← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Ανδρέα Σταυρινού κ.α., Υποθ. αρ.: 14622/17, 26/3/2018

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Ανδρέα Σταυρινού κ.α., Υποθ. αρ.: 14622/17, 26/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:16 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 14622/17 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v.

  1. Ανδρέα Σταυρινού
  2. Ιωάννη Ματσάγκου
  3. Παναγιώτη Χατζηνεοφύτου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Καραολίδου για Γενικό Εισαγγελέα Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Ε. Πουργουρίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Π. Σταύρου Κατηγορούμενοι 1 - 3 παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατά την ακρόαση της υπόθεσης αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 3 και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της Μ.Κ.22, Γ./Αστ. 4251 Χαριτίνης Χαρίτου του Κλάδου Τηλεπικοινωνιών του Τμήματος Τεχνολογικής Ανάπτυξης του Αρχηγείου Αστυνομίας, ζητήθηκε από τη μάρτυρα να καταθέσει δέσμη εγγράφων στην οποία καταγράφεται το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, και συγκεκριμένα μηνυμάτων και καταστάσεων επαφών, σε συνολικά 16 συσκευές κινητών τηλεφώνων. Εκ μέρους της Υπεράσπισης ηγέρθη ένσταση στην σκοπούμενη κατάθεση η οποία βασίστηκε κυρίως στο ότι πρόκειται για παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία, τόσο κατά παράβαση του Συντάγματος όσο και του Νόμου 92(Ι)/96, στο ότι αυτή η μαρτυρία λήφθηκε αδιακρίτως και εκτός του σχετικού δικαστικού διατάγματος, καθώς επίσης και στο ότι τυχόν προσαγωγή της επηρεάζει δυσμενώς την Υπεράσπιση και ειδικότερα την ισότητα των όπλων και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εξέφρασε αντίθετη θέση. Κατ΄ αρχάς εισηγήθηκε πως μέρος της ένστασης του κ. Πουργουρίδη αφορά στη νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος δυνάμει του οποίου λήφθηκε το περιεχόμενο της επικοινωνίας, κάτι το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επιπλέον ήταν η θέση της πως η εν λόγω μαρτυρία λήφθηκε καθόλα νόμιμα και πως το θέμα της δίκαιης δίκης δεν αποκλείει τη δεκτότητα της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο αλλά εξετάζεται στο τέλος της διαδικασίας με βάση το σύνολο της μαρτυρίας. Για σκοπούς εξέτασης της ένστασης, κρίνεται σκόπιμη μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης και στη μέχρι στιγμής προσαχθείσα μαρτυρία η οποία αποτελεί το υπόβαθρο για την εξασφάλιση και κατ΄ επέκταση την προσπάθεια παρουσίασης της προαναφερόμενης μαρτυρίας. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε, κατόπιν παραπομπής από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενώπιον του παρόντος Κακουργιοδικείου στις 30.11.
  4. Το κατηγορητήριο περιέχει συνολικά 16 κατηγορίες οι οποίες αφορούν στα αδικήματα της συνωμοσίας, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β, ήτοι 7 κιλών και 84.66 γρ. κοκαΐνης και 5 κιλών και 192.74 γρ. κάνναβης, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και κατοχής εκρηκτικών υλών. Ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε εξαρχής ενοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ενόψει της δήλωσης του πως δεν προτίθεται να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, αναμένει την ολοκλήρωση της ακρόασης της υπόθεσης για τους Κατηγορούμενους 1 και 3, οι οποίοι δήλωσαν μη παραδοχή, για να του επιβληθεί ποινή. Σύμφωνα με την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, στις 13.4.16 Αστυνομικοί των Βρετανικών Βάσεων μαζί με Αστυνομικούς της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού μετέβησαν σε χωράφι στον Ύψωνα Λεμεσού, ιδιοκτησίας του Κατηγορουμένου 3 και το οποίο ενοικιάζει ο Κατηγορούμενος 2, εντός του οποίου εντόπισαν τους Κατηγορούμενους 1 και 2 να προσπαθούν να διαφύγουν, ο μεν πρώτος κρατώντας δύο ταξιδιωτικές βαλίτσες με την κάνναβη και ο δεύτερος μια τσάντα με την κοκαΐνη, τους οποίους ανέκοψαν. Κατόπιν έρευνας στον χώρο, όπου μετέβη και ο ιδιοκτήτης του, Κατηγορούμενος 3, παραλήφθηκαν σωρεία τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένων και κινητών τηλεφώνων, τα οποία ανήκουν στον Κατηγορούμενο 2 και ή εντοπίστηκαν σε οχήματα εντός του χωραφιού. Σε έρευνα στην οικία του Κατηγορουμένου 1 στη Λεμεσό, εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν μεγάλος αριθμός τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και κινητά τηλέφωνα τα οποία φέρονται να ανήκουν στον Κατηγορούμενο
  5. Κατόπιν της σύλληψης του Κατηγορουμένου 3, αυτός παρέδωσε μια συσκευή τηλεφώνου. Είναι συνολικά 42 συσκευές τηλεφώνων, οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια στα πλαίσια της υπόθεσης. Σύμφωνα με την Έκθεση ημ. 16.5.16 της Μ.Κ.22, Έγγραφο 22, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, αυτή παρέλαβε συνολικά 42 τηλέφωνα για σκοπούς εξέτασης η οποία διενεργήθηκε κατόπιν έκδοσης διατάγματος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της Αίτησης υπ΄ αρ. 39/
  6. Το αίτημα της Αστυνομίας για την επιστημονική εξέταση των τεκμηρίων περιλαμβάνεται στο Έντυπο Αστ. 161, στο οποίο επισυνάπτεται πίνακας με την περιγραφή των τεκμηρίων, και το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Το διάταγμα Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης 39/16 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Παρόλο που η Μ.Κ.22 κατέθεσε ένα usb, Τεκμήριο 150, στο οποίο περιλαμβάνεται η εξέταση των τεκμηρίων και η εξαγωγή όλων των δεδομένων από όλα τα κινητά τηλέφωνα, εντούτοις τελικώς ζητήθηκε από τη μάρτυρα η κατάθεση μέρους μόνο της εξέτασης η οποία περιορίζεται σε 16 συσκευές τηλεφώνων και βρίσκεται σε έντυπη μορφή. Στην προσπάθεια της μάρτυρος να καταθέσει αυτή τη δέσμη εγγράφων, ηγέρθη η ένσταση ως προς την αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και εξέτασης της εγερθείσας ένστασης, καθίσταται εξαρχής σαφές πως το Δικαστήριο δεν δικαιούται και δεν προβαίνει σε έλεγχο για τη νομιμότητα και εγκυρότητα της έκδοσης του εν λόγω διατάγματος στη βάση η οποία αποτελεί αντικείμενο άλλης διαδικασίας που ξεφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Από τη στιγμή όμως που μαρτυρία η οποία συλλέχθηκε δυνάμει δικαστικού διατάγματος επιχειρείται να παρουσιαστεί στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης, το παρόν Δικαστήριο διατηρεί και έχει εξουσία να εξετάσει το ζήτημα δεκτότητας της μαρτυρίας. Σχετικά παραπέμπουμε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Αρτέμη Κκολού, Πολ. Αίτ. 1/17, ημ. 31.1.17, στην οποία γίνεται παραπομπή και σε προγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το σχετικό απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το δικαίωμα, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, πρόσβασης στο Ανώτατο Δικαστήριο για έλεγχο της νομιμοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος δεν εξαντλεί τις περαιτέρω δυνατότητες αμφισβήτησης της πρόσβασης και της εξ αυτής αποκτηθείσας στη συνέχεια μαρτυρίας. Το Certiorari θα εκδοθεί εκεί όπου όντως διαπιστώνεται υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας ή εμφανής πλάνη επί του πρακτικού ή η λήψη διατάγματος που επηρεάζει τα δικαιώματα πολίτη έγινε με ψευδορκία ή παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Το προνομιακό ένταλμα, επειδή ακριβώς από τη φύση του αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, και χορηγείται κατά προνόμιο και μόνο, αποκλείεται όταν υπάρχει άλλο ένδικο μέσο ελέγχου ή θεραπείας εκτός αν υπάρχουν επαρκώς εξαιρετικές περιστάσεις για παρέκκλιση από τον κανόνα. Η χρήση της αποκάλυψης των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων με το διάταγμα πρόσβασης και ως αποτέλεσμα αυτού, θα οδηγήσει ενδεχομένως σε άλλες διαδικασίες όπου μπορεί να εγερθεί ένσταση ως προς τη χρήση αυτή. Εκεί μπορεί να ελεγχθεί το βάσιμο της έκδοσης του διατάγματος πρόσβασης από πλευράς ουσιαστικού δικαίου, από δε την απόφαση του Δικαστηρίου χωρεί έφεση, όπως ακριβώς όταν εγείρεται ένσταση στην προσπάθεια κατάθεσης υλικού συλλεγέντος στη βάση εντάλματος έρευνας που προηγήθηκε. Το ότι η νομολογία αναγνώρισε τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος Certiorari εναντίον διατάγματος έρευνας (Ανδρέα Ροδοθέου

(1996)1 Α.Α.Δ. 1043, Πολυκάρπου
(1991)1 Α.Α.Δ. 207 και Ellinas
(1989)2 Α.Α.Δ. 17 κ.ά.), δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η έγερση του ζητήματος της ορθότητας να εγερθεί στο στάδιο ακρόασης της ουσίας της ποινικής δίωξης. Ακριβώς η Ellinas, και υιοθετήθηκε και αργότερα στη Σύνδεσμος για την Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα
(1996)1 Α.Α.Δ. 171, αποφάσισε ότι υπάρχουν δύο ένδικα μέσα να ελεγχθεί δικαστικό διάταγμα. Μέσω έφεσης και μέσω Certiorari. Το Certiorari ως δραστικό μέτρο αναχαιτίζει στη ρίζα του το διάταγμα που εκδόθηκε αν προκύπτει έλλειψη νομιμοποίησης προς έκδοση του. Το παραδεκτό της εισαγωγής μαρτυρίας κρίνεται, σε κάθε περίπτωση, κατά το χρόνο της προσπάθειας εισαγωγής της, (Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Μαρτυρία η οποία προσάγεται στη δίκη που έχει ληφθεί παρανόμως ή κατά παράβαση προνοιών του Συντάγματος, ή, τώρα και του υπέρτερου σε ισχύ ενωσιακού δικαίου κατά το Άρθρο 1Α του Συντάγματος, αποκλείεται. Σχετική επιχειρηματολογία μπορεί να γίνει κατά τη δίκη και να αποφασιστεί, (Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186, Policev. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Enotiades v. Police
(1986)2 C.L.R. 64 και Αστυνομία ν. Γιάλλουρος
(1992)2 Α.Α.Δ. 147). Στη Δημοκρατία ν. Συμιανού (Αρ. 2)
(1999)2 Α.Α.Δ. 537, (απόφαση Πλήρους Ολομέλειας), αποφασίστηκε ότι μαρτυρία της οποίας επιδιώχθηκε η προσαγωγή και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του περιεχομένου τηλεφωνικής επικοινωνίας, ήταν απαράδεκτη ως αντίθετη με τις πρόνοιες του Νόμου αρ. 92(Ι)96. Το ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο σε διαδικασία υποβολής Υπομνήματος από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ήταν βασική θέση της Υπεράσπισης πως η λήψη της επίμαχης μαρτυρίας έγινε αδιακρίτως και χωρίς κάλυψη από το δικαστικό διάταγμα, καθώς επίσης και πως λήφθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος. Είναι καλώς εδραιωμένη η νομική αρχή πως στην Κύπρο, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, δεν παρέχεται δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας η οποία λήφθηκε κατά παράβαση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Δημοκρατία v. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, Αστυνομία ν. Γιάλλουρος
(1992)2 Α.Α.Δ. 147, Al-Hamad κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Psaras v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, Enotiades ν. Police
(1986)2 C.L.R. 64, Georgiou ν. Republic
(1984)2 C.L.R. 65 και Police v. Georgiades
(1983)2 C.L.R.
  1. Όπως καταγράφεται στο διάταγμα Δικαστηρίου, Τεκμήριο 149, αυτό εκδόθηκε δυνάμει του περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Ν.92(Ι)/96και του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Ν.183(Ι)/
  2. Το διάταγμα εξουσιοδοτούσε τα αναφερόμενα στο Μέρος Ι της Αίτησης πρόσωπα όπως το αργότερο εντός 30 ημερών από την έκδοση του, σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 21, 22 και 23 του Ν.92(Ι)/96, «.αποκτήσουν πρόσβαση, επιθεωρήσουν και λάβουν όσα δεδομένα αποτελούν καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας από τα δεδομένα που καταγράφονται στο Μέρος ΙΙ της σχετικής αίτησης.» και σύμφωνα με τα άρθρα 6-11 του Ν.183(Ι)/07 «.αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα . τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι βρίσκονται καταγεγραμμένα ή περιέχονται στα δεδομένα που αναφέρονται στο Μέρος ΙΙ της σχετικής Αίτησης.». Στο Μέρος Ι της Αίτησης, η οποία επισυνάπτεται στο διάταγμα, η Γ./Αστ. 4251 Χ. Χαρίτου περιλαμβάνεται ονομαστικά ανάμεσα στα «πρόσωπα που θα διενεργήσουν την πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη του καταγεγραμμένου περιεχομένου επικοινωνίας», και επομένως αυτή ήταν ρητώς εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δυνάμει του διατάγματος. Στο Μέρος ΙΙ της Αίτησης περιγράφονται οι 42 συσκευές τηλεφώνων οι οποίες φαίνεται να αντιστοιχούν με τις συσκευές που περιέχονται στο Τεκμήριο 148, στις οποίες περιλαμβάνονται οι 16 από τις οποίες εξήχθη το περιεχόμενο του οποίου επιζητείται η παρουσίαση. Εδώ είναι χρήσιμο να επισημάνουμε πως για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση της ένστασης αναφορικά μόνο με την επίμαχη μαρτυρία την οποία η Κατηγορούσα Αρχή επιχειρεί και επιθυμεί να παρουσιάσει στα πλαίσια της υπό κρίση υπόθεσης, και όχι στο σύνολο των δεδομένων που έχουν εξαχθεί δυνάμει του δικαστικού διατάγματος. Καθίσταται επίσης σαφές πως η παρούσα ενδιάμεση απόφαση μας αφορά μόνο στον Ν.92(Ι)/96, κατ΄ επίκληση του οποίου λήφθηκε η επίμαχη μαρτυρία, ενώ ο Ν.183(Ι)/07δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στην προκειμένη περίπτωση. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας την οποία η Κατηγορούσα Αρχή επιχειρεί να καταθέσει, αναφέρουμε πως αυτή καλύπτεται από το εκδοθέν διάταγμα, εφόσον αφενός αφορά υλικό το οποίο περιλαμβάνετο στις συσκευές οι οποίες αναγράφονται στο Μέρος ΙΙ και αφετέρου έχει ληφθεί από εξουσιοδοτημένο από το διάταγμα πρόσωπο. Ήταν βασική θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης πως η λήψη της επίμαχης μαρτυρίας έγινε κατά παράβαση του άρθρου 17.2.Β του Συντάγματος, καθότι τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης δεν περιλαμβάνονται ούτε και καλύπτονται από το εν λόγω άρθρο. Ειδικότερα, ο κ. Πουργουρίδης ανέφερε πως το άρθρο καλύπτει μόνο τα αδικήματα της εμπορίας και της προμήθειας ναρκωτικών, τα οποία είναι διαφορετικά και διαχωρίζονται από τα αδικήματα της παρούσας, ήτοι την κατοχή και την κατοχή με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών. Θεωρούμε ιδιαίτερα διαφωτιστική επί αυτού του ζητήματος την πρόσφατη απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Αλέξανδρου Βαφειάδη, Πολ. Άιτηση αρ. 4/18, ημ. 8.2.
  3. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε Αίτηση για άδεια καταχώρισης Certiorari αναφορικά με μονομερώς εκδοθέν διάταγμα για επέμβαση, πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη στα δεδομένα που αποτελούν περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, σε συσκευές κινητής τηλεφωνίας του Αιτητή, σε σχέση με διερευνώμενα αδικήματα εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών. Ο Αιτητής επιδίωκε την ακύρωση του διατάγματος στη βάση του ότι εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση των άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος και των Ν.92(Ι)/96και 183(Ι)/
  4. Όπως ρητώς ανέφερε η έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Σταματίου, αντικείμενο εξέτασης της Αίτησης αφορούσε μόνο ο Ν.92(Ι)/
  5. Παρόλο που η φύση και ο σκοπός εκείνης της διαδικασίας σαφώς διαχωρίζεται από της παρούσας, εντούτοις το ακόλουθο απόσπασμα παρέχει χρήσιμη καθοδήγηση: «Το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 21, 22 και 23, τα οποία εισήχθησαν στο Ν. 92(Ι)/1996 με το Ν. 216(Ι)/
  6. Τα συγκεκριμένα άρθρα προστέθηκαν στο Νόμο μετά από την τροποποίηση που επήλθε στο Άρθρο 17 του Συντάγματος, με το Ν. 51(Ι)/2010, όπου η παράγραφος 2 του εν λόγω Άρθρου αντικαταστάθηκε ως ακολούθως: «
  7. Δε χωρεί επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος τούτου, εκτός αν η επέμβαση αυτή επιτρέπεται σύμφωνα με το νόμο, στις ακόλουθες περιπτώσεις: Α. Προσώπων που τελούν υπό φυλάκιση ή προφυλάκιση. Β. Κατόπιν δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, και η επέμβαση αποτελεί μέτρο το οποίο σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαίο μόνο προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη των ακόλουθων σοβαρών ποινικών αδικημάτων: (α)Φόνος εκ προμελέτης ή ανθρωποκτονία, (β)εμπορία ενηλίκων ή ανηλίκων προσώπων και αδικήματα που σχετίζονται με την παιδική πορνογραφία, (γ)εμπορία, προμήθεια, καλλιέργεια ή παραγωγή ναρκωτικών φαρμάκων, ψυχοτρόπων ουσιών ή επικίνδυνων φαρμάκων, (δ)αδικήματα που σχετίζονται με το νόμισμα ή το χαρτονόμισμα της Δημοκρατίας και (ε)αδικήματα διαφθοράς για τα οποία προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω. Γ. Κατόπιν δικαστικού διατάγματος, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, για τη διερεύνηση ή δίωξη σοβαρού ποινικού αδικήματος για το οποίο προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω και η επέμβαση αφορά πρόσβαση στα σχετικά με ηλεκτρονική επικοινωνία δεδομένα κίνησης και θέσης και στα συναφή δεδομένα που είναι αναγκαία για την αναγνώριση του συνδρομητή ή και του χρήστη.». Η πιο πάνω τροποποίηση του Συντάγματος κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατή η επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος της επικοινωνίας, όταν κρίνεται απαραίτητο, μεταξύ άλλων, για τη διερεύνηση ή δίωξη αδικημάτων που αφορούν εμπορία και προμήθεια ναρκωτικών φαρμάκων, ψυχοτρόπων ουσιών ή επικίνδυνων φαρμάκων. Το Άρθρο 17, παράγραφος 2.Β(γ), είναι αυτό που εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε με στόχο την πρόσβαση στο καταγεγραμμένο περιεχόμενο των δύο κινητών τηλεφώνων που ανευρέθηκαν στο όχημα του αιτητή, κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται πιο πάνω και στόχο είχε τη διερεύνηση και δίωξη σε συνάρτηση με αδικήματα που περιλαμβάνονται στην υποπαράγραφο (γ).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Μέσα από την εν λόγω απόφαση (η οποία αφορούσε αδικήματα κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια), προκύπτει χωρίς δυσκολία πως στο άρθρο 17.2.Β δεν δίδεται ερμηνεία ότι αυτό αναφέρεται μόνο στη διάπραξη των αδικημάτων της εμπορίας, προμήθειας, καλλιέργειας ή παραγωγής ναρκωτικών, όπως εισηγήθηκε η Υπεράσπιση. Το άρθρο 17.2.Β του Συντάγματος ερμηνεύεται ούτως ώστε να περιλαμβάνει οποιασδήποτε φύσης αδικήματα αφορούν σε εμπορία, προμήθεια, καλλιέργεια και παραγωγή ναρκωτικών, και σε τέτοια ερμηνεία σαφώς εντάσσονται τα αδικήματα της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών. Τέτοια ερμηνεία προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του συγκεκριμένου άρθρου, στο οποίο αναφέρεται για, μεταξύ άλλων, «αποτροπή» των εν λόγω αδικημάτων. Η κατοχή και η κατοχή με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών καθώς επίσης και η συνωμοσία για τη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, αποσκοπούν στη διάπραξη του αδικήματος της προμήθειας και εμπορίας, ενώ η εμπορία και προμήθεια εμπεριέχει και προϋποθέτει κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια. Κρίνουμε πως θα ήταν παράλογο να γίνει δεκτό πως επιτρέποντας την επέμβαση ο Συνταγματικός Νομοθέτης με στόχο την αποτροπή αδικημάτων εμπορίας και προμήθειας επιθυμούσε να εξαιρέσει από την εμβέλεια του άρθρου 17.2.Β τα αδικήματα κατοχής τα οποία διαπράττονται με σκοπό αυτό που ο Νομοθέτης ήθελε να αποτρέψει, δηλαδή την προμήθεια. Ως εκ τούτου θεωρούμε πως η λήψη της σχετικής μαρτυρίας εμπίπτει και καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 17.2.Β του Συντάγματος εφόσον το κατηγορητήριο περιέχει αδικήματα τα οποία αφορούν σε ελεγχόμενα φάρμακα, ήτοι ναρκωτικά, ως περιγράφεται αναλυτικά ανωτέρω. Αυτά άλλωστε αναφέρονται και ρητώς στην Αίτηση υπ΄ αρ. 39/16 η οποία είναι συνημμένη στο διάταγμα, Τεκμήριο
  8. Σημειώνουμε πως η αναφορά στην Αίτηση σε αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων και κατοχής εκρηκτικών υλών δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω διαπίστωση μας, και προσθέτουμε, εκ του περισσού, ότι αφορά προφανώς τον Ν.183(Ι)/07 και ενδεχομένως το άρθρο 17.2.Γ του Συντάγματος, και δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης της παρούσας. Ο συνήγορος Υπεράσπισης επικαλέστηκε επιστολή της αντιδίκου του προς αυτόν, στην οποία η κα Καραολίδου δήλωσε πως πρόθεση της ήταν η κατάθεση της επίμαχης μαρτυρίας αναφορικά με όλα τα αδικήματα. Παρόλο που η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής δέχθηκε την αποστολή τέτοιας επιστολής, εντούτοις το Δικαστήριο αναφέρει πως, ανεξαρτήτως της όποιας τέτοιας δήλωσης της συνηγόρου, η επίμαχη μαρτυρία εξασφαλίστηκε δυνάμει του Ν.92(Ι)/96 σε σχέση με αδικήματα αφορώντα σε ναρκωτικά, και σε περίπτωση που ήθελε εγκριθεί η δεκτότητα της αυτή θα αφορά μόνο στα αδικήματα των επίδικων κατηγοριών που αφορούν σε ναρκωτικά. Κρίνουμε επίσης σκόπιμο να αναφέρουμε πως, με βάση τη μέχρι στιγμής προσαχθείσα μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες εντοπισμού της κάθε συσκευής, προκύπτει πως αυτές οι 16 συσκευές ανήκουν είτε στον Κατηγορούμενο 1 είτε στον Κατηγορούμενο 2 ενώ μια εξ αυτών βρέθηκε εντός οχήματος στο χωράφι του Κατηγορουμένου 3 κατά την έρευνα των Αστυνομικών. Επομένως, προκύπτει πως η επίμαχη μαρτυρία προέρχεται από συσκευές των Κατηγορουμένων και γι΄ αυτόν τον λόγο είναι επιτρεπτή η δεκτότητα της. Επίσης, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.22 αναφορικά με τις ώρες και ημερομηνίες που φαίνονται στις συσκευές των τηλεφώνων κατά την ενεργοποίηση τους, τις ώρες και ημερομηνίες που φαίνονται στην αποστολή και λήψη μηνυμάτων και γενικότερα στην καταγραφή της ώρας και ημερομηνίας σε σχέση με την πηγή της λήψης του περιεχόμενου της επικοινωνίας, ήτοι εάν προέρχεται από τη μνήμη του τηλεφώνου ή την κάρτα εξωτερικής μνήμης ή την κάρτα κινητής τηλεφωνίας, στο παρόν στάδιο διαφαίνεται πως η επίμαχη μαρτυρία έχει καταγραφεί στις συσκευές μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού του άρθρου 17 του Συντάγματος Ν.51(Ι)/10, ήτοι στις 4.6.10, ο οποίος έκτοτε παρέχει τη δυνατότητα εξασφάλισης τέτοιας μαρτυρίας. Όπως προκύπτει από την επίμαχη μαρτυρία, αυτή αφορά σε περιεχόμενο επικοινωνιών η οποία καλύπτει μια χρονική περίοδο από Μάρτιο του 2013 μέχρι και τις 13.4.16, ημερομηνία της ισχυριζόμενης διάπραξης των αδικημάτων. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ισχυρίστηκε πως το άρθρο 21 του Ν.92(Ι)/96, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα έκδοσης δικαστικού διατάγματος για πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, εισήχθη με τον τροποποιητικό Ν.216(Ι)/15, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή στις 31.12.15, και ως εκ τούτου η πρόσβαση σε περιεχόμενο πριν την έναρξη εφαρμογής του τροποποιητικού Νόμου απαγορεύεται και επομένως δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία. Θεωρούμε πως η εισαγωγή του Μέρους IVΑ στον Ν.92(Ι)/96 που έγινε με τον τροποποιητικό Ν.216(Ι)/15, δεν αφορά το ουσιαστικό δίκαιο αλλά αφορά πρόνοια δικονομικής και διαδικαστικής φύσης και ρυθμίζει τους κανόνες απόδειξης και προσαγωγής μαρτυρίας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Μιχαηλίδης v. Γενικού Εισαγγελέα
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 1977, American Express Europe Ltd v. Pavemar Hotels Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 1204 και Datamedia A.E. v. K.S.N. (Business Aids) Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ. 13. Ο Ν.216(Ι)/15δεν επέφερε οποιαδήποτε αλλαγή στο ουσιαστικό δίκαιο, υπό την έννοια ότι δεν επηρεάζει ούτε και αφορά στο περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας, αλλά απλώς αφορά στη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτό το περιεχόμενο μέσω της προβλεπόμενης στον Νόμο διαδικασίας και στη δυνατότητα παρουσίασης αυτού ως μαρτυρίας. Χρήσιμη βοήθεια παρέχει η ερμηνεία του ίδιου του Ν.216(Ι)/15 στη φράση «καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας» η οποία έχει ως εξής: «"καταγεγραµµένο περιεχόµενο ιδιωτικής επικοινωνίας" σηµαίνει περιεχόµενο ιδιωτικής επικοινωνίας οποιασδήποτε µορφής, το οποίο βρίσκεται καταγεγραµµένο ή αποθηκευµένο σε οποιοδήποτε έγγραφο, συσκευή ή αντικείµενο και περιλαµβάνει επικοινωνία καταγεγραµµένη σε επιστολές, ηλεκτρονικά µηνύµατα και µηνύµατα µέσω υπηρεσίας σύντοµων µηνυµάτων (sms) ή µέσω υπηρεσίας µηνυµάτων πολυµέσων (mms) ή ηλεκτρονικού ταχυδροµείου (emails) ή άλλων µηνυµάτων διαδικτύου.» Η χρήση των λέξεων «βρίσκεται» που σημαίνει και κατά τη μέρα θέσπισης του Νόμου, της λέξης «καταγεγγραμένο» που παραπέμπει σε περιεχόμενο το οποίοι έχει ήδη εγγραφεί και ιδίως η χρήση της λέξης «αποθηκευμένο», που επίσης παραπέμπει σε υλικό το οποίο υφίσταται κατά την έναρξη ισχύος του Νόμου, καταδεικνύει πως ο Νόμος αφορούσε κάθε υφιστάμενο κατά τη θέσπιση του επίμαχο μαρτυρικό υλικό (και όχι μόνο μελλοντικό). Υιοθέτηση της εισήγησης του συνηγόρου Υπεράσπισης θα επέφερε παράλογα αποτελέσματα, υπό την έννοια πως οι νομοθετικές διατάξεις του τροποποιητικού Ν.216(Ι)/15θα επέτρεπαν αφενός την έκδοση διατάγματος από τις 31.12.15 για πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα αλλά αφετέρου θα έπρεπε το διάταγμα να αφορά σε δεδομένα που θα καταγράφονταν από τις 31.12.15 και μετέπειτα. Θεωρούμε πως τέτοια προσέγγιση και ερμηνεία δεν συνάδει ούτε και με την πρόθεση του Νομοθέτη. Θεωρούμε ακόμα πως η επίμαχη μαρτυρία είναι σχετική με την υπόθεση και ειδικότερα με τα επίδικα αδικήματα που αφορούν σε ελεγχόμενα φάρμακα, ναρκωτικά, εφόσον σχετίζεται με την πιθανή εμπλοκή των Κατηγορουμένων 1 και 3 καθώς επίσης και την πιθανή ύπαρξη συνωμοσίας. Εδώ σημειώνουμε πως δεν υιοθετούμε τη θέση της Υπεράσπισης πως μόνο μαρτυρία η οποία αφορά επικοινωνία μεταξύ των τριών Κατηγορουμένων και η οποία έλαβε χώρα στις 13.4.16 και στον χώρο της ισχυριζόμενης διάπραξης των αδικημάτων δύναται να θεωρηθεί σχετική και αποδεκτή. Τέτοια προσέγγιση δεν βρίσκει λογικό έρεισμα ούτε και συνάδει με τις πρόνοιες του Ν.92(Ι)/96 και του άρθρου 17.2.Β του Συντάγματος, τα οποία καθιστούν σαφές πως η έκδοση διαταγμάτων αποσκοπεί στην αποτροπή, διερεύνηση και δίωξη σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα. Ως εκ τούτου, διατάγματα τα οποία εκδίδονται δυνάμει του συγκεκριμένου Νόμου, όπως το διάταγμα, Τεκμήριο 149, στόχο έχουν τη λήψη του συνόλου της επικοινωνίας η οποία τείνει να καταδείξει εμπλοκή με τα αδικήματα και η οποία σαφώς καλύπτει, π.χ., και χρονική περίοδο πριν την ισχυριζόμενη ημερομηνία διάπραξης των υπό κρίση αδικημάτων. Αναφέρουμε ακόμα πως το διάταγμα προέβλεπε την εκτέλεση του κατά το μέγιστον εντός 30 ημερών από την έκδοση του. Σύμφωνα με την Έκθεση ημ. 6.5.16 της Μ.Κ.22, Έγγραφο 22, το διάταγμα εκτελέστηκε μεταξύ 25.4 και 11.5.16, επομένως αυτό φαίνεται να έχει εκτελεστεί εντός της ταχθείσας στο διάταγμα χρονικής προθεσμίας. Τονίζουμε επίσης πως στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δύναται και εξετάζει τυχόν παραβίαση των δικαιωμάτων των Κατηγορουμένων 1 και 3, οι οποίοι εκδικάζονται, και όχι ενδεχόμενη παραβίαση δικαιωμάτων τρίτων προσώπων. Επαναλαμβάνουμε πως τα δεδομένα λήφθηκαν δυνάμει δικαστικού διατάγματος σχετικά με τη διερεύνηση των αδικημάτων εναντίον των Κατηγορουμένων 1-3 και πως τυχόν επηρεασμός τρίτων προσώπων θα πρέπει να εγερθεί από το ίδιο το επηρεαζόμενο πρόσωπο και προβάλλοντας συγκεκριμένο λόγο, και δεν δύναται να εγερθεί από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων 1 και 3 και δη με γενικό και αόριστο τρόπο. Αντίστοιχες διαπιστώσεις έγιναν και στα πλαίσια της απόφασης Αναφορικά με την Αίτηση του Αλέξανδρου Βαφειάδη (ανωτέρω), από την οποία παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Σε ό,τι αφορά τον προβληθέντα ενδεχόμενο επηρεασμό των δικαιωμάτων τρίτων προσώπων, αυτό δεν μπορεί να απασχολήσει στα πλαίσια της παρούσας αίτησης όπου το διάταγμα αφορά τον αιτητή και η αίτηση εγείρεται από τον ίδιο. Ούτε θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί πιο πάνω, έπρεπε να τεθεί οποιαδήποτε ασφαλιστική δικλείδα στο εκδοθέν διάταγμα. Με το επίδικο διάταγμα, άλλωστε, διδόταν άδεια για πρόσβαση σε δεδομένα που σχετίζονται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι βρίσκονται καταγεγραμμένα ή περιέχονται στα δεδομένα των δύο κινητών τηλεφώνων που ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητο του αιτητή.» Δεν διαφεύγει την προσοχή μας το άρθρο 25 του Ν.92(Ι)/96 το οποίο προνοεί τις περιπτώσεις καταστροφής περιεχόμενου ιδιωτικής επικοινωνίας. Σύμφωνα με το άρθρο 25
(3), μια τέτοια περίπτωση αποτελεί η «περάτωση της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου», την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης για να καταδείξει πως αυτή η μαρτυρία εξακολουθεί να βρίσκεται στην κατοχή της Αστυνομίας παράνομα. Ήταν η εισήγηση του πως με τη διακοπή της προγενέστερης ποινικής υπόθεσης υπ΄ αρ. 9672/16 ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού εναντίον των ίδιων προσώπων για τα ίδια αδικήματα, η διαδικασία έχει περατωθεί. Θεωρούμε πως ο όρος «περάτωση της διαδικασίας» αφορά στην τελική περάτωση και ολοκλήρωση της διαδικασίας και δεν καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία μια υπόθεση διακόπτεται και ακολουθεί η καταχώριση άλλης υπόθεσης για τα ίδια αδικήματα τα οποία καλύπτονται από το διάταγμα, όπως προφανώς έχει συμβεί στην προκειμένη περίπτωση. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε επίσης ζήτημα παραβίασης του Νόμου για τον λόγο ότι δεν έγινε η προβλεπόμενη στον Νόμο κοινοποίηση, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Ν.92(Ι)/96. Σύμφωνα με το άρθρο 17
(1)του Ν.92(Ι)/96, εντός προθεσμίας η οποία δεν υπερβαίνει τις 30 μέρες από την εκτέλεση δικαστικού εντάλματος δυνάμει των άρθρων 21-23 του Νόμου, ο Γενικός Εισαγγελέας κοινοποιεί προς το θιγέν πρόσωπο έκθεση η οποία περιγράφει όσα αναφέρονται στις υποπαρ. (α)-(γ). Ο ορισμός του θιγέντος προσώπου περιλαμβάνεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου. Έχει κατατεθεί ενώπιον μας ως παραδεκτό γεγονός πως τέτοια έκθεση ετοιμάστηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα στις 14.12.17 και παραδόθηκε στους Κατηγορούμενους 1 και 2 στις 18.12.17 και στον Κατηγορούμενο 3 στις 19.12.17 αντίστοιχα, Τεκμήριο 151. Είναι καλώς γνωστή η νομική αρχή πως παράβαση Νόμου, σε αντίθεση με παραβίαση του Συντάγματος, δεν καθιστά αυτομάτως τη σχετική μαρτυρία ως μη αποδεκτή αλλά το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να δεχθεί τέτοια μαρτυρία. Χρήσιμη καθοδήγηση για την εφαρμογή αυτής της νομικής αρχής προσφέρει η υπόθεση Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ.186. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα δεδομένα ενώπιον μας, προκύπτει πως η λήψη της επίμαχης μαρτυρίας έχει ληφθεί στα πλαίσια του δικαστικού διατάγματος εναντίον του οποίου δεν έχουν ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα και έτσι αυτό κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτέλεσης του ήταν σε ισχύ. Το άρθρο 17 του Νόμου προνοεί μόνο για την κοινοποίηση έκθεσης σε χρόνο μετά την εκτέλεση του διατάγματος και δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια για την περίπτωση μη συμμόρφωσης με αυτό, παρά μόνο το άρθρο 17
(2)προβλέπει για την αίτηση του θιγέντος προσώπου για την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για γνωστοποίηση σε αυτό του περιεχόμενου της επικοινωνίας. Σύμφωνα πάντα με την τεθείσα μαρτυρία, στην προκειμένη περίπτωση έγινε η κοινοποίηση αλλά όχι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Παρά το καθυστερημένο της κοινοποίησης, μετά την πληροφόρηση για την εκτέλεση του διατάγματος, τα θιγέντα μέρη δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του διατάγματος. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, και ειδικότερα την εκτέλεση ενός κατά τον ουσιώδη χρόνο εν ισχύι δικαστικού διατάγματος, την έστω και καθυστερημένη κοινοποίηση της έκθεσης στα θιγέντα πρόσωπα, και μάλιστα λίγο πριν την έναρξη της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης, τη μη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων εκ μέρους τους σε σχέση με το διάταγμα και ή την εκτέλεση αυτού, θεωρούμε πως η παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 17
(1)δεν αποτελεί λόγο για τον αποκλεισμό της δεκτότητας της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο. Θεωρούμε πως η μη ύπαρξη, λόγω πρόσφατης καταστροφής, μέρους των τεκμηρίων της υπόθεσης, και ειδικότερα των επίδικων συσκευών τηλεφώνων, οι οποίες είχαν κατατεθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ως τεκμήρια, δεν αποτελεί αφ΄ εαυτού λόγο για τη μη δεκτότητα τέτοιας μαρτυρίας, ήτοι άλλης μαρτυρίας η οποία αφορά την εξέταση της καταστραφείσας μαρτυρίας Αυτό το ζήτημα, στον βαθμό που άπτεται του δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων της Υπεράσπισης και επηρεάζει την ισότητα των όπλων και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης, δεν είναι ικανό σε αυτό το στάδιο να οδηγήσει σε αποκλεισμό της επίμαχης μαρτυρίας. Οποιαδήποτε τέτοια εισήγηση θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο κατάλληλο στάδιο και σίγουρα στο τέλος της δίκης υπό το πρίσμα του συνόλου της μαρτυρίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγουμε πως η ένσταση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ως εκ τούτου η κατάθεση της δέσμης των εγγράφων η οποία περιλαμβάνει το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας των συγκεκριμένων 16 κινητών τηλεφώνων γίνεται δεκτή. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.