Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σάββας Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 6753/2018, 24/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6753/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σάββας Παναγή Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 24 Απριλίου 2018 Για κατηγορούσα αρχή: κα Φρ. Κακούρη Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ O Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις ακόλουθες κατηγορίες: 1. Αμελής οδήγηση κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72(1η Κατηγορία). 2. Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση των άρθρων 5
(1)
(2)(α) και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/86(2η Κατηγορία) 3. Παράλειψη οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος που έχει εμπλακεί σε δυστύχημα να σταματήσει κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 61
(1)(α) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ66/84 (4η Κατηγορία). 4. Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, κατά παράβαση του άρθρου 235Α
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (6η Κατηγορία) 5. Παράλειψη οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος που έχει εμπλακεί σε δυστύχημα να ειδοποιήσει την αστυνομία κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 61
(1)(γ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ66/84 (7η Κατηγορία). 6. Οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)
(2)και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72(8η Κατηγορία) 7. Οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος η κατάσταση του οποίου και των εξαρτημάτων αυτού, ήταν τοιαύτη ώστε να προκαλεί ή να ενδέχεται να προκαλέσει κίνδυνο σε πρόσωπο εντός του οχήματος ή επ' αυτού ή εντός ή επί ετέρου οχήματος ή επί της οδού κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 50
(12)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ66/84 (9η Κατηγορία). 8. Οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς μπροστινούς φανούς κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 50
(10)(α)(i) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ66/84 (10η Κατηγορία).
- Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2,7,18,19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72(11η Κατηγορία). Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο, στις 2.6.2017 και περί ώρα 19:45 ο Kατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό με αριθμούς εγγραφής AAV829 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Κοκκινοτριμιθιάς με πορεία προς το χωριό Κοκκινοτριμιθιά. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και ενώ βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, έκανε απότομο ελιγμό και εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να χτυπήσει με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Αναστασία Γερολέμου (Μ-3). Ακολούθως, το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου κινήθηκε δεξιά και χτύπησε σε τσιμεντένιο διαχωριστικό. Το αυτοκίνητο της Μ-3 έκανε περιστροφή γύρω από τον άξονά του και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα ασφαλείας. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του εγκαταλείποντας τη σκηνή του δυστυχήματος χωρίς να σταματήσει. Η Αναστασία μεταφέρθηκε από συγγενικό της πρόσωπο στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη θλάση μυών αυχένα και απολύθηκε. Ο Αστ.3146 (Μ-1) έλαβε οδηγίες να ανακόψει το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Έτσι, περί τις 20:25 της ίδιας μέρας στον δρόμο Αστρομερίτη - Λευκωσίας, ακολούθησε το όχημα του Κατηγορουμένου και αντιλήφθηκε ότι οδηγείτο ζικ‑ζακ και ότι εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα. Πρόσεξε δε, ότι το όχημα οδηγείτο με σβηστά φώτα και χωρίς ελαστικό στο δεξιό τροχό. Ο Κατηγορούμενος ανακόπηκε και τότε ο Μ-1 διαπίστωσε ότι αυτός μύριζε αλκοόλ. Ακολούθως, τον υπέβαλε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 93 εκατομμυριοστά. Ακολούθησε τελική εξέταση αλκοόλης με ένδειξη 75 εκατομμυριοστά αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορουμένου στον Νόμο και αυτός απάντησε «Θα πληρώσω για ό,τι έκανα». Επίσης σε γραπτή του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε και απολογήθηκε. Δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και δεν έχει βαθμούς ποινής. Ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της, καταγράφω ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 52 ετών και διαμένει σε κατοικία προσφυγικού οικισμού στο πλατύ Αγλαντζιάς. Προέρχεται από τετραμελή οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. Είναι απόφοιτος συστήματος μαθητείας και υπηρέτησε κανονικά της στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά. Από το 1987 εργάζεται στην Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία ως μηχανοδηγός και λαμβάνει από την εργασία του περί τα €1600 μηνιαίως. Το 1990 ο Κατηγορούμενος τέλεσε γάμο στα πλαίσια του οποίου απέκτησε δύο παιδιά ηλικίας σήμερα 27 και 23 ετών αντίστοιχα. Λόγω προβλημάτων στις σχέσεις του ζεύγους, ο γάμος λύθηκε το
- Ο ίδιος εξακολουθεί να έχει καλές σχέσεις τόσο με την πρώην σύζυγο του όσο και με τα παιδιά του, τα οποία προσπαθεί να στηρίζει με κάθε τρόπο μέχρι να αποκατασταθούν επαγγελματικά. Απευθυνόμενος στο Δικαστήριο, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι τη μέρα διάπραξης των αδικημάτων ήταν σε άθλια κατάσταση λόγω του θανάτου του πατέρα του. Λόγω της αλκοόλης που κατανάλωσε, δεν έλεγξε τον εαυτό του. Την επόμενη μέρα δήλωσε αμέσως την παραδοχή του και επικοινώνησε με την Μ-3 και διευθέτησε την αποζημίωση της. Η επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Οι κατηγορίες στις οποίες ο Κατηγορούμενος εκρίθη ένοχος μετά από δική του παραδοχή, όπως διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές είναι πολύ σοβαρές. Πέραν τούτου, πρέπει να τονιστεί ότι οι συνέπειες που προκλήθηκαν ή θα μπορούσαν να προκληθούν από την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, δεν μπορούν να παραγνωριστούν από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα, σε όλους τους οδηγούς που χρησιμοποιούν τους δρόμους, ότι οδική συμπεριφορά, όμοια με αυτή του Κατηγορουμένου, είναι απαράδεκτη. Μπορεί δε, να χαρακτηριστεί ως εγωιστική συμπεριφορά που δείχνει αδιαφορία για την ασφάλεια όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Στην απόφαση Σάββα ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 242 λέχθηκαν τα εξής: «Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων.» Επίσης, στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας και Άλλου,
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, λέχθηκε ότι το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Στην προκειμένη περίπτωση η δράση του Κατηγορουμένου χαρακτηρίζεται ως έντονα αντικοινωνική. Δεν χωρεί καμία δικαιολογία για αυτή του την πράξη. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση ένεκα της απώλειας του πατέρα του, δεν μπορεί να αιτιολογήσει τις πράξεις του ή να ελαφρύνει την θέση του. Οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να καταναλώνει αλκοόλ όταν βρίσκεται σε στιγμές χαράς ή σε στιγμές λύπης. Δεν έχει όμως κανείς το δικαίωμα να καταναλώνει τέτοια ποσότητα αλκοόλης που να καθιστά την ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση ελαττωμένη και ακολούθως να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα. Στην υπόθεση Εμαννουήλ Κυριακάκης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.134, επικυρώθηκε η ποινή άμεσης φυλάκισης, των 15 ημερών για ταχύτητα 202 αντί 100 ΧΑΩ. Ο εφεσείων ήταν άτομο λευκού ποινικού μητρώου χωρίς βαθμούς ποινής και είχε παραδεχτεί άμεσα τόσο στις αστυνομικές αρχές όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως λόγοι για τους οποίους η ποινή δικαιολογείτο να είναι αυστηρή και αποτρεπτική αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων, από το Ανώτατο Δικαστήριο το γεγονός ότι τέτοια αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση και έχουν καταστροφικές συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές και του γεγονότος ότι ο εφεσείων πράγματι επέδειξε εγωιστική αδιαφορία για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τόσο η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, όσο και η αμελής και/ή επικίνδυνη οδήγηση αποτελούν αδικήματα που εμφανίζονται με ανησυχητική συχνότητα ενώπιον του Δικαστηρίου κάτι που επιβάλλει την αντιμετώπιση τους με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, το Εφετείο σημείωσε ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Περαιτέρω, όπως στην υπόθεση Κυριακάκης (ανωτέρω) έτσι και στην παρούσα περίπτωση ο Κατηγορούμενος επέδειξε εγωιστική αδιαφορία. Προκάλεσε περαιτέρω με την συμπεριφορά του πόνο και ταλαιπωρία η οποία ενδεχομένως να μην μπορεί να επιμετρηθεί σε χρήμα. Μάλιστα δε, ο έντονα αντικοινωνικός τρόπος δράσης του Κατηγορουμένου προκύπτει και μέσα από την επιλογή του να εγκαταλείψει την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος στο οποίο ενεπλάκη, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που προκάλεσε με την προηγούμενη οδηγική του συμπεριφορά. Στην απόφαση Ανδρέας Πουμπουρής ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα: «Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η πιο πάνω διάταξη είναι προφανής και νομίζουμε πως δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εξειδίκευση. Ωστόσο, επιγραμματικά θα επαναλάβουμε το αυτονόητο ότι δηλαδή κάθε οδηγός που εμπλέκεται σε τροχαίο δυστύχημα έχει νομική και ηθική υποχρέωση να σταματά και να προσφέρει βοήθεια στο θύμα του δυστυχήματος. Η έγκαιρη παροχή βοήθειας μπορεί να σώσει τη ζωή του θύματος ενώ η εγκατάλειψη του μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο. Συνιστά άκρως εγωιστική συμπεριφορά η εγκατάλειψη θύματος τροχαίου δυστυχήματος χωρίς βοήθεια, όταν μάλιστα είναι τέτοιες οι συνθήκες ώστε να καθίσταται απομακρυσμένη η παροχή βοήθειας μέσα σε σύντομο χρόνο.» Δεν μου διαφεύγει ότι η ποινή φυλάκισης είναι το ύστατο μέτρο στα χέρια του ποινικού δικαστή και πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και όπου οι περιβάλλουσες το αδίκημα και τον παραβάτη συνθήκες, δεν αφήνουν άλλη επιλογή, διότι κάθε άλλη ποινή θα ήταν επιεικέστερη του ορθού (βλ. Zac & others ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης
(1994)2 ΑΔ 128). Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω και συνυπολογίζω προς όφελος του κατηγορούμενου την άμεση παραδοχή του (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) και το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Έχω επίσης κατά νου και συνεκτιμώ το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος διευθέτησε την αποζημίωση της Μ-3. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε την σκηνή ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μέθης κάτι το οποίο σε κάποιο βαθμό διαφοροποιεί την παρούσα από περιπτώσεις που κάποιος με πλήρη διαύγεια εγκαταλείπει την σκηνή δυστυχήματος. Από την άλλη, από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, εξέφρασε αμέσως την πρόθεση να αποκαταστήσει τις ζημιές που προκάλεσε όταν ανακόπηκε, δείχνει ότι είχε αντιληφθεί ότι ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα σε κάποια στιγμή προηγουμένως. Εντούτοις, συνέχισε την εγωιστική του δράση οδηγώντας κατά την διάρκεια της νύκτας χωρίς μπροστινά φώτα, χωρίς ελαστικό στον ένα τροχό και με ελαττωμένη ικανότητα για οδήγηση. Ενώ είχε ήδη προκαλέσει αναστάτωση στον δρόμο με την πρόκληση δυστυχήματος, απερίσκεπτα και εγωιστικά συνέχισε να κινείται στον δρόμο καθιστώντας τον εαυτό του και το όχημα του ένα κινούμενο, εν δυνάμει, φονικό όπλο. Όλα τα πιο πάνω δεν αφήνουν περιθώρια για επιεικέστερη μεταχείριση του Κατηγορουμένου καθ' όσον αφορά το είδος της ποινής. Οι μετριαστικοί παράγοντες που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που, υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Όσον αφορά την ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού, η εξουσία του Δικαστηρίου εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300). Στην παρούσα περίπτωση η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης δεν μπορεί να αποφευχθεί. Ο Κατηγορούμενος διαπράττοντας τα αδικήματα γνώριζε για την φύση της εργασίας του και για την αναγκαιότητα της άδειας του. Εντούτοις, ανέλαβε τις συνέπειες των πράξεων του. Ο κάθε οδηγός πρέπει να αντιληφθεί ότι η άδεια οδήγησης, έστω κι αν συναρτάται με την εργασία κάποιου ανθρώπου, δεν αποτελεί σύμφυτο δικαίωμα, αλλά επίκτητο. Παραχωρείται υπό μια βασική διαλυτική αίρεση∙ ότι θα τυγχάνει σεβασμού με την απόλυτη συμμόρφωση προς τους κανόνες οδικής συμπεριφοράς. Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 389, ο εφεσείων, ηλικίας 42 χρόνων και πατέρας τριών ανήλικων παιδιών, είχε ανακόψει την πορεία μοτοσικλετιστή και ακολούθως εγκατέλειψε τη σκηνή και άφησε το θύμα αβοήθητο. Ο εφεσείων εργαζόταν ως οδηγός μεταφοράς διαφόρων προϊόντων σε υπεραγορά και η άδεια οδήγησής του ήταν αναγκαία. Κατά τις νυκτερινές ώρες, εργαζόταν ως σιδηρουργός για να ικανοποιήσει τις οικονομικές ανάγκες της οικογένειας του, αφού η σύζυγος του δεν εργαζόταν. Ο εφεσείων δεν είχε προηγούμενες καταδίκες και είχε κριθεί ένοχος κατόπιν παραδοχής του. Το Ανώτατο Δικαστήριο διατήρησε την επιβληθείσα στέρηση άδειας οδήγησης, αν και την μείωσε από 12 μήνες που είχε επιβάλει το πρωτόδικο Δικαστήριο σε 6 μήνες. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: - Στη 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών πλέον 4 βαθμοί ποινής. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 μηνών από σήμερα - Στην 2η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός πλέον 4 βαθμούς ποινής. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 μηνών από σήμερα - Στην 6η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 4 μηνών από σήμερα. - Στην 4η και 7η Κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή καθότι θεωρώ ότι η έκνομη συμπεριφορά που αφορά τις εν λόγω κατηγορίες έχει ήδη αντιμετωπιστεί με την επιβολή ποινής στην 6η Κατηγορία. - Στην 8η Κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή καθότι αυτή ουσιαστικά στοιχειοθετείται από τα γεγονότα της 1ης και 2ης Κατηγορίας. - Στην 10η Κατηγορία ο Κατηγορούμενος να υπογράψει εγγύηση ύψους €500 για να τηρεί τους νόμους και κανονισμούς για περίοδο 2 ετών από σήμερα. - Στη 11η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών πλέον 4 βαθμοί ποινής. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 μηνών από σήμερα - Στην 9η Κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή καθότι τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 11ης Κατηγορίας. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 μηνών από σήμερα λόγω συσσώρευσης βαθμών ποινής. Οι 12 βαθμοί ποινής που έχουν επιβληθεί σήμερα, διαγράφονται. Έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης καθώς και οι ποινές στέρησης του δικαιώματος του Κατηγορουμένου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης που έχουν επιβληθεί ανωτέρω, να συντρέχουν. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο