίδη, Ποιν. Έφ. 4/14 ημερ. 3.3.16). Η σχετική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν συνεκτίμησης αφ΄ ενός του συνταγματικού δικαιώματος κάθε προσώπου να προσφεύγει στη δικαιοσύνη και αφ΄ ετέρου της ευθύνης του Δικαστηρίου να περιφρουρεί και να διασφαλίζει την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία του και τη διεξαγωγή μίας δίκαιης δίκης (βλ. Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.ά.
(2013)2 Α.Α.Δ. 591). Στην προκειμένη περίπτωση, ο κ. Ιωάννου ανέφερε πως προκύπτει κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους της κατηγόρου, στη βάση του Τεκμηρίου 1. Όμως, το Τεκμήριο 1 δεν αποτελεί παρά μία ενδιάμεση απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου ακυρώνουσα προσωρινό διάταγμα για τους λόγους που φαίνονται σε αυτήν, στα πλαίσια κάποιας αγωγής το κλητήριο ένταλμα της οποίας δεν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως δεν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου η κυρίως αίτηση που η παραπονούμενη καταχώρησε στις 12.8.16 με την οποία επιδιώκει την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ή η κατάληξη αυτής. Για να το θέσω αλλιώς, με τα στοιχεία που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου σ' αυτό το πρώιμο στάδιο της υπόθεσης, δεν αποδεικνύεται πως η παραπονούμενη επιδιώκει με παράλληλα διαδικαστικά διαβήματα τον ίδιο σκοπό ούτως ώστε να μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω ότι η παρούσα διαδικασία είναι καθαρά και έντονα καταπιεστικής φύσης και ότι δικαιολογείται η καταστολή της. Επισημαίνω εξάλλου πως στην παρούσα ποινική διαδικασία βρίσκεται στην πλάστιγγα το θέμα ενοχής ή αθωότητας των κατηγορουμένων και σε περίπτωση καταδίκης το θέμα της τιμωρίας τους (βλ. Χαραλαμπίδης, ανωτέρω), και όχι η επιδίκαση αποζημιώσεων για παράβαση των αστικών/πολιτικών δικαιωμάτων της παραπονούμενης ή η έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων. Στον βαθμό που ο κ. Ιωάννου προωθώντας τον ισχυρισμό για κατάχρηση διαδικασίας και κακόβουλης ποινικής δίωξης αναφέρεται στα κίνητρα που ώθησαν την παραπονούμενη στην καταχώρηση της παρούσας, σημειώνω ότι πέραν του κειμένου της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 30.6.17, ουδέν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είτε μέσω μαρτυρίας είτε ως κοινό υπόβαθρο γεγονότων, από το οποίο μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα ως προς τα κίνητρα αυτά και, κατ' επέκταση, ως προς το κατά πόσον η καταχώρηση της δίωξης έγινε καταχρηστικά και για σκοπό άλλον από αυτόν για τον οποίο προορίζεται. Συνεπώς, ούτε η εισήγηση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας μπορεί να γίνει στο στάδιο τούτο αποδεκτή, με βάση τα στοιχεία που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Στη βάση όλων των ανωτέρω, τόσο οι δύο ειδικές απαντήσεις όσο και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων για κατάχρηση της διαδικασίας απορρίπτονται, και οι κατηγορούμενοι καλούνται να απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ........... Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «The doctrine of autrefois protects an accused in circumstances in which he has actually been in peril. It cannot, naturally enough, protect him in circumstances in which he could have been put in peril but was not.» (απόφαση Λόρδου Devlin) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.