← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαρά Μεταξά, Αρ. Υπόθεσης: 12264/2016, 8/3/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαρά Μεταξά, Αρ. Υπόθεσης: 12264/2016, 8/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12264/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Χαρά Μεταξά Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 8.3.2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι απέφυγε να παρέχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των Άρθρων 2, 7

(1)
(4)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Ν.174/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 3.3.2016 στην Λεωφόρο Νίκης στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής LAG517, και της ζητήθηκε από τον E/Αστυφύλακα 5142 Χρ. Θεμιστοκλέους, να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, άνευ εύλογου αιτίας απέφυγε να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά πόσο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, δηλαδή απέφυγε να παράσχει τέτοια ποσότητα εκπνοής, η οποία θα κρινόταν ικανοποιητική προς διενέργεια τελικής εξέτασης. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας (ΜΚ). Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης, την κάλεσε σε απολογία. Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, η Κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, κατάθεσε ο E/Αστυφύλακας 5142 Χρ. Θεμιστοκλέους (ΜΚ). Αυτός υιοθέτησε και ανέγνωσε την κατάθεση του (Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρεται ότι στις 3.3.2016 και ώρα 00:50 στην Λεωφόρο Νίκης στον Στρόβολο, ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής LAG517 το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορούμενη. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας με την Κατηγορούμενη, ο ΜΚ διαπίστωσε ότι αυτή μύριζε οινόπνευμα. Έτσι, της ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση με την μηχανή υπ' αριθμόν 49497 πράγμα που έπραξε στις 00:50 με ένδειξη 27mg%. (βλ. Τεκμήριο 2). Ο ΜΚ πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και την ίδια ημέρα και ώρα 01:00 ζήτησε από αυτήν να δώσει 2 ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση στην συσκευή Lion Intoxylizer 80-
  2. Της εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας της συσκευής και της επίστησε την προσοχή στο ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να δώσει δείγμα δυνατόν να συνιστά αδίκημα. Η Κατηγορούμενη απάντησε «εντάξει», πλην όμως δεν κατάφερε να δώσει δείγματα εκπνοής. Την ίδια μέρα και ώρα 01:33 το αποτέλεσμα στην συσκευή τελικής εξέτασης ήταν «Insufficient breath». Εκδόθηκε σχετικό έντυπο με τίτλο "Breath ‑Alcohol Analysis Record" (βλ. Τεκμήριο 3). Ακολούθως, ο ΜΚ πληροφόρησε την Κατηγορούμενη για το αδίκημα που διέπραξε και αφού την πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί, της επέστησε την προσοχή στο νόμο και η Κατηγορούμενη απάντησε «Παραδέχομαι». Απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ ανέφερε ότι είναι χειριστής προκαταρκτικών και τελικών ελέγχων αλκοόλης βάσει των εκπαιδεύσεων που έτυχε στην Τροχαία Λευκωσίας. Ως προς την ορθότητα της συσκευής τελικής εξέτασης ανέφερε ότι έγινε ο έλεγχος πριν φυσήσει η Κατηγορούμενη. Εξήγησε στην Κατηγορούμενη ότι στην οθόνη της μηχανής υπάρχει μια συνεχόμενη πράσινη γραμμή η οποία πρέπει να γεμίσει μέχρι το τέρμα ώστε το δείγμα να είναι ικανοποιητικό. Η κατηγορούμενη δεν μπόρεσε στην προκειμένη περίπτωση να φυσήξει όπως της εξήγησε ο ΜΚ γι' αυτό και η συσκευή έδωσε την ένδειξη «μη ικανοποιητικό δείγμα». Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη ξεκίνησε να φυσά, αλλά σε κάποιο σημείο σταματούσε και δεν μπορούσε να συνεχίσει. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη επιχείρησε να φυσήξει 4‑ 5 φορές, αλλά δεν μπορούσε να το πράξει όπως της είχε εξηγήσει ο ΜΚ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Κατά την μαρτυρία της, η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι όντως ανακόπηκε από την Αστυνομία για σκοπούς ελέγχου. Φύσηξε στην συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης και ο Αστυνομικός της είπε ότι βρίσκεται στο όριο. Ακολούθως, ο Αστυνομικός της ζήτησε να υποβληθεί σε νέο έλεγχο σε δωμάτιο όπου υπήρχε κάποια άλλη συσκευή. Εκεί η Κατηγορούμενη κάθισε και άρχισε να φυσά στην μηχανή αλλά δεν μπορούσε να δώσει αρκετό δείγμα εκπνοής καθότι, κατά την έκφραση, της «δεν έβγαινε άλλο η αναπνοή» της. Μετά το πέρας του ελέγχου, πήρε το αυτοκίνητο και πήγε σπίτι της. Αντεξεταζόμενη, η Κατηγορούμενη ανάφερε ότι πριν ανακοπεί από τον αστυνομικό βρισκόταν σε ταβέρνα όπου είχε πιεί ένα ποτηράκι τσίπουρο. Η Κατηγορούμενη συμφώνησε ότι ο αστυνομικός της είχε εξηγήσει με ποιον τρόπο να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και αληθοφάνεια. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, σημειώνω ότι ο ΜΚ ήταν σαφής στις θέσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Επισημαίνω επίσης ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Η Κατηγορούμενη από την άλλη, επιβεβαίωσε την μαρτυρία του ΜΚ. Η μοναδική θέση που προέβαλε προς υπεράσπιση της ήταν ότι προσπάθησε να φυσήξει πλην όμως η αναπνοή της δεν ήταν αρκετή για να δώσει δείγμα. Ως προς το ζήτημα αυτό θα αναφερθώ κατά την παράθεση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Κρίνω ότι η αξιόπιστη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποδεικνύει ότι στις 3.3.2016 και ώρα 00:50 στην Λεωφόρο Νίκης στον Στρόβολο, ενώ ο ΜΚ βρισκόταν για έλεγχο, ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής LAG517 το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορούμενη. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας του με την Κατηγορούμενη, ο ΜΚ διαπίστωσε ότι μύριζε οινόπνευμα. Ο ΜΚ ευλόγως και νομίμως ζήτησε από την Κατηγορούμενη να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση με την μηχανή υπ' αριθμόν 49497 πράγμα που έπραξε στις 00:50 με ένδειξη 27mg%. Ο ΜΚ πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και ζήτησε από αυτήν να δώσει 2 ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση στην συσκευή Lion Intoxylizer 80-004783 την οποία ο ΜΚ είχε προηγουμένως ελέγξει ως προς την ορθότητα της. Της εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας της συσκευής και της επίστησε την προσοχή στο ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να δώσει δείγμα δυνατόν να συνιστά αδίκημα. Την ίδια μέρα, στις 01:33 η Κατηγορούμενη επιχείρησε να δώσει δείγμα πλην όμως το αποτέλεσμα στην συσκευή τελικής εξέτασης ήταν «Insufficient breath». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 7 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν.174/1986 επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη προνοεί ότι για να διαπιστωθεί ότι οιονδήποτε πρόσωπο που έχει δώσει δείγμα για προκαταρκτική εξέταση, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται να ζητήσει από το εν λόγω πρόσωπο όπως παράσχει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποίαν είχε παρασχεθεί το δείγμα εκπνοής για την προκαταρκτική εξέταση. Η παραχώρηση δείγματος εκπνοής, πρέπει να γίνεται στον πλησιέστερο χώρο όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός. Ο αστυνομικός υποχρεούται όπως επιστήσει την προσοχή του προσώπου από το οποίο ζητείται η παραχώρηση δειγμάτων, ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, στην βάση της μαρτυρίας που έχει δοθεί θεωρώ ότι έχει γίνει ορθά η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 7 του ν. 174/
  3. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη είναι πρόσωπο από το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε ληφθεί δείγμα για προκαταρκτική εξέταση. Ακολούθως, ο ΜΚ ευλόγως και ως είχε εξουσία ζήτησε από την Κατηγορούμενη να μεταβεί σε χώρο όπου υπήρχε ο απαραίτητος εξοπλισμός για διενέργεια τελικής εξέτασης. Επιστήθηκε η προσοχή της Κατηγορουμένης στο ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω, παρήλθαν πέραν των 10 λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποία παρασχέθηκε το δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης από την Κατηγορούμενη. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον η Κατηγορουμένη απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής. Το εδάφιο
(4)του άρθρου 7 προνοεί ότι όποιος «άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.» Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του ιδίου νόμου «δείγμα εκπνοής σημαίνει τοιαύτην ποσότηταν εκπνοής, η οποία θα εκρίνετο ικανοποιητική προς διενέργειαν προκαταρκτικής ή τελικής εξετάσεως». Επίσης, ο όρος «εκπνοή» σημαίνει «τον εκπνεόμενο αέρα κατά την φυσική λειτουργίαν της αναπνοής» Στην απόφαση ημερομηνίας 1.11.2013 στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παύλου Αραμπίδη (Αρ. 1)
(2013)2 ΑΑΔ 713, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του αστυνομικού και, κατ' επέκταση, ότι η συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κανονικά, η καταγραφή στο έντυπο που εκτυπώθηκε από την συσκευή τελικού ελέγχου της ένδειξης «NO BREATH FLOW DETECTED - NO SPECIMEN», κατέτασσε την υπόθεση σε καθαρή υπόθεση ενοχής. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Το ρήμα όμως «αποφεύγω», όπως αυτό χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου, έχουμε την άποψη πως έκδηλα έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι» ή «να ξεφύγω από κάτι» (βλ. και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελ. 260), παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου το οποίο, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί, δεν περιορίζεται μόνο στην «άρνηση» του προσώπου που καλείται να δώσει δείγμα εκπνοής, αλλά και στην «αποφυγή» του να δώσει δείγμα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα. Αυτό συνέβη και στην παρούσα περίπτωση και αδιάψευστος μάρτυρας ότι ο εφεσίβλητος προσπάθησε και κατόρθωσε με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση είναι η σχετική καταγραφή στο έντυπο που εκτύπωσε η μηχανή και ενόψει τούτου οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ.3 «. δεν έχει αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είτε έβαλε τη γλώσσα του μπροστά στο στόμιο της μηχανής, είτε ότι διέκοψε το συνεχές φύσημα στο στόμιο της μηχανής, ούτε και ότι γέμισε σάλιο το στόμιο της μηχανής» δεν είχαν θέση στην υπόθεση. Καταλήγουμε, επομένως, ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η συσκευή λειτουργούσε κανονικά και ότι ο ΜΚ.3 προέβη σε όλους τους προκαταρκτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει - όπως και διαπίστωσε - την ορθότητα λειτουργίας της συσκευής, επρόκειτο για καθαρή υπόθεση ενοχής του εφεσίβλητου στο αδίκημα που του καταλογίστηκε και ανάλογη είναι και η απόφαση μας.» Η απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω) εκδόθηκε 9 μήνες μετά από την απόφαση ημερομηνίας 13.2.2013 στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κώστα Δημητρίου
(2013)2 ΑΑΔ 171, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία αναγόμενη στη συμπεριφορά του υφιστάμενου τον έλεγχο ατόμου η οποία, λογικά κρινόμενη, να μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι το ανεπαρκές δείγμα εκπνοής, ένεκα του οποίου η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή, οφείλεται αποκλειστικά στο ότι το υφιστάμενο τον έλεγχο άτομο σκοπίμως ή άλλως πως απέφυγε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Θεωρούμε αυτόδηλο πως η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν είναι από μόνη της αρκετή για την απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Απαιτείται προς τούτο και η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability). Στην υπό κρίση υπόθεση η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να οδηγήσει με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις στο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής.» Είχα την ευκαιρία να επιληφθώ παρόμοιου ζητήματος στην υπόθεση Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαριάννας Κωνσταντίνου Αρ. Υπόθεσης 9849/17 ημερομηνίας 14.12.2017 στην οποία και έχω επεξηγήσει του λόγους για τους οποίους επιλέγω να ακολουθήσω τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Αραμπίδη (ανωτέρω). Για σκοπούς οικονομίας χώρου και χρόνου υιοθετώ και επαναλαμβάνω όσα ανέφερα στην εν λόγω υπόθεση. Συνοψίζοντας το σκεπτικό, αναφέρω ότι όπως και στην Αγγλία (όπου ερμηνεύθηκε όμοιας φύσης αδίκημα) έτσι και στην Κύπρο, κρίνω ότι δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση του υποβαλλόμενου στον έλεγχο προσώπου στο να αποτύχει να παρέχει δείγμα. Μόνο και μόνο η αποτυχία του εν λόγω προσώπου να πετύχει να δώσει δείγμα, ως γεγονός είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη, νοουμένου ότι έχουν προηγηθεί όλες οι προαπαιτούμενες ενέργειες σε σχέση με τον έλεγχο της μηχανής και την κλήση του οδηγού σε έλεγχο. Αυτό που απομένει στον εκάστοτε οδηγό ο οποίος αποτυγχάνει να δώσει το σχετικό δείγμα είναι να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω), αφού αναφέρθηκε αρχικά στην γραμματική ερμηνεία του ρήματος «αποφεύγω» με αναφορά σε Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας («προσπαθώ να μην κάνω κάτι»), εξήγησε στην συνέχεια ότι το εν λόγω ρήμα χρησιμοποιείται στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, με την έννοια ότι κάποιος «προσπαθεί να μην κάνει κάτι» παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζεται να μην αρνείται να το πράξει. Το ρήμα «αποφεύγω» στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, δεν μπορεί να ερμηνεύεται με μόνο την γραμματική του σημασία καθότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ταύτιση της ερμηνείας του ρήματος "αποφεύγω" με την ερμηνεία του ρήματος "αρνούμαι". Κάτι τέτοιο θα ήταν πλεονασμός. Καταγράφω τέλος την άποψη ότι ο σκοπός του νομοθέτη, όπως στην Αγγλία έτσι και στην Κύπρο, δεν μπορεί να είναι άλλος από το να καταστήσει την αποτυχία (περιλαμβανομένης και της άρνησης) παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση ποινικά κολάσιμη πράξη και να εναποθέσει έτσι στον εκάστοτε Κατηγορούμενο το βάρος επίκλησης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Το άρθρο 7
(4)του νόμου δεν καταλείπει την εν λόγω υπεράσπιση μόνο σε αυτόν που αρνείται, αλλά και σε αυτόν που αποφεύγει να δώσει δείγμα εκπνοής. Θα ήταν οξύμωρο να προσφέρεται η εν λόγω υπεράσπιση σε κάποιον που σκόπιμα αποφεύγει να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Είναι όμως εύλογο να παρέχεται η εν λόγω υπεράσπιση σε άτομα τα οποία προσπάθησαν πραγματικά και ειλικρινά (genuinely) να δώσουν δείγμα εκπνοής και δεν τα κατάφεραν, ως ήταν και ο ισχυρισμός της Κατηγορουμένης. Συνεπώς, από την στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είχαν διενεργηθεί τα αναγκαία προκαταρκτικά για τη λήψη των δειγμάτων εκπνοής από την Κατηγορουμένη για σκοπούς τελικής εξέτασης και ένεκα του ότι δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα στάδιο ότι συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κατά τον επίδικο χρόνο ορθά, καταλήγω ότι η ένδειξη "Insufficient breath" στην συσκευή είναι αρκετή για να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής. Εκτός των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη δεν προώθησε οποιαδήποτε θέση η οποία να μπορούσε ενδεχομένως να εξεταστεί υπό το πρίσμα της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. H αναφορά της ότι «δεν έβγαινε άλλο η αναπνοή» της είναι γενική και αόριστη και δεν τεκμηριώνεται σε βαθμό που να μπορεί να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Εν όψει των πιο πάνω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της. Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.