Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντιγόνη Χ"Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 21029/2016, 18/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21029/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Αντιγόνη Χ"Γεωργίου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 18 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Φρ. Κακούρη Για Κατηγορούμενη: κ. Ξ. Κουσταή Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μεταξύ άλλων, κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Νόμου 86/72 (1η Κατηγορία). Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι στις 11.7.2015 στην συμβολή της οδού Αγίας Ελένης με την οδό Κωνσταντίνου και Ελένης στην περιοχή Καλλιθέας στο Δάλι της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KTD603 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι στις 11.7.2015 περί ώρα 20:30 έγινε τροχαίο δυστύχημα στην συμβολή των οδών Αγίας Ελένης και Κωνσταντίνου & Ελένης στην περιοχή Καλλιθέας στο Δάλι με εμπλεκόμενα μέρη το όχημα με αρ. εγγραφής KTD603 που οδηγούσε η Κατηγορούμενη και την μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού με αρ. εγγραφής KTW195 που οδηγούσε ο Αλέξανδρος Βασιλείου - ΜΚ2 (στο εξής «το δυστύχημα»). Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Η οδός Αγίας Ελένης είναι δρόμος ευθύς, επίπεδος και διπλής κατεύθυνσης με δυο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο λωρίδες διαχωρίζονται από άσπρη συνεχόμενη γραμμή η οποία γίνεται διακεκομμένη έναντι της παρόδου Κωνσταντίνου & Ελένης. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Υπό αμφισβήτηση βρίσκονται οι λοιπές συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το δυστύχημα. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, την κάλεσε σε απολογία. Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, η Κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Πιο κάτω καταγράφω με την μέγιστη δυνατή πληρότητα την μαρτυρία κάθε μάρτυρα και παράλληλα προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Α/Αστ.1846 Κύπρος Κύπρου ΜΚ1 Υιοθετώντας την κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 1), ο ΜΚ1 ανέφερε ότι την 11.7.2015 περί ώρα 21:00 επισκέφθηκε μαζί με τον Αστ.3781 (ΜΚ4) την σκηνή του δυστυχήματος. Στα πλαίσια διερεύνησης, ο ΜΚ1 επισκέφτηκε οικία του Μιχαλάκη Μιχαήλ (ΜΚ3), όπου συνομίλησε με τον τελευταίο. Ο ΜΚ3 είπε στον ΜΚ1 ότι ελάχιστο χρόνο πριν την πρόκληση του δυστυχήματος και ενώ ο ίδιος βρισκόταν στην βεράντα της οικίας του, αντιλήφθηκε τον μοτοσικλετιστή να οδηγά στην οδό Αγίας Ελένης εντός της δικής του πορείας, κατά τρόπο αλόγιστο και επικίνδυνο, ήτοι στον ένα τροχό. Ακολούθως, ο ΜΚ3 άκουσε ένα δυνατό θόρυβο, χωρίς όμως να έχει ιδίαν αντίληψη της σύγκρουσης. Σε σχέση με τον ΜΚ1 αναφέρω ότι ήταν γενικά ήρεμος και σταθερός στις απαντήσεις του και απαντούσε με αμεσότητα. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την αντεξέταση του. Επισημαίνω βεβαίως, ότι αν και ο ΜΚ1 μετέβη στο σημείο όπου ο ΜΚ3 είπε ότι βρισκόταν όταν έγινε το δυστύχημα, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί αν παρεμβάλλεται οτιδήποτε μεταξύ της οικίας και του δρόμου το οποίο να παρεμποδίζει την ορατότητα. Ούτε ήταν σαφής αν από εκείνο το σημείο είχε οπτική επαφή με το οδόστρωμα της οδού Αγίας Ελένης. Συνεπώς, ως προς το ζήτημα της ορατότητας που είχε ο κατ' ισχυρισμό αυτόπτης μάρτυρας, ο ΜΚ1 δεν πρόσφερε ουσιαστική βοήθεια. Αλέξανδρος Βασιλείου (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας. Στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 2) ανέφερε ότι λόγω της ηλικίας του δεν είχε δικαίωμα να εξασφαλίσει άδεια οδήγησης για την κατηγορία στην οποία ανήκει η μοτοσικλέτα. Όσον αφόρα το δυστύχημα, το μόνο που θυμόταν είναι ότι ενώ οδηγούσε την μοτοσικλέτα, σε κάποια στιγμή είδε ένα αυτοκίνητο μπροστά του και συγκρούστηκε πάνω του. Δεν θυμόταν ούτε πως έγινε το δυστύχημα, ούτε σε ποια λωρίδα οδηγούσε και ούτε με ποια ταχύτητα. Το μόνο που θυμόταν είναι ότι δεν φορούσε κράνος. Στην συνέχεια, ξύπνησε στην μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου και διαπίστωσε ότι είχε τραυματιστεί σε διάφορά μέρη του σώματος τού. Όσον αφορά το σχέδιο του δυστυχήματος το οποίο του υποδείχθηκε, δεν μπορούσε να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει. Παρά το ότι αργότερα επισκέφτηκε πολλές φορές την σκηνή του δυστυχήματος, δεν κατόρθωσε να θυμηθεί οτιδήποτε. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι κινείτο στην κανονική λωρίδα κυκλοφορίας, ήτοι την αριστερή ως η πορεία του. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι η μοτοσικλέτα του έχει γρήγορη επιτάχυνση και ότι στον ίδιο αρέσει η ταχύτητα. Η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για εξαγωγή οιωνδήποτε ευρημάτων. Δεν πρόσφερε οτιδήποτε το οποίο να μπορεί να βοηθήσει σε σχέση με τα ζητήματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει. Ο ΜΚ2 ήταν βεβαίως ειλικρινής στο ότι δεν φορούσε το κράνος ασφαλείας του και ότι του αρέσει η ταχύτητα. Κατά τα λοιπά και παρά το ότι ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στο δυστύχημα, δεν θυμόταν ή δεν ήθελε να αναφέρει όσα οδήγησαν στην επίδικη σύγκρουση. Δεν θυμόταν για παράδειγμα με ποια ταχύτητα έτρεχε, ούτε αν οδηγούσε στον έναν τροχό ή αν ξέφυγε από την πορεία του. Μιχαλάκης Μιχαήλ (ΜΚ3) Στις 11.7.2015 ο ΜΚ3 βρισκόταν στη βεράντα του σπιτιού του. Σύμφωνα με αυτόν, η κατοικία του είναι λίγο ψηλά από τον δρόμο και ο ίδιος είχε ορατότητα προς το σημείο όπου έγινε το δυστύχημα. Ήταν απόγευμα και αφού άκουσε έναν θόρυβο, κοίταξε προς τον δρόμο και είδε σε απόσταση περίπου 120 μέτρων από το σπίτι του, μια μοτοσικλέτα να κινείται στην αριστερή λωρίδα ως η πορεία. Η μοτοσικλέτα οδηγείτο στον ένα τροχό. Ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας, επιχείρησε να στρίψει δεξιά αποκόπτοντας την πορεία της μοτοσυκλέτας με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Ειδικότερα, ο οδηγός της μοτοσικλέτας 6‑ 7 μέτρα πριν την σύγκρουση προσπάθησε να μπει στην αντίθετη κατεύθυνση για να αποφύγει το αυτοκίνητο, αλλά δεν πρόλαβε. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι είδε καθαρά την σύγκρουση των δύο οχημάτων. Σε σχέση με αυτή την υπόθεση δεν έκανε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία και είπε στους αστυνομικούς που ζητούσαν πληροφορίες ότι δεν ήθελε να εμπλακεί σαν μάρτυρας. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι είχε δει τον μοτοσικλετιστή σε απόσταση 80 ‑ 90 μέτρων πριν το σημείο του δυστυχήματος. Διαπίστωσε μάλιστα ότι φορούσε κράνος ασφαλείας. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, ο ίδιος είχε οπτική επαφή με το οδόστρωμα και μπορούσε να δει σε ποιαν λωρίδα οδηγούσε ο κάθε οδηγός. Υποστήριξε επίσης ότι είπε στους αστυνομικούς ότι είδε το δυστύχημα πολύ καθαρά. Ο ΜΚ3 δεν μου έκανε θετική εντύπωση. Κατ' αρχήν, την χείριστη εντύπωση προκάλεσε η απαίτηση του ΜΚ3, να μην κληθεί ως μάρτυρας ενώπιον Δικαστηρίου σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος κατ' ισχυρισμό γνωρίζει την αλήθεια, δεν θέλει να βοηθήσει στην αποκάλυψη της και στην απονομή δικαιοσύνης. Πέραν των πιο πάνω, ο ΜΚ3 δεν με έπεισε ότι είχε όντως αναφέρει στους αστυνομικούς ότι είχε δει την σκηνή του δυστυχήματος. Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ4 ανέφεραν ότι ο ΜΚ3 ουδέποτε τους ανέφερε ότι είχε ορατότητα στο σημείο της σύγκρουσης. Ειρήσθω εν παρόδω, ο ΜΚ4 στην μαρτυρία του οποίου θα αναφερθώ πιο κάτω, είπε ότι στάθηκε στο σημείο όπου ο ΜΚ3 βρισκόταν την στιγμή της σύγκρουσης και δεν είχε ορατότητα στο σημείο της σύγκρουσης καθότι υπήρχαν δέντρα που εμπόδιζαν την ορατότητα. Περαιτέρω, ο ΜΚ4 σε αντίθεση με τον ΜΚ3 είπε ότι δεν μπορούσε να διακρίνει την διαχωριστική γραμμή επί του οδοστρώματος στην οδό Αγίας Ελένης. Πρόκειται για ουσιαστικές αντιφάσεις, προερχόμενες μάλιστα από μάρτυρες της ίδιας της Κατηγορούσας Αρχής. Οι εν λόγω αντιφάσεις αφορούν πολύ σημαντικά ζητήματα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και δεν μπορούν παρά να δημιουργήσουν αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου, ότι όντως ο ΜΚ3 είδε με επάρκεια και πληρότητα την σκηνή του δυστυχήματος. Επισημαίνω τέλος ότι ο ΜΚ3 ανέφερε ότι είχε δει τον μοτοσικλετιστή να φορά κράνος κάτι που σύμφωνα με τον ίδιο τον μοτοσικλετιστή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου και κρίνοντας την συνολική παρουσία του ΜΚ3 καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του για εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων. Αστ.3781 Ιάκωβος Χατζημιχαήλ ΜΚ4 Ο ΜΚ4 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης (βλ. Τεκμήριο 3). Την 11.7.2015 και περί ώρα 21:00 επισκέφτηκε μαζί με τον ΜΚ1 την σκηνή του δυστυχήματος όπου εντόπισε το όχημα της Κατηγορούμενης στην τελική του θέση. Η μοτοσικλέτα είχε ήδη μετακινηθεί από παρευρισκόμενους. Ο ΜΚ4 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής (βλ. Τεκμήριο 6), στο οποίο τοποθέτησε όλα τα ευρήματα του, περιλαμβανομένου του σημείου σύγκρουσης το οποίο προσδιόρισε βάσει της τελικής θέσης του οχήματος, των ευρημάτων που εντόπισε και της υπόδειξης της ίδιας της κατηγορούμενης. Στην βάση του προχείρου, ο ΜΚ4 ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής (βλ. Τεκμήριο 7). Ο μάρτυρας είπε ότι το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της νύκτας σε σημείο όπου δεν υπάρχει ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Ο πλησιέστερος πάσσαλος οδικού φωτισμού βρισκόταν 71 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης, ως η πορεία της μοτοσικλέτας. Η ορατότητα της Κατηγορουμένης με βάση τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου της στην χαμηλή στάση, ήταν 30 μέτρα αλλά θα μπορούσε να δει την μοτοσυκλέτα να πλησιάζει με τα φώτα της αναμμένα από απόσταση 100 μέτρων. Το όχημα της κατηγορουμένης υπέστη ζημιές στο αριστερό πίσω μέρος, ενώ η μοτοσικλέτα υπέστη ζημιές τόσο από την σύγκρουση στο αυτοκίνητο, όσο και από την ανατροπή της στην άσφαλτο. Σύμφωνα με τον ΜΚ4, οι ζημιές των δύο οχημάτων μπορούν να δώσουν ένδειξη για την πορεία τους. Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπ' όψη την τελική θέση του οχήματος της Κατηγορουμένης και το σημείο σύγκρουσης, θεωρεί ότι η πορεία που υπέδειξε ο ΜΚ3 είναι η πιο πιθανή. Δεν απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο να ευσταθεί η πορεία που υπέδειξε η Κατηγορούμενη και το ενδεχόμενο ο οδηγός της μοτοσικλέτας να έκανε κάποια μανούβρα προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση. Την 15.7.2015 και περί ώρα 20:30, ο ΜΚ4 επισκέφτηκε τον ΜΚ3 στην οικία του. Εκεί, ο ΜΚ3 υπέδειξε την ακριβή τοποθεσία όπου βρισκόταν, όταν ο ίδιος αντιλήφθηκε τον μοτοσικλετιστή να οδηγεί το όχημα του. Μεταξύ άλλων, ο ΜΚ3 υπέδειξε το σημείο από το οποίο είδε τον μοτοσικλετιστή να οδηγεί το όχημα του κατά αλόγιστο και επικίνδυνο τρόπο. Στις 27.7.2015, ο ΜΚ4 επεξήγησε στην Κατηγορούμενη το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής, με το οποίο η τελευταία συμφώνησε. Ακολούθως, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη (βλ. Τεκμήριο 4). Στις 25.9.2015, ο ΜΚ4 υπέδειξε και επεξήγησε στον ΜΚ2 το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, με το οποίο ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει. Τέλος, στις 3.10.2015 ο ΜΚ4 κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορούμενη η οποία παραδέχτηκε ότι οδηγούσε χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλειας και παραλείποντας να τοποθετήσει το ανήλικο τέκνο της σε ειδικά διαμορφωμένο παιδικό κάθισμα, αλλά δεν παραδέχτηκε ότι οδηγούσε χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα (βλ. Τεκμήριο 5). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι επισκέφθηκε την οικία του ΜΚ3 τέσσερις μέρες μετά το δυστύχημα και σε χρόνο κατά τον οποίο οι πραγματικές περιστάσεις ήταν οι ίδιες με το χρόνο που έγινε το δυστύχημα. Ο ΜΚ3 του έδειξε το ακριβές σημείο όπου είδε τον μοτοσικλετιστή για πρώτη φορά στον έναν πισινό τροχό, διανύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο περί τα 60 μέτρα. Δεν είχε όμως αναφέρει στον ΜΚ4 ότι είχε δει σύγκρουση. Περί τα 10 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης, ο ΜΚ3 δεν θα μπορούσε να έχει ορατότητα καθότι υπήρχαν δέντρα στην αυλή της οικίας του, που την περιόριζαν. Ο ΜΚ4 διαπίστωσε τέλος ότι από το σημείο όπου στεκόταν ο ΜΚ3 μπορούσε να δει το οδόστρωμα του δρόμου, αλλά δεν μπορούσε να αντιληφθεί τη διαχωριστική γραμμή στο οδόστρωμα. Έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με την αποτύπωση στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της νοητής γραμμής η οποία διαχωρίζει την οδό Κωνσταντίνου και Ελένης από την οδό Αγίας Ελένης. Ειδικότερα, στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, ολόκληρο το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης καθώς και το σημείο σύγκρουσης φαίνεται να βρίσκεται εντός της οδού Κωνσταντίνου και Ελένης, ενώ στο συμμετρικό σχέδιο, τα δύο αυτά σημεία φαίνονται εντός της οδού Αγίας Ελένης. Ο ΜΚ4 είπε ότι όντως δεν έκανε σωστή απεικόνιση στο πρόχειρο σχέδιο του πεζοδρομίου και κατ' επέκταση της νοητής γραμμής η οποία διαχωρίζει τις δύο οδούς. Σε κάθε περίπτωση, το όχημα της Κατηγορούμενης ήταν εντός της οδού Αγίας Ελένης και δεν εισήλθε εντελώς εντός της παρόδου. Ο ΜΚ4 μου έκανε θετική εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Αποδέχομαι επίσης ότι η εσφαλμένη αποτύπωση της νοητής γραμμής που διαχωρίζει την οδό Αγίας Ελένης και την οδό Κωνσταντίνου και Ελένης, δεν ήταν εσκεμμένη ενέργεια και οφείλεται σε παραδρομή. Κατά τα λοιπά, ο μάρτυρας ήταν ήρεμος και δεν βρισκόταν σε αμηχανία. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, αποδέχομαι την μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος καθώς και την μαρτυρία του σχέση με τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή και αποτυπώθηκαν επί του σχεδίου, πλην της λανθασμένης αποτύπωσης του πεζοδρομίου. Έχω βεβαίως υπόψη μου ότι αν η πραγματική μαρτυρία, είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επισημάνθηκε στην Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα. Κατηγορούμενη Η Κατηγορούμενη υιοθέτησε την κατάθεση της (βλ. Τεκμήριο 4) μέσω της οποίας είχε πει ότι στις 11.7.2015 οδηγούσε το αυτοκίνητο της με προορισμό το Δάλι. Στο κάθισμα του συνοδηγού βρισκόταν ο υιός της, ηλικίας 18 μηνών. Ο λόγος που έβαλε το παιδί να κάτσει δίπλα της, αντί στο ειδικό κάθισμα που βρίσκεται εγκατεστημένο στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου, ήταν επειδή το παιδί ήταν ανήσυχο και ήθελε να το παρακολουθεί. Περί τις 20:30 της ίδιας ημέρας, η Κατηγορούμενη χρησιμοποιώντας τον δεξιό δείκτη του οχήματος της, έδειξε την πρόθεση της να στρίψει δεξιά στην οδό Κωνσταντίνου και Ελένης. Κατά τον δεδομένο χρόνο, ο δρόμος ήταν άδειος τόσο στην δική της όσο και στην αντίθετη λωρίδα. Προσεγγίζοντας την πάροδο και ενώ το όχημα της ήταν ακόμη σε κίνηση, αντιλήφθηκε τα φώτα πορείας μιας μοτοσικλέτας ακριβώς απέναντι της, σε ύψος λίγο μεγαλύτερο από την ευθεία των ματιών της. Βλέποντας να υπάρχει ένα άλλο όχημα εντός της δικής της λωρίδας κυκλοφορίας, η Κατηγορούμενη πανικοβλήθηκε και στην προσπάθεια της να αποφύγει ενδεχόμενη σύγκρουση, κινήθηκε δεξιά με σκοπό να εισέλθει στην πάροδο. Αφού εισήλθε μερικώς στην πάροδο, ο μοτοσικλετιστής συγκρούστηκε στο αριστερό μέρος του οχήματος της. Κατόπιν των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη ακινητοποίησε αμέσως το αυτοκίνητο της. Επεξήγησε στους Αστυνομικούς που επισκέφτηκαν το σημείο, τον τρόπο με τον οποίο έγινε το δυστύχημα, δείχνοντας τους μεταξύ άλλων, το σημείο σύγκρουσης. Όσον αφορά το σχέδιο του δυστυχήματος το οποίο της υποδείχθηκε και επεξηγήθηκε, η Κατηγορούμενη συμφώνησε. Αντεξεταζόμενη, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι ενόσω το παιδί της ήταν στη θέση του συνοδηγού ήταν ήσυχο και προσπαθούσε να κοιμηθεί. Επανέλαβε ότι ο δρόμος τόσο στην λωρίδα της όσο και στην αντίθετη λωρίδα ήταν ελεύθερος όταν έδειξε την πρόθεση της να στρίψει, ήτοι λίγα μέτρα πριν την πάροδο. Όταν αντιλήφθηκε το φως της μοτοσικλέτας ήταν ακόμα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία της και το φως κινείτο στην ίδια λωρίδα, ερχόμενο κατά πάνω της. Θεώρησε ότι αν σταματούσε το όχημα της σε εκείνο το σημείο, τότε η σύγκρουση θα ήταν μετωπική και έτσι προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση στρίβοντας πιο νωρίς στην πάροδο. Θεώρησε ότι αυτή ήταν η πιο ασφαλής κίνηση που μπορούσε να κάνει υπό τις περιστάσεις. Η Κατηγορούμενη ήταν σταθερή στις θέσεις της και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η μαρτυρία ενός μάρτυρας να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Στην προκειμένη περίπτωση, ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός ότι ενώ η Κατηγορούμενη είχε δει το φως της μοτοσικλέτας να έρχεται προς το μέρος της, εντούτοις το σημείο σύγκρουσης ήταν εν τέλει μέσα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Η Κατηγορούμενη, ουδέποτε ανέφερε ότι είδε τον μοτοσικλετιστή να επαναφέρει την μοτοσικλέτα του στους δύο τροχούς, να ανακτά τον έλεγχο της και να προβαίνει σε κίνηση αποφυγής. Τούτο βεβαίως, δεν σημαίνει ότι μπορεί να αποκλειστεί αυτή η πιθανότητα. Ο ίδιος ο μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να ευσταθεί η πορεία που υπέδειξε η Κατηγορούμενη και το ενδεχόμενο ο οδηγός της μοτοσικλέτας να έκανε κάποια μανούβρα προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση. Εν τέλει, τούτο έχει βαρύνουσα σημασία σε σχέση με την διάγνωση της ποινικής ευθύνης της Κατηγορουμένης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η Κατηγορούμενη στην παρούσα κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στην Adamis v Eracleous
(1982)1 CLR 746 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι ή είσοδος οχήματος σε δρόμο εξαρτάται από την κατάσταση της τροχαίας κίνησης την στιγμή που εισέρχεται, και αν η κατάσταση είναι τέτοια που να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη ο οδηγός οφείλει να μην εισέλθει μέχρις ότου είναι ασφαλές να το πράξει. Αν η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό που αποφασίζεται αναλόγως των περιστάσεων. Η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο, όμως δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό, για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητο από τα αίτια του (βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1436). Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να βασιστώ για να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με ενέργειες της Κατηγορουμένης οι οποίες να συνηγορούν σε αμέλεια και ειδικότερα κατά πόσον η προσπάθεια της να εισέλθει στην οδό Κωνσταντίνου και Ελένης ήταν εύλογη αναλόγως των περιστάσεων. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, επισημάνθηκε ότι «.δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί [ο εφεσίβλητος] μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην παρούσα περίπτωση, εν' όψει των όσων έχουν ακουστεί ενώπιον μου, δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο ότι η Κατηγορούμενη βρέθηκε προ ενός διλήμματος σύγκρουσης. Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422 επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Όπως κατ' επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Νεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110)."» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι εάν το δικαστήριο βασιζόταν αποκλειστικά στο γεγονός ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στην λωρίδα κυκλοφορίας που κανονικά θα έπρεπε να κινείτο μόνο η μοτοσικλέτα και όχι το όχημα της Κατηγορουμένης, τούτο θα οδηγούσε σε μικροσκοπική κρίση ως προς τις ενέργειες της Κατηγορουμένης παραβιάζοντας την νομολογιακή αρχή της Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου (ανωτέρω). Η εκδοχή της Κατηγορουμένης ότι η μοτοσικλέτα κινείτο στην δική της λωρίδα κυκλοφορίας αναγκάζοντας την σε κίνηση αποφυγής, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ένεκα τούτου, η Κατηγορούμενη δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο