← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Muhammad Talha Farooq κ.α., Υποθ. αρ.: 15044/16, 19/3/2018

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Muhammad Talha Farooq κ.α., Υποθ. αρ.: 15044/16, 19/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:13 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 15044/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v.

  1. Muhammad Talha Farooq
  2. Shoaib Afzal
  3. Zohaib Aslam
  4. Cristina - Mihaela Iordache
  5. Samuel Scripcariuc
  6. Elena Duca
  7. Χρίστου Χριστοδουλίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 19 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Φλωρέντζου για Γενικό Εισαγγελέα Για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 4: κ. Ε. Χειμώνας Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χ. Ιάσονος Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Ρ. Βραχίμης Για την Κατηγορουμένη 6: κ. Κ. Σαββίδης Για τον Κατηγορούμενο 7: κ. Χ. Χριστοδούλου για Μ. Ξ. Ιωάννου και Συνεργάτες Κατηγορούμενοι 1 - 7 παρόντες Α Π Ο Φ Α ΣΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, όπως αυτό τροποποιήθηκε πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, αποδίδεται στους Κατηγορούμενους 1-7 συνωμοσία μεταξύ τους για καταδολίευση και συμμετοχή με ξεχωριστό ρόλο στον καθένα εξ αυτών στην ισχυριζόμενη διάπραξη αδικημάτων εμπορίας ενήλικων προσώπων, και συγκεκριμένα τριών γυναικών από τη Ρουμανία, με σκοπό την εκμετάλλευση τους για τέλεση εικονικών γάμων, απόπειρας τέλεσης εικονικών γάμων καθώς επίσης και άλλων συναφών αδικημάτων. Οι Κατηγορούμενοι 1-3 κατάγονται από το Πακιστάν, οι Κατηγορούμενοι 4-6 από τη Ρουμανία και ο Κατηγορούμενος 7 από την Κύπρο. Ειδικότερα οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες, τις οποίες κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε χρονολογικά για να δοθεί σαφέστερη η εικόνα του τι αποδίδεται στον καθένα εξ αυτών: i. Κατηγορούμενοι 6 και 7 Κατηγορία 14 - Εμπορία ενήλικου προσώπου, και συγκεκριμένα ότι στις 3.3.16 στρατολόγησαν και μετέφεραν στην Κυπριακή Δημοκρατία την Adina-Florentina Neascu από τη Ρουμανία, καταχρώμενοι την ευπαθή της θέση η οποία ήταν τέτοια που η προαναφερόμενη δεν μπορούσε παρά να υποταχθεί στην εν λόγω κατάχρηση, με σκοπό την εκμετάλλευση της για τέλεση εικονικού γάμου. Κατηγορία 15 - Εμπορία ενήλικου προσώπου, ως ανωτέρω αναφορικά με την Alexandra Raluca Oprea. Κατηγορία 16 - Εμπορία ενήλικου προσώπου, ως ανωτέρω αναφορικά με την Elena-Constantina Patrascu. ii. Κατηγορούμενος 5 Κατηγορία 1 - Εμπορία ενήλικου προσώπου, και συγκεκριμένα ότι στις 3.3.16 παρέλαβε από το αεροδρόμιο Λάρνακας την Adina-Florentina Neascu από τη Ρουμανία και τη μετέφερε στην επαρχία Λευκωσίας, καταχρώμενος την ευπαθή της θέση η οποία ήταν τέτοια που η προαναφερόμενη δεν μπορούσε παρά να υποταχθεί στην εν λόγω κατάχρηση, με σκοπό την εκμετάλλευση της για τέλεση εικονικού γάμου. Κατηγορία 2 - Εμπορία ενήλικου προσώπου, ως ανωτέρω αναφορικά με την Alexandra Raluca Oprea. Κατηγορία 3 - Εμπορία ενήλικου προσώπου, ως ανωτέρω αναφορικά με την Elena-Constantina Patrascu. iii. Κατηγορούμενοι 3 και 4 Κατηγορία 4 - Εμπορία ενήλικου προσώπου, και συγκεκριμένα ότι μεταξύ 17.3.16 και 21.3.16 στην επαρχία Λευκωσίας στέγασαν και υπέκρυψαν την Adina-Florentina Neascu από τη Ρουμανία, εξαναγκάζοντας την και καταχρώμενοι την ευπαθή της θέση η οποία ήταν τέτοια που η προαναφερόμενη δεν μπορούσε παρά να υποταχθεί στην εν λόγω κατάχρηση, με σκοπό την εκμετάλλευση της για τέλεση εικονικού γάμου. Κατηγορία 5 - Εμπορία ενήλικου προσώπου, ως ανωτέρω αναφορικά με την Alexandra Raluca Oprea. Κατηγορία 6 - Εμπορία ενήλικου προσώπου, ως ανωτέρω αναφορικά με την Elena-Constantina Patrascu. iv. Κατηγορουμένη 4 Κατηγορία 7 - Απαγωγή, και συγκεκριμένα ότι μεταξύ 17.3.16 και 21.3.16 στην επαρχία Λευκωσίας κατακράτησε την Elena-Constantina Patrascu από τη Ρουμανία χωρίς τη θέληση της με σκοπό να τελέσει γάμο με άλλο πρόσωπο. Κατηγορία 8 - Απαγωγή, ως ανωτέρω αναφορικά με την Adina-Florentina Neascu. v. Κατηγορούμενοι 2, 3, 4, 6 και 7 Κατηγορία 9 - Απόπειρα διάπραξης τέλεσης εικονικού γάμου, και συγκεκριμένα ότι περί τον μήνα Μάρτιο του 2016 στην επαρχία Λευκωσίας, αποπειράθηκαν να διαπράξουν το αδίκημα της τέλεσης εικονικού γάμου μεταξύ του Κατηγορουμένου 2 και της Elena-Constantina Patrascu από τη Ρουμανία. vi. Κατηγορούμενοι 1, 3, 4, 6 και 7 Κατηγορία 10 - Απόπειρα διάπραξης τέλεσης εικονικού γάμου, ως ανωτέρω μεταξύ του Κατηγορουμένου 1 και της Adina-Florentina Neascu από τη Ρουμανία. vii. Κατηγορούμενοι 3, 4, 6 και 7 Κατηγορία 11 - Απόπειρα υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας να παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία, και συγκεκριμένα ότι περί τον Μάρτιο του 2016 στην επαρχία Λευκωσίας, με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, αποπειράθηκαν να βοηθήσουν τον Κατηγορούμενο 1 να τελέσει εικονικό γάμο με την Adina-Florentina Neascu από τη Ρουμανία, με σκοπό ο Κατηγορούμενος 1 να παραμείνει στη Δημοκρατία. Κατηγορία 12 - Απόπειρα υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας να παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία, ως ανωτέρω αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2 για να τελέσει εικονικό γάμο με την Elena-Constantina Patrascu από τη Ρουμανία. viii. Κατηγορούμενοι 1-7 Κατηγορία 18 - Συνωμοσία για καταδολίευση, και συγκεκριμένα ότι οι Κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 3.3.16 και 21.3.16 στην Κυπριακή Δημοκρατία, συνωμότησαν μεταξύ τους όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο να καταδολιεύσουν την Κυπριακή Δημοκρατία ή και Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την τέλεση εικονικών γάμων με ευρωπαίους πολίτες με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση της παραχώρησης δελτίου παραμονής στη Δημοκρατία ή σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ix. Κατηγορούμενος 7 Κατηγορία 17 - Παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία, και συγκεκριμένα ότι μεταξύ 10.4.16 και 19.4.16 στη Δημοκρατία προέβη σε πράξη προορισμένη να επηρεάσει αστυνομική έρευνα που διεξήγετο με σκοπό έναρξη δικαστικής διαδικασίας, δηλαδή ζήτησε από την Κατηγορουμένη 6 να αναφέρει στην κόρη της, η οποία στον τότε χρόνο τελούσε υπό σύλληψη, να μην μιλήσει γιατί θα τη βίαζε και τη σκότωνε. x. Κατηγορούμενος 3 Κατηγορία 13 - Παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας διαμονής αλλοδαπού, και συγκεκριμένα ότι μεταξύ 7.12.15 και 21.3.16 παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς να εξασφαλίσει γι΄ αυτό τον σκοπό άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, δηλαδή αυτός συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία μετά την απόρριψη της αίτησης του για παραχώρηση δελτίου διαμονής στη Δημοκρατία ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με εξαίρεση την εξαρχής παραδοχή του Κατηγορουμένου 3 στην κατηγορία 13, όλοι οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή σε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες που ο καθένας αντιμετωπίζει αντίστοιχα και έτσι η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση αναφορικά με όλες τις κατηγορίες πλην της κατηγορίας
  8. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν συνολικά 24 μάρτυρες κατηγορίας και δηλώθηκαν επίσης παραδεκτά γεγονότα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 28.11.17, όλοι οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία αναφορικά με τις κατηγορίες που έκαστος αντιμετωπίζει. Οι Κατηγορούμενοι προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση και επιπλέον κλήθηκαν ένας μάρτυρας υπεράσπισης για την Κατηγορουμένη 4 και δύο μάρτυρες υπεράσπισης για την Κατηγορουμένη
  9. Η μαρτυρία των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής χωρίζεται σε διαφορετικές ενότητες ως εξής: 1) Η αποκάλυψη της υπόθεσης μέσω πληροφορίας - καταγγελίας, για την οποία σχετική είναι η μαρτυρία των Μ.Κ.15, 17, 18 και
  10. 2) Ο εντοπισμός και η έρευνα στο διαμέρισμα όπου εντοπίστηκαν οι τρεις φερόμενες ως παραπονούμενες (εφεξής «οι παραπονούμενες») και κάποιοι εκ των Κατηγορουμένων, για την οποία έδωσαν μαρτυρία οι Μ.Κ.1, 4 και
  11. 3) Η διαδικασία αναγνώρισης των παραπονούμενων ως θυμάτων εμπορίας και η λήψη καταθέσεων από αυτές, καθώς επίσης και κάποιες άλλες ενέργειες στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, για τις οποίες κατέθεσαν οι Μ.Κ.2, 6, 9, 11 και
  12. 4) Οι ενέργειες στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, για τις οποίες έδωσαν μαρτυρία οι Μ.Κ.7, 8, 10, 12, 22 και
  13. 5) Μαρτυρία άλλων μαρτύρων, ήτοι διερμηνέως (Μ.Κ.16), και ένοικου και ιδιοκτήτη διαμερίσματος στο οποίο διέμεναν αρχικά οι παραπονούμενες (Μ.Κ.20 και 24). 6) Μαρτυρία της παραπονούμενης Alexandra Raluca Oprea, M.K.
  14. 7) Η εξέταση και η αξιολόγηση των παραπονούμενων από Κλινικές Ψυχολόγους, για τις οποίες σχετική είναι η μαρτυρία των Μ.K.13 και
  15. Ο μάρτυρας υπεράσπισης για την Κατηγορουμένη 4 ήταν ο πατέρας της, ο οποίος βασικά αναφέρθηκε στις συνθήκες και στους λόγους μετάβασης και παραμονής της Κατηγορουμένης 4 στην Κύπρο. Για την Κατηγορουμένη 6 κατέθεσαν ο Άγγελος Αγγελή, ο οποίος προσφέρει υπηρεσίες έξω από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και ανέφερε πως τον προσέγγισε κάποιος αλλοδαπός, ο Κατηγορούμενος 3, για να του διευθετήσει την ετοιμασία των εγγράφων για την τέλεση δύο γάμων, και η δικηγόρος Αργυρώ Τουμάζου, η οποία εκπροσώπησε την Κατηγορουμένη 6 για σκοπούς έκδοσης διαζυγίου της και κατέθεσε για την αδυναμία επικοινωνίας μαζί της μεταξύ Ιανουαρίου και Μαΐου του 2016 με αποτέλεσμα την απόσυρση της αίτησης διαζυγίου. Ι. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής - Παράθεση, Αξιολόγηση και Ευρήματα Στα πλαίσια ενασχόλησης με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε για την Κατηγορούσα Αρχή, θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε αυτή ανά ενότητα. Σημειώνουμε πως καθόλη τη διάρκεια αξιολόγησης της εν λόγω μαρτυρίας, θα παρεμβάλλεται όπου κρίνεται αναγκαίο και άλλη σχετική μαρτυρία, ούτως ώστε η αξιολόγηση να μην γίνεται αποσπασματικά αλλά ιδωμένη και στο σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθώς επίσης και πως το Δικαστήριο θα προβαίνει και σε ανάλογα ευρήματα όπου αυτό είναι εφικτό. Ι.Α Η αποκάλυψη της υπόθεσης μέσω πληροφορίας - καταγγελίας Ο Μ.Κ.15 ήταν ο Γιαννάκης Βασιλείου, ασκούμενος δικηγόρος, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι στις 21.3.16, υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας ως ο Αστ.
  16. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Έγγραφο 22, η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του, στις 21.3.16 και περί τις 09:30 η M.D. από τη Ρουμανία και μόνιμος κάτοικος Κύπρου, προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου και ανέφερε ότι υποψιαζόταν πως κάτι συνέβη στην ξαδέλφη της Alexandra Raluca Oprea, Μ.Κ.3, από τη Ρουμανία, με την οποία δεν διατηρεί στενές σχέσεις. Συγκεκριμένα η M.D. ανέφερε πως είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πατέρα της Μ.Κ.3, στην οποία αυτός της εξέφρασε ανησυχία για το ότι η θυγατέρα του είχε έρθει στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της και ανησυχούσε ότι κάτι της συνέβαινε, ζήτησε δε από τη M.D. να επικοινωνήσει μαζί της σε αριθμό κινητού τηλεφώνου, που ο ίδιος της έδωσε. Η M.D. επικοινώνησε με τη Μ.Κ.3 στο τηλέφωνο που της είχε δοθεί και της φάνηκε ότι η Μ.Κ.3 μιλούσε περίεργα σαν να προσπαθούσε να κρυφτεί από κάποιον και αντιλήφθηκε ότι η Μ.Κ.3 δεν της μίλησε πολύ και ότι η Μ.Κ.3 δεν την εμπιστευόταν λόγω του ότι δεν διατηρούσαν ιδιαίτερες σχέσεις. Σύμφωνα με τη M.D., στις 20.3.16 η Μ.Κ.3 της έστειλε μήνυμα, από άλλο κινητό τηλέφωνο, ζητώντας της να της τηλεφωνήσει, πράγμα το οποίο και έγινε, και τότε η Μ.Κ.3 αποκάλυψε στη M.D. ότι είχε έρθει στην Κύπρο, μέσω μιας κοπέλας που βρίσκεται στη Ρουμανία, με σκοπό να εργαστεί και της πήραν το διαβατήριο της, βρίσκεται κλειδωμένη σε ένα διαμέρισμα στη Λευκωσία με άλλες 5-6 κοπέλες και φρουρούνται από τρεις άντρες, πιθανόν από το Πακιστάν ή την Ινδία, και οι οποίοι έχουν μια κοπέλα μαζί τους από τη Ρουμανία η οποία τους βοηθά με την παροχή σε αυτές φαγητού. Κατόπιν παράκλησης της M.D., η Μ.Κ.3 έβγαλε φωτογραφίες από κοντινό παράθυρο και τις έστειλε στη M.D. από άλλο αριθμό κλήσης, τις οποίες φωτογραφίες η M.D.έδειξε στον Μ.Κ.
  17. Σύμφωνα με την κατάθεση του Μ.Κ.15, οι φωτογραφίες στάληκαν στη Λοχ. 136 Νατάσα Αναστασιάδου, Μ.Κ.5, για να βοηθήσουν στον εντοπισμό της Μ.Κ.
  18. Σύμφωνα πάντα με την κατάθεση του Μ.Κ.15, η M.D. δεν ήθελε να αποκαλύψει το όνομα της, ούτε και υπέβαλε γραπτή καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου, επειδή ήταν μονογονιός και φοβόταν για τις επιπτώσεις που υποβολή επώνυμης καταγγελίας πιθανόν να είχε στην ίδια και ή στο ανήλικο παιδί της. Στα ίδια ακριβώς πλαίσια κινήθηκε και η μαρτυρία του Λοχ. 1776 Κυριάκου Χριστοδούλου, Μ.Κ.17, επίσης του Αστυνομικού Σταθμού Κιτίου, του οποίου η κατάθεση αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του, Έγγραφο
  19. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.17, αυτός επικοινώνησε με τη Λοχ. 136, Μ.Κ.5, του ΤΑΕ Λευκωσίας και την ενημέρωσε σχετικά λέγοντας της πως στις φωτογραφίες διακρίνονταν δύο πινακίδες με τις οδούς Αχιλλέως και Μαρίκας Κοτοπούλη, όπως επιβεβαίωσε και η Μ.Κ.5 κατά τη δική της μαρτυρία. Μόνο ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1, 2 και 4 αντεξέτασε τον Μ.Κ.15, υποβάλλοντας του πως η δική του κατάθεση ήταν απλή αντιγραφή της κατάθεσης του Μ.Κ.17, ενώ δεν αντεξέτασε τον Μ.Κ.
  20. Ο Μ.Κ.15 επέμενε σταθερά πως η κατάθεση του αντικατοπτρίζει τα γεγονότα όπως αυτά έλαβαν χώρα. Δεχόμαστε αυτή τη θέση του Μ.Κ.15 καθότι κρίνουμε απολύτως φυσιολογικό και δικαιολογημένο οι δύο αυτές καταθέσεις να είναι όμοιες εφόσον αναφέρονται στα ίδια ακριβώς γεγονότα, τα οποία, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, επιβεβαιώνονται επίσης και από τη Μ.Κ.18 αλλά πρωτίστως και από την άμεσα εμπλεκόμενη, ήτοι τη Μ.Κ.
  21. Η Γ./Αστ. 1392 Ελευθερία Θωμά, Μ.Κ.18, στην κατάθεση της, Έγγραφο 25, η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση της, ανέφερε πως στις 23.3.16 κάλεσε τη M.D. στον Σταθμό για να δώσει κατάθεση και η M.D. επανέλαβε τους φόβους της και αρνήθηκε να προβεί σε γραπτή κατάθεση παρά μόνο περιορίστηκε σε προφορικές της αναφορές προς τη μάρτυρα. Η Μ.Κ.18 πρόσθεσε πως, σύμφωνα με τα λεγόμενα της M.D., είναι στις 11.3.16 που έλαβε μήνυμα από τον πατέρα της Μ.Κ.3, ο οποίος την ενημέρωσε ότι η κόρη του είχε έρθει στην Κύπρο για να εργαστεί, και με το οποίο εξέφρασε την ανησυχία για την κόρη του και την ίδια μέρα η M.D. της τηλεφώνησε αλλά δεν μίλησαν πολύ. Πρόσθεσε επίσης πως στο τηλεφώνημα τους στις 20.3.16 η Μ.Κ.3 είπε στη M.D. ότι ανάμεσα στα άτομα που τις φρουρούσαν ήταν και μια Ρουμάνα με το όνομα Μαρίνα και ότι τους είχαν πάρει τις ταυτότητες τους, η M.D. τη ρώτησε κατά πόσο είχε έρθει για πορνεία και η Μ.Κ.3 απάντησε αρνητικά και εξέφρασε φόβο ότι πιθανόν να τους κάνουν κακό. Τόσο ο Μ.Κ.17 όσο και η Μ.Κ.18 υπέστησαν περιορισμένη αντεξέταση μόνο από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 5 και 6, η οποία αφορούσε κυρίως την προσπάθεια αποκάλυψης του ονόματος της M.D. Αυτοί οι δύο μάρτυρες, όπως επίσης και ο Μ.Κ.15, κατά την αντεξέταση του από άλλο συνήγορο, δήλωσαν πως η M.D. τους είχε αποκαλύψει το πλήρες όνομα της, το οποίο δεν θυμούνταν κατά τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος, όμως δεν το κατέγραψαν για λόγους προστασίας της μάρτυρος, ενέργεια την οποία κρίνουμε καθόλα βάσιμη. Μάλιστα, ο Μ.Κ.15 ανέφερε πως τότε είχε ελέγξει την ταυτότητα της M.D. και είχε βεβαιωθεί ότι επρόκειτο για το συγκεκριμένο άτομο. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως το πλήρες όνομα της M.D. καταγράφεται στην κατάθεση της Μ.Κ.5, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της. Εν πάση περιπτώσει η αποκάλυψη του ονόματος της M.D. από τους Μ.Κ.15, 17 και 18 δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον η ίδια η Μ.Κ.3 επιβεβαίωσε την επικοινωνία της με τη M.D. και τα όσα ακολούθησαν και παραμένει αδιαμφισβήτητο πως πράγματι μέσα από τις φωτογραφίες η Αστυνομία κατάφερε να εντοπίσει το διαμέρισμα, τη Μ.Κ.3 και άλλα πρόσωπα, όπως θα αναφερθεί αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο. Η μαρτυρία των τριών αυτών μαρτύρων παρουσιάζει πλήρη συνοχή και συνέπεια και ουσιαστικά δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση, και ως εκ τούτου τη δεχόμαστε ως πλήρως αξιόπιστη. Η ειλικρίνεια της Μ.Κ.18 φάνηκε επίσης από το γεγονός πως δεν δίστασε να δεχθεί ότι η ίδια δεν είδε τις φωτογραφίες, οι οποίες είχαν υποδειχθεί στους Μ.Κ.15 και
  22. Επίσης η Μ.Κ.18 ήταν σε θέση να θυμηθεί πως η M.D. βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση εκείνη τη μέρα και έτσι μετά τις προφορικές αναφορές της, η μάρτυρας δεν της υπέβαλε περαιτέρω ερωτήσεις. Ως εκ τούτου η μαρτυρία των τριών αυτών μαρτύρων αναφορικά με την εξέλιξη των γεγονότων και την πληροφόρηση - καταγγελία που είχαν από τη M.D., ως γεγονός, όπως αυτή παρατίθεται ανωτέρω, υιοθετείται και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε πως το ζήτημα δεκτότητας της καταγγελίας ως προς την αλήθεια του περιεχόμενου της θα απασχολήσει σε άλλο σημείο της απόφασης κατωτέρω. Παράλληλα, σύμφωνα με την κατάθεση, Έγγραφο 26, του Μ.Κ.19, Λοχ. 1028 Μ. Σάββα ο οποίος υπηρετεί στο ΤΑΕ Λευκωσίας, και η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του, στις 18.3.16 ο ίδιος είχε λάβει τηλεφώνημα από την Ελλάδα από κάποιον Νίκο Σταματάκο που ζει στη Χαλκίδα, ο οποίος του είπε πως η αδελφή της συζύγου του, Adina Florentina Neacsu, ήρθε στην Κύπρο για εργασία, και αντί αυτού μια κοπέλα με το όνομα Elena Duca την κρατά κλειδωμένη με άλλες τέσσερις κοπέλες σε διαμέρισμα στην περιοχή Hilton στη Λευκωσία. Η Adina είχε τηλεφώνησε στον σύζυγο της στον οποίο ανέφερε τα πιο πάνω και ο σύζυγος της, με τη σειρά του, τηλεφώνησε στον Σταματάκο, και του ζήτησε να ειδοποιήσει την Κυπριακή Αστυνομία. Ο Μ.Κ.19 προσπάθησε να κάνει κάποιες έρευνες προς εντοπισμό της Elena Duca, αλλά δεν έγινε κατορθωτό λόγω ανεπάρκειας πληροφοριών, και καταχώρησε τις ενέργειες του σε Ημερολόγιο Ενεργείας και Παραπόνων. Η μαρτυρία του Μ.Κ.19 ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ο Μ.Κ.19 αντεξετάστηκε μόνο από τον συνήγορο της Κατηγορουμένης 6, χωρίς και πάλι να αμφισβητηθεί η μαρτυρία του παρά μόνο κλήθηκε βασικά να επαναλάβει και επιβεβαιώσει πως δεν κατάφερε να εντοπίσει την Elena Duca και πως οι ενέργειες του περιορίζονται στα όσα καταγράφονται στην κατάθεση του. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται πλήρως δεκτή από το Δικαστήριο και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του. Σημειώνουμε και εδώ πως δεχόμαστε την καταγγελία από τον Σταματάκο ως γεγονός ενώ το ζήτημα της δεκτότητας της αλήθειας του περιεχόμενου της θα εξεταστεί κατωτέρω. Ι.Β. Ο εντοπισμός και η έρευνα στο διαμέρισμα όπου εντοπίστηκαν οι τρεις παραπονούμενες και κάποιοι εκ των Κατηγορουμένων Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως, μετά την ενημέρωση της Μ.Κ.5, και κατόπιν οδηγιών, στις 21.3.16 και γύρω στις 10:50 ο Α./Αστ. 443 Ανδρέας Αλεξάνδρου, Μ.Κ.1, η Γ./Αστ. 669 Κάλια Κουσουλίδου, Μ.Κ.4 και η Μ.Κ.5 μετέβηκαν στο διαμέρισμα όπου, σύμφωνα με πληροφορία, η Raluca κρατείτο κλειδωμένη σε υπνοδωμάτιο μαζί με άλλες κοπέλες και αλλοδαποί διέμεναν και τις κρατούσαν εκεί. Η περιγραφή της διαδικασίας της έρευνας τόσο μέσα από τις καταθέσεις των τριών αυτών μαρτύρων όσο και μέσα από την αντεξέταση τους παρουσιάζει πλήρη συνοχή και συνέπεια. Και οι τρεις μάρτυρες περιέγραψαν τα γεγονότα με αντικειμενικότητα, όπως ακριβώς περιέπεσαν στην αντίληψη του καθενός, και παρέμειναν σταθεροί σε αυτά καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τους, αρνούμενοι χωρίς δισταγμό τις υποβολές πως κάποια γεγονότα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, αφενός τελικώς οι όποιες υποβολές παρέμειναν ατεκμηρίωτες επειδή είτε δεν προσκομίστηκε σχετική μαρτυρία που να υποστηρίζει τέτοιες θέσεις της Υπεράσπισης είτε η προσαχθείσα μαρτυρία δεν γίνεται δεκτή, και αφετέρου κάποιες αναφορές των μαρτύρων επιβεβαιώνονται από κάποιους των Κατηγορουμένων μέσω των καταθέσεων τους οι οποίες κατατέθηκαν χωρίς οποιαδήποτε ένσταση εκ μέρους τους. Το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση πως οι μάρτυρες ήταν ειλικρινείς και από το γεγονός πως και οι τρεις δήλωναν ευθέως πως δεν ήταν σε θέση να θυμηθούν ή πως δεν ήταν βέβαιοι για κάποια ζητήματα, όπως για το κατά πόσο η πόρτα του διαμερίσματος ήταν κλειδωμένη ή όχι, στοιχείο ενδεικτικό της προθυμίας τους να αποκαλύψουν την αλήθεια και μόνο όσα γνώριζαν. Σε αυτά τα πλαίσια, δεχόμαστε την κοινή αναφορά και των τριών αυτών μαρτύρων πως η Μ.Κ.4 κτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος Β8 στον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας στην οδό Αχιλλέως 14, και άνοιξε ένα πρόσωπο. Αφού του υπέδειξε την αστυνομική της ταυτότητα του ζήτησε τα στοιχεία του για έλεγχο και διαπίστωσε πως επρόκειτο για τον Waqar Ahmad, από το Πακιστάν και ο οποίος διέμενε στο εν λόγω διαμέρισμα. Η Μ.Κ.4 έλαβε γραπτή συγκατάθεση από τον Ahmad, δυνάμει της οποίας διενεργήθηκε έρευνα του διαμερίσματος. Όπως ανέφεραν και οι τρεις μάρτυρες, δεχόμαστε επίσης πως εντός του διαμερίσματος υπήρχαν δέκα άτομα, έξι Πακιστανικής καταγωγής στο σαλόνι και ακόμα τέσσερα Ρουμανικής καταγωγής σε ένα δωμάτιο. Οι έξι Πακιστανοί ήταν οι Waqar Ahmad, Asfand Yar, Dhero Mal και οι Muhammad Talha Farooq, Shoaib Afzal και Zohaib Aslam, ήτοι οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και
  23. Στο δωμάτιο, εντοπίστηκαν οι τρεις παραπονούμενες, ήτοι η Alexandra Raluca Oprea, Μ.Κ.3, η Adina-Florentina Neascu και η Elena-Constantina Patrascu, καθώς επίσης η Cristina-Mihaela Iordache, Κατηγορουμένη
  24. Σημειώνουμε πως κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων 1, 2 και 4 και σε σχετικές αναφορές του στους συγκεκριμένους Κατηγορούμενους, ο Μ.Κ.1 αναγνώρισε τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και την Κατηγορούμενη 4 ενώπιον του Δικαστηρίου, παρόλο που η παρουσία τους στο διαμέρισμα δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από αυτούς. Σύμφωνα και πάλι με τη μαρτυρία των τριών αυτών μαρτύρων, την οποία δεχόμαστε, οι Μ.Κ.4 και 5, λόγω φύλου, προχώρησαν πρώτες εντός του διαμερίσματος προς τα δωμάτια, και εντόπισαν τις τέσσερις κοπέλες εντός ενός δωματίου. Θεωρούμε δικαιολογημένη την αδυναμία της Μ.Κ.5 να θυμάται κατά πόσο η πόρτα του δωματίου ήταν ανοικτή ή κλειστή, στοιχείο ενδεικτικό της αντικειμενικότητας της, και καθόλα λογική την αναφορά του Μ.Κ.1 πως όταν αυτός πήγε στο δωμάτιο η πόρτα ήταν ανοικτή εφόσον αυτός δεν ήταν ο πρώτος που πήγε εκεί αλλά ακολούθησε τις γυναίκες Αστυνομικούς. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου η αναφορά του Μ.Κ.1 πως μόλις η Μ.Κ.3 αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας, έκανε νόημα με τα φρύδια της προς τα πάνω, δηλώνοντας έτσι πως αυτή ήταν το πρόσωπο που ζήτησε βοήθεια, και η αναφορά και των τριών μαρτύρων πως ακολούθως μίλησε με τη Μ.Κ.4 στα Αγγλικά επιβεβαιώνοντας της πως αυτή είχε ζητήσει βοήθεια. Όταν τους ζητήθηκαν τα στοιχεία, μόνο η Κατηγορουμένη 4 είχε το διαβατήριο της και έτσι διαπιστώθηκε η ταυτότητα της, ενώ η Μ.Κ.3 είπε πως οι υπόλοιπες τρεις κοπέλες δεν είχαν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα καθότι τα κρατούσαν οι αλλοδαποί τους οποίους θα παντρεύονταν χωρίς τη θέληση τους. Δεχόμαστε ακόμα την κοινή αναφορά των μαρτύρων πως κατά την έρευνα εντοπίστηκε ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής και κατόπιν επίστησης ο Ahmad απάντησε «It's my roommates' and I use it», ο οποίος παραλήφθηκε ως τεκμήριο μαζί με μεγάλο αριθμό εγγράφων αλλοδαπών. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως αργότερα στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας, σε έρευνα που ο Μ.Κ.1 διενήργησε, σε αθλητική τσάντα που κρατούσε ο Κατηγορούμενος 2 εντόπισε την ταυτότητα της Elena-Constantina Patrascu, και κατόπιν επίστησης αυτός απάντησε «I love her and we are going to get married». Σε αθλητική τσάντα που κρατούσε ο Κατηγορούμενος 1 ο Μ.Κ.1 εντόπισε την ταυτότητα της Adina-Florentina Neascu, και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, δεν έδωσε απάντηση. Σημειώνουμε πως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στις καταθέσεις τους παραδέχονται πως είχαν στην κατοχή τους τις ταυτότητες. Δεχόμαστε επίσης τη σταθερή θέση της Μ.Κ.5 πως ο Ahmad ουδέποτε της ανέφερε ότι η πόρτα του διαμερίσματος ήταν ανοικτή με κλειδί από μέσα και ότι όποιος διέμενε εκεί, συμπεριλαμβανομένων των κοπέλων, μπορούσε να διακινείται εκτός του διαμερίσματος ελεύθερα. Τέλος, δεχόμαστε την αναφορά της Μ.Κ.4 πως στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας ανέκρινε προφορικά την Κατηγορουμένη 4 και ετοίμασε Ημερολόγιο Ενεργείας το οποίο βρίσκεται επισυνημμένο στην κατάθεση της. Θεωρούμε βάσιμη τη θέση της πως η ίδια περιορίστηκε σε προφορική ανάκριση και καταχώρηση σε Ημερολόγιο Ενεργείας, κατόπιν οδηγιών, καθότι η λήψη κατάθεσης θα γινόταν από το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων (ΓΚΕΠ) το οποίο αναλαμβάνει τη διερεύνηση τέτοιας φύσης υποθέσεων. Ικανοποιούμαστε επίσης πως το περιεχόμενο του Ημερολογίου Ενεργείας αντικατοπτρίζει με ακρίβεια τα όσα η Κατηγορουμένη 4 ανέφερε, λόγω της θετικής εντύπωσης που προκάλεσε γενικά η μάρτυρας αλλά και λόγω της επίμονης και σταθερής της αναφοράς στις δικές της ενέργειες, δηλώνοντας άγνοια για ενέργειες άλλων Αστυνομικών και κυρίως δίδοντας την καθόλα πειστική απάντηση πως κατ΄ εκείνο το χρονικό στάδιο η μάρτυρας δεν γνώριζε την εμπλοκή της συγκεκριμένης κοπέλας. Θεωρούμε πως η μάρτυρας ενήργησε με ουδετερότητα και οι όποιες υποβολές για τυχόν αλλότρια κίνητρα της, όπως η «εκ του πονηρού εμπλοκή» (από τη μάρτυρα) του ονόματος της Elena Duca από την Κατηγορουμένη 4, αντικρούστηκαν πλήρως από τη μάρτυρα και σε κανένα στάδιο δεν προέκυψε πως αυτή οδηγήθηκε από άλλα κίνητρα πέραν της γνήσιας επιθυμίας αποτύπωσης των όσων περιέπεσαν στη δική της αντίληψη. Σημειώνουμε περαιτέρω πως, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, το περιεχόμενο της προφορικής ανάκρισης της Κατηγορουμένης 4 συνάδει και με τους ισχυρισμούς της στην κατάθεση της προς την Αστυνομία, η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση εκ μέρους της. Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνουμε πως αποδεχόμαστε τις προφορικές αναφορές της Κατηγορουμένης 4 προς τη Μ.Κ.4 μόνο ως γεγονός ότι όντως αυτές έχουν γίνει ενώ η δεκτότητα και ενδεχόμενη αξιολόγηση του περιεχομένου τους θα εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω. Ι.Γ. Η διαδικασία αναγνώρισης των παραπονούμενων ως θυμάτων εμπορίας και η λήψη καταθέσεων από αυτές - Άλλες ενέργειες στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης Η Μ.Κ.2, Γ./Αστ. 3664 Γεωργία Νεοκλέους, η οποία υπηρετεί στο ΓΚΕΠ, υιοθέτησε την κατάθεση της, Έγγραφο 2, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σε αυτή καταγράφονται οι ενέργειες της οι οποίες αφορούν τη λήψη καταθέσεων και τη διαδικασία αναγνώρισης προσώπων. Παρόλο που κάποιες ενέργειες της έτυχαν αμφισβήτησης, εντούτοις η μάρτυρας παρέμεινε σταθερή σε αυτές οι οποίες επιβεβαιώθηκαν και από άλλους μάρτυρες Αστυνομικούς, και εν τέλει οι υποβολές της Υπεράσπισης παρέμειναν μετέωρες και ατεκμηρίωτες. Επομένως, δεχόμαστε πως η Μ.Κ.2 προέβη στις καταγραφείσες στην κατάθεση της ενέργειες και οι οποίες αποτελούν μέρος των ευρημάτων μας. Έτσι δεχόμαστε πως στις 22.3.16, με τη βοήθεια της διερμηνέως Ντανιέλας Ολντεάνου Ιωσήφ, Μ.Κ.16, έλαβε ανοικτή κατάθεση από την Adina-Florentina Neascu, Τεκμήριο 1Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 1Β η μετάφραση στην Ελληνική, και πως στις 29.3.16 έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από την ίδια, Τεκμήριο 2Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 2Β η μετάφραση στην Ελληνική. Σημειώνουμε πως οι εν λόγω καταθέσεις κατατέθηκαν για τον περιορισμένο σκοπό της λήψης αυτών και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.2, στις 24.3.16 η Adina-Florentina Neascu αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων. Στην κυρίως εξέταση της η Μ.Κ.2 επεξήγησε με πλήρη λεπτομέρεια τη διαδικασία η οποία ακολουθείται στο ΓΚΕΠ, μετά από υποβολή παραπόνου-καταγγελίας για εμπορία. Συγκεκριμένα η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι πρώτα λαμβάνεται αριθμός συνεντεύξεων από πιθανά θύματα, για να αποφασιστεί κατά πόσο είναι θύματα εμπορίας, και εάν η απάντηση είναι θετική, τότε το Γραφείο τους συνεχίζει τη διερεύνηση της υπόθεσης. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της η Μ.Κ.2 ανέφερε πως η πρώτη κατάθεση είναι πάντοτε ανοικτή υπό μορφή ερωτήσεων-απαντήσεων, για να μπορέσει να βοηθηθεί το θύμα, το οποίο συνήθως είναι φοβισμένο, χαμηλού μορφωτικού επίπεδου, ίσως κάποιες φορές και αντίληψης. Επί του ιδίου θέματος σημειώνουμε πως η μαρτυρία της Μ.Κ.2 συνάδει με αυτή τόσο της Μ.Κ.6 όσο και της Μ.Κ.21, ως θα διαφανεί κατωτέρω. Ειδικότερα, κατά την κυρίως εξέταση της η Μ.Κ.2, με παραπομπή στο Εγχειρίδιο για τους δείκτες εμπορίας προσώπων, είπε πως είχε λάβει συνεντεύξεις από την Adina-Florentina Neascu, και κατά την άποψη της υπήρχαν ενδείξεις ότι ήταν θύμα εμπορίας, ενημέρωσε σχετικά την υπεύθυνη του ΓΚΕΠ κα Ρίτα Σούπερμαν, και τελικώς λήφθηκε η σχετική απόφαση για αναγνώριση της ως θύμα εμπορίας. Όπως εξήγησε, στην περίπτωση της Adina-Florentina Neascu, υπήρξε εξαπάτηση κατά τη στρατολόγηση, της δόθηκαν υποσχέσεις για λύση στο οικονομικό της πρόβλημα με εξεύρεση εργασίας, την έπεισαν να βρει και άλλες κοπέλες να φέρει για τον ίδιο σκοπό, τα ίδια πρόσωπα διευθέτησαν τα αεροπορικά εισιτήρια και τη μετάβαση της στην Κύπρο καθότι γνώριζαν τις διαδικασίες στο αεροδρόμιο και στο Ιmmigration, ακολούθως την παρέλαβαν άτομα και τη μετέφεραν σε διαμέρισμα, ενώ υπήρξε εγκλεισμός της στο διαμέρισμα, περιορισμός στις κινήσεις της και ακόμα βία από αυτά τα άτομα προς το άλλο θύμα Elena-Constantina Patrascu, όπως και απειλές. Επειδή δε αυτή ήταν παντρεμένη, έφερε έγγραφο ότι ήταν παντρεμένη, ενώ οι άλλες κοπέλες έφεραν μαζί τους πιστοποιητικό ελευθερίας. Η Μ.Κ.2 ανέφερε πως στην περίπτωση της Adina-Florentina Neascu, υπήρχε η εκμετάλλευση της ευπαθούς θέσης, η παραλαβή, η μεταφορά, η στέγαση, ο εγκλεισμός, η απειλή και η βία, στοιχεία τα οποία είναι ενδείξεις πως πρόκειται για θύμα εμπορίας. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της η Μ.Κ.2 επανέλαβε εκ νέου με περισσότερη λεπτομέρεια τις αναφορές της Adina-Florentina Neascu υποστηρίζοντας την απόφαση του ΓΚΕΠ πως επρόκειτο για θύμα εμπορίας, τονίζοντας πως η εμπορία ενηλίκων προσώπων είναι μια αλυσίδα στην οποία συμμετέχουν πολλά πρόσωπα, και συνήθως κάθε πράξη που γίνεται από ένα πρόσωπο το οποίο ανήκει στην ομάδα, αποτελεί κρίκο στην αλυσίδα. Τέλος, στην αντεξέταση της από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 7, κατέθεσε τους Δείκτες Εμπορίας Προσώπων για Ενήλικες, Τεκμήριο 4, εξηγώντας πως η παρουσία ενός ή περισσότερων δεικτών και ο βαθμός αυτών αποτελούν ένδειξη ότι πρόκειται για θύμα εμπορίας. Παρόλο που η αναγνώριση ενός θύματος εμπορίας από το ΓΚΕΠ αφορά εσωτερική διαδικασία του Γραφείου και ως τέτοια δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, εντούτοις στα πλαίσια αξιολόγησης της Μ.Κ.2, δεχόμαστε πως πρόκειται για έμπειρη Αστυνομικό με καλή γνώση του αντικειμένου της. Η Μ.Κ.2 μετέδωσε πλήρως και με ακρίβεια τη διαδικασία αναγνώρισης θυμάτων η οποία ακολουθείται στο ΓΚΕΠ και έδωσε τεκμηριωμένες και ολοκληρωμένες απαντήσεις οι οποίες κατέδειξαν επαρκή και επαγγελματικό χειρισμό τόσο της συγκεκριμένης παραπονούμενης όσο και των υπόλοιπων ενεργειών της. Στα ίδια πλαίσια δεχόμαστε τη θέση της Μ.Κ.2 πως ενώ ήταν παρούσα κατά τη λήψη κατάθεσης της Κατηγορουμένης 6 από τον Αστ. 530 Διονύση Διονυσίου, Μ.Κ.22, δεν άνοιξε το κινητό της Κατηγορουμένης 6 και πως ουδέποτε την απείλησαν ότι εάν δεν παραδεχθεί θα τη στείλουν πίσω στη Ρουμανία. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, επί αυτού και άλλων ενεργειών η μαρτυρία της Μ.Κ.2 συνάδει πλήρως με αυτή του Μ.Κ.22 η οποία επίσης κρίνεται αξιόπιστη. Η ειλικρίνεια της Μ.Κ.2 φαίνεται και από την απάντηση της σε ερώτηση κατά πόσο γνώριζε ότι ο Ξένιος Δημητρίου (Μ.Κ.20) βρήκε στις κοπέλες εργασία αλλά αυτές αρνήθηκαν να εργαστούν. Η Μ.Κ.2 έδωσε μια καθόλα αντικειμενική και βάσιμη απάντηση, ήτοι πως δεν έλαβε τέτοια πληροφόρηση από την Adina-Florentina Neascu και πως δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τον Μ.Κ.20 για να γνωρίζει τι αυτός είπε. Είναι δε αξιοσημείωτο πως ούτε και ο Μ.Κ.20 προέβαλε τέτοιον ισχυρισμό είτε στην κατάθεση είτε στην προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και ρωτήθηκε για να επιβεβαιώσει τέτοιο γεγονός. Εδώ σημειώνουμε πως τέτοια θέση υπεβλήθη στη Μ.Κ.3 η οποία αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεχόμαστε ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 και ειδικότερα πως προέβη στις ενέργειες της με επαγγελματισμό και αντικειμενικότητα. Επομένως οι πιο κάτω ενέργειες της, όπως αυτές καταγράφονται στην κατάθεση της, καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Σημειώνουμε πως κάποιες αφορούν Κατηγορούμενους και άλλα πρόσωπα, και όχι τις παραπονούμενες, όμως θεωρούμε σκόπιμο να τις εντάξουμε σε αυτό το κεφάλαιο εφόσον προκύπτουν από τους ίδιους μάρτυρες. Στις 26.3.16, στην παρουσία της Μ.Κ.2, ο Μ.Κ.22 έλαβε θεληματική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2 και στις 28.3.16 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Waqar Ahmad. Στις 29.3.16 η Adina-Florentina Neascu αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 3 ως ένα από τα πρόσωπα που διέμεναν στο διαμέρισμα όπου τους εντόπισε η Αστυνομία. Την 1.4.16 στα γραφεία του ΓΚΕΠ και με τη βοήθεια της Μ.Κ.16 οι τρεις παραπονούμενες ξεχωριστά αναγνώρισαν τον Adeel Hashmi Israr από το Πακιστάν ως άτομο που σχετίζεται με την καταγγελία τους προς την Αστυνομία. Η κατάθεση της Elena-Constantina Patrascu ημ. 1.4.16 αναφορικά με την εν λόγω αναγνώριση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 3Β η μετάφραση στην Ελληνική, για τον περιορισμένο σκοπό λήψης αυτής. Η Λοχ. 1458 Κατερίνα Χείλη, Μ.Κ.6, του ΓΚΕΠ κατέθεσε δύο Ημερολόγια Ενεργείας τα οποία η ίδια ετοίμασε και αφορούν τις συνεντεύξεις στις 21.3.16 της Alexandra Raluca Oprea, Μ.Κ.3, και της Elena-Constantina Patrascu, Έγγραφα 8 και 9 αντίστοιχα. Η Μ.Κ.6 επεξήγησε πως αυτές ήταν οι πρώτες συνεντεύξεις οι οποίες λήφθηκαν από τις δύο αυτές παραπονούμενες. Η Μ.Κ.6 αρνήθηκε σθεναρά κατά την αντεξέταση της, πως οι τυχόν ομοιότητες που παρουσιάζονται στα δύο Ημερολόγια Ενεργείας και αφορούν τις ανοικτές καταθέσεις των δύο κοπέλων, οφείλονται στο ότι αυτά είναι εκ των υστέρων κατασκευασμένα, αναφέροντας πως στα Ημερολόγια Ενεργείας καταγράφονται όλα όσα είχαν αναφέρει οι κοπέλες. Δεχόμαστε ως πειστική και βάσιμη τη θέση της πως κατά τις συνεντεύξεις η Μ.Κ.6 λάμβανε σημειώσεις τις οποίες αργότερα μετέφερε στα Ημερολόγια Ενεργείας και πως αυτά παρουσιάζουν ομοιότητες επειδή αφορούν τα ίδια γεγονότα. Εξήγησε και η ίδια με λεπτομέρεια μέσα από την οποία διαφάνηκε και η εμπειρία της στο συγκεκριμένο θέμα, τις διαδικασίες αναγνώρισης θυμάτων εμπορίας που ακολουθούνται στο ΓΚΕΠ αναφέροντας ότι, πρώτα λαμβάνεται μια ανοικτή συνέντευξη από το υποτιθέμενο θύμα και ακολούθως δίδεται κάποιος χρόνος στο θύμα να σκεφτεί εάν θα συνεχίσει και θα προωθήσει την καταγγελία του, οπόταν και θα του ληφθεί γραπτή κατάθεση. Ακολούθως, εάν υπάρχουν ενδείξεις με βάση τους δείκτες ότι, όντως πρόκειται περί θύματος, τότε λαμβάνεται ανοικτή κατάθεση, γίνονται οι εισηγήσεις του Λειτουργού και λαμβάνεται η τελική απόφαση από την Προϊστάμενη του Γραφείου. Έχουμε ήδη αναφέρει πως η μαρτυρία της Μ.Κ.6 παρουσιάζει πλήρη συνέπεια με τη Μ.Κ.
  25. και τη Μ.Κ.21, κάτι το οποίο καταδεικνύει την επαρκή γνώση και εφαρμογή εκ μέρους της του Εγχειριδίου και των Δεικτών για σκοπούς αναγνώρισης από το ΓΚΕΠ θυμάτων εμπορίας και προώθησης διερεύνησης υπόθεσης. Η ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα της μάρτυρος διεφάνη από την άμεση απάντηση της πως δεν θυμόταν να της είχαν κάνει αναφορά για χρήση βίας (κάτι το οποίο ανέφερε η Μ.Κ.2) ενώ έδωσε την πειστική απάντηση πως δεν είναι η ίδια που ενέπλεξε την Elena Duca αλλά η Alexandra Raluca Oprea, Μ.Κ.3, εφόσον άλλωστε η μάρτυρας δεν τη γνώριζε για να ήξερε τον ρόλο της στην υπόθεση. Η Μ.Κ.6 κλήθηκε να εξηγήσει την καταγραφή στο Έγγραφο 8 της αναφοράς πως οι κοπέλες προσπάθησαν να δραπετεύσουν από το διαμέρισμα αλλά επειδή υπήρχαν πολλοί άντρες δεν τα κατάφερναν, λέγοντας πως οι κοπέλες εμποδίζονταν από τα άτομα που βρίσκονταν στο διαμέρισμα να τις αφήσουν να φύγουν και τις τρομοκρατούσαν να μην βγουν γιατί θα τις συλλάμβανε η Αστυνομία. Εδώ είναι σημαντικό να λεχθεί πως όσον αφορά τη Μ.Κ.3 η οποία προσήλθε στο Δικαστήριο, αυτή επιβεβαίωσε όλα όσα καταγράφονται στο Έγγραφο
  26. Ως εκ τούτου δεχόμαστε πως και η Μ.Κ.6 κατέθεσε με ειλικρίνεια και ενήργησε με πλήρη αντικειμενικότητα και η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη. Σε αυτό το σημείο αποτελεί εύρημα μας πως η Μ.Κ.6 προέβη στη λήψη συνεντεύξεων από τις δύο κοπέλες, οι οποίες καταγράφηκαν σε αντίστοιχα Ημερολόγια Ενεργείας. Το ζήτημα της δεκτότητας του περιεχομένου της συνέντευξης της Elena-Constantina Patrascu, η οποία δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, θα τύχει εξέτασης στο κατάλληλο στάδιο. Η Λοχ. 3373 Αντριανή Λουκά, Μ.Κ.9, του ΓΚΕΠ, υιοθέτησε την κατάθεση της, Έγγραφο 17, στην οποία καταγράφονται οι δικές της ενέργειες αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με αυτή, στις 12.7.16 κατόπιν λήψης γραπτής συγκατάθεσης της Κατηγορουμένης 6, έγινε αναγνωριστική παράταξη και η καθεμιά των τριών παραπονούμενων ξεχωριστά αναγνώρισαν την Κατηγορουμένη
  27. Σχετικές είναι οι καταθέσεις των τριών κοπέλων, Τεκμήρια 5Α και Β, 6Α και Β και 7Α και Β, στη Ρουμάνικη και η μετάφραση στην Ελληνική αντίστοιχα. Σημειώνεται πως η Μ.Κ.3 αναγνώρισε την Κατηγορουμένη 6 ως τη γυναίκα που την έφερε στην Κύπρο, όπως άλλωστε ανέφερε και στην προφορική της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την κατάθεση της Μ.Κ.9, η κάθε αναγνωριστική παράταξη έγινε στην παρουσία των διερμηνέων, Μ.Κ.16 και Ισαμπέλλας Πισσά, του Μ.Κ.22 και της υπεύθυνης του ΓΚΕΠ κας Σούπερμαν. Η Μ.Κ.9 εξήγησε με σαφήνεια τη διαδικασία αναγνώρισης, αναφέροντας ότι, αφού είχε εξηγηθεί σε κάθε μια από τις τρεις παραπονούμενες ότι θα εισερχόταν σε ένα δωμάτιο όπου μπορεί να έβλεπε ή όχι ένα άτομο που σχετίζεται με την υπόθεση, η καθεμιά μετέβαινε ξεχωριστά στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η Κατηγορουμένη 6, την υπεδείκνυε και ακολούθως, η ίδια η Μ.Κ.9 ζητούσε από την Κατηγορουμένη 6 να αναφέρει το όνομα της, αφού της έκανε επίστηση της προσοχής της στον Νόμο. Η Μ.Κ.9 αντεξετάστηκε μόνο από τον συνήγορο της Κατηγορουμένης 6, ο οποίος της υπέβαλε ότι οι τρεις παραπονούμενες είχαν καθοδηγηθεί εκ των προτέρων να αναγνωρίσουν και αναφέρουν πως η Κατηγορουμένη 6 τις έφερε στην Κύπρο. Η μάρτυρας επέμενε με ιδιαίτερη σταθερότητα για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και την ορθότητα αυτής και ικανοποιούμαστε πως κατέθεσε με ειλικρίνεια. Επισημαίνουμε ακόμα πως αυτές οι υποβολές παρέμειναν μετέωρες και ουδόλως υποστηρίχθηκαν από οποιαδήποτε μαρτυρία. Ως εκ τούτου δεχόμαστε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της Μ.Κ.9 και οι πιο πάνω ενέργειες της καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Δεχόμαστε επίσης τις αδιαμφισβήτητες ενέργειες της Μ.Κ.9 πως μετά την αναγνώριση, στις 12.7.16, η ίδια έλαβε ανοικτή κατάθεση ξεχωριστά από τις τρεις παραπονούμενες, με τη βοήθεια της διερμηνέως Ισαμπέλλας Πισσά. Σημειώνεται πως η κατάθεση της Ισαμπέλλας Πισσά, ημ. 12.7.16, Τεκμήριο 8, στην οποία επιβεβαιώνεται η διενέργεια όλων των πιο πάνω και η πιστή μετάφραση των κειμένων από τη Ρουμάνικη στην Ελληνική κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός για την αλήθεια του περιεχόμενου της. Ο Μ.Κ.11, Α./Αστ. 1423 Νικόλας Μιχαήλ, του ΓΚΕΠ, στην κατάθεση του, Έγγραφο 19Α, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι στις 23.3.16 έλαβε ανοικτή κατάθεση από τη Μ.Κ.3 στην παρουσία και με τη βοήθεια της Μ.Κ.
  28. Όταν η κατάθεση διακόπηκε για διάλειμμα, η Μ.Κ.3 κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, είδε και αναγνώρισε τους Κατηγορούμενους 5 και 7 στα γραφεία του ΓΚΕΠ ως πρόσωπα που εμπλέκονται στην υπόθεση. Ακολούθως ο Μ.Κ.11 ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Κ.
  29. Ο Μ.Κ.11 έτυχε αντεξέτασης μόνο από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 7, ο οποίος υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 7 πιθανόν να μην εμπλέκεται καθόλου στην υπόθεση. Ο Μ.Κ.11 παρέμεινε σταθερός πως αυτή ήταν η αναφορά της Μ.Κ.3, θέση την οποία και δεχόμαστε. Δεχόμαστε επίσης την αναντίλεκτη αναφορά του μάρτυρος ότι στις 24.3.16, ο ίδιος έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη 4, με τη βοήθεια της Μ.Κ.16, Τεκμήριο 19Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 19Β η μετάφραση στην Ελληνική. Ανάμεσα στις ενέργειες της Μ.Κ.21, Γ/Αστ. 3300 Μαρίας Γεωργίου του ΓΚΕΠ, ήταν η συνομιλία της με την Adina-Florentina Neascu στις 21.3.16 για την οποία ετοίμασε Ημερολόγιο Ενεργείας, Έγγραφο 28, η λήψη κατάθεσης, με τη βοήθεια της διερμηνέως Ροξάνας Κωνσταντίνου, από την Elena-Constantina Patrascu στις 23.3.16, Τεκμήριο 43Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 43Β η μετάφραση στην Ελληνική, και δεύτερης κατάθεσης από την ίδια στις 29.3.16, Τεκμήριο 44Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 44Β η μετάφραση στην Ελληνική. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.21 επεξήγησε με λεπτομέρεια και την ίδια συνέπεια, ως οι Μ.Κ.2 και 6, τη διαδικασία που ακολουθείται μέχρι και την αναγνώριση από το ΓΚΕΠ ενός θύματος εμπορίας, επιβεβαιώνοντας πως το Ημερολόγιο Ενεργείας συντάχθηκε από την ίδια τη μάρτυρα βάσει των σημειώσεων που κρατούσε κατά τη διάρκεια της συνομιλίας της μαζί με την Adina-Florentina Neascu και αρνούμενη πως αυτό ήταν εκ των υστέρων κατασκεύασμα της μάρτυρος βασιζόμενη στο περιεχόμενο της κατάθεσης της συγκεκριμένης κοπέλας. Σύμφωνα με την κατάθεση της Μ.Κ.21, Έγγραφο 27, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, η δεύτερη κατάθεση της Elena-Constantina Patrascu διακόπηκε σε κάποιο στάδιο και κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, αυτή οδηγήθηκε σε άλλο γραφείο όπου αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο
  30. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.21 ανέφερε πως ήταν ενημερωμένη από το πρωί της 29ης Μαρτίου πως θα γινόταν η αναγνώριση του Κατηγορουμένου 3 και η ίδια πληροφορήθηκε μέσω τηλεφώνου για τη δυνατότητα της αναγνώρισης από την Elena-Constantina Patrascu, αρνούμενη με απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο πως άλλος Αστυνομικός διέκοψε την κατάθεση για να γίνει η αναγνώριση. Θεωρούμε πως οι απαντήσεις της Μ.Κ.21 δόθηκαν με αμεσότητα και πλήρη σταθερότητα και επιπλέον, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, η δική της περιγραφή της διαδικασίας επιβεβαιώθηκε και από τον Μ.Κ.10, ο οποίος βρισκόταν με τον Κατηγορούμενο 3 κατά τη διαδικασία αναγνώρισης του. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε πως η διαδικασία αναγνώρισης έτυχε αντικείμενο αντεξέτασης και αμφισβήτησης μόνο κατά το στάδιο της μαρτυρίας των Μ.Κ.10 και 21, και όχι της Μ.Κ.2 η οποία είχε επίσης αναφερθεί στη διαδικασία αναγνώρισης από την Adina-Florentina Neascu. Ως εκ τούτου δεχόμαστε πως η Μ.Κ.21 προέβη στις πιο πάνω ενέργειες, ενώ η δεκτότητα και ενδεχόμενη αξιολόγηση του περιεχόμενου των αναφορών των δύο κοπέλων θα απασχολήσει κατωτέρω. Σύμφωνα πάντα με την κατάθεση της Μ.Κ.21, αυτή προέβη και σε άλλες ενέργειες, οι οποίες παρέμειναν αδιαμφισβήτητες και ως εκ τούτου καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, στις 21.3.16 η Μ.Κ.21 παρέλαβε από τον Μ.Κ.1 τις ταυτότητες της Elena-Constantina Patrascu και της Adina-Florentina Neascu. Επίσης την ίδια μέρα, κατόπιν μελέτης των εγγράφων που η Μ.Κ.21 παρέλαβε από τη Μ.Κ.4 εντόπισε ένα Πιστοποιητικό Ελευθερίας και ένα Πιστοποιητικό Γεννήσεως του Κατηγορουμένου 1, καθώς επίσης δύο Πιστοποιητικά Ελευθερίας και μια ένορκη κατάθεση για την οικογενειακή κατάσταση του Κατηγορουμένου
  31. Αυτά κατατέθηκαν στα πλαίσια της αντεξέτασης της μάρτυρος από τον συνήγορο της Κατηγορουμένης 6, ως Τεκμήρια 45 και 46 αντίστοιχα. Επί αυτού θεωρούμε πλήρως δικαιολογημένο και δεχόμαστε τον ισχυρισμό της Μ.Κ.21 πως δεν κατείχε Πιστοποιητικά των παραπονούμενων, εφόσον αυτές δεν τα είχαν στην κατοχή τους, και πως εάν όντως η Αστυνομία είχε εντοπίσει τέτοια έγγραφα δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να μην τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο εφόσον οι παραπονούμενες είχαν αναφέρει ότι είχαν εξασφαλίσει και φέρει τέτοια έγγραφα μαζί τους στην Κύπρο. Δεχόμαστε επίσης πως στις 22.3.16 η Μ.Κ.21 συνέλαβε την Κατηγορουμένη 4 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 38, και κατόπιν επίστησης αυτή απάντησε «Εγώ δεν έκαμα έτσι πράγματα». Την ίδια μέρα συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 2 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 39, και κατόπιν επίστησης αυτός απάντησε «Αυτό είναι λάθος μου. Εγώ απλά ήρθα εδώ για να σπουδάσω. Δεν έκαμα κανένα έγκλημα». Ακολούθως συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 1 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 40, και κατόπιν επίστησης αυτός δεν έδωσε απάντηση. Τέλος, δεχόμαστε πως η Μ.Κ.21 παρέλαβε αριθμό τεκμηρίων όπως αυτά καταγράφονται στην κατάθεση της. Επιπλέον, σύμφωνα με την κατάθεση της Γ./Αστ. 2155 Μαρίας Κωνσταντίνου του ΓΚΕΠ, Τεκμήριο 31, η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου, στις 22.3.16 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 3 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή στον Νόμο, αυτός απάντησε «Εγώ δεν έκαμα τίποτε παράνομο και δεν συμφωνώ με τις κατηγορίες που μου είπατε». Επίσης παρέλαβε ένα κινητό τηλέφωνο από τον Κατηγορούμενο 3, το οποίο παρέδωσε στη Μ.Κ.21, καθώς επίσης και στις 22.3.16 συνέλαβε τον Waqar Ahmad. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου πως η Μ.Κ.21 ήταν παρούσα κατά τη σύλληψη της Κατηγορουμένης 6 στις 8.7.16 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 41, και αμέσως μετά της δόθηκαν και υπέγραψε Βεβαίωση Πληροφόρησης και Παραλαβής Εγγράφων Δικαιωμάτων στη Ρουμάνικη, Τεκμήριο 42Α, του οποίου η μετάφραση στην Ελληνική κατατέθηκε ως Τεκμήριο 42Β. Ι.Δ Οι ενέργειες στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης Ο Αστ. 856 Κυριάκος Θεοδώρου, Μ.Κ.7, του ΤΑΕ Λευκωσίας, στην κατάθεση του, Έγγραφο 10, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε πως στις 21.3.16 ανέκρινε προφορικά τον Waqar Ahmad, τον Κατηγορούμενο 3 και τον Asfand Yar, οι οποίοι είχαν εντοπιστεί στο διαμέρισμα κατά την έρευνα της Αστυνομίας. Οι ανακρίσεις καταγράφηκαν από τον μάρτυρα σε ξεχωριστά Ημερολόγια Ενεργείας, Έγγραφα 11-13 αντίστοιχα. Οι εν λόγω ενέργειες δεν αμφισβητήθηκαν και έτσι δεχόμαστε πως αυτές έλαβαν χώρα. Δεχόμαστε επίσης τη λογική και πειστική εξήγηση του μάρτυρος πως ο λόγος για τον οποίο έγιναν προφορικές ανακρίσεις ήταν ότι συνηθίζεται να γίνεται κάποιου είδους προανάκριση υπόπτων για τα οποία υπάρχει μόνο προφορικό παράπονο από άτομα πιθανά θύματα εμπορίας, καθώς επίσης τη θέση του στην αντεξέταση του πως τους είχε πληροφορήσει για τη διερεύνηση της καταγγελίας από την Αστυνομία και τους είχε επιστήσει την προσοχή στον Νόμο, παρόλο που αυτό δεν καταγράφηκε στα Ημερολόγια Ενεργείας. Επομένως ικανοποιούμαστε πως η διενέργεια αυτής της προφορικής ανάκρισης έγινε με τον δέοντα και νόμιμο τρόπο. Ο Μ.Κ.7 επέμενε με χαρακτηριστική σταθερότητα πως και οι τρεις ύποπτοι απαντούσαν οικειοθελώς και βοήθησαν όσο μπορούσαν το έργο της Αστυνομίας και αρνήθηκε έντονα τις υποβολές πως απέσπασαν με δόλιο τρόπο τις αναφορές τους. Θεωρούμε πως αυτές οι υποβολές είναι αβάσιμες, καθότι όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 3, αυτός ουδέποτε προέβαλε τέτοιον ισχυρισμό και εν πάση περιπτώσει ο μάρτυρας κατέθεσε με απόλυτη σταθερότητα και αμεσότητα. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του μάρτυρος ήταν η αναφορά του πως δεν γνωρίζει πού βρίσκονται οι δύο αλλοδαποί τους οποίους ανέκρινε, αποκαλύπτοντας την πρόθεση του να αποκαλύψει μόνο όσα γνώριζε για την υπόθεση λόγω της εμπλοκής του την πρώτη εκείνη μέρα μόνο, όπως δήλωσε σαφώς στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου δεχόμαστε τη μαρτυρία του ως πλήρως αξιόπιστη. Σημειώνουμε πως δεχόμαστε ότι ο Κατηγορούμενος 3 προέβη στις εν λόγω δηλώσεις, όπως αυτές καταγράφονται στο Έγγραφο 12, ενώ το θέμα της δεκτότητας και ενδεχόμενης αξιολόγησης του περιεχόμενου των προφορικών ανακρίσεων των δύο άλλων ατόμων θα απασχολήσει κατωτέρω. Ο Μ.Κ.8, Α./Αστ. 1175 Λάμπρος Χ''Παύλου, επίσης υπηρετεί στο ΤΑΕ Λευκωσίας, και, σύμφωνα με την κατάθεση του, Έγγραφο 14, στις 21.3.16 ανέκρινε προφορικά τους Κατηγορούμενους 1 και 2, με τη βοήθεια διερμηνέως, και ετοίμασε σχετικά Ημερολόγια Ενεργείας, Έγγραφα 15Α στην Αγγλική και 15Β η μετάφραση στην Ελληνική και 16Α στην Αγγλική και 16Β η μετάφραση στην Ελληνική, αντίστοιχα. Δεχόμαστε τις ενέργειες του μάρτυρος καθώς επίσης και πως αυτός τους επέστησε την προσοχή στον Νόμο σε σχέση με τα αδικήματα που εξέταζε, και ειδικότερα συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και τέλεση εικονικών γάμων, όπως καταγράφεται σε όλα αυτά τα έγγραφα, και ως εκ τούτου δεχόμαστε πως η λήψη αυτών έγινε νόμιμα. Δεχόμαστε ακόμα πως τα όσα καταγράφονται αντικατοπτρίζουν τις αναφορές των Κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίες άλλωστε δεν αμφισβητήθηκαν εκ μέρους τους. Τέλος, δεχόμαστε πως τα κείμενα στην Αγγλική είναι η ακριβής αποτύπωση των ισχυρισμών των Κατηγορουμένων 1 και 2, εν όψει της δήλωσης του μάρτυρος πως ο ίδιος προέβη στη μετάφραση στην Ελληνική η οποία περιέχει κάποιες ανακρίβειες. Ο Αστ. 2867 Κωνσταντίνος Σοφοκλέους, Μ.Κ.10, του ΤΑΕ Λευκωσίας, στη δική του κατάθεση, Έγγραφο 18, αναφέρεται σε διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβη στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, οι πλείστες εκ των οποίων παρέμειναν αδιαμφισβήτητες και έτσι αυτές υιοθετούνται ως ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου δεχόμαστε πως στις 23.3.16 ο Μ.Κ.10, στα γραφεία του ΓΚΕΠ, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 7 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και κατόπιν επίστησης αυτός απάντησε «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Το ένταλμα σύλληψης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  32. Ακολούθως ο Μ.Κ.10 παρέλαβε το κινητό τηλέφωνο του και του έλαβε ανακριτική κατάθεση, Τεκμήριο
  33. Δεχόμαστε επίσης πως στα πλαίσια έρευνας σε διαμέρισμα στην οδό Τομπάζη 68 στη Λευκωσία, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης και στην παρουσία του Nadeem Usman από το Πακιστάν, προσήλθε στο διαμέρισμα ένα πρόσωπο και επειδή δεν είχε έγγραφα που να αποδείκνυαν την ταυτότητα του, οδηγήθηκε στα γραφεία του ΓΚΕΠ. Εκεί διαπιστώθηκε πως επρόκειτο για τον Adeel Hashmi τον οποίο ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος τελούσε υπό κράτηση, αναγνώρισε ως το πρόσωπο που του υπέδειξε τις τρεις παραπονούμενες και τον ρώτησε ποια θέλει να παντρευτεί. Ακολούθως ο Μ.Κ.10 συνέλαβε τον Adeel Hashmi. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 29.3.16 και στις 31.3.16 ο Μ.Κ.10 έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τον Κατηγορούμενο 3, Τεκμήριο 13Α στη μητρική του γλώσσα και Τεκμήριο 13Β η μετάφραση στην Ελληνική και Τεκμήριο 14Α στη μητρική του γλώσσα και Τεκμήριο 14Β η μετάφραση στην Ελληνική, αντίστοιχα. Δεχόμαστε πως στις 2.4.16 ο Μ.Κ.10 έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τον Κατηγορούμενο 5, με τη βοήθεια της διερμηνέως Ντόινας Λοϊζίδου, Τεκμήριο 16Α στη μητρική του γλώσσα και Τεκμήριο 16Β η μετάφραση στην Ελληνική, και από τον Κατηγορούμενο 7, Τεκμήριο
  34. Τέλος, δεχόμαστε ότι στις 26.3.16 έλαβε κατάθεση από τον Ξένιο Δημητρίου, Μ.Κ.20, Τεκμήριο 18, και στις 27.3.16 κατάθεση από τον Τάσο Αναστασίου, Μ.Κ.24, Τεκμήριο
  35. Περαιτέρω, σύμφωνα με την κατάθεση του, στις 29.3.16, στο ΓΚΕΠ , ο Μ.Κ.10 έλαβε συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο 3, για μη ανάγκη διεξαγωγής αναγνωριστικής παράταξης και ακολούθως η Adina-Florentina Neascu και η Elena-Constantina Patrascu τον αναγνώρισαν ως πρόσωπο που σχετίζεται με την υπόθεση την οποία κατάγγειλαν στην Αστυνομία την ίδια μέρα. Η συγκατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 12Β η μετάφραση στην Ελληνική. Ο Μ.Κ.10 αντεξετάστηκε επισταμένα μόνο από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου
  36. Επέμενε σταθερά στη διαδικασία που ακολουθήθηκε, ήτοι πως ο Κατηγορούμενος 3 τελούσε υπό κράτηση και του είχαν ήδη δοθεί τα Δικαιώματα Κρατουμένου, και πως, όπως αναγράφεται και στο σχετικό έντυπο, ο ίδιος ο μάρτυρας του ανέφερε ότι ήταν προς το συμφέρον του να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη, αλλά ο Κατηγορούμενος 3 επέλεξε να μην το πράξει και υπέγραψε και έγραψε και το όνομα του ολογράφως στο σχετικό έντυπο, Τεκμήριο 12Α, αντικρούοντας πειστικά τις υποβολές ότι ο Κατηγορούμενος 3 ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεση του. Ο μάρτυρας ήταν ευθύς, σαφής και σταθερός πως ενόσω βρίσκονταν στο δωμάτιο, έρχονταν οι παραπονούμενες ξεχωριστά και προέβαιναν στην αναγνώριση και πως μόνο μια φορά ήρθε η καθεμιά, αρνούμενος πως αυτές ήρθαν πέραν της μιας φοράς. Εδώ είναι σημαντικό να επαναλάβουμε ότι η περιγραφή του μάρτυρος αναφορικά με τη διεξαγωγή της αναγνώρισης συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία της Μ.Κ.21, και κυρίως πως τελικώς ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 3 ουδέποτε προέβαλε τέτοιους ισχυρισμούς. Τέλος, ο Μ.Κ.10 αρνήθηκε πως έδωσε οποιαδήποτε ανταλλάγματα στον Κατηγορούμενο 3 πριν αυτός προβεί στην κατάθεση του. Ο Μ.Κ.10 έδωσε την καθόλα βάσιμη απάντηση πως στα πλαίσια λήψης της κατάθεσης του, στις 29.3.16, όταν ο Κατηγορούμενος 3 εξέφρασε ότι κουράστηκε, αυτή διακόπηκε και συνεχίστηκε δύο μέρες αργότερα όταν ο Μ.Κ.10 ήταν ξανά σε καθήκον εργασίας. Ως εκ τούτου θεωρούμε πως οι υποβολές παρέμειναν αβάσιμες και δεχόμαστε τη μαρτυρία του Μ.Κ.10 επί όλων των ενεργειών του αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3 ως πλήρως αξιόπιστη και μέρος των ευρημάτων μας. Οι ενέργειες του Μ.Κ.12, Αστ. 279 Μιχάλη Μιχαήλ, του ΤΑΕ Λευκωσίας, οι οποίες περιγράφονται στην κατάθεση του, Έγγραφο 20Α, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης καθότι ο μάρτυρας αντεξετάστηκε μόνο από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων 1, 2 και 4 πολύ περιορισμένα αναφορικά με τα τηλέφωνα που είχαν παραληφθεί από τον Κατηγορούμενο
  37. Ως εκ τούτου δεχόμαστε πως στις 23.3.16 ο Μ.Κ.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 5, Τεκμήριο 20Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 20Β η μετάφραση στην Ελληνική, και στις 24 και 25.3.16, ανακριτικές καταθέσεις από τον Κατηγορούμενο 1, Τεκμήριο 21Α στη μητρική του γλώσσα και Τεκμήριο 21Β η μετάφραση στην Ελληνική, και Τεκμήριο 22Α στη μητρική του γλώσσα και Τεκμήριο 22Β η μετάφραση στην Ελληνική, αντίστοιχα. Ο Αστ. 530 Διονύσης Διονυσίου, Μ.Κ.22, του ΓΚΕΠ, ήταν ο κύριος εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Οι ενέργειες στις οποίες προέβη και καταγράφονται στην κατάθεση του, Έγγραφο 29, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, δεν αμφισβητήθηκαν και έτσι γίνεται δεκτό ότι αυτές όντως έλαβαν χώρα. Συγκεκριμένα, δεχόμαστε πως στις 23.3.16 ο Κατηγορούμενος 7 παρέδωσε στον Μ.Κ.22 ένα usb στο οποίο απεικονίζονται οι τρεις παραπονούμενες με την Κατηγορουμένη 6 να διασκεδάζουν σε νυκτερινό κέντρο στη Λευκωσία στις 8.3.16, μέρα της γυναίκας, και αφού ο Μ.Κ.22 του επέστησε την προσοχή στον Νόμο, αυτός απάντησε «Είναι τα θύματα σας που διασκεδάζουν σε ρουμάνικο κέντρο». Σημειώνεται πως αντίγραφο του usb κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 7 ως Τεκμήριο
  38. Την ίδια μέρα και με τη βοήθεια της Μ.Κ.16, ο Μ.Κ.22 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 5 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τεκμήριο 48, και κατόπιν επίστησης αυτός απάντησε «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.22 πληροφόρησε τους Κατηγορούμενους 5 (με τη βοήθεια της Μ.Κ.16) και 7 ξεχωριστά πως αναγνωρίστηκαν από την Alexandra Raluca Oprea και την Elena-Constantina Patrascu, και κατόπιν επίστησης έδωσαν την ίδια ως άνω απάντηση. Στις 26.3.16 κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης, Τεκμήριο 47, ερεύνησε το διαμέρισμα του Nadeem Usman, και μετά, στην παρουσία της Μ.Κ.2, κατέγραψε θεληματική κατάθεση του Κατηγορουμένου 2, Τεκμήριο 49Α στη μητρική του γλώσσα, Τεκμήριο 49Β η μετάφραση στην Αγγλική και Τεκμήριο 49Γ η μετάφραση στην Ελληνική. Στις 28.3.16, στην παρουσία της Μ.Κ.2, ο Μ.Κ.22 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Waqar Ahmad. Την 1.4.16 και πάλι στην παρουσία της Μ.Κ.2, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Adeel Israr Hashmi και αυτός αναγνωρίστηκε από τις τρεις παραπονούμενες. Επιπλέον δεχόμαστε ως γεγονός πως ο Μ.Κ.22 προέβη και στις ακόλουθες ενέργειες οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Στις 11.4.16, με τη βοήθεια της Μ.Κ.16, ο Μ.Κ.22 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη Beatrice Chisalau, Τεκμήριο 50Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 50Β η μετάφραση στην Ελληνική και στις 13.4.16 από τη Mariana Marilena Gita, Τεκμήριο 51Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 51Β η μετάφραση στην Ελληνική. Στις 15.4.16 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 7, Τεκμήριο
  39. Τέλος αναγνώρισε τις τρεις ανακριτικές καταθέσεις της Κατηγορουμένης 6, ημ. 8.7.16 (Τεκμήριο 35Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 35Β η μετάφραση στην Ελληνική), ημ. 10.7.16 (Τεκμήριο 36Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 36Β η μετάφραση στην Ελληνική) και ημ. 12.7.16 (Τεκμήριο 37Α στη Ρουμάνικη και 37Β η μετάφραση στην Ελληνική), καθώς επίσης και τη συγκατάθεση της ημ. 12.7.16 για μη διεξαγωγή αναγνωριστικής παράταξης (Τεκμήριο 34Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 34Β η μετάφραση στην Ελληνική). Σημειώνεται πως αυτές είχαν ληφθεί με τη βοήθεια της διερμηνέως Ντανιέλας Ολντεάνου Ιωσήφ, Μ.Κ.16, και κατατέθηκαν στα πλαίσια της δικής της μαρτυρίας, οι δε καταθέσεις κατόπιν διεξαγωγής Δίκης εντός Δίκης. Ο Μ.Κ.22 υπέστη αντεξέταση από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 5, 6 και
  40. Θεωρούμε πως ο μάρτυρας έδωσε βάσιμες απαντήσεις παραπέμποντας κυρίως στη μαρτυρία την οποία είχε εξασφαλίσει η Αστυνομία, και παρέμεινε σταθερός και συνεπής δίδοντας λογικές και ολοκληρωμένες απαντήσεις. Η αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 5 εστιάστηκε στην υπάρχουσα μαρτυρία αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 5 και ο Μ.Κ.22 δήλωσε βάσιμα πως υπήρχε μαρτυρία πως αυτός είχε παραλάβει τις κοπέλες, τις είχε μεταφέρει σε διαμέρισμα το οποίο είχε βρει ο ίδιος και τους είχε πάρει φαγητό σε αρκετές περιπτώσεις. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο της Κατηγορουμένης 6, με αναφορά στο Τεκμήριο 55, αρνήθηκε πως οι κοπέλες δεν ήταν καταπιεσμένες αλλά διασκέδαζαν, λέγοντας ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία, εκείνη τη μέρα δεν είχαν ακόμα αντιληφθεί ότι τις έφεραν στην Κύπρο όχι για εργασία αλλά για τέλεση εικονικών γάμων. Ο Μ.Κ.22 κατέθεσε αντίγραφο του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Κατηγορουμένης 6, Τεκμήριο 53, και της Απόφασης του Δικαστηρίου της Ρουμανίας για έκδοση της, Τεκμήριο 54, και επέμενε με κατηγορηματικό τρόπο πως η πρώτη κατάθεση της Κατηγορουμένης 6 διακόπηκε επειδή η ίδια είχε κουραστεί και ζήτησε διακοπή, εξ ου και λήφθηκε η δεύτερη κατάθεση μετά από δυο μέρες, ενώ λήφθηκε και τρίτη κατάθεση επειδή κρίθηκε αναγκαία η υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων. Παρά τις υποβολές πως η λήψη των τριών αυτών καταθέσεων λήφθηκε κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων, ο Μ.Κ.22 παρέμεινε σταθερός πως χρησιμοποίησε τον Δικαστικό Κανόνα ΙΙ και πως η όλη διαδικασία έγινε καθόλα νόμιμα προσθέτοντας πως η Κατηγορουμένη 6 είχε συνεχώς επαφή με δικηγόρους και είχε τη δυνατότητα να επικοινωνεί ή να δέχεται επισκέψεις από τους δικηγόρους της. Όπως καταγράφεται και στις καταθέσεις, ο Μ.Κ.22 δήλωσε βάσιμα πως παρόλο που δεν είχε υποχρέωση, σε κάθε κατάθεση τη ρωτούσε κατά πόσο επιθυμούσε να συμβουλευτεί δικηγόρο. Θεωρούμε πως ο Μ.Κ.22 κατέθεσε με ειλικρίνεια περιοριζόμενος στις ενέργειες του και στην υπάρχουσα μαρτυρία, και σημειώνουμε πως η θέση του ως προς τις συνθήκες λήψης των καταθέσεων της Κατηγορουμένης 6 συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ.16, όπως θα φανεί κατωτέρω. Επιπλέον ο Μ.Κ.22 αρνήθηκε την υποβολή πως ο Tariq στον οποίο έκανε αναφορά η Κατηγορουμένη 6 σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση, δηλώνοντας ότι αυτός δεν εμπλέκεται στην παρούσα υπόθεση. Πράγματι η θέση του Μ.Κ.22 βρίσκει έρεισμα στην κατάθεση της Κατηγορουμένης 6, και επισημαίνουμε ακόμα πως τέτοια θέση δεν προωθήθηκε από οποιονδήποτε μάρτυρα στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω βρίσκουμε την υποβολή ότι ο Adeel Israr Hashmi ήταν ο εγκέφαλος της υπόθεσης ως αβάσιμη και ατεκμηρίωτη και παντελώς δικαιολογημένη την άρνηση αυτής από τον Μ.Κ.22, εφόσον τέτοια θέση δεν υποστηρίζεται από την υπάρχουσα μαρτυρία. Και κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 7 ο Μ.Κ.22 παρέπεμψε στη μαρτυρία για να καταδείξει την εμπλοκή που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 7 και επανέλαβε πως ο Tariq δεν έχει σχέση με την υπόθεση. Όπως θα φανεί κατωτέρω, πράγματι οι ισχυρισμοί της Κατηγορουμένης 6 στις καταθέσεις για το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν καταδεικνύουν οποιαδήποτε σύνδεση του με την παρούσα υπόθεση. Ο Μ.Κ.22 δεν δίστασε να αναφέρει πως οι εξετάσεις στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές οι οποίοι παραλήφθηκαν δεν περιείχαν οτιδήποτε το σχετικό με την υπόθεση. Θεωρούμε ακόμα πως η θέση του ότι δεν έγιναν ενέργειες στην παρούσα υπόθεση για έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών και για αποκάλυψη των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 7 δεν καταδεικνύει «πρόχειρη», ελλιπή ή μεροληπτική έρευνα, εφόσον όπως ανέφερε ο Μ.Κ.22, κρίθηκε πως υπήρχε επαρκής μαρτυρία από διάφορες πηγές που έδειχνε την εμπλοκή του Κατηγορουμένου 7 στην υπόθεση. Ο Μ.Κ.22 κλήθηκε να καταθέσει δύο καταθέσεις ημ. 4.4.16, του Μάριου Αντωνίου, διευθυντή του ταξιδιωτικού γραφείου See You Travel και του Μιχάλη Κόκκινου, διευθυντή του ταξιδιωτικού γραφείου Atlantis Tourist Ltd, Τεκμήρια 56 και 57 αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων φαίνεται η έκδοση εισιτηρίων από τη Ρουμανία για Κύπρο στις 2.3.16 για τις τρεις παραπονούμενες, τη Beatrice Chisalau και τη Mariana Marilena Gita. Το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων δεν αμφισβητήθηκε αλλά, όπως θα καταδειχθεί πιο κάτω, επιβεβαιώθηκε από τη Μ.Κ.3 και γίνεται δεκτό ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου δεχόμαστε πως ο Μ.Κ.22 είναι αξιόπιστος μάρτυρας και υιοθετούμε τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο Αστ. 3831 Γιώργος Θωμά, Μ.Κ.23, του ΓΚΕΠ, ανέφερε πως στις 8.7.16, στο αεροδρόμιο Λάρνακας, με τη βοήθεια της Μ.Κ.16, συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης την Κατηγορουμένη 6 και κατόπιν επίστησης αυτή απάντησε «Δεν είναι αλήθεια, δεν έστειλα καμιά κοπέλα στην Κύπρο. Ήρθαν μόνες τους.» Αμέσως ο Μ.Κ.23 την πληροφόρησε για τα δικαιώματα επικοινωνίας της και της παρέδωσε σχετικό έντυπο στη Ρουμάνικη, το οποίο και υπέγραψε. Στις 13.7.16 ο Μ.Κ.23 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 7, Τεκμήριο
  41. Αυτές οι ενέργειες παρέμειναν αναντίλεκτες και αποτελούν ευρήματα μας. Δεχόμαστε επίσης ως γεγονός πως στις 10.4.16 ο Μ.Κ.23 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος, Τεκμήριο 59, τη Mariana Marilena Gita και ακολούθως της έλαβε ανακριτική κατάθεση, Τεκμήριο 60Α στη Ρουμάνικη και Τεκμήριο 60Β η μετάφραση στην Ελληνική. Η δεκτότητα του περιεχόμενου της εν λόγω κατάθεσης θα απασχολήσει κατωτέρω. Τέλος, ο Μ.Κ.23 κατέθεσε έντυπο, Τεκμήριο 61, στο οποίο καταγράφονται οι ενέργειες μελών του ΓΚΕΠ για τον εντοπισμό προσώπων τα οποία έδωσαν καταθέσεις στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, με συνημμένα σχετικά παραρτήματα. Δεχόμαστε πως αυτές οι ενέργειες έχουν γίνει εφόσον επιβεβαιώνονται και από έγγραφα (παραρτήματα) και η αντεξέταση του μάρτυρος ήταν περιορισμένη και απλώς κλήθηκε να επαναλάβει τις ενέργειες του. Επομένως δεχόμαστε τη μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Δεχόμαστε πως αναφορικά με την Elena-Constantina Patrascu, στάληκε μήνυμα στις Ρουμάνικες Αρχές μέσω Europol και αυτή εντοπίστηκε, όμως δήλωσε πως δεν επιθυμούσε να ταξιδέψει στην Κύπρο και να δώσει μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου. Αναφορικά με την Adina-Florentina Neascu, δεχόμαστε πως αποστάληκε μήνυμα στις Ρουμάνικες Αρχές μέσω Europol προς εντοπισμό της χωρίς αποτέλεσμα, έγινε τηλεφωνική επικοινωνία με τον γιο της ο οποίος ανέφερε πως η μητέρα του βρίσκεται και εργάζεται στη Γερμανία και σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον σύζυγο της αυτός ανέφερε ότι δεν ξέρει πού βρίσκεται και δεν έχουν επικοινωνία. Δεχόμαστε ακόμα την αναφορά του κατά την αντεξέταση του πως δεν αποτάθηκαν στις Γερμανικές Αρχές για εντοπισμό της, ούτε και αποτάθηκαν για να τοποθετηθεί στο stop list καθότι δεν πρόκειται για κατηγορουμένη. Δεχόμαστε επίσης τη θέση του πως σε αυτές τις χώρες υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου της ταυτότητας κάποιου προσώπου που εισέρχεται ή εξέρχεται της χώρας, χωρίς αυτό να καταγράφεται. Αναφορικά με τη Beatrice Chisalau, δεχόμαστε πως σύμφωνα με επιστολή της Ρουμανικής Πρεσβείας στην Κύπρο αυτή δεν εντοπίστηκε στη Ρουμανία, σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον σύζυγο της αυτός ανέφερε πως έφυγε από την Κύπρο για τη χώρα της τον Νοέμβριο του 2016, έγινε προσπάθεια εντοπισμού της στη Λευκωσία χωρίς αποτέλεσμα και σύμφωνα με τη Mariana Marilena Gita βρίσκεται στη Ρουμανία. Η Mariana Marilena Gita εντοπίστηκε να διαμένει στη Λευκωσία ενώ η Mihaela Dragomir (M.D.) διαμένει μόνιμα και εργάζεται στη Ρουμανία σύμφωνα με τηλεφωνική επικοινωνία με την ίδια. Δεχόμαστε και τη θέση του μάρτυρος πως η τελευταία δεν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, κάτι το οποίο προκύπτει και από τα ευρήματα μας αναφορικά με τους Μ.Κ.15, 17 και
  42. Εδώ είναι κατάλληλο στάδιο να αναφέρουμε πως οι καταθέσεις των διερμηνέων Ντόινας Λοϊζίδου και Ροξάνας Κωνσταντίνου, καθώς επίσης και αυτών που πρόσφεραν υπηρεσίες διερμηνέως αναφορικά με τους Κατηγορούμενους και άλλα πρόσωπα από το Πακιστάν, σε σχέση με Urdu και την Ελληνική, και το πιστό της ματάφρασης κατατέθηκαν ως παραδεκτό γεγονός για την αλήθεια του περιεχόμενου τους. Ι.Ε Μαρτυρία άλλων μαρτύρων Έχουμε ήδη αναφερθεί στη συμμετοχή της Μ.Κ.16, Ντανιέλα Ολτνεάνου Ιωσήφ, στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Τα προσόντα, η εμπειρία και η ικανότητα της μάρτυρος να εκτελεί χρέη διερμηνέως ουδόλως αμφισβητήθηκαν και δεν έτυχε αντεξέτασης. Επομένως, δεχόμαστε πως αυτή έχει προβεί σε όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες εκτελώντας τα καθήκοντα της με επαγγελματισμό και την αναφορά της πως το κλίμα κατά τη λήψη των καταθέσεων της Κατηγορουμένης 6 ήταν φιλικό και οι Αστυνομικοί της πρόσφεραν ποτό και φαγητό. Ο Μ.Κ.24, Τάσος Αναστασίου, στην κατάθεση του, ημ. 27.3.16, Τεκμήριο 17, η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης μπυραρίας στη Λευκωσία και του διαμερίσματος που βρίσκεται στην οδός Δράμας, επίσης στη Λευκωσία. Πριν από ένα μήνα, του τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος 5 και τον ρώτησε εάν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το διαμέρισμα του για να φιλοξενήσει για λίγες μέρες κάποια συγγενικά του πρόσωπα από τη Ρουμανία. Ο Μ.Κ.24 άκουσε από το τηλέφωνο τον Κατηγορούμενο 7, ο οποίος είχε παρέμβει στη συνομιλία τους και του είχε αναφέρει «Άτε ρε κανόνιστον μιτσή». Ο Μ.Κ.24 γνώριζε τους Κατηγορούμενους 5 και 7 επειδή πήγαιναν στη μπυραρία του με τις γυναίκες τους και ότι ο πρώτος ήταν γαμπρός του δεύτερου. Ο Μ.Κ.24 συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο 5 ότι θα του πλήρωνε το ρεύμα, το νερό και θα του έδινε λίγα χρήματα για ενοίκιο αλλά δεν του ανέφερε ποσό. Την ίδια νύκτα ο Κατηγορούμενος 5 πέρασε από τη μπυραρία και του έδωσε το κλειδί, αφού προηγουμένως ο Μ.Κ.24 μίλησε με τον ένοικο του διαμερίσματος, τον Μ.Κ.20, ότι δεν είχε πρόβλημα. Ο Μ.Κ.24 δεν γνωρίζει ούτε ποια άτομα έμειναν, ούτε και για πόσες ημέρες έμειναν. Εκείνη ήταν η τελευταία φορά που μίλησε με τον Κατηγορούμενο 5 και έκτοτε δεν είδε τους δύο αυτούς Κατηγορούμενους στη μπυραρία του. Ο Μ.Κ.24 υπέστη αντεξέταση μόνο από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 5 η οποία βασικά αποτελείτο από υποβολές προς τον μάρτυρα ως προς τα γεγονότα. Ειδικότερα, ο Μ.Κ.24 συμφώνησε πως το τηλεφώνημα που είχε δεχθεί έγινε από τον Κατηγορούμενο 7 ο οποίος του ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος 5 του ζήτησε να βοηθήσει μια φίλη του και όταν ο Μ.Κ.24 απάντησε «εντάξει να δω τι μπορώ να κάνω για τον μιτσή», τότε έβαλε και τον Κατηγορούμενο 5 στη γραμμή σε ανοικτή ακρόαση. Θεωρούμε πως παρά τη συμφωνία του Μ.Κ.24 με τις πιο πάνω θέσεις της Υπεράσπισης, αυτές παρουσιάζονται διαφοροποιημένες από τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του καθότι εκεί σαφώς αναφέρθηκε σε τηλεφώνημα και συνομιλία του με τον Κατηγορούμενο 5 και μεταγενέστερη εμπλοκή του Κατηγορουμένου
  43. Ήταν επίσης εισήγηση της Υπεράσπισης πως το τηλεφώνημα έγινε αφότου ο Κατηγορούμενος 5 του ανέφερε ότι είχε παραλάβει τη φίλη του Bettie, την πήρε στο διαμέρισμα που διέμενε και αντιλήφθηκε ότι ο ιδιοκτήτης είχε αλλάξει τις κλειδαριές επειδή δεν του είχε πληρώσει το ενοίκιο. Πέραν του ότι ο Μ.Κ.24 δεν θυμόταν τι ακριβώς του ελέχθη από τον Κατηγορούμενο 5 παρά μόνο πως αυτός ήθελε να βρει σπίτι για κάποια άτομα, αυτή η θέση της Υπεράσπισης όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από τον Μ.Κ.24 αλλά διαψεύδεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.20, στην οποία θα αναφερθούμε αμέσως πιο κάτω, αφού προκύπτει ότι το τηλεφώνημα για την στέγαση των παραπονούμενων μαζί με τουλάχιστον τη Bettie έγινε πριν οι παραπονούμενες φθάσουν στο αεροδρόμιο Λάρνακας καθότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι έγινε τηλεφώνημα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού από τη Λάρνακα στη Λευκωσία, ούτε και έγιναν τέτοιες υποβολές προς τη Μ.Κ.3 η οποία βρισκόταν στο όχημα του Κατηγορουμένου 5 στη διαδρομή προς Λευκωσία. Αντίθετα η μόνη μαρτυρία είναι ότι το ταξίδι ήταν απρόσκοπτο και δεν μεσολάβησε κανένα τηλεφώνημα από τη Bettie (προς τον Κατηγορούμενο 5) και ότι ο Κατηγορούμενος 5 πήγε κατευθείαν στη μπυραρία του Μ.Κ.24 και πήρε το κλειδί αφού καταφανώς είχε προηγουμένως εξηγηθεί μαζί του για το θέμα αυτό. Επίσης σημειώνουμε ότι η προσπάθεια του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 5 να συμφωνήσει μαζί του ο μάρτυρας ότι του τηλεφώνησε λέγοντας του πως ήθελε να βρει σπίτι στη Bettie και τη ξαδέλφη της καθότι δεν μπορούσε να μπει στο δικό της δεν στέφθηκε με επιτυχία αφού ο μάρτυρας δεν θυμόταν τέτοιες λεπτομέρειες. Ο Μ.Κ.24 δέχθηκε πως θα έκανε χάρη στον Κατηγορούμενο 5 και πως ήταν κάτι έκτακτο. Θεωρούμε πως πράγματι ο Μ.Κ.24 το θεώρησε ως εξυπηρέτηση, η οποία είχε προκύψει εκείνη τη μέρα αλλά σαφώς πριν την άφιξη των κοπέλων στην Κύπρο και η απάντηση του Μ.Κ.24 πως «κανείς μέχρι τώρα δεν με πλήρωσε» καταδεικνύει την αναμονή πληρωμής του γι΄ αυτή την εξυπηρέτηση όπως είχε συμφωνήσει με τον Κατηγορούμενο
  44. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεχόμαστε πως τα γεγονότα εκτυλίχθησαν όπως αυτά περιγράφονται στην κατάθεση του μάρτυρος, την οποία υιοθέτησε χωρίς επιφύλαξη και στην οποία προέβη πολύ πιο κοντά στα επίδικα γεγονότα, ενώ ήταν εμφανές πως η προσπάθεια της Υπεράσπισης ήταν να υποβάλει θέσεις οι οποίες βοηθούσαν τον Κατηγορούμενο 5, προσπάθεια η οποία τελικώς παρέμεινε ανεπιτυχής. Επομένως, το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρος αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο Ξένιος Δημητρίου, Μ.Κ.20, στην κατάθεση του ημ. 26.3.16, Τεκμήριο 18, ανέφερε ότι τους τελευταίους δύο μήνες ενοικιάζει από τον Μ.Κ.24 δωμάτιο στο διαμέρισμα του στην οδό Δράμας 14, και συμφώνησαν να του πληρώνει το νερό και το ρεύμα επειδή το κατέχει για τους υπαλλήλους του. Ο Μ.Κ.20 διέμενε εκεί με τη σύζυγο του η οποία πριν ενάμιση μήνα πήγε στη Ρουμανία και θα επέστρεφε σε λίγες μέρες. Αρχές Μαρτίου ο Μ.Κ.24 του τηλεφώνησε και του είπε ότι κάποιοι φίλοι του θα φιλοξενήσουν κόσμο στο διαμέρισμα και αργά το ίδιο βράδυ ήρθε στο διαμέρισμα ένας Ρουμάνος μαζί με πέντε κοπέλες από τη Ρουμανία. Τον Ρουμάνο τον φωνάζουν Σάμι τον οποίο γνωρίζει και έχει κάποια σχέση με τον Κρις τον δικηγόρο, τον οποίο επίσης γνωρίζει, αλλά με τον τελευταίο δεν μιλούν, λόγω κάποιων διαφορών που έχουν, όπως ούτε μιλούσε με τον Σάμι. Αναγνώρισε αυτά τα δύο πρόσωπα ως τους Κατηγορούμενους 5 και
  45. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.20, ο Κατηγορούμενος 5 του ζήτησε καλοριφέρ γιατί κρύωναν οι κοπέλες και ο Μ.Κ.20 του το παραχώρησε. Οι κοπέλες έμειναν εκεί περίπου για 2 βδομάδες, δεν είχαν πάντοτε φαγητό, γι΄ αυτό και ο ίδιος τις λυπήθηκε και μια φορά τους αγόρασε και πήρε φαγητό. Επειδή οι κοπέλες δεν μιλούσαν Ελληνικά, με τα λίγα Αγγλικά του, του είχε συστηθεί η Μαρία η οποία του ανέφερε πως οι άλλες δύο κοπέλες ήταν η Μπέτι και η Ραλούκα. Την τρίτη μέρα έφθασε στο διαμέρισμα και μια κοπέλα πιο μεγάλης ηλικίας, την οποία η Μαρία του σύστησε ως τη μητέρα της Μπέτι. Ο Μ.Κ.20 ανέφερε περαιτέρω πως αυτός έφευγε το πρωί και επέστρεφε στο σπίτι το βράδυ και δεν είχε σχέση μαζί τους. Τις έβλεπε που κατέβαιναν από την πολυκατοικία και μια μέρα τους είχε εξηγήσει πώς να πάνε και στην οδό Λήδρας, ενώ μια μέρα τηλεφώνησαν ταξί από το τηλέφωνο του για να μεταβούν κάπου. Τέλος ανέφερε ότι κάποιος έφερε γκάζι στο διαμέρισμα και όταν έφυγαν οι κοπέλες, αυτός το πούλησε. Η Υπεράσπιση προσπάθησε να αναδείξει ότι οι κοπέλες είχαν ελεύθερη πρόσβαση στο διαμέρισμα και μπορούσαν να μπαίνουν και να βγαίνουν όποτε ήθελαν. Θεωρούμε πως στην αντεξέταση του επί τούτου ο Μ.Κ.20 έδωσε αρχικά την απάντηση πως οι κοπέλες έφευγαν από το σπίτι παραπάνω φορές με ταξί, για να αναφέρει ακολούθως πως είχαν βγει έξω σε Ρουμάνικο κέντρο και να καταλήξει στην επανεξέταση του να διευκρινίσει πως όταν έβγαιναν, πάντοτε πήγαιναν όλες μαζί. Έτσι η προσπάθεια της Υπεράσπισης παρέμεινε μετέωρη εφόσον τελικώς ο Μ.Κ.20 επιβεβαίωσε τη Μ.Κ.3 πως οι κοπέλες ουδέποτε έβγαιναν μόνες τους από το διαμέρισμα. Υπενθυμίζουμε εδώ πως η Υπεράσπιση επίσης προσπάθησε ανεπιτυχώς να προβάλει τη θέση ότι και οι 3 παραπονούμενες γνώριζαν ότι είχαν έρθει στην Κύπρο για να παντρευτούν εξ ου και αρνήθηκαν τη βοήθεια του Μ.Κ.20 ο οποίος τους είπε ότι μπορούσε να τους βρει εργασία, απαντώντας του δήθεν ότι ήρθαν για να παντρευτούν, να πάρουν χρήματα και να φύγουν. Αυτή η θέση υποβλήθηκε στη Μ.Κ.3 η οποία την αρνήθηκε λέγοντας πως είχε λιγοστή επικοινωνία με τον Μ.Κ.
  46. Σημειώνουμε όμως πως αυτή η θέση ουδόλως υποβλήθηκε στον Μ.Κ.20 και άλλωστε, όπως ο ίδιος ανέφερε, επιβεβαιώνοντας τη Μ.Κ.3 επί τούτου, η επαφή του με τις κοπέλες ήταν ελάχιστη και δεν μπορούσαν καν να συνεννοηθούν επειδή μόνο η Μαρία γνώριζε λίγα Αγγλικά, και σε καμία περίπτωση δεν αναφέρθηκε ο ίδιος σε προσπάθεια του να εξεύρει δουλειά στις παραπονούμενες. Αντίθετα, παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός αυτό πως η μοναδική ουσιαστικά βοήθεια που προσέφερε στις παραπονούμενες ήταν να τους αγοράσει φαγητό όταν είδε ότι αυτές πεινούσαν και τις λυπήθηκε. Σημειώνουμε ακόμα πως μέσα από την κατάθεση του ο Μ.Κ.20 αφήνει να νοηθεί πως το τηλεφώνημα του Μ.Κ.24 έγινε πολύ πιο νωρίς εκείνη τη μέρα σε σύγκριση με την ώρα που πήγε εκεί ο Κατηγορούμενος 5 με τις κοπέλες, εφόσον μιλά για το τηλεφώνημα και τοποθετεί την άφιξη των κοπέλων «αργά το ίδιο βράδυ». Τέλος, θεωρούμε φυσιολογική την αδυναμία του Μ.Κ.20 να αναγνωρίσει οποιοδήποτε άλλο εκ των Κατηγορουμένων, και δη την Κατηγορουμένη 6, η οποία προφανώς ήταν η πιο μεγάλη κυρία, μητέρα της Bettie, λόγω της σύντομης επαφής του με αυτή και της παρόδου ενάμιση έτους από τα επίδικα γεγονότα. Ως εκ τούτου δεχόμαστε τη μαρτυρία του Μ.Κ.20 στο σύνολο της η οποία και αποτελεί μέρος των ευρημάτων μας. Ι.Στ Μαρτυρία της παραπονούμενης Alexandra Raluca Oprea Έχει ήδη αναφερθεί πως η Alexandra Raluca Oprea, Μ.Κ.3, είναι η μοναδική από τις τρεις παραπονούμενες που έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και αναμφίβολα είναι η κυριότερη μάρτυρας για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Η κυρίως εξέταση της αποτελείται από τις τρεις καταθέσεις ημ. 23.3.16, 31.3.16 και 1.4.16, που έδωσε στην Αστυνομία, Έγγραφα 3Α στη Ρουμάνικη και 3Β η μετάφραση στην Ελληνική, 4Α στη Ρουμάνικη και 4Β η μετάφραση στην Ελληνική και Έγγραφα 5Α στη Ρουμάνικη και 5Β η μετάφραση στην Ελληνική, αντίστοιχα, με κάποιες προσθήκες και αναγνωρίσεις κάποιων εκ των Κατηγορουμένων. Η αντεξέταση της ήταν επίμονη και εξαντλητική από όλους τους συνηγόρους Υπεράσπισης. Στην πρώτη της κατάθεση η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι κατάγεται από τη Ρουμανία, είναι 26 ετών, ανύπαντρη, διαμένει με τους γονείς της και έχει ένα αδελφό 25 ετών. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας δεν ήταν ιδιαίτερα καλή, εξ ου και μετά το τέταρτο έτος των σπουδών της στη Νομική σε Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου, όταν ασθένησε ο πατέρας της, αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές της επειδή δεν είχαν χρήματα. Ο πατέρας της δεν εργάζεται λόγω της ασθένειας του, η μητέρα της πωλεί φρούτα και λαχανικά στην αγορά και ο αδελφός της εργάζεται σε γραφείο κηδειών. Η ίδια, μετά που διέκοψε τις σπουδές της, εργαζόταν ως πλασιέ με μισθό €250 τον μήνα. Τον Φεβρουάριο του 2016, η ξαδέλφη της, Adina (πρόκειται για την Adina Florentina Neascu) της τηλεφώνησε και της πρότεινε να έρθει στην Κύπρο για εργασία με μισθό €800 τον πρώτο μήνα, €1.000 από τον δεύτερο μήνα και ότι σταδιακά θα μπορούσαν να φέρουν και τις οικογένειες τους στην Κύπρο. Την Adina είχε προσεγγίσει μια γειτόνισσα της στη Ρουμανία, ηλικιωμένη, την οποία η ίδια δεν γνωρίζει. Η Adina ανέφερε τα ίδια και στην Elena, που είναι η φιλενάδα του αδελφού της Adina, (πρόκειται για την Elena-Constantina Patrascu) και έτσι συναντήθηκαν και οι τρεις, για να μιλήσουν. Σημειώνουμε εδώ πως η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι οι δύο άλλες κοπέλες ήταν αυτές που εντοπίστηκαν από την Αστυνομία μαζί της στο διαμέρισμα. Σύμφωνα με την κατάθεση της, ο λόγος που η Μ.Κ.3 συμφώνησε να έρθει στην Κύπρο ήταν ότι ήθελε να έχει ένα καλύτερο μισθό, να βοηθήσει την οικογένεια της και να μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Η Adina της είχε αναφέρει ότι είναι η Elena Duca, Ρουμάνα, που τους βρήκε εργασία στην Κύπρο και ότι είναι αυτή που συνεννοήθηκε μαζί με την ηλικιωμένη γυναίκα που μίλησε αρχικά στην Adina. Η Adina της ζήτησε, σύμφωνα με οδηγίες της Κατηγορουμένης 6, όπως της είπε, να εξασφαλίσει πιστοποιητικό ελευθερίας, και η Μ.Κ.3 πήγε στο Δημαρχείο και το εξασφάλισε. Όπως της είπε η Adina, η Μ.Κ.3 θα εργαζόταν σε εστιατόριο ως σερβιτόρα, επειδή ξέρει Αγγλικά, 8 ώρες ημερησίως τις καθημερινές, ίσως και Σαββατοκύριακο, θα είχε δωρεάν διαμονή και δωρεάν ένα γεύμα την ημέρα στην εργασία της. Έτσι, η ίδια πήγε με ταξί με την Elena και την Adina στο αεροδρόμιο και εκεί γνώρισαν την Elena Duca, η οποία ήταν εκεί μαζί με τον φίλο της Petre, την κόρη της Bettie και την αδελφότεκνη της Mari. H σχέση μεταξύ αυτών των κοπέλων αναφέρθηκε και από την ίδια την Κατηγορουμένη 6 σε κατάθεση της και εν πάση περιπτώσει δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από οποιαδήποτε πλευρά. H M.K.3 αναγνώρισε στο Δικαστήριο την Elena Duca ως την Κατηγορουμένη
  47. Όπως της είπε η Adina, τα εισιτήρια τα παρέλαβε από ένα γραφείο στο αεροδρόμιο, κατόπιν υποδείξεων της Κατηγορουμένης 6 στο αεροδρόμιο και δεν γνωρίζει ποιος πλήρωσε γι΄ αυτά, θέση την οποία επανέλαβε και στην αντεξέταση της. Εκεί η Κατηγορουμένη 6 τους είπε να προσέχουν την εργασία τους και εάν είναι καλές, θα μπορούσαν να φέρουν και τις οικογένειες τους στην Κύπρο. Η Bettie και η Mari ταξίδεψαν μαζί τους στην Κύπρο, έφυγαν από τη Ρουμανία στις 2.3.16 με βραδινή πτήση της Tarom και αφίχθηκαν στην Κύπρο τα μεσάνυχτα ξημερώματα της 3ης Μαρτίου. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε πως η μετάβαση των συγκεκριμένων κοπέλων στην Κύπρο στις 3.3.16 επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Κ.20, από τις καταθέσεις των διευθυντών ταξιδιωτικών πρακτορείων, Τεκμήρια 56 και 57 καθώς επίσης και από τον Κατηγορούμενο 5, όπως θα διαφανεί πιο κάτω. Σε εκείνο το στάδιο η κατάθεση διακόπηκε και η Μ.Κ.3 προέβη στην αναγνώριση των Κατηγορουμένων 5 και 7 ως Samuel και Chris. Η Μ.Κ.3 άκουγε το όνομα του Samuel όπως επίσης και του Chris από την Κατηγορουμένη 6, μια φορά είδε τον καθένα, δεν τους μίλησε αλλά τους φοβάται. Στη δεύτερη της κατάθεση η Μ.Κ.3 ανέφερε πως άκουσε για τον Samuel όταν τις παρέλαβε στο αεροδρόμιο και για τον Chris από τη Bettie η οποία είπε πως ο Samuel o οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο είναι ο γαμπρός του Chris. Επίσης τις επόμενες μέρες, ενώ ήταν στο πρώτο διαμέρισμα άκουγε τη Mari και τη Bettie που συζητούσαν μεταξύ τους και μιλούσαν για τον Samuel και τον Chris που είναι δικηγόρος. Κατά την αντεξέταση της επέμενε στην πιο πάνω θέση της προσθέτοντας πως μέσω αυτών των δύο είχε αρχικά ακούσει το όνομα του Samuel, ενώ αργότερα το άκουσε και από την Κατηγορουμένη 6 κατά τη συνομιλία της με τις Mari και Bettie. Στην πρώτη κατάθεση της η Μ.Κ.3 ανέφερε πως όταν αφίχθηκαν στο αεροδρόμιο στην Κύπρο, τους περίμενε ο Samuel (τον οποίο αναγνώρισε στο Δικαστήριο ως τον Κατηγορούμενο 5) μαζί με ακόμα έναν άνθρωπο. Η Bettie και η Mari μιλούσαν με τον Κατηγορούμενο 5 και της έδωσαν την εντύπωση ότι γνωρίζονταν από προηγουμένως επειδή είχαν πολλή οικειότητα μεταξύ τους. Μπήκαν σε δύο αυτοκίνητα, η Μ.Κ.3, με την Bettie και την Elena σε αυτό που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 5 και η Mari και η Adina στο άλλο με οδηγό έναν άλλο άνθρωπο που ήταν μαζί του. Τον άνθρωπο που οδηγούσε το δεύτερο αυτοκίνητο δεν τον γνώριζε, δεν τον ξαναείδε και δεν μίλησε μαζί του. Κατά τη διαδρομή προς Λευκωσία ο Κατηγορούμενος 5 μιλούσε με τη Bettie και τη ρωτούσε πώς είναι η μητέρα της, η Elena Duca. Πριν φθάσουν στο διαμέρισμα, ο Κατηγορούμενος 5 σταμάτησε κάπου και μετά επέστρεψε με ένα κλειδί αναφέροντας στη Bettie ότι πήρε το κλειδί του διαμερίσματος όπου θα έμεναν. Αστείεψε την ίδια και την Elena ότι θα τις αφήσει στον δρόμο να κάνουν πορνεία και αυτές φοβήθηκαν πολύ, ειδικά η Elena που ήταν έγκυος. Ο Samuel με τη Bettie γελούσαν, και η Bettie του είπε να σταματήσει γιατί κάτι θα καταλάβουν οι κοπέλες. Η ίδια ρώτησε τη Bettie τι εννοούσε και αυτή της είπε να μην ανησυχεί. Τις πήραν σε ένα διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων, στον δεύτερο όροφο στην οδό Δράμας, πίσω από την τράπεζα FBME. Γνωρίζει την οδό επειδή την άκουσε όταν στις 8.3.16 η Mari κάλεσε ταξί και μίλησε στα Αγγλικά. Στο διαμέρισμα, στο ένα δωμάτιο έμενε ένας Κύπριος που τον έλεγαν Ξένιο, στο δεύτερο δωμάτιο η ίδια με την Adina και την Elena και στο τρίτο δωμάτιο η Bettie και η Mari. Είναι σημαντικό να λεχθεί πως όλες οι αναφορές της Μ.Κ.3 σχετικά με τις συνθήκες παραλαβής, μεταφοράς, διαδρομής και διαμονής τους στο πρώτο αυτό διαμέρισμα συνάδουν πλήρως με τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου 5 και του Μ.Κ.
  48. Μάλιστα στα πλαίσια της αντεξέτασης της οι αναφορές της Μ.Κ.3 πως ο Μ.Κ.20 διέμενε μόνος στο διαμέρισμα, πως εκείνος είχε ξεχωριστό σετ κλειδιών (από τη Mari και αργότερα την Κατηγορουμένη 6) και πως ο Μ.Κ.20 έφευγε το πρωί και επέστρεφε το βράδυ επιβεβαιώθηκαν από τον Μ.Κ.
  49. Η Μ.Κ.3 επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Κ.20 και για το ότι έλεγαν μόνο μια καλημέρα και ουδέποτε είχαν συζήτηση μεταξύ τους και θεωρούμε πειστική την άρνηση της στην υποβολή ότι είχε μιλήσει με τον Μ.Κ.20 και του είπε πως είχε έρθει στην Κύπρο για τουρισμό, υποβολή η οποία σημειώνουμε πως δεν τέθηκε στον Μ.Κ.
  50. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να παραπέμψουμε στη γνωστή νομική αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρος σε ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του ή γενικά της εκδοχής του δίδει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει αυτή την παράλειψη ως αποδοχή της εν λόγω μαρτυρίας. Σχετικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Λ.Κ. v. Αστυνομίας

(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Δρουσιώτης v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 505 και Χαραλάμπους v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 201/12, ημ. 14.2.
  1. Κρίνουμε επίσης καθόλα βάσιμη και εύλογη την τοποθέτηση της πως δεν υπέβαλε παράπονο στον Μ.Κ.20 επειδή έβλεπε πως αυτός είχε σχέση με τις κοπέλες, Bettie, Mari και Κατηγορουμένη 6, και ικανοποιούμαστε πως η Μ.Κ.3 κατέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα για το ζήτημα λέγοντας πως ο Μ.Κ.20 δεν ήταν «κακός άνθρωπος» αλλά απλώς πως η ίδια φοβόταν να του μιλήσει επειδή αυτός ήξερε την Κατηγορουμένη 6 και η Μ.Κ.3 δεν ήξερε τι μπορούσε να της κάνει. Η Μ.Κ.3 επίσης απάντησε με αμεσότητα πως δεν είχε αντιληφθεί κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 5 είχε ζητήσει καλοριφέρ και το μετέφερε στο δωμάτιο της. Σημειώνουμε πως ούτε και ο Μ.Κ.20 ανέφερε πως το καλοριφέρ προορίζετο για το δωμάτιο της Μ.Κ.
  2. Επίσης η Μ.Κ.3 δεν δίστασε να αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος 5 δεν τις είχε βοηθήσει με τις αποσκευές αλλά είχε φροντίσει το φαγητό τους εκείνη τη νύκτα, όπως ανέφερε και ο Κατηγορούμενος 5 στην ανώμοτη του δήλωση. Σύμφωνα με την κατάθεση της, στο πρώτο αυτό διαμέρισμα κάθε μέρα η Μ.Κ.3 ρωτούσε τη Mari πότε θα υπέγραφαν το συμβόλαιο εργασίας και αυτή τους έλεγε να κάνουν υπομονή και έβρισκε διάφορες δικαιολογίες, όπως π.χ. ότι την επομένη θα μιλούσε με την Κατηγορουμένη
  3. Μετά από λίγες μέρες έφθασε στην Κύπρο η Κατηγορουμένη 6 και ήρθε στο διαμέρισμα και έμενε μαζί τους, θέση η οποία, όπως θα φανεί κατωτέρω, επιβεβαιώνεται και από την ίδια την Κατηγορουμένη 6 στη δική της κατάθεση. Ήρθε Σαββατοκύριακο και τους έλεγε ότι θα ξεκινούσαν εργασία τη Δευτέρα, κάτι το οποίο δεν έγινε ποτέ. Δύο μέρες αργότερα, η Elena-Constantina Patrascu διαμαρτυρήθηκε ότι βαρέθηκε να περιμένει και τότε η Κατηγορουμένη 6 τη χαστούκισε στο πρόσωπο και ακολούθως οι τρεις παραπονούμενες πήγαν στο δωμάτιο τους. Τότε η ίδια μαζί με την Adina και την Elena ζήτησαν βοήθεια μέσω της εφαρμογής WhatsApp από το κινητό της Μ.Κ.
  4. Στην αντεξέταση της η Μ.Κ.3 ανέφερε πως η Κατηγορουμένη 6 και η Mari τους είχαν πει ότι δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση και να χρησιμοποιούν το διαδίκτυο, και επειδή η Μ.Κ.3 έβλεπε την κόρη της Κατηγορουμένης 6 να το χρησιμοποιεί, σε μια περίπτωση που αυτές έλειπαν από το σπίτι η Μ.Κ.3 βρήκε το κουτί και τον κωδικό. Σύμφωνα με την κατάθεση της, εκεί έμειναν περίπου για δέκα μέρες όταν η Κατηγορουμένη 6 τους είπε ότι έπρεπε να αλλάξουν διαμέρισμα επειδή τελείωνε το ενοίκιο και τις πήρε στο διαμέρισμα όπου τους βρήκε η Αστυνομία. Στη δεύτερη της κατάθεση η Μ.Κ.3 ανέφερε πως ενώ διέμενε στο πρώτο διαμέρισμα μια φορά πήγε με τη Mari για ψώνια σε ένα minimarket κάτω από την πολυκατοικία, και επειδή η ίδια δεν είχε χρήματα η Mari της αγόρασε ψωμί και πήρε μονάδες για το δικό της τηλέφωνο. Επίσης μια νύκτα η Bettie τους πήρε στο δωμάτιο πίτσα και την επομένη άκουσε από αυτή πως είναι ο Μ.Κ.20 που την είχε αγοράσει, θέση η οποία και πάλι επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Κ.
  5. Σύμφωνα με τη δεύτερη κατάθεση της Μ.Κ.3, όταν έφυγαν από το πρώτο διαμέρισμα, αρχικά τις πήραν όλες σε κάποιο άλλο και εκεί παρέμειναν η Μ.Κ.3 με την Κατηγορουμένη 4, ενώ οι υπόλοιπες μεταφέρθηκαν στο τελευταίο (τρίτο) διαμέρισμα όπου εντοπίστηκαν από την Αστυνομία, και εκεί την επομένη πήγαν επίσης η Μ.Κ.3 και η Κατηγορουμένη
  6. Στο δεύτερο διαμέρισμα διέμεναν πολλοί αλλοδαποί άντρες και εκεί η Μ.Κ.3 προσπάθησε να διαφύγει αλλά τελικώς το πρόσωπο που την είχε μεταφέρει εκεί, ένας Πακιστανός που έμενε εκεί και η Κατηγορουμένη 4 βρέθηκαν πίσω από την πόρτα του διαμερίσματος και την εμπόδισαν. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της η Μ.Κ.3 προέβαλε μια λογική θέση, ήτοι πως ζήτησε από την Κατηγορουμένη 4 να φύγει από εκεί επειδή δεν ένιωθε άνετα με την παρουσία τόσο πολλών αντρών εκεί και να τη μεταφέρει στο τρίτο διαμέρισμα όπου βρίσκονταν οι άλλες δύο κοπέλες, αισθανόμενη προφανώς περαιτέρω ασφάλεια, και έδωσε με αυθορμητισμό και συνέπεια μια πλήρη και παραστατική περιγραφή του συμβάντος κατά το οποίο την εμπόδισαν να φύγει από το διαμέρισμα. Στην πρώτη της κατάθεση η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι στο πρώτο διαμέρισμα στην οδό Δράμας, μια μέρα άκουσε τη Mari που είπε ότι ο Chris θα πήγαινε να πάρει γκάζι και παρόλο που δεν είδε ποιος το έφερε, τον είδε στην κουζίνα να μιλά μαζί της στα Ρουμάνικα. Με δεδομένη αυτή την αναφορά και τη θέση του Μ.Κ.20 πως πράγματι κάποιος είχε πάρει γκάζι στο διαμέρισμα, συνάγεται ως εύλογο το συμπέρασμα πως είναι ο Κατηγορούμενος 7 που πήρε το γκάζι. Και στην αντεξέταση της η Μ.Κ.3 παρέμεινε σταθερή σε αυτή τη θέση λέγοντας επίσης πως η Mari της είχε πει ότι ο Chris είχε φέρει φαγητό. Και πάλι στοιχείο της αντικειμενικότητας της μάρτυρος ήταν η σαφής της τοποθέτηση πως ο Κατηγορούμενος 7 ουδέποτε έκανε οποιαδήποτε κίνηση έναντι της είτε με πράξη είτε με λόγια και δεν απέκλεισε την πιθανότητα ο Κατηγορούμενος 7 να μην είχε σχέση με την υπόθεση, εκφράζοντας βεβαίως τη δική της πεποίθηση επί αυτού και βασιζόμενη στην εμπλοκή του όπως η ίδια την είχε αντιληφθεί. Επίσης, σύμφωνα με την κατάθεση της, η Μ.Κ.3 άκουγε την Κατηγορουμένη 6 που μιλούσε στα Ρουμάνικα με κάποιον και του έλεγε ότι πρέπει να γίνει ο γάμος το συντομότερο δυνατό. Σε μια άλλη περίπτωση, άκουσε τη Mari να μιλά στα Αγγλικά και να λέει «marriage». Όπως είπε, στο πρώτο διαμέρισμα πήγε και η Christina Mihaela από τη Ρουμανία, την οποία αναγνώρισε στο Δικαστήριο ως την Κατηγορουμένη 4, η οποία έμεινε εκεί για δυο-τρεις νύκτες και τις πρόσεχε. Η Κατηγορουμένη 4 μιλούσε με οικειότητα με τη Bettie και τη Mari όπως και με την Κατηγορουμένη 6, χωρίς να γνωρίζει ποια ήταν ακριβώς η σχέση τους. Στο πρώτο διαμέρισμα στην οδό Δράμας, οι τρεις κοπέλες μπορούσαν να βγουν έξω με τη συνοδεία της Κατηγορουμένης 6, της Bettie και της Mari. Μετά, στο διαμέρισμα όπου τις βρήκε η Αστυνομία, έμεναν πολλοί αλλοδαποί άντρες, και η Κατηγορουμένη 4 έμενε μαζί τους και τις έλεγχε, ακόμα και για να πάνε στην τουαλέτα, και δεν τις άφηνε να βγουν από το διαμέρισμα. Προφορικά πρόσθεσε πως η Μ.Κ.3 δεν έτρωγε, ούτε έπινε και όταν τη ρώτησε η Κατηγορουμένη 4 γιατί το κάνει αυτό, η Μ.Κ.3 της απάντησε πως είναι εξαιτίας της δικής της συμπεριφοράς προς την ίδια και τότε η Κατηγορουμένη 4 φώναζε και την απείλησε ρωτώντας την κατά πόσο ήθελε να τηλεφωνήσει στην Κατηγορουμένη 6 και να προσέχει την οικογένεια της στη Ρουμανία. Όπως ανέφερε στη δεύτερη της κατάθεση, οι κοπέλες δεν μπορούσαν να βγουν από το δεύτερο (εννοώντας προφανώς αυτό στο οποίο διέμεναν όλες οι κοπέλες μαζί, δηλαδή το τρίτο) διαμέρισμα επειδή η πόρτα ήταν κλειδωμένη και κάθε φορά που έβγαιναν από το δωμάτιο η Κατηγορουμένη 4 τις ρωτούσε που πάνε, ενώ όταν ρώτησαν τις Κατηγορούμενες 4 και 6, τη Bettie και τη Mari γιατί ήταν περιορισμένες, αυτές απάντησαν πως οι άδειες εργασίας τους δεν ήταν έτοιμες και πως θα είχαν πρόβλημα με την Αστυνομία. Στη δεύτερη της κατάθεση η Μ.Κ.3 ανέφερε πως, ενώ διέμεναν στο τρίτο διαμέρισμα, μια μέρα η Elena ήθελε να κάνει κάτι ψώνια και η Κατηγορουμένη 4 είπε ότι θα έπαιρνε αυτή και την Adina βόλτα και θα έκαναν και τα ψώνια τους. Η Μ.Κ.3 εξέφρασε την επιθυμία να πάει και αυτή αλλά η Κατηγορουμένη 4 της αρνήθηκε και της είπε να μείνει στο δωμάτιο της. Θεωρούμε βάσιμη την εξήγηση που έδωσε στην αντεξέταση της πως δεν αντέδρασε επειδή ήταν πολύ νευριασμένη και προτίμησε απλά να σιωπήσει. Στη συνέχεια της κατάθεσης της η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι η Κατηγορουμένη 4 έφυγε με τις δύο κοπέλες και όταν επέστρεψαν είπαν στη Μ.Κ.3 πως μαζί τους ήταν και δυο-τρεις Πακιστανοί. Προφορικά η Μ.Κ.3 πρόσθεσε πως οι δύο κοπέλες της είπαν επίσης πως η Κατηγορουμένη 4 τους είπε να πιάσουν τους δύο Πακιστανούς από το χέρι και αυτές αρνήθηκαν, και τότε, κατόπιν απειλών για τις οικογένειες τους, το έπραξαν. Η Μ.Κ.3 ανέφερε επίσης πως πήγαν σε μπακάλικο για ψώνια και μετά στο McDonald's και μάλιστα έφεραν και φαγητό στην ίδια στο σπίτι. Η θέση της Μ.Κ.3 πως η ίδια δεν γνωρίζει τα γεγονότα παρά μόνο μετέφερε όσα της είπε η Adina επί τούτου ενδυναμώνει την πεποίθηση του Δικαστηρίου για την ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα της μάρτυρος. Είναι όμως σημαντικό να λεχθεί πως αυτή η περιγραφή των γεγονότων επιβεβαιώνεται από τους ίδιους τους Κατηγορούμενους 1 και 2, όπως θα φανεί κατωτέρω. Η ειλικρίνεια της μάρτυρος αποκαλύπτεται επίσης και από το γεγονός πως η ίδια δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τους Κατηγορούμενους 1-3, οι οποίοι εντοπίστηκαν στο τρίτο διαμέρισμα από την Αστυνομία και μάλιστα ο Κατηγορούμενος 3 διέμενε εκεί, στοιχείο το οποίο ενδυναμώνει την πεποίθηση του Δικαστηρίου πως η Μ.Κ.3 αρκέστηκε να αναφέρει μόνο όσα γνώριζε. Στα ίδια πλαίσια αξιολογείται και η σαφής της τοποθέτηση πως ενώ διέμεναν στο τρίτο διαμέρισμα η Κατηγορουμένη 6 δεν πήγε ποτέ εκεί ενώ η Mari μόνο μια φορά. Αυτή η στάση της Μ.Κ.3 αποτελεί ακόμα μια ένδειξη πως αυτή απέδωσε στον καθένα όσα η ίδια βίωσε. Σύμφωνα με την πρώτη κατάθεση της, η Μ.Κ.3 έμεινε εκεί για τρεις νύκτες και δεν γνωρίζει ποιος πλήρωνε τα ενοίκια και τα άλλα έξοδα. Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 5, είπε ότι τον είδε στο αεροδρόμιο και ότι ήταν αυτός που τις μετέφερε στο πρώτο διαμέρισμα, και τον Κατηγορούμενο 7, ότι τον είδε μια φορά στο πρώτο διαμέρισμα, όταν τους πήρε φαγητό, και τον είδε να μιλά με τη Bettie και τη Mari. Η Μ.Κ.3 ανέφερε επίσης πως παρόλο που δεν της είχαν πει οτιδήποτε για να παντρευτεί στην Κύπρο, εντούτοις της είχε περάσει από το μυαλό όταν άκουσε την Κατηγορουμένη 6 και τη Mari να μιλούν στο τηλέφωνο για γάμο. Έδωσε την ταυτότητα της και το πιστοποιητικό ελευθερίας της στην Κατηγορουμένη 6 και έκτοτε δεν τα έχει ξαναδεί. Συγκεκριμένα, το πιστοποιητικό ελευθερίας της το είχε δώσει από τη Ρουμανία μέσω της Adina, ενώ την ταυτότητα τη ζήτησε η ίδια η Κατηγορουμένη 6 λίγες μέρες προηγουμένως για να διευθετήσει την εργασία της στην Κύπρο, θέσεις τις οποίες επανέλαβε με συνέπεια και στην αντεξέταση της. Η Μ.Κ.3 δήλωσε πως είχε κινητό τηλέφωνο με Ρουμανικό αριθμό, και με αυτό κατάφερε και μίλησε με την ξαδέλφη της Mihaela που μένει στην Κύπρο (πρόκειται για την M.D.) και της ζήτησε βοήθεια. Τέλος, η Μ.Κ.3 δήλωσε πως είχε έρθει στην Κύπρο για εργασία και όχι για να είναι κλειδωμένη σε ένα διαμέρισμα και πως η Κατηγορουμένη 6 τις απειλούσε ότι θα σκοτώσει τις οικογένειες τους στη Ρουμανία εάν δεν ήταν ήρεμες και δημιουργούσαν προβλήματα, ενώ η Κατηγορουμένη 4 τους ανέφερε ότι η Κατηγορουμένη 6 είναι μεγάλη μαφία και να προσέχουν τις οικογένειες τους. Στη δεύτερη της κατάθεση η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι κατά το διάστημα που οι Κατηγορούμενες 4 και 6, η Bettie και η Mari έμεναν μαζί με τις τρεις κοπέλες, τις άκουσε που μιλούσαν μεταξύ τους για τα δικά τους και ότι η Κατηγορουμένη 4, στο δεύτερο (εννοώντας προφανώς το τρίτο) διαμέρισμα όπου έμεναν διάφοροι Πακιστανοί, είπε στην ίδια και στις δύο άλλες κοπέλες πως αυτοί είναι οι μελλοντικοί τους σύζυγοι. Προφορικά η Μ.Κ.3 πρόσθεσε πως όταν το άκουσε αυτό αντέδρασε και είπε ότι δεν χρειαζόταν σύζυγο και δεν θα γινόταν τέτοιο πράγμα, και φοβόταν την αντίδραση της Κατηγορουμένης 4 αλλά και λόγω της παρουσίας τόσο πολλών αντρών στο σπίτι. Η επανάληψη στην αντεξέταση της πως η Κατηγορουμένη 4 έδειξε μόνο στις άλλες δύο κοπέλες τους μελλοντικούς συζύγους τους αποτελεί ακόμα μια ένδειξη της συνέπειας που χαρακτηρίζει τη μαρτυρία της αλλά και της επιθυμίας της να αποκαλύψει την αλήθεια, αποδίδοντας με ακρίβεια στον καθένα ό,τι ακριβώς του αναλογούσε σε πράξεις. Στη δεύτερη της κατάθεση η Μ.Κ.3 ανέφερε επίσης πως αυτές δεν μιλούσαν ελεύθερα για να μην καταλάβουν οι τρεις κοπέλες οτιδήποτε αλλά μια φορά τις άκουσε να λένε ότι πρέπει να έρθουν οι άνθρωποι να τις δουν ή να πάνε αυτές κάπου, χωρίς να καταλάβει για τι ακριβώς μιλούσαν. Μια φορά άκουσε την Κατηγορουμένη 6 να μιλά με τη Mari και έλεγαν ότι ο Chris δεν του είχε φέρει φαγητό για να τις ταΐσει και ότι οι ίδιες δεν είχαν χρήματα για να αγοράσουν φαγητό στις κοπέλες. Στη δεύτερη της κατάθεση η Μ.Κ.3 εξήγησε πώς κατάφερε να επικοινωνήσει τελικά με την ξαδέλφη της Mihaela (τη M.D.). Συγκεκριμένα, η Mihaela που είναι παντρεμένη και διαμένει στην Κύπρο την πήρε αρχικά τηλέφωνο και μετά της έστειλε μήνυμα μέσω Facebook ότι βρίσκεται στην Κύπρο εφόσον είχε πληροφορηθεί από τον πατέρα της Μ.Κ.3 ότι και η Μ.Κ.3 ήταν στην Κύπρο και η Μ.Κ.3 της έστειλε τον αριθμό τηλεφώνου της. Μίλησαν στο WhatsApp και η Μ.Κ.3 σκέφτηκε πως επειδή αυτή ήξερε Ελληνικά, η Αστυνομία θα τη λάμβανε υπόψιν και έτσι την επόμενη μέρα της τηλεφώνησε, της είπε τι συνέβαινε, ότι ήταν κλειδωμένες και της ζήτησε βοήθεια. Της έστειλε την περιοχή όπου βρισκόταν και έτσι μπόρεσε η Αστυνομία να τις εντοπίσει. Σε τρίτη της κατάθεση ημ. 1.4.16, Έγγραφο 5Α στη Ρουμάνικη και 5Β η μετάφραση στην Ελληνική, η Μ.Κ.3 αναγνώρισε τον Adeel Hashmi ότι βρισκόταν στο τρίτο διαμέρισμα και μιλούσε με την Κατηγορουμένη 4 στα Αγγλικά εάν ήταν όλα εντάξει και εάν οι τρεις κοπέλες χρειάζονταν κάτι. Στην αντεξέταση της η Μ.Κ.3 επέμενε πως η Κατηγορουμένη 4 συνεννοείτο με αυτό τον Πακιστανό όπως και με εκείνον στο δεύτερο διαμέρισμα μιλώντας λίγο Ρουμάνικα, λίγο Αγγλικά και με νοήματα, λέγοντας πως την είχε ακούσει να μιλά λίγα Αγγλικά. Η επιθυμία της Μ.Κ.3 να αναφερθεί μόνο σε όσα γνώριζε ή ήταν σε θέση να θυμηθεί φαίνεται και από την αναφορά της πως η Κατηγορουμένη 4 δεν είχε κλειδιά του δεύτερου διαμερίσματος, όπως ούτε και του τρίτου, αφήνοντας την εντύπωση πως δεν ήθελε πάση θυσία να αποδώσει πράξεις στους Κατηγορούμενους που η ίδια δεν είχε αντιληφθεί. Εδώ είναι πάλι σημαντικό να λεχθεί πως η μαρτυρία της Μ.Κ.3 για τη διαμονή της Κατηγορουμένης 4 στα δύο αυτά διαμερίσματα επιβεβαιώνεται και από την ίδια την Κατηγορουμένη 4 στην κατάθεση της, όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω. Μέσα από την πιο πάνω παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.3, προκύπτει αβίαστα πως αυτή παρέμεινε απολύτως σταθερή και συνεπής στην εκδοχή της, αποκαλύπτοντας μόνο όσα περιέπεσαν στη δική της αντίληψη με αντικειμενικότητα, και πως η Μ.Κ.3 δεν κλονίστηκε παρά τη μακρά και επίπονη αντεξέταση της. Οι αναφορές της σχετικά με τα βασικά γεγονότα μεταφέρθηκαν με την ίδια συνέπεια από την ίδια και προς τη Μ.Κ.13, όπως θα φανεί κατωτέρω. Επισημαίνουμε πως καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της η ταραχή και η συναισθηματική της φόρτιση ήταν εμφανείς και διάχυτες όπως και ο φόβος και η ανασφάλεια που ένοιωθε αναφερόμενη αλλά και ειδικά όταν έβλεπε στο Δικαστήριο την Κατηγορουμένη
  7. Ο τρόπος που κατέθετε ήταν ειλικρινής με ένα αφοπλιστικό αυθορμητισμό και έπειθε για την ορθότητα των λεγομένων της. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός πως το όλο ιστορικό των γεγονότων από την αναχώρηση της από τη Ρουμανία μέχρι και τον εντοπισμό τους από την Αστυνομία επιβεβαιώνεται τόσο από μάρτυρες κατηγορίας αλλά και από τους ίδιους τους Κατηγορούμενους. Ήταν βασική θέση των συνηγόρων Υπεράσπισης ότι λόγω του σχετικά ψηλού επιπέδου της μόρφωσης της αλλά και λόγω του ότι γνώριζε την αλήθεια από την αρχή, είχε έρθει στην Κύπρο με σκοπό να παντρευτεί υπήκοο τρίτης χώρας σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση για να μπορέσει ο τελευταίος να αποκτήσει άδεια διαμονής και παραμονής, έναντι αμοιβής, θέση την οποία αρνήθηκε σθεναρά επαναλαμβάνοντας με ιδιαίτερη επιμονή ότι η Κατηγορουμένη 6 είχε αναφέρει στη ξαδέλφη της Adina ότι θα ερχόταν Κύπρο να εργαστεί ως σερβιτόρα με καλό μισθό και εξασφαλισμένη διαμονή και γι΄ αυτό και αποφάσισε να έρθει. Η Μ.Κ.3 ήταν ιδιαίτερα κατηγορηματική πως δεν ήρθε στην Κύπρο με τις άλλες κοπέλες με τον κοινό στόχο να παντρευτούν έναντι αμοιβής και επιστρέψουν στη Ρουμανία. Η Υπεράσπιση άφησε να νοηθεί πως ήταν αδύνατο για τη Μ.Κ.3 να εργαστεί σε εστιατόριο εφόσον η μοναδική της εμπειρία σε εργασία ήταν πλασιέ, όμως η Μ.Κ.3 παρέμεινε πλήρως συνεπής πως αυτή ήταν η πληροφόρηση της για τη φύση της εργασίας της εδώ. Η Μ.Κ.3 επέμενε επίσης μέχρι τέλους πως ο λόγος για τον οποίο ήρθε στην Κύπρο ήταν για ένα καλύτερο μισθό από εκείνο που έπαιρνε στη Ρουμανία, αποκλείοντας με απόλυτο και πειστικό τρόπο πως έψαχνε άντρα, δηλώνοντας πως εάν ήθελε άντρα θα παντρευόταν όποιον η ίδια διάλεγε από τη Ρουμανία και όχι κάποιον που θα της υπέβαλλαν. Της υπεβλήθη επίσης έντονα ότι ήταν επειδή γνώριζε την αλήθεια, δηλαδή ότι θα τελούσε γάμο με υπήκοο τρίτης χώρας έναντι αμοιβής, που είχε ζητήσει και λάβει το πιστοποιητικό ελευθερίας το οποίο ήξερε ότι είναι απαραίτητο μόνο όταν κάποιος πρόκειται να παντρευτεί και όχι για σκοπούς εργασίας. Η Μ.Κ.3 δεν δίστασε να αναγνωρίσει πως τέτοιο πιστοποιητικό συνήθως ζητείται για τον σκοπό τέλεσης γάμου, όμως επέμενε πειστικά και βάσιμα ότι αφενός έδειξε εμπιστοσύνη στη ξαδέλφη της Adina η οποία της είπε πως χρειάζεται τέτοιο έγγραφο και αφετέρου ότι η ίδια δεν γνώριζε τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μάλιστα πρόσθεσε πως η Adina, με δική της πρωτοβουλία, τη συνόδευσε στο Δημαρχείο και ήταν εκείνη που μίλησε εκ μέρους της και συμπλήρωσε τη σχετική αίτηση ζητώντας από τη Μ.Κ.3 να συμπληρώσει μόνο τα προσωπικά της στοιχεία, αντικρούοντας πειστικά την υποβολή πως η Μ.Κ.3 συμπλήρωσε την αίτηση και επικαλέστηκε ή έγραψε τον λόγο αίτησης για εξασφάλιση αυτού του πιστοποιητικού. Επίσης η θέση της Μ.Κ.3 πως έφθασε στην Κύπρο με λίγα πράγματα, τα απαραίτητα, επειδή επρόκειτο να ερχόταν και η οικογένεια της εντός των επόμενων 2-3 εβδομάδων και θα της έφερναν τα πράγματα της, αντικρούει επαρκώς την υποβολή ότι έφερε λίγα πράγματα επειδή σκόπευε να επιστρέψει στη χώρα της σύντομα, ήτοι μετά την τέλεση του γάμου. Θεωρούμε επίσης πειστική τη θέση της πως λόγω ακριβώς της εμπιστοσύνης που είχε προς τη ξαδέλφη της, Adina, δεν υποψιάστηκε κάτι κακό από το γεγονός ότι θα τους πλήρωναν τη μεταφορά, τη διαμονή και το φαγητό τους. Δεν μας διαφεύγει η αδυναμία της μάρτυρος να τοποθετήσει με ακρίβεια τις ημερομηνίες διαμονής τους στα διάφορα διαμερίσματα, γεγονός το οποίο θεωρούμε πως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία καθότι δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης, αφορά εν πάση περιπτώσει επουσιώδες ζήτημα και κρίνεται φυσιολογικό λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος μέχρι και τη μαρτυρία της Μ.Κ.3 στο Δικαστήριο, όπως βάσιμα αναγνώρισε και η ίδια. Η ειλικρίνεια της Μ.Κ.3 διεφάνη επίσης από την παραδοχή της πως στις 8.3.16 μετέβηκαν σε μουσικοχορευτικό κέντρο με την Κατηγορουμένη 6, πλην όμως επέμενε με σταθερότητα πως μετά από αυτό δεν τις άφηναν να βγουν έξω. Αυτή η έξοδος επιβεβαιώθηκε και από την Κατηγορουμένη 6 και από το βίντεο που απεικονίζεται στο usb, Τεκμήριο 55, το οποίο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πολύ αργότερα, στα πλαίσια της μαρτυρίας, και δη της αντεξέτασης, του Μ.Κ.
  8. Παρά και πάλι την αδυναμία της Μ.Κ.3 να τοποθετήσει με χρονική ακρίβεια τα γεγονότα, την οποία κρίνουμε δικαιολογημένη, η Μ.Κ.3 ήταν σαφής πως αυτή η έξοδος είχε προηγηθεί του επεισοδίου βίας από την Κατηγορουμένη 6 προς την Elena και επέμενε πως από τις πρώτες μέρες της δημιουργήθηκαν αμφιβολίες, ανησυχούσε και πως την καθησύχαζε η Adina, την οποία η Μ.Κ.3 εμπιστευόταν αφού ήταν ξαδέλφη της. Μετά το επεισόδιο βίας η Μ.Κ.3 έπαθε πανικό και προσπάθησε να ειδοποιήσει για βοήθεια. Και πάλι η Μ.Κ.3 εξέφρασε με αντικειμενικότητα πως δεν ήταν βέβαιη κατά πόσο παρούσες στο επεισόδιο βίας ήταν και η Bettie και η Mari. Η Μ.Κ.3 πρόσθεσε επίσης πως ο λόγος που την άφησαν να πάει στο minimarket ενώ διέμενε στο πρώτο διαμέρισμα, ήταν όταν φάνηκε πως δεν άντεχε να ήταν κλεισμένη, χωρίς να αναιρέσει σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας της το γεγονός πως τις είχαν κλειδωμένες με πολύ περιορισμένη διακίνηση και μόνο κατόπιν συνοδείας. Στα πλαίσια των αγορεύσεων η Υπεράσπιση έθιξε ζήτημα καθυστέρησης στην καταγγελία της υπόθεσης, υπονοώντας πως η καταγγελία οφείλεται σε αλλότρια κίνητρα. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, επισημαίνουμε πως τα γεγονότα εκτυλίχθησαν σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, 13 ημερών, κατά το οποίο μάλιστα δεν είχε διαφανεί εξαρχής η πρόθεση τέλεσης γάμων των τριών κοπέλων. Αντιθέτως, προκύπτει πως μέχρι και τις 8.3.16 οι κοπέλες δεν είχαν αντιληφθεί ξεκάθαρα πως προορίζονταν για γάμο και όχι για εργασία, ενώ με το πρώτο επεισόδιο βίας, από τις 18.3.16 αυτές προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να ζητήσουν βοήθεια. Οι συνθήκες αποκλεισμού τους, η έλλειψη σύνδεσης τους με το διαδίκτυο και ο εκφοβισμός τους μήπως εντοπιστούν από την Αστυνομία αποτελούν βάσιμους παράγοντες για την αδυναμία αυτών να βρουν τρόπο να αποταθούν για βοήθεια ενωρίτερα και μάλιστα σε άτομα στα οποία θα αισθάνονταν ασφαλείς να το πράξουν. Επομένως, θεωρούμε πως δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταγγελία αλλά αντιθέτως πως οι κοπέλες προέβηκαν σε καταγγελία μόλις αυτό κατέστη εφικτό. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας της Μ.Κ.3 και την όλη στάση και συμπεριφορά της στο εδώλιο, το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση πως επρόκειτο για ένα άτομο με ικανή αντίληψη και με κύριο στόχο την ολοκλήρωση των σπουδών της και την οικονομική στήριξη της οικογένειας της. Γι΄ αυτό αναζήτησε μια καλύτερη εργασία και μέλλον για την οικογένεια της στην Κύπρο, στηριζόμενη, δικαιολογημένα, σε συγγενικό της πρόσωπο, τόσο στα λεγόμενα της όσο και σε σχέση με όλες τις διευθετήσεις της μετάβασης και εξασφάλισης εργασίας της στην Κύπρο. Πράγματι διεφάνη πως από τις πρώτες κιόλας μέρες η ίδια ένιωθε μια ανησυχία και ανασφάλεια με την παρουσία τόσο πολλών αλλοδαπών αντρών, και στις αρχές καθησυχαζόταν από τη ξαδέλφη της, ενώ με την πάροδο του χρόνου άρχισε σταδιακά να αντιλαμβάνεται πως κάτι δεν πήγαινε καλά και πως προορίζονταν για άλλο σκοπό. Η όλη αφήγηση και οι επεξηγήσεις της μάρτυρος έδωσαν μια καθόλα συνεπή, λογική και ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης, όπως ακριβώς τη βίωσε. Ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική η απάντηση της στον συνήγορο των Κατηγορουμένων 1, 2 και 4, στην υποβολή πως δεν ήταν κλειδωμένες, ότι αυτός δεν ήταν στη δική της θέση για να νιώσει και ζήσει τι έζησε εκείνη. Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση, δεν διατηρούμε αμφιβολία πως η Μ.Κ.3 ήταν ειλικρινής και πως η αγωνία της και ο φόβος της αλλά και η τραυματική της εμπειρία για τα όσα έζησε μέχρι τον εντοπισμό της από την Αστυνομία μεταδόθηκαν επακριβώς, χωρίς υπερβολές και με ουδετερότητα, στο Δικαστήριο. Χωρίς κανένα ενδοιασμό αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη στην ολότητα της. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως δεχόμαστε και το σκέλος της μαρτυρίας της που αναφέρεται και στις άλλες δύο κοπέλες, ήτοι την Adina-Florentina Nascu και την Elena-Constantina Patrascu, στον βαθμό που αυτή προέρχεται από την προσωπική γνώση και εμπλοκή της Μ.Κ.3, εφόσον ήταν συνεχώς μαζί, και ουδόλως αφορά εξ ακοής δηλώσεις τους. Ι.Ζ Η εξέταση και αξιολόγηση των παραπονούμενων από Κλινικές Ψυχολόγους Η Μ.Κ.13, Μάρτια Λοϊζίδου, και η Μ.Κ.14, Φωτούλα Λεοντίου είναι Κλινικές Ψυχολόγοι στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Τα προσόντα και η εμπειρία τους καθώς επίσης το ότι και οι δύο κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός από όλες τις πλευρές. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως ένας εμπειρογνώμονας, κατ΄ εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, δύναται να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746 και Vasillico Cement Work v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 663. Σε τέτοια περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Σχετικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R., Fourris and another v. R.
(1983)2 C.L.R. 170, Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97 και Davie v. Edinborough Magistrate
(1953)SC 34. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, «η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες και των κοινών μαρτύρων». Ως εκ τούτου το Δικαστήριο υποχρεούται να αξιολογήσει τέτοια μαρτυρία και να προβεί στην κατάληξη του αναφορικά με την αξιοπιστία του μάρτυρος, είτε αποδεχόμενο εξ ολοκλήρου ή μέρος αυτής είτε απορρίπτοντας την. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Σύμφωνα με τις επιστολές ημ. 31.3.16 της Αστυνομίας, Τεκμήρια 32 και 33, οι οποίες κατατέθηκαν από τη Μ.Κ.13 στα πλαίσια της αντεξέτασης της από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων 1, 2 και 4, προκύπτει πως κατόπιν αιτήματος της Αστυνομίας, η Μ.Κ.13 προέβη σε αξιολόγηση της Μ.Κ.3 και της Adina-Florentina Neascu για να εξακριβωθεί η ψυχολογική τους κατάσταση τόσο πριν όσο και μετά την αναγνώριση τους ως θύματα από τις Aρχές, με σκοπό τη στήριξη και βοήθεια αλλά και την αξιολόγηση της ικανότητας τους για ενδεχόμενη συμμετοχή τους σε ποινική διαδικασία και παρουσίασε τις Eκθέσεις της σε σχέση με αυτές, Έγγραφα 20 και 19 αντίστοιχα. Όσον αφορά τη Μ.Κ.3 αρχικά αναφέρουμε πως η Έκθεση της Μ.Κ.13, Έγγραφο 20, βασίζεται στη Ψυχοδιαγνωστική Κλινική Συνέντευξη και στην Αναπτυξιακή Διανοητική Εκτίμηση (Raven Progressive Matrices). Όπως η Μ.Κ.13 εξήγησε στην αντεξέταση της, το Raven Progressive Matrices είναι ψυχομετρικό εργαλείο το οποίο μετρά τη νοητική ικανότητα κάποιου. Η περιγραφή της Μ.Κ.3 προς τη Μ.Κ.13, όπως περιέχεται στο Έγγραφο 20, για το οικογενειακό της ιστορικό και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθε στην Κύπρο και διέμενε εδώ, μέχρι και τον εντοπισμό της από την Αστυνομία παρουσιάζει πλήρη συνοχή με το περιεχόμενο των καταθέσεων και την προφορική της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως καταγράφεται στο Έγγραφο 20, κατά τις δύο συναντήσεις της Μ.Κ.3 με τη Μ.Κ.13, στις 28.4.16 και στις 3.5.16, η Μ.Κ.3 ήταν συνεργάσιμη, είχε έντονο συναίσθημα και διατηρούσε τη βλεμματική επαφή. Ήταν καχύποπτη σε κάποιες ερωτήσεις και εξέφρασε έντονη ανησυχία για το ψυχομετρικό εργαλείο σκεφτόμενη πως τα αποτελέσματα μπορούν να σημαίνουν κάτι αρνητικό για την ίδια. Φάνηκε εξαρχής μια ευαισθησία στον τρόπο που μπορεί να τη σκεφτεί ο άλλος και ότι η στάση του απέναντι της θα είναι αρνητική. Τα συμπεράσματα της Μ.Κ.13 ήταν πως η Μ.Κ.3 δέχθηκε να απαντήσει στα ερωτήματα της δοκιμασίας, και όταν κάποια στιγμή δυσκολεύτηκε, εμφάνισε στοιχεία άγχους. Το Πρωτόκολλο ήταν έγκυρο για ερμηνεία και το νοητικό της επίπεδο κατατάσσεται στο χαμηλό φυσιολογικό. Λόγω οικονομικών δυσκολιών και σοβαρών προβλημάτων υγείας του πατέρα, η Μ.Κ.3 ανέλαβε μεγάλο μέρος της οικονομικής στήριξης της οικογένειας της και μετά από δικά της παθολογικά προβλήματα, αποφάσισε να έρθει στην Κύπρο να εργαστεί για μικρό χρονικό διάστημα. Παρουσιάζει άγχος, το οποίο είναι αντίδραση με την εξέλιξη των γεγονότων στη ζωή της, μέσω της προσπάθειας της να εργαστεί στην Κύπρο. Στόχος της ήταν να εργαστεί και με τον μισθό της να στηρίξει την οικογένεια της οικονομικά. Σημειώνουμε πως αυτές ήταν και δικές μας διαπιστώσεις μέσα από την αξιολόγηση της Μ.Κ.3 ενώπιον μας. Κατά την προφορική της μαρτυρία η Μ.Κ.13 τόνισε πως η Μ.Κ.3 ένιωθε έντονα την ευθύνη οικονομικής ενίσχυσης της οικογένειας της και θεώρησε πως της δόθηκε η ευκαιρία, μέσω της ξαδέλφης της, να κερδίσει χρήματα σχετικά σύντομα, έχοντας εμπιστοσύνη στη ξαδέλφη της η οποία είχε εργαστεί ξανά στο εξωτερικό, είχε πάρει χρήματα και ήταν ευχαριστημένη. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.13, η Μ.Κ.3 ένιωθε φυλακισμένη, και κρυφάκουσε πως ο σκοπός κράτησης τους ήταν για να τις παντρέψουν. Τέλος, η Μ.Κ.13 ανέφερε πως ανεξαρτήτως της καλής νοητικής ικανότητας, ένα άτομο, όπως η Μ.Κ.3, δύναται να είναι θύμα εμπορίας λόγω της μη εμπειρίας της στη μετανάστευση και στην εργασία εκτός της χώρας της, και μη γνωρίζοντας τις διαδικασίες, εμπιστεύτηκε κάποια άτομα, όπως την Adina και την Elena Duca, και ενόσω περνούσε ο χρόνος άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Γενικά από την εμπειρία της, η Μ.Κ.13 ανέφερε πως η οικονομική εξαθλίωση είναι το κύριο χαρακτηριστικό σε όλα τα θύματα εμπορίας που εντοπίζονται. Θεωρούμε πως η Μ.Κ.13 παρέμεινε σταθερή στις πιο πάνω διαπιστώσεις και επεξηγήσεις της και στα πλαίσια της αντεξέτασης της, επιμένοντας πως ο τρόπος αξιολόγησης της ήταν επιστημονικά αναγνωρισμένος και ενδεδειγμένος. Επέμενε δε πως η Μ.Κ.14 είναι επόπτρια της και απλώς οι Εκθέσεις της Μ.Κ.13 περνούν μέσω της Μ.Κ.14 και του Διευθυντή των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας πριν διαβιβαστούν στην Αστυνομία, χωρίς όμως παρέμβαση της Μ.Κ.14 στο περιεχόμενο των Εκθέσεων της Μ.Κ.13, όπως επιβεβαίωσε και η Μ.Κ.14 κατά τη δική της μαρτυρία. Δεχόμαστε επίσης ως βάσιμη τη θέση της πως οι Εκθέσεις παρουσιάζουν ομοιότητες στα κομμάτια τα οποία αφορούν καθαρά και μόνο το ίδιο λεκτικό που συνήθως χρησιμοποιείται σε αυτές. Θεωρούμε πως η παράλειψη αναφοράς της Μ.Κ.3 προς τη Μ.Κ.13 πως της είχε ζητηθεί και πιστοποιητικό ελευθερίας, εκτός από την ταυτότητα της, δεν ενέχει σημασία για σκοπούς της συγκεκριμένης αξιολόγησης και εν πάση περιπτώσει ήταν κοινώς παραδεκτό πως όντως τέτοιο πιστοποιητικό ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε από τη Μ.Κ.
  2. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαστε πως η Μ.Κ.13 ενήργησε με πλήρη επαγγελματισμό και αντικειμενικότητα στην αξιολόγηση της Μ.Κ.3, χρησιμοποιώντας έγκυρες επιστημονικές μεθόδους και εργαλεία και το σύνολο της μαρτυρίας της αναφορικά με τη Μ.Κ.3 γίνεται πλήρως δεκτό ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Όσον αφορά την Adina-Florentina Neascu, η οποία δεν προσήλθε στο Δικαστήριο, για τους λόγους που θα εξηγηθούν αναλυτικά κατωτέρω, θεωρούμε πως οι αναφορές της προς τη Μ.Κ.13 για τα γεγονότα είναι εξ ακοής δηλώσεις στις οποίες δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Θεωρούμε πως το άρθρο 14
(3)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν.60(Ι)/14, το οποίο αναφέρει πως «μαρτυρία θύματος που δίδεται σε εμπειρογνώμονα αποτελεί ικανή μαρτυρία» δεν συνεπάγεται πως τέτοια μαρτυρία σε εμπειρογνώμονα γίνεται αυτομάτως δεκτή εάν δεν τηρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του περί Αποδείξεως Νόμου για την αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας. Επομένως στο σκέλος της Έκθεσης, Έγγραφο 19, και στην προφορική μαρτυρία της Μ.Κ.13 για τις αναφορές της Adina-Florentina Neascu σχετικά με τα γεγονότα και για τα τελικά συμπεράσματα της Μ.Κ.13 βασιζόμενα στο περιεχόμενο αυτών των αναφορών, δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα και αυτά δεν λαμβάνονται υπόψιν από το Δικαστήριο. Πέραν όμως αυτών των αναφορών της, η Μ.Κ.13 προέβη και σε κάποιες διαπιστώσεις ως εμπειρογνώμονας οι οποίες δεν συνδέονται με το περιεχόμενο των αναφορών της της Adina-Florentina Neascu για να τίθεται ζήτημα εξ ακοής μαρτυρίας, και κατέληξε σε κάποια συμπεράσματα ως εμπειρογνώμονας. Θεωρούμε πως αυτό το μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.13 προσομοιάζει με τη μαρτυρία οποιουδήποτε άλλου εμπειρογνώμονα ο οποίος δίδει μαρτυρία κατόπιν εξέτασης ενός ατόμου και αναφέρει τις διαπιστώσεις του με βάση το τι ο ίδιος είδε και εξέτασε και όχι με βάση τις δηλώσεις του εξεταζόμενου. Τέτοια μαρτυρία σαφώς και είναι αποδεκτή νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται τόσο για την εμπειρογνωμοσύνη του όσο και γενικά για την αξιοπιστία του ως μάρτυρος. Σε αυτά τα πλαίσια δεχόμαστε τη διαπίστωση της Μ.Κ.13, όπως καταγράφεται στην Έκθεση της και επαναλήφθηκε με συνέπεια στην αντεξέταση της, πως η Adina-Florentina Neascu ήταν πολύ αγχωμένη και τρομοκρατημένη και δίσταζε να μπει στις συναντήσεις (οι οποίες έλαβαν χώρα στις 3 και 6.5.16), πως ήταν φοβισμένη για τη συνεργασία της με τις Αρχές, πως διεφάνη από την αρχή μια ευαισθησία στον τρόπο που μπορεί να τη σκεφτεί ο άλλος και η πεποίθηση ότι η στάση του άλλου απέναντι της θα είναι αρνητική αλλά είχε έντονο συναίσθημα και πως διατηρούσε τη βλεμματική επαφή. Επίσης δεχόμαστε την περαιτέρω εξήγηση της Μ.Κ.13 πως η Adina-Florentina Neascu ήταν πολύ διστακτική να μπει στην πόρτα, έπρεπε να καθησυχαστεί αρκετά για να δεχθεί να μπει στο γραφείο της και φοβόταν ότι θα αξιολογηθεί αρνητικά ή ότι η Μ.Κ.13 θα ήταν επιθετική μαζί της. Δεχόμαστε ακόμα τη διαπίστωση της πως η Adina-Florentina Neascu, αδρά εκτιμώμενη, λειτουργεί στα πλαίσια του χαμηλού φυσιολογικού νοητικού επιπέδου. Η Μ.Κ.13 εξέφρασε προφορικά τη θέση πως η Adina-Florentina Neascu είναι άτομο που εύκολα φοβίζεται και «μανιπουλάρεται», και η σκέψη και μόνο πως κάποιος μπορεί να σκέφτεται γι΄ αυτή αρνητικά ή θα την κατηγορούσε της προκαλεί κρίση και πανικό τα οποία δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί, θέση η οποία δεν αντικρούστηκε και κρίνεται αξιόπιστη. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της η Μ.Κ.13 έδωσε επιπρόσθετες επεξηγήσεις αναφέροντας ότι για την αξιολόγηση της Adina-Florentina Neascu δεν χρησιμοποίησε το Raven Progressive Matrices επειδή αυτή ήταν τόσο αγχωμένη που θα ήταν άκυρα τα αποτελέσματα, και ότι αδρά εκτιμώμενη, το νοητικό επίπεδο της ήταν οριακό και χαμηλότερο από αυτό της Μ.Κ.3, ενώ η Μ.Κ.3 ήταν γενικά πιο καχύποπτη, όμως και οι δύο παρουσίασαν συνέπεια και συχνότητα στο τι έλεγαν στη Μ.Κ.13 κατά τις συναντήσεις τους μαζί της. Θεωρούμε πως αυτές οι διαπιστώσεις της Μ.Κ.13 αναφορικά με το νοητικό επίπεδο της Adina-Florentina Neascu, τη συμπεριφορά και την κατάσταση της κατά τις δύο συναντήσεις τους αναφέρθηκαν με συνέπεια από τη μάρτυρα και προκύπτουν μέσα από τη δική της αξιολόγηση ως εμπειρογνώμονα. Επομένως η μαρτυρία της Μ.Κ.13 επί τούτου γίνεται πλήρως δεκτή ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ.14 κλήθηκε να αξιολογήσει την Elena-Constantina Patrascu η οποία δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στην υπόθεση. Για τους ίδιους λόγους όπως και στην περίπτωση της Adina-Florentina Neascu, στις όποιες δηλώσεις της πρώτης προς τη Μ.Κ.14 για τα γεγονότα και στις διαπιστώσεις της Μ.Κ.14 οι οποίες συνδέονται με το περιεχόμενο αυτών των δηλώσεων δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα και δεν λαμβάνονται υπόψιν. Έτσι το Δικαστήριο περιορίζεται και αποδέχεται το υπόλοιπο σκέλος της μαρτυρίας της μάρτυρος, όσον αφορά διαπιστώσεις της αναφορικά με το νοητικό επίπεδο, τη συμπεριφορά και την κατάσταση της στις δύο συναντήσεις τους, ήτοι στις 28.4.16 και 3.5.16. Η Μ.Κ.14 παρέμεινε σταθερή καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της σε αυτές τις διαπιστώσεις της, όπως καταγράφονται στην Έκθεση της, Έγγραφο 21, και θεωρούμε πως και αυτή κατέθεσε με επαγγελματισμό δίδοντας μια επιστημονική άποψη ως εμπειρογνώμονα. Έτσι δεχόμαστε τη μαρτυρία της πως στις συναντήσεις η Elena-Constantina Patrascu προσήλθε με προθυμία να δώσει πληροφορίες, διατηρούσε βλεμματική επαφή και ήταν προσανατολισμένη στον χρόνο, στον χώρο και στο πρόσωπο, η διάθεση της ήταν πεσμένη και το άγχος της διάχυτο. Δεχόμαστε επίσης τη θέση της Μ.Κ.14 πως η Elena-Constantina Patrascu δυσκολευόταν να κατανοήσει την όλη σκέψη της δοκιμασίας της μεθόδου Raven Progressive Matrices, καθότι καθόλη τη διάρκεια των συναντήσεων ήταν πάρα πολύ αγχωμένη, σωματικά φαινόταν έντονα το άγχος της, με τις κινήσεις στην καρέκλα, την ένταση στη φωνή της και με τη διάθεση της, και οι δυσκολίες στην κατανόηση συνδέονται με απώλεια συγκέντρωσης και προσοχής λόγω άγχους, ούτως ώστε το πρωτόκολλο ήταν άκυρο, άρα μη ερμηνεύσιμο. Δεχόμαστε τη διαπίστωση της Μ.Κ.14 πως το νοητικό επίπεδο της, χοντρά εκτιμούμενο ήταν στα πλαίσια του φυσιολογικού και πως ήταν ικανό πρόσωπο για να μπορεί να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο. ΙΙ. Καταθέσεις της Adina-Florentina Neascu και της Elena-Constantina Patrascu καθώς επίσης και άλλων προσώπων ως μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή Στα πλαίσια παρουσίασης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, κατατέθηκαν αριθμός καταθέσεων προσώπων τις οποίες η Κατηγορούσα Αρχή επιθυμεί να ληφθούν υπόψιν για το περιεχόμενο τους. Σημειώνεται πως η Υπεράσπιση έφερε ένσταση στην κατάθεση τους για τον λόγο ότι επιθυμούσε την παρουσία των εν λόγω προσώπων στο Δικαστήριο για αντεξέταση, χωρίς τελικώς τα πρόσωπα τα οποία έδωσαν τις καταθέσεις να παρουσιαστούν από την Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο για σκοπούς αντεξέτασης τους αλλά ούτε και η Υπεράσπιση να τους είχε κλητεύσει προς τον σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Τέτοιες καταθέσεις προέρχονται από τις δύο άλλες κοπέλες, ήτοι την Adina-Florentina Neascu και την Elena-Constantina Patrascu. Εκτός από τις καταθέσεις τους κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και οι δηλώσεις τους στα πλαίσια των συνεντεύξεων τους πριν την αναγνώριση τους από το ΓΚΕΠ ως θυμάτων εμπορίας. Σαφώς τέτοιες δηλώσεις είναι εξ ακοής μαρτυρία και η αξιολόγηση της βαρύτητας της διέπεται από το άρθρο 27 του Κεφ. 9. Σύμφωνα με το άρθρο 27
(2), κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, ο πρώτος παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψιν είναι κατά πόσο θα ήταν εύλογο ή εφικτό ο διάδικος που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, δηλαδή εδώ η Κατηγορούσα Αρχή, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα το πρόσωπο το οποίο έκανε την αρχική δήλωση. Αναφορικά με την Elena-Constantina Patrascu, η μαρτυρία, την οποία δεχθήκαμε, πως αυτή εντοπίστηκε στη Ρουμανία όμως δήλωσε πως δεν επιθυμούσε να ταξιδέψει στην Κύπρο και να δώσει μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου, χωρίς οτιδήποτε άλλο, δεν αποτελεί εύλογο και βάσιμο λόγο για την παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει αυτή την κοπέλα στο Δικαστήριο. Θεωρούμε πως η απλή απροθυμία, χωρίς οποιαδήποτε άλλη αιτιολόγηση, να δώσει μαρτυρία δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για να δικαιολογήσει την απουσία της μάρτυρος για αντεξέταση, ειδικότερα εφόσον πρόκειται για βασική μάρτυρα κατηγορίας, ήτοι ένα εκ των φερόμενων ως παραπονούμενων και αναγνωρισμένο από το ΓΚΕΠ θύμα εμπορίας. Για τον ίδιο λόγο θεωρούμε πως ακόμα και εάν αυτές οι δηλώσεις της θεωρούντο ως καταγγελία εν τη εννοία του άρθρου 14
(2)του Ν.60(Ι)/14, και πάλι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτές για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Ως εκ τούτου αδυνατούμε να αποδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στις εξ ακοής της δηλώσεις οι οποίες δεν θα ληφθούν υπόψιν. Αναφορικά με την Adina-Florentina Neascu, υπάρχει η μαρτυρία, την οποία δεχθήκαμε, πως αυτή βρίσκεται στη Γερμανία αλλά δεν έγιναν οποιεσδήποτε άλλες προσπάθειες ή ενέργειες προς εντοπισμό της. Σύμφωνα με την υπάρχουσα μαρτυρία, υπήρχαν ακόμα κάποιες ενέργειες οι οποίες μπορούσαν να γίνουν προς τον σκοπό εξάντλησης όλων των μέτρων εντοπισμού της. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, θεωρούμε πως η παράλειψη λήψης οποιωνδήποτε άλλων μέτρων προς τον σκοπό εντοπισμού της εν λόγω κοπέλας και εξάντλησης όλων των διαθέσιμων μέσων εντοπισμού της στη Γερμανία δεν οδηγεί αφ΄ εαυτής στο συμπέρασμα πως δεν ήταν εύλογο ή και εφικτό να εντοπιστεί η κοπέλα και ενδεχομένως να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και επομένως δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στις δηλώσεις της, εφόσον πάλι πρόκειται για βασική μάρτυρα, φερόμενη ως παραπονούμενη και αναγνωρισμένο από το ΓΚΕΠ θύμα εμπορίας. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο θεωρούμε πως δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα ούτε και στη φερόμενη ως καταγγελία της η οποία μεταφέρθηκε μέσω του συζύγου της προς τον Σταματάκο στην Ελλάδα. Οι ίδιες διαπιστώσεις αφορούν και στις καταθέσεις της Beatrice Chisalau και της Mariana Marilena Gita, οι οποίες φέρονται να είχαν σημαντικό ρόλο στην υπόθεση. Η απλή ενημέρωση από τον σύζυγο της πρώτης πως αυτή βρίσκεται στη χώρα της και από την Πρεσβεία της Ρουμανίας στην Κύπρο πως δεν εντοπίζεται στη Ρουμανία, χωρίς οποιαδήποτε άλλη πληροφόρηση ή ενέργεια, και ο εντοπισμός της δεύτερης στη Λευκωσία χωρίς προβολή οποιουδήποτε λόγου για την παράλειψη παρουσίας της στο Δικαστήριο δεν ικανοποιούν το Δικαστήριο πως δεν ήταν εφικτό ή και εύλογο αυτές να παρουσιάζονταν στο Δικαστήριο. Επομένως, ούτε και σε αυτές τις καταθέσεις θα αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Όσον αφορά τους Waqar Ahmad και Asfand Yar, των οποίων η κατάθεση και η προφορική ανάκριση κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η μαρτυρία του Μ.Κ.7 πως δεν γνωρίζει πού αυτοί βρίσκονται χωρίς να προσφερθεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία για τις ενέργειες προς εντοπισμό τους, και πάλι δεν κρίνεται ικανοποιητική για σκοπούς του άρθρου 27
(2)ανωτέρω. Επομένως, και αυτές παραμένουν χωρίς

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.