← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λούσι Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 12287/16, 27/4/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λούσι Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 12287/16, 27/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12287/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Λούσι Σάββα Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου με κ. Ιωαννίδη Για την Κατηγορουμένη: κ. Ενταφιανός Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι απέφυγε να παρέχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των άρθρων 7 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/

  1. Με βάση τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 24.10.2015 στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη Λευκωσία , ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KSQ973, και της ζητήθηκε από τον Αν. Λοχ.457 Σ. Νεοφύτου να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, άνευ ευλόγου αιτίας απέφυγε να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά πόσο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας (ΜΚ). Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι όντως η Κατηγορούμενη στις 24.10.2015 οδηγούσε το αυτοκίνητο KSQ973 στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη Λευκωσία. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης, την κάλεσε σε απολογία. Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση της. Αν.Λοχ.457 Σεραφείμ Νεοφύτου (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής των συσκευών ελέγχου αλκοόλης για προκαταρκτική και τελική εξέταση. Στις 24.10.2015 και ώρα 03:10 στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη Λευκωσία ανέκοψε για έλεγχο το όχημα που οδηγείτο από την Κατηγορούμενη. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας με την Κατηγορούμενη διαπίστωσε ότι μύριζε έντονα οινόπνευμα. Τότε, της ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση με την μηχανή υπ' αριθμόν 049503 πράγμα που η Κατηγορούμενη έπραξε με ένδειξη 33mg%. (βλ. Τεκμήριο 2). Ο ΜΚ1 πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και ακολούθως της ζήτησε να δώσει 2 ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση στην συσκευή Lion Intoxilyzer 8000 με αρ. 80-004783 που ήταν εγκατεστημένη στο υπηρεσιακό όχημα με αρ. εγγραφής KLA
  2. Ο ΜΚ1 εξήγησε στην Κατηγορούμενη τον τρόπο λειτουργίας της συσκευής και ειδικότερα ότι έπρεπε να φυσήξει σταθερά και συνεχόμενα στο στόμιο της μηχανής μέχρι να εμφανιστεί η ένδειξη "stop blowing" στην οθόνη της μηχανής. Επίσης, της επίστησε την προσοχή στο ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να παραχωρήσει δείγμα δυνατόν να συνιστά αδίκημα. Την ίδια μέρα και περί τις 03:40, η Κατηγορούμενη, χωρίς στο μεταξύ να καταναλώσει οτιδήποτε, οδηγήθηκε στην συσκευή τελικής εξέταση με σκοπό να δώσει δείγμα, πλην όμως δεν κατέστη δυνατό να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Η ένδειξη στην συσκευή τελικής εξέτασης ήταν «Insufficient Sample». Εκδόθηκε σχετικό έντυπο με τίτλο "Breath ‑Alcohol Analysis Record" (βλ. Τεκμήριο 3). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι έχει τύχει εκπαίδευσης στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου για τον χειρισμό των μηχανών προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης κάτι που δημοσιεύεται στις εβδομαδιαίες διατάξεις της Αστυνομίας. Παρουσίασε πιστοποιήσεις που εκδίδονται από το Τμήμα Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων τόσο για την συσκευή με αρ. 80004783 (βλ. Τεκμήριο 4) όσο και για τη συσκευή με αριθμό 49503 (βλ. Τεκμήριο 5). Επέμεινε ότι επίστησε την προσοχή της Κατηγορουμένης στον νόμο και ότι της εξήγησε τη λειτουργία των μηχανών. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η Κατηγορούμενη φύσηξε, αλλά δεν φύσηξε ικανοποιητικά κάτι που προκύπτει εκ του αποτελέσματος. Με άλλα λόγια, δεν φύσηξε με τρόπο ώστε η μηχανή να φτάσει στο σημείο να γράψει ένδειξη στην οθόνη "stop blowing". Της είχε προηγουμένως εξηγήσει ότι πρέπει να πάρει εισπνοή και να φυσήξει συνεχόμενα και σταθερά και όταν δει στην ένδειξη της οθόνης "stop blowing" να σταματήσει. Πρόσθεσε δε ότι η Κατηγορούμενη δεν πρόβαλε οποιουσδήποτε λόγους για τους οποίους δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα. Αστ.2329 Νικόλας Πολυκάρπου ΜΚ2 Ο ΜΚ2 υπηρετεί στο Τμήμα Τεχνολογικής Ανάπτυξης του Αρχηγείου Αστυνομίας. Τα καθήκοντα του περιλαμβάνουν την επιδιόρθωση, συντήρηση και έλεγχο των συσκευών ανίχνευσης αλκοόλης στην αναπνοή. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η συσκευή Lion Intoxilyzer 8000 με αριθμό 80004783 ελέγχθηκε από τον ίδιο στις 6.10.
  3. Επεξήγησε με αναφορά στο έντυπο αποτέλεσμα που αφορά την Κατηγορούμενη (βλ. τεκμήριο 3) ότι η συσκευή προέβη σε διαγνωστικό έλεγχο με επιτυχία (pass). Προέβη σε αυτοκαθαρισμό καθώς και έλεγχο ακριβείας ως επίσης και έλεγχο επιστομίου. Όλοι οι εν λόγω έλεγχοι έγιναν αυτόματα από τη συσκευή και διεκπεραιώθηκαν με επιτυχία. Ακολούθησε η διαδικασία παραχώρησης του πρώτου δείγματος εκπνοής κατά την οποία εμφανίζεται η ένδειξη «please blow» και ξεκινά ο χρόνος 3 λεπτών εντός του οποίου πρέπει να δοθεί ικανοποιητικό δείγμα. Ο ΜΚ2 εξήγησε ότι μόλις ληφθεί το δείγμα, στην οθόνη εμφανίζεται η ένδειξη «stop blowing» και ανέφερε επίσης ότι αν η συσκευή αντιμετώπιζε οποιοδήποτε λειτουργικό πρόβλημα, θα διέκοπτε τη διαδικασία και θα υπήρχε σχετική ένδειξη στο έντυπο αποτέλεσμα. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι προκειμένου να υπάρξει καταγραφή κάποιου αποτελέσματος, πρέπει να υπάρξει κάποια πίεση από την εκπνοή αέρα. Παραλλήλισε δε την προσπάθεια που πρέπει να καταβάλει κάποιος με την προσπάθεια που χρειάζεται να φουσκώσει ένα μπαλόνι. Συμφώνησε ότι όπως ένα μπαλόνι δεν μπορεί να φουσκώσει με μια απλή εισπνοή και εκπνοή, έτσι και η συσκευή δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητικό αποτέλεσμα με μια απλή εκπνοή, αλλά χρειάζεται κάποια περαιτέρω πίεση πέραν από την συνηθισμένη αναπνοή. Κατηγορουμένη Η Κατηγορούμενη κατά την μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι όντως ανακόπηκε από την αστυνομία κατά την επίδικη ημερομηνία και όντως η ένδειξη προκαταρκτικής εξέτασης ήταν 33μg%. Πρόσθεσε ότι δεν αρνήθηκε να δώσει δείγμα τελικής εξέτασης. Της είχε αναφέρει ο αστυνομικός να πάρει εισπνοή και να φυσήξει κανονικά και δυνατά κάτι το οποίο ισχυρίστηκε ότι έπραξε. Δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση να ξεγελάσει οποιονδήποτε. Αφού φύσηξε μια φορά χωρίς να δοθεί η απαραίτητη ένδειξη στην συσκευή, επιχείρησε να δώσει δείγμα και δεύτερη φορά με τον ίδιο τρόπο που φύσηξε και την πρώτη φορά. Και πάλι η συσκευή δεν έδωσε ικανοποιητική ένδειξη και τότε ο αστυνομικός της είπε ότι θα κληθεί στο Δικαστήριο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχοντας κατά νου την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων κατηγορίας και αφού αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους, κρίνω ότι και οι δύο αυτοί μάρτυρες προσήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση τους υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις στις οποίες και οι δύο μάρτυρας απάντησαν με σαφήνεια και χωρίς υπεκφυγές. Κάποια προσπάθεια να κλονιστεί η αξιοπιστία του ΜΚ1 με αναφορά στο ότι η κατάθεση που ετοίμασε ήταν προκατασκευασμένη, έπεσε στο κενό. Δεν έχω αμφιβολίες ότι ο ΜΚ1 ενημέρωσε την Κατηγορούμενη για το ότι η παράλειψη της να δώσει ικανοποιητικό δείγμα συνιστά ποινικό αδίκημα αλλά και για το ότι η κατηγορούμενη μύριζε αλκοόλ. Εξάλλου, η ίδια η Κατηγορούμενη επιβεβαίωσε κατά την μαρτυρία της ότι όντως είχε καταναλώσει κόκκινο κρασί σε νυκτερινό κέντρο λίγο πριν την ανακοπή της εκείνο το βράδυ. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι ο ΜΚ1 ήταν ήρεμος και σταθερός στις απαντήσεις του και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Κρίνω ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Σε σχέση με τον ΜΚ2, επισημαίνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η εμπειρογνωμοσύνη του σε σχέση με τις συσκευές ανίχνευσης αλκοόλης μέσω της αναπνοής. Η εμπειρογνωμοσύνη αυτή προκύπτει από τα καθήκοντα του που αφορούν την επιδιόρθωση, συντήρηση και έλεγχο των εν λόγω συσκευών. Συνεπώς αποδέχομαι ότι ο ΜΚ2 είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να εκφέρει γνώμη και δώσει στοιχεία για την λειτουργία των εν λόγω συσκευών. Σημειώνω επίσης ότι δεν επιχειρήθηκε ο κλονισμός της αξιοπιστίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Από την άλλη, η Κατηγορούμενη επιβεβαίωσε εν πολλοίς την μαρτυρία του ΜΚ
  4. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση, ο αστυνομικός της είχε ζητήσει να δώσει δείγμα εκπνοής φυσώντας στο στόμιο, σταθερά και συνεχόμενα. Ακολούθως, ο αστυνομικός της επίστησε την προσοχή και της ζήτησε να δώσει δείγμα για τελική εξέταση. Προς τούτο, της είπε να φυσήξει εκπνέοντας σταθερά και συνεχόμενα μέχρι να εμφανιστεί η ένδειξη «stop blowing». Η μοναδική θέση που προέβαλε προς υπεράσπιση της, η Κατηγορούμενη ήταν ότι προσπάθησε να φυσήξει πλην όμως η μηχανή δεν δέχτηκε το δείγμα που έδιδε ως ικανοποιητικό. Κατά την αντεξέταση της, ανάφερε ότι φύσηξε κανονικά και δυνατά όπως της εξήγησε ο αστυνομικός μέχρι που η συσκευή έδωσε την ένδειξη "stop blowing". Προκαλώντας ασάφεια όσον αφορά την πραγματική της θέση, ανέφερε στην συνέχεια ότι ενδεχομένως λόγω σύγχυσης να έκανε λάθος και να διέκοψε την αναπνοή της πριν αναγραφεί στη συσκευή η ένδειξη "stop blowing". Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνω ότι τα παραδεκτά γεγονότα και η αξιόπιστη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποδεικνύουν ότι στις 24.10.2015 στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ενώ ο ΜΚ1 βρισκόταν για έλεγχο, ανέκοψε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KSQ973 το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορούμενη. Κατά την συνομιλία του με την Κατηγορούμενη, ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι αυτή μύριζε αλκοόλ. Ο ΜΚ ευλόγως και νομίμως ζήτησε από την Κατηγορούμενη να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση με την μηχανή υπ' αριθμόν 049503 πράγμα που έπραξε στις 03:10 με ένδειξη 33mg%. Ακολούθως, πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της εξέτασης και της ζήτησε να δώσει 2 ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση στην συσκευή Lion Intoxilyzer 8000 με αρ. 80-
  5. Ο ΜΚ1 εξήγησε στην Κατηγορούμενη τον τρόπο λειτουργίας της συσκευής και ειδικότερα ότι έπρεπε να φυσήξει σταθερά και συνεχόμενα στο στόμιο της μηχανής μέχρι να εμφανιστεί η ένδειξη "stop blowing" στην οθόνη της μηχανής. Επίσης, της επίστησε την προσοχή στο ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να παραχωρήσει δείγμα δυνατόν να συνιστά αδίκημα. Την ίδια μέρα και περί τις 03:40, η Κατηγορούμενη, χωρίς στο μεταξύ να καταναλώσει οτιδήποτε, οδηγήθηκε στην συσκευή τελικής εξέταση με σκοπό να δώσει δείγμα. Αφού τοποθετήθηκαν τα στοιχεία της Κατηγορουμένης στην συσκευή, η συσκευή προέβη σε αυτοέλεγχο κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι λειτουργούσε κανονικά. Η Κατηγορούμενη, επιχείρησε 2 φορές να δώσει δείγμα, πλην όμως δεν έδωσε τέτοια ποσότητα δείγματος ώστε αυτό να είναι ικανοποιητικό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 7 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν.174/1986 επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη προνοεί ότι για να διαπιστωθεί ότι οιονδήποτε πρόσωπο που έχει δώσει δείγμα για προκαταρκτική εξέταση, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται να ζητήσει από το εν λόγω πρόσωπο όπως παράσχει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποίαν είχε παρασχεθεί το δείγμα εκπνοής για την προκαταρκτική εξέταση. Η παραχώρηση δείγματος εκπνοής, πρέπει να γίνεται στον πλησιέστερο χώρο όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός. Ο αστυνομικός υποχρεούται όπως επιστήσει την προσοχή του προσώπου από το οποίο ζητείται η παραχώρηση δειγμάτων, ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, στην βάση της μαρτυρίας που έχει δοθεί θεωρώ ότι έχει γίνει ορθά η διαδικασία που προνοείται στο άρθρο 7 του ν. 174/
  6. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη είναι πρόσωπο από το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε ληφθεί δείγμα για προκαταρκτική εξέταση. Ακολούθως, ο ΜΚ1 ευλόγως και ως είχε εξουσία ζήτησε από την Κατηγορούμενη να μεταβεί σε χώρο όπου υπήρχε ο απαραίτητος εξοπλισμός για διενέργεια τελικής εξέτασης. Επιστήθηκε η προσοχή της Κατηγορουμένης στο ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω παρήλθαν πέραν των 10 λεπτών από την χρονική στιγμή κατά την οποία παρασχέθηκε το δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον η Κατηγορουμένη απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής, δεδομένου ότι σύμφωνα με την μαρτυρία επιχείρησε 2 φορές να φυσήξει στην συσκευή τελικής εξέτασης, χωρίς όμως να υπάρξει επιτυχής καταγραφή στην συσκευή. Το εδάφιο

(4)του άρθρου 7 προνοεί ότι όποιος «άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.» Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του ιδίου νόμου «δείγμα εκπνοής σημαίνει τοιαύτην ποσότηταν εκπνοής, η οποία θα εκρίνετο ικανοποιητική προς διενέργειαν προκαταρκτικής ή τελικής εξετάσεως». Ο συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κώστα Δημητρίου
(2013)2 ΑΑΔ 171, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία αναγόμενη στη συμπεριφορά του υφιστάμενου τον έλεγχο ατόμου η οποία, λογικά κρινόμενη, να μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι το ανεπαρκές δείγμα εκπνοής, ένεκα του οποίου η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή, οφείλεται αποκλειστικά στο ότι το υφιστάμενο τον έλεγχο άτομο σκοπίμως ή άλλως πως απέφυγε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Θεωρούμε αυτόδηλο πως η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν είναι από μόνη της αρκετή για την απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Απαιτείται προς τούτο και η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability). Στην υπό κρίση υπόθεση η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να οδηγήσει με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις στο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής.» Διέλαθε της προσοχής του συνηγόρου υπεράσπισης η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παύλου Αραμπίδη (Αρ. 1)
(2013)2 ΑΑΔ 713, που εκδόθηκε στις 1.11.2013, ήτοι 9 μήνες μετά από την απόφαση Δημητρίου (ανωτέρω). Στην υπόθεση Αραμπίδη (ανωτέρω) ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία αθωώθηκε ο κατηγορούμενος στην κατηγορία της αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής για σκοπούς τελικής εξέτασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ότι η συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κανονικά, η καταγραφή στο έντυπο που εκτυπώθηκε από την συσκευή τελικού ελέγχου της ένδειξης «NO BREATH FLOW DETECTED - NO SPECIMEN», κατέτασσε την υπόθεση σε καθαρή υπόθεση ενοχής. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Το ρήμα όμως «αποφεύγω», όπως αυτό χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου, έχουμε την άποψη πως έκδηλα έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι» ή «να ξεφύγω από κάτι» (βλ. και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελ. 260), παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου το οποίο, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί, δεν περιορίζεται μόνο στην «άρνηση» του προσώπου που καλείται να δώσει δείγμα εκπνοής, αλλά και στην «αποφυγή» του να δώσει δείγμα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα. Αυτό συνέβη και στην παρούσα περίπτωση και αδιάψευστος μάρτυρας ότι ο εφεσίβλητος προσπάθησε και κατόρθωσε με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση είναι η σχετική καταγραφή στο έντυπο που εκτύπωσε η μηχανή και ενόψει τούτου οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ.3 «. δεν έχει αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είτε έβαλε τη γλώσσα του μπροστά στο στόμιο της μηχανής, είτε ότι διέκοψε το συνεχές φύσημα στο στόμιο της μηχανής, ούτε και ότι γέμισε σάλιο το στόμιο της μηχανής» δεν είχαν θέση στην υπόθεση. Καταλήγουμε, επομένως, ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η συσκευή λειτουργούσε κανονικά και ότι ο ΜΚ.3 προέβη σε όλους τους προκαταρκτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει - όπως και διαπίστωσε - την ορθότητα λειτουργίας της συσκευής, επρόκειτο για καθαρή υπόθεση ενοχής του εφεσίβλητου στο αδίκημα που του καταλογίστηκε και ανάλογη είναι και η απόφαση μας.» Προφανώς, βρισκόμαστε προ περίπτωσης αντικρουόμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα ανέμενε κανείς ότι, στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω), ως μεταγενέστερη, θα γινόταν αναφορά στην προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω). Εντούτοις, ως φαίνεται η τελευταία δεν τέθηκε υπόψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο συνεδρίαζε υπό διαφορετική σύνθεση. Εν όψει της ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές της Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 490 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ενόψει των ανωτέρω θεωρούμε ότι, σε περίπτωση που υπάρχουν συγκρουόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου πάνω σε ένα ζήτημα (όπως οι αποφάσεις Payiata και Παπαδοπούλλου), οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδική τους δικαιοδοσία, οφείλουν, και τούτο είναι ορθό, να θεωρούν ότι δεσμεύονται και να ακολουθούν την τελευταία, εφόσον αυτή ασχολήθηκε και δεν αποδέχθηκε την προηγούμενη ή τις προηγούμενες. Εξαίρεση μπορούν να αποτελέσουν μόνο οι τυχόν αποφάσεις της Ολομέλειας που λήφθηκαν per incuriam, δηλαδή εξ αβλεψίας ή εν αγνοία προηγούμενης απόφασης ή αποφάσεων της Ολομέλειας, πάνω στο ίδιο θέμα, ή εν αγνοία νομοθετικής διατάξεως. Σε τέτοια περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής έχει την ευχέρεια να επιλέξει ποια να ακολουθήσει. Όπως παρατηρεί ο Salmond on Jurisprudence, 12th Edition, στη σελίδα 153:- "... The lower court may refuse to follow the later decision on the ground that it was arrived at per incuriam, or it may follow such decision on the ground that it is the latest authority. Which of these two courses the court adopts depends, or should depend, upon its own view of what the law ought to be."» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και με πλήρη σεβασμό προς τις δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση, είναι υποχρεωμένο να καταλήξει στην τελική του ετυμηγορία επιλέγοντας ποια από τις δύο αποφάσεις θα ακολουθήσει. Προτού εκθέσω το σκεπτικό μου, θεωρώ ότι η αναφορά στις αντίστοιχες αγγλικές διατάξεις και προσέγγιση των αγγλικών Δικαστηρίων στο ζήτημα, ίσως καταστεί βοηθητική. Ειδικότερα, το Section 8
(3)του Road Traffic Act του 1972 προνοούσε τα ακόλουθα: «A person who, without reasonable excuse, fails to provide a specimen of breath for a breath test under subjection
(1)or
(2)above shall be guilty of an offence» Από την απλή ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης, προκύπτει εκ πρώτης όψεως ότι υπάρχει διαφοροποίηση ως προς τον ρήμα που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πράξη η οποία δυνατόν να οδηγήσει στην διάπραξη του αδικήματος. Ενώ λοιπόν στην Κύπρο χρησιμοποιούνται τα ρήματα «αρνείται ή αποφεύγει» στην Αγγλία χρησιμοποιείτο μόνο το ρήμα 'fails" που μεταφράζεται σε «αποτυγχάνει». Βέβαια η αγγλική νομοθεσία προνοεί ότι στον όρο «αποτυχία» περιλαμβάνεται και η «άρνηση». Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση, σελ. 191: «'Fails' includes 'refuses' and 'failure' has to be construed accordingly (s. 12
(1)). 'Providing a specimen of breath' means providing a specimen of breath in sufficient quantity to enable the test to be carried out». Όπως προκύπτει από την απόφαση R. v. Chapman [1969] 2 All E.R. 321 στην οποία γίνεται αναφορά στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω) στην περίπτωση που οι αστυνομικοί διενεργήσουν ορθά τα αναγκαία προκαταρκτικά - για λήψη των δειγμάτων εκπνοής - και το πρόσωπο που υποβάλλεται σε έλεγχο αποτύχει να δώσει δείγμα με τον τρόπο που του υποδείχθηκε τότε πρόκειται για καθαρή υπόθεση ενοχής ("It was a clear case of guilt if the necessary preliminaries had been correctly gone through by the police officers"). Όπως φαίνεται λοιπόν από τα πιο πάνω, η προσέγγιση στην Αγγλία είναι ότι δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση του υποβαλλόμενου στον έλεγχο προσώπου στο να αποτύχει να παρέχει δείγμα. Μόνο και μόνο η αποτυχία του εν λόγω προσώπου να πετύχει να δώσει δείγμα, ως γεγονός είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη, νοουμένου ότι έχουν προηγηθεί όλες οι προαπαιτούμενες ενέργειες σε σχέση με τον έλεγχο της μηχανής και την κλήση του οδηγού σε έλεγχο. Αυτό που απομένει στον εκάστοτε οδηγό ο οποίος αποτυγχάνει να δώσει το σχετικό δείγμα είναι να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Έχω την άποψη, ότι δεν μπορεί η προσέγγιση στην Κύπρο να είναι διαφορετική από ότι στην Αγγλία, παρά την χρήση διαφορετικής ορολογίας. Δεν παραγνωρίζω ότι οι ποινικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και εάν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ή ασάφεια, αυτή αποφασίζεται υπέρ του κατηγορούμενου (βλ. Χριστοδούλου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)Α.Α.Δ. 443). Η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.ά.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128). Από την άλλη, οι λέξεις σε ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη σημασία τους και λαμβάνοντας υπόψη και το σκοπό του νόμου. βλ. Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59. Αυτό ακριβώς θεωρώ ότι έπραξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Αραμπίδη (ανωτέρω) όπου, αφού αναφέρθηκε αρχικά στην γραμματική ερμηνεία του ρήματος «αποφεύγω» με αναφορά σε Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας («προσπαθώ να μην κάνω κάτι»), εξήγησε στην συνέχεια ότι το εν λόγω ρήμα χρησιμοποιείται στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, με την έννοια ότι κάποιος «προσπαθεί να μην κάνει κάτι» παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζεται να μην αρνείται να το πράξει. Προσπαθώντας να επεκτείνω την πιο πάνω σκέψη και κατά συνέπεια κατάληξη, θεωρώ ότι το Ανώτατο Δικαστήριο στην ουσία επεσήμανε ότι το ρήμα «αποφεύγω» στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, δεν μπορεί να ερμηνεύεται με μόνο την γραμματική του σημασία καθότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ταύτιση της ερμηνείας του ρήματος "αποφεύγω" με την ερμηνεία του ρήματος "αρνούμαι". Κάτι τέτοιο θα ήταν πλεονασμός. Καταγράφω τέλος την άποψη ότι ο σκοπός του νομοθέτη, όπως στην Αγγλία έτσι και στην Κύπρο, δεν μπορεί να είναι άλλος από το να καταστήσει την αποτυχία (περιλαμβανομένης και της άρνησης) παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση ποινικά κολάσιμη πράξη και να εναποθέσει έτσι στον εκάστοτε Κατηγορούμενο το βάρος επίκλησης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Το άρθρο 7
(4)του νόμου δεν καταλείπει την εν λόγω υπεράσπιση μόνο σε αυτόν που αρνείται, αλλά και σε αυτόν που αποφεύγει να δώσει δείγμα εκπνοής. Θα ήταν οξύμωρο να προσφέρεται η εν λόγω υπεράσπιση σε κάποιον που σκόπιμα αποφεύγει να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Είναι όμως εύλογο να παρέχεται η εν λόγω υπεράσπιση σε άτομα τα οποία προσπάθησαν πραγματικά και ειλικρινά (genuinely) να δώσουν δείγμα εκπνοής και δεν τα κατάφεραν, ως ήταν και ο ισχυρισμός της Κατηγορουμένης. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω να ακολουθήσω τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Αραμπίδη (ανωτέρω). Συνεπώς, από την στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είχαν διενεργηθεί τα αναγκαία προκαταρκτικά για τη λήψη των δειγμάτων εκπνοής από την Κατηγορουμένη για σκοπούς τελικής εξέτασης και ένεκα του ευρήματος ότι η συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κατά τον επίδικο χρόνο ορθά καθότι σύμφωνα με τον ΜΚ2 η συσκευή ολοκλήρωσε με επιτυχία όλους τους απαραίτητους ελέγχους, καταλήγω ότι η ένδειξη "Insufficient Sample" στην συσκευή είναι αρκετή για να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής. Η Κατηγορούμενη δεν προώθησε οποιαδήποτε θέση η οποία να μπορούσε ενδεχομένως να εξεταστεί υπό το πρίσμα της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας. Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η συσκευή με την οποία έγινε η διαδικασία δεν πληροί τις απαιτήσεις της νομοθεσίας καθότι, σύμφωνα με τον συνήγορο, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι για να λειτουργήσει απαιτείται εκπνοή αέρα πέρα από τη φυσική λειτουργία της αναπνοής. Παρέπεμψε δε στο άρθρο 2 του νόμου όπου αναφέρονται τα εξής: «εκπνοή σημαίνει τον εκπνεόμενον αέρα κατά την φυσικήν λειτουργίαν της αναπνοής». Εισηγήθηκε ότι η εκπνοή αέρα με πίεση, εκφεύγει από τα όρια της φυσικής λειτουργίας της αναπνοής και έτσι η συσκευή αντίκειται στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Εισηγήθηκε τέλος ότι οι φράσεις "ικανοποιητικό δείγμα" ή "τέτοια ποσότητα" που αναφέρεται και στον νόμο, είναι έννοιες γενικές και αόριστες και δεν μπορεί στην βάση αυτών να καταδικαστεί η Κατηγορούμενη. Η εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατ' αρχήν επισημαίνω ότι σύμφωνα με την νομοθεσία, η συσκευή τελικής εξέτασης θα πρέπει να πληροί ένα από τα πρότυπα, τα οποία εγκρίνονται με διάταγμα του αρμόδιου Υπουργού ως προνοείται στο άρθρο 5Α του νόμου. Στην παρούσα περίπτωση, κατατέθηκε άνευ αμφισβήτησης η πιστοποίηση από το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών για τη συσκευή τελικής εξέτασης Lion Intoxilyzer 8000 με αύξων αριθμό 80004783, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω συσκευή συνάδει με τα πρότυπα κατασκευής OIML R126 που περιλαμβάνονται στο Υπουργικό Διάταγμα Κ.Δ.Π. 305/2006. Συνεπώς, η συσκευή η οποία χρησιμοποιήθηκε συνάδει πλήρως με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας. Πέραν τούτου, η ερμηνεία το όρου «φυσική λειτουργία της αναπνοής» δεν είναι αυτή που εισηγείται ο συνήγορος υπεράσπισης. Αποτελεί δικαστική γνώση ότι κατά την φυσική λειτουργία της αναπνοής, εκπνέεται κάποια ποσότητα αέρα. Πάντοτε, ακόμα και όταν κάποιος κοιμάται, ο εν λόγω αέρας εξέρχεται του σώματος και συγκεκριμένα από τους πνεύμονες με κάποια πίεση, άλλοτε μεγαλύτερη και άλλοτε μικρότερη. Το γεγονός ότι για την λειτουργία της συσκευής τελικής εξέτασης απαιτείται ο εκπνεούμενος αέρας να εξέρχεται με κάποια πίεση μεγαλύτερη από αυτή με την οποία εξέρχεται συνήθως όταν κάποιος αναπνέει μόνο για την οξυγόνωση του, δεν σημαίνει ότι τούτο δεν εντάσσεται στον ορισμό της έννοιας της φυσικής λειτουργίας της αναπνοής. Πολλοί λόγοι μπορεί να ωθήσουν έναν άνθρωπο να εκπνέει αέρα με μεγαλύτερη πίεση από την συνηθισμένη. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η προσπάθεια να σβήσει κάποιος ένα κερί ή να φουσκώσει ένα μπαλόνι. Τούτες οι προσπάθειες εντάσσονται στην φυσική λειτουργία της αναπνοής καθότι ακριβώς δεν απαιτούνται υπερφυσικές δυνάμεις για την διεκπεραίωση τους. Θεωρώ ότι η ερμηνεία του όρου «φυσική λειτουργία της αναπνοής» χρησιμοποιείται για να αντιδιαστείλει από περιπτώσει για τις οποίες απαιτούνται υπερφυσικές δυνάμεις, όπως ενδεχομένως να είναι η προσπάθεια κάποιου να φουσκώσει με την αναπνοή του ένα ελαστικό αυτοκινήτου. Όταν κάποιος προσπαθεί να φουσκώσει ένα μπαλόνι σίγουρα δεν χρειάζεται υπερφυσικές δυνάμεις όσον αφορά την πίεση του εκπνεόμενου αέρα, ούτε τέθηκε οποιαδήποτε θέση από την υπεράσπιση προς αυτή την κατεύθυνση. Κατ' επέκταση ούτε και κατά την παροχή δείγματος στην συσκευή Lion Intoxilyzer 8000 με αριθμό 80004783 απαιτούνται υπερφυσικές δυνάμεις αλλά εκπνοή αέρα κατά την φυσική λειτουργία της αναπνοής. Προτού ολοκληρώσω την παρούσα απόφαση, θα αναφερθώ και στην υπόθεση Πατρίκιος Ευέλθων ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 480 στην οποία επίσης με παρέπεμψε η υπεράσπιση. Σε εκείνη την υπόθεση λέχθηκε ότι «ο εφεσείων είχε δικαίωμα να ζητήσει την κατάθεση των εγχειριδίων τόσο χειρισμού, όσο και συντήρησης και λειτουργίας της συσκευής, ιδιαίτερα εν όψει του ότι αμφισβητούσε την ακρίβεια των ενδείξεων». Στην παρούσα περίπτωση, τα πράγματα είναι διαφορετικά καθότι η υπεράσπιση ουδέποτε ζήτησε την προσκόμιση των εγχειριδίων χειρισμού και συντήρησης της λειτουργίας της συσκευής. Ούτε αμφισβήτησε ότι όντως η συσκευή συντηρήθηκε από τον ΜΚ2 στις 6.10.2015. Σύμφωνα με τη νομολογία, εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Καταλήγω λέγοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση, δόθηκε στην Κατηγορούμενη ο χρόνος που παρέχει η συσκευή τελικής εξέτασης προκειμένου να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Φάνηκε να επιχειρεί να δώσει δείγμα 2 φορές. Δεν κατόρθωσε σε καμιά από τις «προσπάθειες» της να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο η μηχανή τελικής εξέτασης λειτουργούσε ορθά, εντούτοις η Κατηγορουμένη δεν έδωσε καμία αιτιολογία για την αποτυχία της να δώσει δείγμα. Εν όψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης. Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.