← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Muhammad Talha Farooq κ.α., Υποθ. αρ.: 15044/16, 3/4/2018

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Muhammad Talha Farooq κ.α., Υποθ. αρ.: 15044/16, 3/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:17 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Υποθ. αρ.: 15044/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v.

  1. Muhammad Talha Farooq
  2. Shoaib Afzal
  3. Zohaib Aslam
  4. Cristina - Mihaela Iordache
  5. Samuel Scripcariuc
  6. Elena Duca
  7. Χρίστου Χριστοδουλίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 3 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Φλωρέντζου για Γενικό Εισαγγελέα Για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 4: κ. Ε. Χειμώνας Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χ. Ιάσονος Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Ρ. Βραχίμης Για την Κατηγορουμένη 6: κ. Κ. Σαββίδης Για τον Κατηγορούμενο 7: κ. Γ. Ιωάννου για Μ. Ξ. Ιωάννου και Συνεργάτες Κατηγορούμενοι 1 - 7 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 19.3.18 όλοι οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι στην κατηγορία 18 για το αδίκημα της συνωμοσίας για καταδολίευση, και συγκεκριμένα ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 3.3.16 και 21.3.16 στην Κυπριακή Δημοκρατία, συνωμότησαν μεταξύ τους όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο καταδολιεύσουν την Κυπριακή Δημοκρατία ή και Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την τέλεση εικονικών γάμων με ευρωπαίους πολίτες με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση της παραχώρησης δελτίου παραμονής στη Δημοκρατία ή σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης οι Κατηγορούμενοι 1-6 κρίθηκαν ένοχοι στις ακόλουθες κατηγορίες: i. Η Κατηγορουμένη 6 στις κατηγορίες 14, 15 και 16, για εμπορία ενήλικου προσώπου, και συγκεκριμένα ότι στις 3.3.16 στρατολόγησε και μετέφερε στην Κυπριακή Δημοκρατία την Adina-Florentina Neascu, την Alexandra Raluca Oprea και την Elena-Constantina Patrascu, όλες από τη Ρουμανία, καταχρώμενη την ευπαθή τους θέση η οποία ήταν τέτοια που οι προαναφερόμενες δεν μπορούσαν παρά να υποταχθούν στην εν λόγω κατάχρηση, με σκοπό την εκμετάλλευση τους για τέλεση εικονικού γάμου. ii. Ο Κατηγορούμενος 5 στις κατηγορίες 1, 2 και 3, για εμπορία ενήλικου προσώπου, και συγκεκριμένα ότι στις 3.3.16 παρέλαβε από το αεροδρόμιο Λάρνακας τις τρεις προαναφερόμενες κοπέλες και τις μετέφερε στην επαρχία Λευκωσίας, καταχρώμενος την ευπαθή τους θέση η οποία ήταν τέτοια που αυτές δεν μπορούσαν παρά να υποταχθούν στην εν λόγω κατάχρηση, με σκοπό την εκμετάλλευση τους για τέλεση εικονικού γάμου. iii. Οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 στις κατηγορίες 4, 5 και 6, για εμπορία ενήλικου προσώπου, και συγκεκριμένα ότι μεταξύ 17.3.16 και 21.3.16 στην επαρχία Λευκωσίας στέγασαν και υπέκρυψαν τις προαναφερόμενες κοπέλες, εξαναγκάζοντας τες και καταχρώμενοι την ευπαθή τους θέση η οποία ήταν τέτοια που αυτές δεν μπορούσαν παρά να υποταχθούν στην εν λόγω κατάχρηση, με σκοπό την εκμετάλλευση τους για τέλεση εικονικού γάμου. iv. Η Κατηγορουμένη 4 στις κατηγορίες 7 και 8, για απαγωγή, και συγκεκριμένα ότι μεταξύ 17.3.16 και 21.3.16 στην επαρχία Λευκωσίας κατακράτησε την Elena-Constantina Patrascu και την Adina-Florentina Neascu χωρίς τη θέληση τους, με σκοπό να τελέσουν γάμο με άλλο πρόσωπο. v. Οι Κατηγορούμενοι 2, 3, 4 και 6 στην κατηγορία 9, για απόπειρα διάπραξης τέλεσης εικονικού γάμου, και συγκεκριμένα ότι περί τον μήνα Μάρτιο του 2016 στην επαρχία Λευκωσίας, αποπειράθηκαν να διαπράξουν το αδίκημα της τέλεσης εικονικού γάμου μεταξύ του Κατηγορουμένου 2 και της Elena-Constantina Patrascu από τη Ρουμανία. vi. Οι Κατηγορούμενοι 1, 3, 4 και 6 στην κατηγορία 10, για απόπειρα διάπραξης τέλεσης εικονικού γάμου, ως ανωτέρω μεταξύ του Κατηγορουμένου 1 και της Adina-Florentina Neascu από τη Ρουμανία. vii. Οι Κατηγορούμενοι 3, 4 και 6 στις κατηγορίες 11 και 12, για απόπειρα υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας να παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία, και συγκεκριμένα ότι περί τον Μάρτιο του 2016 στην επαρχία Λευκωσίας, με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, αποπειράθηκαν να βοηθήσουν τον Κατηγορούμενο 1 να τελέσει εικονικό γάμο με την Adina-Florentina Neascu από τη Ρουμανία, με σκοπό ο Κατηγορούμενος 1 να παραμείνει στη Δημοκρατία (κατηγορία 11) και τον Κατηγορούμενο 2 να τελέσει εικονικό γάμο με την Elena-Constantina Patrascu από τη Ρουμανία, με τον ίδιο σκοπό (κατηγορία 12). Σημειώνεται πως ο Κατηγορούμενος 3 είχε δηλώσει εξαρχής παραδοχή στην κατηγορία 13, στην οποία κρίθηκε επίσης ένοχος. Αυτή αφορά το αδίκημα της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας διαμονής αλλοδαπού, και συγκεκριμένα ότι μεταξύ 7.12.15 και 21.3.16 παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς να εξασφαλίσει γι΄ αυτό τον σκοπό άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, δηλαδή αυτός συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία μετά την απόρριψη της αίτησης του για παραχώρηση δελτίου διαμονής στη Δημοκρατία ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα γεγονότα της υπόθεσης περιέχονται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου. Για σκοπούς επιβολής ποινής κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε τα ακόλουθα: 1) Οι τρεις παραπονούμενες, Alexandra Raluca Oprea, Μ.Κ.3, Adina Florentina Neascu και Elena Constantina Patrascu κατάγονται από τη Ρουμανία. Η Adina είναι ξαδέλφη της Μ.Κ.3 και αδελφή του συμβίου της Elena. 2) Τον Φεβρουάριο του 2016, κατόπιν συνομιλίας της Μ.Κ.3 με τη ξαδέλφη της, Adina, η Μ.Κ.3 αποφάσισε να έρθει στην Κύπρο για εργασία με πολύ καλό μισθό και συνθήκες εργασίας. Κατόπιν συνομιλίας και της Elena με την Adina, συναντήθηκαν και οι τρεις για να μιλήσουν για τον ίδιο σκοπό, ήτοι για τη μετάβαση τους στην Κύπρο για εργασία λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν στη χώρα τους. 3) Η Adina ζήτησε από τη Μ.Κ.3 να εξασφαλίσει πιστοποιητικό ελευθερίας το οποίο, όπως της είπε, απαιτείτο για σκοπούς εργασίας. Η Μ.Κ.3 εξασφάλισε τέτοιο πιστοποιητικό και το παρέδωσε στην Adina. Η Elena έφερε πιστοποιητικό ελευθερίας ενώ η Adina η οποία ήταν παντρεμένη έφερε πιστοποιητικό ότι ήταν παντρεμένη. 4) Στις 2.3.16 η Μ.Κ.3 με την Elena και την Adina πήγαν με ταξί στο αεροδρόμιο όπου συνάντησαν την Κατηγορουμένη 6, η οποία ήταν εκεί με τον φίλο της Petre, την κόρη της Bettie και την αδελφότεκνη της Mari. Κατόπιν υπόδειξης της Κατηγορουμένης 6, η Adina παρέλαβε από ένα γραφείο εκεί στο αεροδρόμιο, τα αεροπορικά τους εισιτήρια. Η Κατηγορουμένη 6 τους είπε να προσέχουν την εργασία τους και εάν είναι καλές, θα μπορούσαν να φέρουν και τις οικογένειες τους στην Κύπρο. Η Bettie και η Mari ταξίδεψαν μαζί τους στην Κύπρο. Τα αεροπορικά εισιτήρια και των πέντε κοπέλων εκδόθηκαν στην Κύπρο όπου έγινε και η πληρωμή για τα εν λόγω εισιτήρια με μετρητά. 5) Κατά την άφιξη τους στο αεροδρόμιο της Λάρνακας, τις περίμενε ο Κατηγορούμενος 5 μαζί με ακόμα ένα άτομο. Αφού η Bettie και η Mari μίλησαν με τον Κατηγορούμενο 5, οι κοπέλες μπήκαν σε δύο αυτοκίνητα, η Μ.Κ.3, με τη Bettie και την Elena σε αυτό που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 5 και η Mari και η Adina στο άλλο με οδηγό το άλλο πρόσωπο που ήταν μαζί του. 6) Εν τω μεταξύ, στις 2.3.16 και σαφώς πολύ πριν την άφιξη των κοπέλων στην Κύπρο, ο Τάσος Αναστασίου, Μ.Κ.24 έλαβε τηλεφώνημα από τον Κατηγορούμενο 5 ο οποίος τον ρώτησε εάν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το διαμέρισμα του για να φιλοξενήσει για λίγες μέρες κάποια συγγενικά του πρόσωπα από τη Ρουμανία. Ο Μ.Κ.24 άκουσε από το τηλέφωνο τον Κατηγορούμενο 7, ο οποίος είχε παρέμβει στη συνομιλία τους, να αναφέρει «Άτε ρε κανόνιστον μιτσή». Αφού ο Μ.Κ.24 μίλησε με τον ένοικο του διαμερίσματος, τον Ξένιο Δημητρίου, Μ.Κ.20, διαπιστώνοντας ότι δεν είχε πρόβλημα, ο Μ.Κ.24 συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο 5 ο οποίος θα του πλήρωνε το ρεύμα, το νερό και θα του έδινε λίγα χρήματα για ενοίκιο χωρίς να του αναφέρει ποσό. 7) Κατά τη διαδρομή προς Λευκωσία ο Κατηγορούμενος 5 μιλούσε με τη Bettie και τη ρωτούσε πώς είναι η μητέρα της. Όταν έφθασαν στη Λευκωσία, ο Κατηγορούμενος 5 σταμάτησε στη μπυραρία του Μ.Κ.24, στην παλιά Λευκωσία, και πήρε το κλειδί του διαμερίσματος όπου θα διέμεναν οι κοπέλες. Αφού επέστρεψε στο αυτοκίνητο, ανέφερε στη Bettie ότι πήρε το κλειδί του διαμερίσματος όπου θα έμεναν. Είπε στη Μ.Κ.3 και στην Elena ότι θα τις αφήσει στον δρόμο να κάνουν πορνεία και αυτές φοβήθηκαν πολύ, ειδικά η Elena που ήταν έγκυος. Ο Κατηγορούμενος 5 γελούσε και μιλούσε με τη Bettie, η οποία του είπε να σταματήσει γιατί κάτι θα καταλάβουν οι κοπέλες. Η Μ.Κ.3 ρώτησε τη Bettie τι εννοούσε και αυτή της είπε να μην ανησυχεί. 8) Οι οδηγοί, ήτοι ο Κατηγορούμενος 5 και το άλλο πρόσωπο, πήραν και τις πέντε κοπέλες σε ένα διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων, στον δεύτερο όροφο στην οδό Δράμας. Ο Κατηγορούμενος 5 φρόντισε για το φαγητό τους εκείνη τη νύκτα. 9) Στο διαμέρισμα, στο ένα δωμάτιο διέμενε μόνος ο Μ.Κ.20, στο δεύτερο δωμάτιο η Μ.Κ.3 με την Adina και την Elena και στο τρίτο δωμάτιο η Bettie και η Mari. Ο Μ.Κ.20 είχε δικό του σετ κλειδιών για το διαμέρισμα και αυτός έφευγε το πρωί και επέστρεφε το βράδυ. 10) Κατά τη διαμονή τους στο εν λόγω διαμέρισμα, οι τρεις κοπέλες μπορούσαν να βγουν έξω μόνο με τη συνοδεία της Bettie και της Mari, και αργότερα και της Κατηγορουμένης 6 όταν αυτή πήγε και έμεινε μαζί τους. Μια φορά που η Μ.Κ.3 αντέδρασε και φάνηκε πως δεν άντεχε που ήταν κλεισμένη, πήγε με τη Mari για ψώνια σε ένα minimarket κάτω από την πολυκατοικία, και επειδή η ίδια δεν είχε χρήματα η Mari της αγόρασε ψωμί και πήρε μονάδες για το δικό της τηλέφωνο. 11) Γενικά οι κοπέλες δεν είχαν αρκετό φαγητό, εξ ου και μια μέρα ο Μ.Κ.20 τις λυπήθηκε και τους είχε αγοράσει φαγητό. 12) Άλλη μέρα η Μ.Κ.3 άκουσε τη Mari που είπε ότι ο Chris (ο Κατηγορούμενος 7) θα πήγαινε να πάρει γκάζι, όπως και έπραξε, και μετά η Μ.Κ.3 τον είδε στην κουζίνα να μιλά μαζί της στα Ρουμάνικα. Η Mari της είχε πει επίσης πως ο Κατηγορούμενος 7 τους είχε φέρει φαγητό. 13) Στο πρώτο αυτό διαμέρισμα κάθε μέρα η Μ.Κ.3 ρωτούσε τη Mari πότε θα υπέγραφαν το συμβόλαιο εργασίας και αυτή τους έλεγε να κάνουν υπομονή και έβρισκε διάφορες δικαιολογίες, όπως π.χ. ότι την επομένη θα μιλούσε με την Κατηγορουμένη
  8. Μετά από λίγες μέρες έφθασε στην Κύπρο η Κατηγορουμένη 6 και πήγε στο διαμέρισμα και έμενε μαζί τους. Τους έλεγε ότι θα ξεκινούσαν εργασία πολύ σύντομα. 14) Στις 8.3.16, μέρα της γυναίκας, πριν ακόμα οι τρεις κοπέλες αντιληφθούν τι ακριβώς συνέβαινε, η Mari κάλεσε ταξί και πήγαν όλες μαζί, περιλαμβανομένης και της Κατηγορουμένης 6, σε νυκτερινό κέντρο και διασκέδασαν. 15) H Μ.Κ.3 άκουγε την Κατηγορουμένη 6 που μιλούσε στα Ρουμάνικα με κάποιον και του έλεγε ότι πρέπει να γίνει ο γάμος το συντομότερο δυνατό. Σε μια άλλη περίπτωση, άκουσε τη Mari να μιλά στα Αγγλικά και να λέει «marriage». 16) Από τις πρώτες μέρες είχαν δημιουργηθεί αμφιβολίες στη Μ.Κ.3 η οποία ανησυχούσε και την καθησύχαζε η Adina, την οποία η Μ.Κ.3 εμπιστευόταν αφού ήταν ξαδέλφη της. 17) Δύο μέρες αργότερα, η Elena Constantina Patrascu διαμαρτυρήθηκε ότι βαρέθηκε να περιμένει και τότε η Κατηγορουμένη 6 τη χαστούκισε στο πρόσωπο και ακολούθως οι τρεις παραπονούμενες πήγαν στο δωμάτιο τους. Μετά από αυτό το επεισόδιο βίας η Μ.Κ.3 έπαθε πανικό και μαζί με την Adina και την Elena ζήτησαν βοήθεια μέσω της εφαρμογής WhatsApp από το κινητό της Μ.Κ.
  9. Η Κατηγορουμένη 6 και η Mari τους είχαν πει ότι δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση και να χρησιμοποιούν το διαδίκτυο, αλλά η Μ.Κ.3 έβλεπε την κόρη της Κατηγορουμένης 6 να το χρησιμοποιεί και σε μια περίπτωση που αυτές έλειπαν από το σπίτι η Μ.Κ.3 βρήκε το κουτί και τον κωδικό. 18) Σε κάποιο στάδιο πήγε εκεί και η Κατηγορουμένη 4 και διέμενε μαζί τους για δυο-τρεις νύκτες. Kατά το διάστημα που οι Κατηγορούμενες 4 και 6, η Bettie και η Mari έμεναν μαζί με τις τρεις κοπέλες, η Μ.Κ.3 τις άκουσε που μιλούσαν μεταξύ τους για τα δικά τους και μια φορά η Μ.Κ.3 τις άκουσε να λένε ότι πρέπει να έρθουν οι άνθρωποι να τις δουν ή να πάνε αυτές κάπου, χωρίς να καταλάβει για τι ακριβώς μιλούσαν. 19) Μια φορά η Μ.Κ.3 άκουσε την Κατηγορουμένη 6 να μιλά με τη Mari και έλεγαν ότι ο Chris (ο Κατηγορούμενος 7) δεν τους είχε φέρει φαγητό για να τις ταΐσει και ότι οι ίδιες δεν είχαν χρήματα για να αγοράσουν φαγητό στις κοπέλες. 20) Στο εν λόγω διαμέρισμα έμειναν περίπου για δέκα μέρες όταν η Κατηγορουμένη 6 τους είπε ότι έπρεπε να αλλάξουν διαμέρισμα επειδή τελείωνε το ενοίκιο και τις πήρε σε άλλο διαμέρισμα. Συγκεκριμένα, πήραν τη Μ.Κ.3 με την Κατηγορουμένη 4 σε άλλο (δεύτερο) διαμέρισμα, ενώ οι υπόλοιπες μεταφέρθηκαν σε άλλο (τρίτο) διαμέρισμα, στην οδό Αχιλλέως. 21) Στο δεύτερο διαμέρισμα διέμεναν πολλοί αλλοδαποί άντρες, και εκεί η Μ.Κ.3 προσπάθησε να διαφύγει αλλά τελικώς το πρόσωπο που την είχε μεταφέρει εκεί, ένας Πακιστανός που έμενε εκεί και η Κατηγορουμένη 4 βρέθηκαν πίσω από την πόρτα του διαμερίσματος και την εμπόδισαν. Η Μ.Κ.3 ζήτησε από την Κατηγορουμένη 4 να φύγει από εκεί επειδή δεν ένιωθε άνετα με την παρουσία τόσο πολλών αντρών και να τη μεταφέρει στο τρίτο διαμέρισμα όπου βρίσκονταν οι άλλες δύο κοπέλες, όπως και έγινε την επομένη. 22) Στο τρίτο διαμέρισμα διέμεναν πολλοί αλλοδαποί άντρες, ανάμεσα τους ο Κατηγορούμενος 3 και ο Waqar Ahmad. Η Κατηγορουμένη 4 δεν είχε κλειδιά αυτού του διαμερίσματος, όμως έμενε μαζί με τις τρεις κοπέλες και τις έλεγχε, ακόμα και για να πάνε στην τουαλέτα, και δεν τις άφηνε να βγουν από το διαμέρισμα και η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Όταν ρωτούσαν γιατί ήταν περιορισμένες, η Κατηγορουμένη 4, όπως προηγουμένως η Bettie, η Mari και η Κατηγορουμένη 6 τους έλεγαν πως οι άδειες εργασίας τους δεν ήταν έτοιμες και πως θα είχαν πρόβλημα με την Αστυνομία. Ο Adeel Hashmi επισκεπτόταν το διαμέρισμα και μιλούσε με την Κατηγορουμένη 4 στα Αγγλικά εάν ήταν όλα εντάξει και εάν οι τρεις κοπέλες χρειάζονταν κάτι. 23) Η Μ.Κ.3 δεν έτρωγε, ούτε έπινε και όταν τη ρώτησε η Κατηγορουμένη 4 γιατί το κάνει αυτό, η Μ.Κ.3 της απάντησε πως είναι εξαιτίας της δικής της συμπεριφοράς προς την ίδια και τότε η Κατηγορουμένη 4 φώναζε και την απείλησε ρωτώντας την κατά πόσο ήθελε να τηλεφωνήσει στην Κατηγορουμένη 6 και να προσέχει την οικογένεια της στη Ρουμανία. 24) Η Κατηγορουμένη 4 είπε στη Μ.Κ.3 και στις δύο άλλες κοπέλες πως οι αλλοδαποί Πακιστανοί που διέμεναν στο διαμέρισμα είναι οι μελλοντικοί τους σύζυγοι. Όταν το άκουσε αυτό, η Μ.Κ.3 αντέδρασε και είπε ότι δεν χρειαζόταν σύζυγο και ότι δεν θα γινόταν τέτοιο πράγμα, φοβούμενη ταυτόχρονα ην αντίδραση της Κατηγορουμένης
  10. Μάλιστα η Κατηγορουμένη 4 έδειξε στις άλλες δύο κοπέλες τους μελλοντικούς συζύγους τους. 25) Μια μέρα η Elena ήθελε να κάνει κάτι ψώνια και η Κατηγορουμένη 4 είπε ότι θα έπαιρνε αυτή και την Adina βόλτα και θα έκαναν και τα ψώνια τους. Η Μ.Κ.3 εξέφρασε την επιθυμία να πάει και αυτή αλλά η Κατηγορουμένη 4 της αρνήθηκε και της είπε να μείνει στο δωμάτιο της. Η Κατηγορουμένη 4 έφυγε με τις δύο κοπέλες οι οποίες πήγαν βόλτα στη Λήδρας με δύο Πακιστανούς, τους Κατηγορούμενους 1 και 2 οι οποίοι προορίζονταν να τις παντρευτούν, η μεν Adina τον Κατηγορούμενο 1 και η Elena τον Κατηγορούμενο
  11. Πήγαν σε μπακάλικο για ψώνια και μετά στο McDonald's και πήραν και φαγητό στην ίδια τη Μ.Κ.3 όταν επέστρεψαν στο διαμέρισμα. 26) Η Κατηγορουμένη 6 είχε λάβει το πιστοποιητικό ελευθερίας της Μ.Κ.3, στη Ρουμανία, μέσω της Adina, και παρέλαβε την ταυτότητα της Μ.Κ.3 από την ίδια, αφού τη ζήτησε μετά που ήρθε στην Κύπρο, για να διευθετήσει την εργασία της στην Κύπρο, όπως της είχε πει, και έκτοτε η Μ.Κ.3 δεν τα έχει ξαναδεί. 27) Κατά την παραμονή των τριών κοπέλων στην Κύπρο, η Κατηγορουμένη 6 τις απειλούσε ότι θα σκοτώσει τις οικογένειες τους στη Ρουμανία εάν δεν ήταν ήρεμες και εάν δημιουργούσαν προβλήματα, ενώ η Κατηγορουμένη 4 τους ανέφερε ότι η Κατηγορουμένη 6 είναι μεγάλη «μαφία» και να προσέχουν τις οικογένειες τους. 28) Στις 18.3.16 ο Νίκος Σταματάκος, σύζυγος της αδελφής της Adina, ειδοποίησε από την Ελλάδα την Αστυνομία Κύπρου, και συγκεκριμένα τον Λοχ.1028 Μ. Σάββα, Μ.Κ.19, για την Adina. Βάσει αυτής της ενημέρωσης, ο Μ.Κ.19 προσπάθησε να κάνει κάποιες έρευνες οι οποίες δεν απέφεραν αποτέλεσμα. 29) Στις 20.3.16 η Μ.Κ.3 κατάφερε και μίλησε με την ξαδέλφη της τη Mihaela (M.D.) που μένει στην Κύπρο και της ζήτησε βοήθεια. Συγκεκριμένα, η Mihaela που είναι παντρεμένη και διαμένει στην Κύπρο την πήρε αρχικά τηλέφωνο εφόσον είχε προηγουμένως μιλήσει με τον πατέρα της Μ.Κ.3, αλλά δεν μίλησαν πολύ. Στις 20.3.16 η Mihaela της έστειλε μήνυμα και η Μ.Κ.3 της τηλεφώνησε, της είπε τι συνέβαινε, ότι ήταν κλειδωμένες και της ζήτησε βοήθεια. Επίσης έστειλε φωτογραφίες που έδειχναν την περιοχή όπου βρισκόταν και στις 21.3.16 η Mihaela ενημέρωσε την Αστυνομία. 30) Εν τω μεταξύ, στις 21.3.16 το πρωί, και κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ του Κατηγορουμένου 3 και του Άγγελου Αγγελή, Μ.Υ.2, σε σχέση με τη διευθέτηση δύο γάμων, αυτοί συναντήθηκαν γύρω στις 10:00, και ο Μ.Υ.2 τον ρώτησε κατά πόσο είχε όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Ο Κατηγορούμενος 3 του απάντησε αρνητικά και τότε ο Μ.Υ.2 του είπε να του τα πάρει την επομένη, όταν θα ήταν έτοιμος, για να τα δει. Ο Μ.Υ.2 του έστειλε μήνυμα μετά από μια ώρα κατά πόσο είχε τα έγγραφα αλλά δεν έλαβε απάντηση και έκτοτε ούτε συναντήθηκαν ούτε συνομίλησαν. Εάν ο Κατηγορούμενος 3 είχε τα έγγραφα, τότε ο Μ.Υ.2 θα μπορούσε να τον συνόδευε στα γραφεία που απαιτείτο για να αιτείτο την άδεια γάμου και εκεί να κατέθετε ο ίδιος τα έγγραφα του. 31) Ο Κατηγορούμενος 3 είχε μεσολαβήσει και διευθετήσει τη μετάβαση και συνάντηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 με τις κοπέλες στο εν λόγω διαμέρισμα και είχε αναλάβει την ολοκλήρωση της διαδικασίας τέλεσης του γάμου τους, έναντι χρηματικής αμοιβής, εξ ου και αυτός εξασφάλισε πιστοποιητικά ελευθερίας των δύο κοπέλων τα οποία έδωσε στους Κατηγορούμενους 1 και 2 αντίστοιχα, οι οποίοι επίσης κατείχαν και τις ταυτότητες των κοπέλων στις τσάντες του, όπως εντοπίστηκαν από την Αστυνομία. 32) Τελικά έφθασε στο μέρος η Αστυνομία όπου εντόπισε τις τρεις κοπέλες, τους Κατηγορούμενους 1, 2, 3 και 4 και τους άλλους αλλοδαπούς. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 5 και 7 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Όσον αφορά τις Κατηγορούμενες 4 και 6, αυτές βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες στη Ρουμανία. Αυτές οι καταδίκες, οι οποίες έγιναν δεκτές από την Υπεράσπιση, καταγράφονται στα σχετικά έντυπα Αίτησης για πληροφορίες αναφορικά με το ποινικό μητρώο μέσω του συστήματος European Criminal Records Information System (ECRIS) Κύπρου, τα οποία κατέθεσε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής. Σημειώνουμε πως αυτές λαμβάνονται υπόψιν δυνάμει του άρθρου 80Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  12. Ειδικότερα η Κατηγορουμένη 4 βαρύνεται με 7 προηγούμενες καταδίκες, όλες για το αδίκημα της κλοπής, ως εξής:
  13. Στις 29.6.04 ποινή φυλάκισης 3 ετών με αναστολή
  14. Στις 3.3.06 ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 4 ½ ετών
  15. Στις 14.11.06 ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 4 ½ ετών
  16. Στις 13.1.10 ποινές φυλάκισης 4 ετών
  17. Στις 27.11.13 ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 3 ετών
  18. Στις 18.12.14 ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 3 ετών και 10 μηνών
  19. Στις 11.11.15 ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 6 ετών και ενός μηνός Η Κατηγορουμένη 6 βαρύνεται με 2 προηγούμενες καταδίκες, ως ακολούθως:
  20. Στις 15.2.99 ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτών των 3 ½ ετών για απαγωγή, απάτη, συμπεριλαμβανομένης της καταδολίευσης, και κλοπή.
  21. Στις 7.3.07 ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερες αυτές των 7 ετών για απαγωγή, απάτη, συμπεριλαμβανομένης της καταδολίευσης, και παραποίηση εγγράφων. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1, 2 και 4 εστιάστηκε κυρίως στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, επισημαίνοντας πως αυτοί είχαν περιορισμένο ρόλο και μάλιστα χωρίς να αποκομίσουν οποιοδήποτε οικονομικό όφελος. Ο κ. Χειμώνας κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν ως ελαφρυντικούς παράγοντες τη μη δίωξη και άλλων εμπλεκομένων προσώπων και το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 1 και 2, ενώ εισηγήθηκε όπως μην δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στις προηγούμενες καταδίκες της Κατηγορουμένης 4 καθότι αυτές αφορούν σε αδικήματα άσχετα με την παρούσα υπόθεση. Ο κ. Χειμώνας αναφέρθηκε εκτενώς και στις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων. Ήταν η θέση του πως σε περίπτωση επιβολής ποινών φυλάκισης, συντρέχουν λόγοι για την αναστολή έκτισης αυτών. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 3 αναφέρθηκε με τη σειρά του στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και εισηγήθηκε ότι και ο Κατηγορούμενος 3 έχει περιορισμένο ρόλο, ότι αυτός συνεργάστηκε πλήρως με την Αστυνομία και ότι παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Μετέφερε τη μεταμέλεια του Κατηγορουμένου 3 για τη διάπραξη των αδικημάτων και τη συνειδητοποίηση εκ μέρους του της σοβαρότητας των πράξεων του, επισημαίνοντας πως οι πιθανότητες διάπραξης άλλων αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο 3 είναι αρκετά απομακρυσμένες. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 5 εστιάστηκε στην περιορισμένη συμμετοχή του, η οποία οφείλετο στη μεγάλη οικονομική του ανάγκη για χρήματα έναντι της μεταφοράς των κοπέλων στη Λευκωσία. Ο κ. Βραχίμης αναφέρθηκε εκτενώς στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορουμένου 5 δηλώνοντας πως ο Κατηγορούμενος 5 δεν είναι εγκληματικό στοιχείο και κάλεσε το Δικαστήριο όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, δώσει σε αυτόν μια δεύτερη ευκαιρία μέσω της αναστολής έκτισης της ποινής. Ο συνήγορος της Κατηγορουμένης 6 περιορίστηκε στις προσωπικές συνθήκες της και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν το χρονικό διάστημα που αυτή τελεί υπό κράτηση. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 7 αναφέρθηκε στα γεγονότα που αφορούν την κατηγορία 18 και ειδικότερα στην απουσία αποκόμισης οποιουδήποτε άμεσου κέρδους, μεταφέροντας, κατόπιν παράκλησης του ιδίου του Κατηγορουμένου, τη μεταμέλεια του για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Ο κ. Ιωάννου έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 7 και εισηγήθηκε πως αυτές είναι τέτοιες που δικαιολογούν την αναστολή έκτισης τυχόν ποινής φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή, όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Λεβέντης v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημ. 25.11.
  1. Το αδίκημα της συνωμοσίας για το οποίο κρίθηκαν ένοχοι όλοι οι Κατηγορούμενοι, σύμφωνα με το άρθρο 320 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, είναι κακούργημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 5 ετών. Το αδίκημα της εμπορίας ενήλικου προσώπου, δυνάμει του άρθρου 6 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν.60(Ι)/14, επισύρει την αυστηρότερη ποινή, και συγκεκριμένα ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη. Ποινή φυλάκισης 7 ετών προβλέπεται για το αδίκημα της απαγωγής με βάση το άρθρο 148 του Κεφ.
  2. Για το αδίκημα της απόπειρας τέλεσης εικονικού γάμου, κατά παράβαση του άρθρου 7Δ του Κεφ. 105 και των άρθρων 366 και 367 του Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 2 ετών ή χρηματική ποινή €2.562 (Λ.Κ.1500) ή και οι δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα της απόπειρας υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας να παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 19Α
(2)και 19Β
(2)του Κεφ. 105, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €8.543 (Λ.Κ.5000). Τέλος, για το αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας διαμονής αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Κεφ. 105, προνοείται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.708 (Λ.Κ.1000) ή και οι δύο αυτές ποινές. Όπως φαίνεται μέσα από την απόφαση του Δικαστηρίου, η παρούσα υπόθεση αφορά κατ΄ αρχάς σε ένα σχέδιο στο οποίο συμμετείχαν και οι επτά Κατηγορούμενοι για την επιδίωξη ενός κοινού σκοπού, ήτοι της τέλεσης εικονικών γάμων μεταξύ Ρουμάνων κοπέλων και υπηκόων τρίτων χωρών ούτως ώστε οι τελευταίοι να εξασφαλίσουν δελτίο παραμονής στη Δημοκρατία ή σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με την απόφαση μας, είτε υπήρξε ρητή συμφωνία μεταξύ κάποιων Κατηγορουμένων απ΄ ευθείας μεταξύ τους, είτε συνάγεται η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας και συνεννόησης, είτε ακόμα προκύπτει πως κάποιοι εξ αυτών δεν γνωρίστηκαν ποτέ μεταξύ τους όμως γνώριζαν πως απαιτείτο η συμμετοχή και άλλων προσώπων και πως όλοι μαζί συμμετείχαν σε μια δραστηριότητα προς επίτευξη του κοινού σκοπού ο οποίος ήταν προφανής σε όλους. Είναι γεγονός πως μέσα από αυτή τη συνωμοσία (της κατηγορίας 18) ο κάθε Κατηγορούμενος είχε τον δικό του ρόλο. Ο Κατηγορούμενος 7 είχε ζητήσει από την Κατηγορουμένη 6 να του βρει Ρουμάνες κοπέλες για να έρθουν στην Κύπρο για την τέλεση εικονικών γάμων, η Κατηγορουμένη 6 θα προωθούσε την άφιξη των κοπέλων στην Κύπρο και θα διασφάλιζε την παραμονή τους εδώ μέχρι την τέλεση των γάμων τους, ο Κατηγορούμενος 5 θα αναλάμβανε την παραλαβή των κοπέλων από το αεροδρόμιο και τη μεταφορά τους στη Λευκωσία, η Κατηγορουμένη 4 τον έλεγχο των κοπέλων μέχρι την τέλεση των γάμων τους, ο Κατηγορούμενος 3 τη διευθέτηση της συνάντησης των κοπέλων με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και την ετοιμασία της διαδικασίας τέλεσης των γάμων, και τέλος οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν αυτοί που θα νυμφεύονταν εικονικά τις δύο κοπέλες. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καταδεικνύουν ένα καλά οργανωμένο και συντονισμένο σχέδιο μεταξύ όλων των Κατηγορουμένων, το οποίο απέληγε στην εξαπάτηση τόσο της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέσω της τέλεσης εικονικών γάμων, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 θα εξασφάλιζαν παραμονή και δικαίωμα εργασίας στην Κύπρο και στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ξεγελώντας τις αρχές ότι δικαιούνται νόμιμα να παραμείνουν και εργάζονται, ενώ σαφέστατα κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Αυτό ακριβώς το στοιχείο της απάτης και του δόλου, το οποίο βεβαίως ενυπάρχει στο αδίκημα της συνωμοσίας για καταδολίευση ως εκ της φύσεως του, προσδίδει ιδιαίτερη σοβαρότητα στην προκειμένη περίπτωση. Τέτοιες συμπεριφορές αναμφίβολα δεν πρέπει ούτε μπορούν να γίνουν ανεκτές σε μια ευνομούμενη δημοκρατική κοινωνία, όπως η Κύπρος, και ο ευρύτερος ενιαίος Ευρωπαϊκός χώρος, στον οποίο ανήκει, όπου τα δικαιώματα του κάθε πολίτη καθορίζονται με γνώμονα τη νομιμότητα και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε πως τελικώς η υλοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας δεν κατέστη δυνατή μόνο λόγω της επέμβασης της Αστυνομίας και αφού οι κοπέλες κατάφεραν, με κάποια δυσκολία, να ενημερώσουν για τον εγκλωβισμό τους. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 7, ο οποίος κρίθηκε ένοχος μόνο σε αυτή την κατηγορία, παρότι πράγματι δεν έχει διαφανεί πως αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη συμμετοχή του σε αυτή τη συνωμοσία, εντούτοις το κυρίαρχο και καθοριστικό στοιχείο σε τέτοιας φύσης αδίκημα είναι η επίδειξη ανεντιμότητας και εξαπάτησης των αρχών. Επιπλέον είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός πως, με βάση τα ευρήματα μας, ο Κατηγορούμενος 7 είναι το πρόσωπο που έθεσε σε εφαρμογή αυτό το σχέδιο εφόσον είναι αυτός που ζήτησε από την Κατηγορουμένη 6 να βρει κοπέλες από τη χώρα της με σκοπό την τέλεση εικονικών γάμων, προσφέροντας της αντάλλαγμα, ήτοι δωρεάν υπηρεσίες δικηγόρου. Επιπλέον, στα πλαίσια υλοποίησης αυτής της συμφωνίας, δεν παρέμεινε παντελώς αμέτοχος, αλλά ενεπλάκη και στην εξεύρεση διαμονής των κοπέλων, συνεργαζόμενος με τον γαμπρό του, Κατηγορούμενο 5, και ενδιαφέρθηκε για τις συνθήκες διαμονής τους στο πρώτο διαμέρισμα όπου και τις επισκέφθηκε, ως επίσης κατείχε μαρτυρία αναφορικά με τη διασκέδαση τους. Εδώ θεωρούμε πως αποκτά και τη δική του σημασία το επάγγελμα του Κατηγορουμένου 7. Ο Κατηγορούμενος 7 είναι δικηγόρος, του οποίου το 2015 η άδεια άσκησης του επαγγέλματος έχει ανασταλεί για περίοδο τριών ετών και στο παρόν στάδιο είναι αυτοεργοδοτούμενος. Παρόλο που αναμένεται από κάθε πολίτη, ανεξαρτήτως ιδιότητας, να επιδεικνύει πλήρη σεβασμό στους Νόμους της χώρας μας θεωρούμε πως ο Κατηγορούμενος 7, ως δικηγόρος, θα έπρεπε να αποτελεί πρότυπο τιμιότητας και άμεμπτης συμπεριφοράς έναντι στις αρχές και τους θεσμούς της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Κατηγορούμενοι 3, 4, 5 και 6 δεν παρέμειναν μόνο ως απλοί κοινωνοί και γνώστες αυτού του σχεδίου, αλλά προχώρησαν και σε ενέργειες υλοποίησης αυτού μέσω της συμμετοχής τους στην εμπορία των τριών παραπονουμένων, διαδραματίζοντας ο καθένας τον δικό του ρόλο. Η σοβαρότητα του αδικήματος της εμπορίας ενήλικου προσώπου αντανακλάται πρωτίστως από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή. Στην Έκθεση Eurostat Statistical Working Papers, Trafficking in Ηuman Βeings
(2015), σελ. 14, αναφέρεται πως η εμπορία προσώπων αποτελεί παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και είναι ένα απεχθές έγκλημα. Ως εκ της φύσεως του, είναι το μοναδικό οργανωμένο έγκλημα το οποίο απαγορεύεται από τον Ευρωπαϊκό Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, για την καταπολέμηση του οποίου έχει εκδοθεί, μεταξύ άλλων, η Οδηγία 2011/36/ΕΕ. Όπως αναφέρεται ρητώς στον Ν.60(Ι)/14, αυτός θεσπίστηκε για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής τόσο της προαναφερόμενης Ευρωπαϊκής Οδηγίας όσο και των Συμβάσεων των Ηνωμένων Εθνών για την καταστολή και τιμωρία της εμπορίας προσώπων. Στον ίδιο τον Νόμο αναφέρεται επίσης πως τα αδικήματα εμπορίας είναι διεθνικά στη φύση τους, υπό την έννοια ότι διαπράττονται με τη συμμετοχή διαφόρων ατόμων σε διάφορες χώρες. Αφορούν δε σε αδύναμα και ευάλωτα άτομα τα οποία καθίστανται εύκολος στόχος για τους επίδοξους εγκληματίες και αντικείμενο εκμετάλλευσης από αυτούς. Στην Έκθεση Situation Report Trafficking in Human Beings in the EU, Φεβρουάριος 2016, σελ. 4, επισημαίνεται πως οι κύριες μορφές εμπορίας είναι η σεξουαλική εκμετάλλευση και η εκμετάλλευση στην εργασία, όμως παρατηρούνται πλέον και άλλες μορφές, όπως η τέλεση καταναγκαστικού εικονικού γάμου («forced sham marriage») η οποία μάλιστα αναμένεται να παρουσιάσει αύξηση επειδή αποσκοπεί στην εξασφάλιση νόμιμης παραμονής σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις σελ. 29-30, παρ. 4.3.3., υπό τον τίτλο «Forced sham marriage» δίδεται μια πλήρης περιγραφή της φύσης αυτού του αδικήματος, ως εξής: «◊ Legislative differences among Member States misrepresent the real scale of the phenomenon. ◊ Human trafficking for the purpose of forced sham marriages targets mostly girls or young women. ◊ Victims originate from Eastern European countries (mainly Czech, Hungarian, Latvian, Polish Romanian, and Slovakian) and are forced to marry mainly Asian men (Pakistanis and Indians). Recently, Europol reported on several investigations regarding OCGs arranging marriages of convenience or sham marriages. In most cases these marriages serve to legalise the stay of an irregular migrant in the EU, and are likely to be identified as facilitation of illegal immigration. However, recent evidence shows that some cases of marriages of convenience can be qualified as THB. Trafficking in human beings for the purpose of sham marriages most commonly targets girls or young women. In the EU, the most common victims are female EU citizens mostly originating from Eastern MS such as the Czech Republic, Hungary, Latvia, Poland, Romania, and Slovakia -, who are trafficked to Western MS and forced to marry Asian men, typically Pakistanis and Indians. Cases of victims of marriages of convenience have been detected in Cyprus, Ireland, the Netherlands, Sweden and the United Kingdom. The lack of harmonisation of EU legislation regarding the crime of sham marriage, as well as legislative loopholes and differences among MS, result in misrepresentation of the real scale of the crime area. Recruiters are often victims' fellow nationals or sometimes citizens of the country of destination. In the recruitment phase, deception is a significant factor. Victims are typically lured by false promises of a well-paid job in the country of destination. . . Traffickers may keep victims' documents and hold them in captivity and isolation, or they may be abused by their new husbands or forced into prostitution. .» Σαφώς η Κατηγορουμένη 6 έχει τον βασικότερο ρόλο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, εφόσον αυτή στρατολόγησε και ώθησε τις παραπονούμενες να έρθουν στην Κύπρο, δίδοντας τους ψευδείς υποσχέσεις για μια καλή εργασία, αυτή ήρθε επίσης στην Κύπρο και διέμεινε με τις παραπονούμενες και αυτή διευθέτησε για τη διαμονή, τη μετακίνηση, τη διακίνηση και τον έλεγχο τους μέχρι και την τέλεση των γάμων τους. Η Κατηγορουμένη 6 είχε πρωταγωνιστικό ρόλο καθόλη τη διάρκεια υλοποίησης αυτού του σχεδίου, τόσο με τη συμμετοχή της ίδιας όσο και με τη συμμετοχή άλλων προσώπων τα οποία ενεργούσαν πλήρως συντονισμένα με αυτή, με τις δικές της οδηγίες και εν πλήρει γνώσει της. Επιπλέον η Κατηγορουμένη 6, γνωρίζοντας την ευπαθή θέση των παραπονούμενων, οι οποίες βρίσκονταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, η καθεμιά για ξεχωριστούς λόγους, εκμεταλλεύτηκε αυτή τη θέση τους και ουσιαστικά τις παρέσυρε και τις έπεισε να έρθουν στην Κύπρο, ξεγελώντας τις πως θα έρχονταν για εργασία ενώ τις προόριζε για την τέλεση εικονικών γάμων. Οι συνθήκες διαμονής των παραπονούμενων στην Κύπρο, ήτοι η κατακράτηση των ταξιδιωτικών τους εγγράφων, ο εγκλεισμός τους στα διαμερίσματα όπου διέμεναν, η απαγόρευση χρήσης διαδικτύου, η οικονομική εξάρτηση για διαμονή και φαγητό, οι ψευδείς υποσχέσεις και ο εκφοβισμός να κυκλοφορήσουν και οι απειλές, αποτυπώνουν με παραστατικότητα το τι βίωσαν αυτές οι κοπέλες, οι οποίες ενώ ήρθαν με όνειρα και στόχους για ένα καλύτερο μέλλον για τις ίδιες και τις οικογένειες τους, τελικώς βρέθηκαν εντελώς απρόσμενα απέναντι από ένα εφιάλτη εξαπάτησης, εκμετάλλευσης, εκφοβισμού και αδυναμίας αντίδρασης. Την πρώτη φορά που η μια εξ αυτών διαμαρτυρήθηκε έντονα, αντιμετώπισε τη χρήση βίας, στοιχείο το οποίο προκάλεσε τον πανικό και τρόμο στις κοπέλες. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν πως η Κατηγορουμένη 6 ενήργησε με παντελή έλλειψη σεβασμού προς τις κοπέλες, την ευάλωτη θέση τους, τις ανάγκες, τις επιθυμίες τους και την αξιοπρέπεια τους, και αντιθέτως τις εκμεταλλεύτηκε, χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους, ούτως ώστε να πετύχει τον σκοπό της έναντι του δικού της οφέλους, ήτοι την παροχή υπηρεσιών δικηγόρου για την έκδοση του διαζυγίου της χωρίς να καταβάλει πληρωμή. Θεωρούμε πως η έκταση και η φύση της συμμετοχής της Κατηγορουμένης 6 προσδίδει ιδιαίτερη σοβαρότητα στα αδικήματα της εμπορίας. Είναι γεγονός πως η Κατηγορουμένη 4 δεν είχε εξαρχής ανάμειξη στην εμπορία των τριών παραπονούμενων, αλλά αυτή ενεπλάκη στο σχέδιο λίγες μέρες πριν τη μετακόμιση των κοπέλων από το πρώτο διαμέρισμα, εξ ου και αυτή κρίθηκε ένοχη για τη στέγαση και υπόκρυψη τους. Αυτό το γεγονός αναμφίβολα διαφοροποιεί τον δικό της ρόλο, σε σχέση με αυτό της Κατηγορουμένης 6, εντούτοις η δική της ανάμειξη και συμπεριφορά έναντι στις κοπέλες ήταν άκρως απαράδεκτη. Η Κατηγορουμένη 4 ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο των παραπονούμενων και την απαγόρευση διακίνησης τους και μάλιστα εκστόμιζε απειλές για τις ίδιες και τις οικογένειες τους όταν αυτές αντιδρούσαν. Αυτή βασικά ήταν το πρόσωπο που ανέλαβε τη φύλαξη και τον περιορισμό των κοπέλων, καθώς επίσης και τη συνάντηση τους με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 ως τους μελλοντικούς τους συζύγους μέχρι και την τέλεση των γάμων. Η Κατηγορουμένη 4 κατάφερε να κρατήσει «αιχμάλωτες» τις κοπέλες υπό τον εκφοβισμό και τις απειλές για την ασφάλεια των ιδίων και των οικογενειών τους. Αυτά τα δεδομένα όντως καταδεικνύουν μια διαφορετική συμμετοχή της Κατηγορουμένης 4 σε σχέση με την Κατηγορουμένη 6, αλλά ταυτόχρονα και ένα ουσιώδη και καθοριστικό ρόλο αυτής στην όλη αλυσίδα των γεγονότων. Επιπλέον, είναι σε αυτά τα πλαίσια που η Κατηγορουμένη 4 κατακρατούσε τις δύο κοπέλες χωρίς τη θέληση τους, εξ ου και διέπραξε τα αδικήματα της απαγωγής. Σύμφωνα με την απόφαση μας, έχουμε δεχθεί με βάση τη δική της κατάθεση, πως η Κατηγορουμένη 4 ανέλαβε αυτόν τον ρόλο για να εξασφαλίσει διαμονή και διατροφή κατά την παραμονή της στην Κύπρο, κάτι το οποίο και πάλι αποτελεί όφελος και κέρδος, το οποίο, υπό τέτοιες περιστάσεις, ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την ίδια. Δεν υιοθετούμε τη θέση του συνηγόρου της πως η Κατηγορουμένη 4 θα μπορούσε να θεωρηθεί ως θύμα εμπορίας, επειδή είναι φτωχή, βρισκόταν στην Κύπρο εις αναζήτηση του συζύγου της και ήταν άστεγη και σε απόγνωση. Όπως διαφαίνεται και μέσα από την απόφαση μας, η Κατηγορουμένη 4 ουδέποτε προέβαλε ισχυρισμό πως αυτή πιέστηκε ή αναγκάστηκε με οποιονδήποτε τρόπο να δεχθεί την προσφορά της Κατηγορουμένης 6 και πως η τελευταία της πρόσφερε στέγη και τροφή μόνο υπό τον όρο όπως αυτή (η Κατηγορουμένη 4) αναλάμβανε τον έλεγχο και περιορισμό των κοπέλων. Αντιθέτως, το μόνο που προέβαλε η Κατηγορουμένη 4 ήταν ότι η Κατηγορουμένη 6 της πρόσφερε στέγη και τροφή αλλά επέμενε αβάσιμα πως αυτή δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη με τις κοπέλες. Θεωρούμε πως αυτή η θέση της Υπεράσπισης δεν συνάδει με τα ευρήματα του Δικαστηρίου και έτσι δεν γίνεται δεκτή. Άλλωστε σημειώνουμε πως ο ίδιος ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να αγνοήσει τέτοια εισήγηση του σε περίπτωση που διαφωνεί με αυτή. Ούτε και υιοθετούμε την εισήγηση της Υπεράσπισης πως οι παραπονούμενες έχουν ποινική ευθύνη. Πέραν του ότι αυτές αναγνωρίστηκαν από το ΓΚΕΠ ως θύματα εμπορίας και ήταν οι παραπονούμενες στην παρούσα υπόθεση, τέτοια εισήγηση αντιβαίνει στα ευρήματα του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα οποία αυτές έτυχαν εκμετάλλευσης, μέσω κατάχρησης της ευπαθούς τους θέσης και εξαπάτησης τους, με σκοπό την τέλεση εικονικών γάμων χωρίς τη θέληση τους και υπό τις πιο πάνω περιγραφόμενες συνθήκες άφιξης και διαμονής τους στην Κύπρο. Ο Κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που διέμενε στο τρίτο διαμέρισμα όπου κατέληξαν οι τρεις παραπονούμενες με την Κατηγορουμένη 4. Ήταν ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των παραπονούμενων και των Κατηγορουμένων 1 και 2. Αυτός μεσολάβησε για την εξεύρεση των παραπονούμενων με σκοπό την τέλεση εικονικών γάμων τους με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και την ετοιμασία της διαδικασίας τέλεσης αυτών. Άμεσα γνώστης και εμπλεκόμενος στις συνθήκες διαμονής των παραπονούμενων στο τρίτο διαμέρισμα, ανέλαβε ενεργό δράση στη διαδικασία τέλεσης των γάμων, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε, υπό άγνωστες συνθήκες, πιστοποιητικό ελευθερίας της Adina, και κατείχε το πιστοποιητικό ελευθερίας της Elena, με τα οποία στις 21.3.16 προσπάθησε να ολοκληρώσει τη διαδικασία τέλεσης των γάμων. Σύμφωνα με δική του παραδοχή αυτός το έπραξε για οικονομικούς λόγους, ενώ φρόντισε να δοθούν τα πιστοποιητικά και οι ταυτότητες των δύο κοπέλων στους Κατηγορούμενους 1 και 2 αντίστοιχα. Παρόλο που και ο ρόλος του ίδιου είναι διαφορετικός από αυτό της Κατηγορουμένης 6, θεωρούμε πως εξομοιώνεται σχεδόν με αυτόν της Κατηγορουμένης 4. Η Κατηγορουμένη 4 είχε αναλάβει ενεργά τον έλεγχο των κοπέλων, ενώ ο Κατηγορούμενος 3 ήταν γνώστης των συνθηκών διαμονής των παραπονούμενων στο τρίτο διαμέρισμα και ταυτόχρονα ήταν ο διαμεσολαβητής για την επαφή των παραπονούμενων και των Κατηγορουμένων 1 και 2 και την ετοιμασία των εγγράφων για την τέλεση των γάμων. Μέσα από την πιο πάνω ανάδειξη και ανάλυση του ρόλου του καθενός των Κατηγορουμένων 3, 4 και 6 διαφαίνεται ξεκάθαρα αφενός η συμμετοχή και το δικό του μερίδιο εμπλοκής και αφετέρου η αναγκαιότητα και χρησιμότητα του καθενός εξ αυτών στο όλο σχέδιο της εμπορίας. Εδώ κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε πως η τέλεση των γάμων δεν επιτεύχθηκε λόγω ακριβώς της επέμβασης και εφόδου της Αστυνομίας. Στα ίδια πλαίσια λαμβάνουμε υπόψιν και τη συμμετοχή του Κατηγορουμένου 5, η οποία είναι πολύ πιο περιορισμένη από αυτή των Κατηγορουμένων 3, 4 και 6. Πράγματι αυτή αφορά στην παραλαβή και μεταφορά των παραπονούμενων στη Λευκωσία καθώς επίσης στην εξεύρεση της αρχικής διαμονής τους. Όπως ανέφερε και ο συνήγορος του, ο Κατηγορούμενος 5 ενδιαφέρθηκε και φρόντισε για το φαγητό των κοπέλων την πρώτη νύκτα και την παροχή σόμπας, χωρίς να μας διαφεύγει και το εύρημα μας πως κατά τη διαδρομή αυτός αστείεψε τις κοπέλες ότι θα τις άφηνε στον δρόμο για πορνεία, γεγονός το οποίο τους προκάλεσε φόβο, κυρίως στην Elena που ήταν έγκυος. Ομολογουμένως, αυτός δεν ήταν ο καλύτερος και ορθότερος τρόπος υποδοχής κάποιων άγνωστων νεαρών κοπέλων οι οποίες μόλις είχαν φθάσει στην Κύπρο. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 5 ανέφερε πως η άσχημη οικονομική κατάσταση του Κατηγορουμένου τον ώθησε να προβεί στη μεταφορά των κοπέλων έναντι κάποιας χαμηλής χρηματικής αμοιβής ως μορφή φιλοδωρήματος. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τις οικονομικές δυσκολίες του Κατηγορουμένου 5, στις οποίες θα επεκταθούμε αναλυτικά κατωτέρω, αναφέρουμε πως οι οικονομικές δυσκολίες του δεν αποτελούν βάσιμη δικαιολογία για να καταφύγει σε αυτή τη σοβαρή παράνομη δραστηριότητα. Εάν δεχόμασταν πως άτομα που βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση και γενικώς σε οποιασδήποτε μορφής δύσκολη θέση δικαιολογούνται να προσφεύγουν σε εγκληματικές δραστηριότητες για να αποκομίζουν όφελος, αυτό θα συνιστούσε ρήγμα στην κοινωνία και καταστρατήγηση του ρόλου του Δικαστηρίου στη διατήρηση της νομιμότητας. Σχετικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Φάντης v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397. Επανερχόμενοι στους Κατηγορούμενους 1 και 2, τονίζουμε πως αυτοί με δική τους πρωτοβουλία και επιθυμία προορίζονταν να παντρευτούν τις δύο κοπέλες, με μοναδικό σκοπό την εξασφάλιση παραμονής τους στην Κύπρο. Θα μπορούσαμε μάλιστα να προσθέσουμε πως είναι με αφορμή την επιθυμία τέτοιων προσώπων να νομιμοποιηθούν σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καταστρώνονται τέτοιου είδους σχέδια. Είναι σαφές πως αυτή η στάση των Κατηγορουμένων 1 και 2 ενέχει το στοιχείο της ανεντιμότητας και της εξαπάτησης και εκμετάλλευσης των αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθότι ενώ αυτοί βρίσκονταν εδώ ως φοιτητές με προσωρινή άδεια παραμονής επιδίωξαν να ξεγελάσουν το κράτος το οποίο τους φιλοξένησε και παρείχε ευκαιρία μόρφωσης για να αποκτήσουν μόνιμη παραμονή εδώ. Μάλιστα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 πλήρωσαν χρήματα προς τον σκοπό αυτό, εν πλήρη γνώσει τους για τη φύση και τον σκοπό αυτής της διευθέτησης, αναμένοντας βεβαίως το δικό τους αντάλλαγμα που δεν θα ήταν άλλο από τη νόμιμη παραμονή τους εδώ και την παροχή κάθε δυνατότητας και οφέλους ως πολίτες χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι όντως λυπηρό να παρατηρούνται φαινόμενα όπου αλλοδαποί τρίτων χωρών τους οποίους δέχεται και φιλοξενεί η χώρα μας, τελικώς να εκμεταλλεύονται την παραμονή τους εδώ και να αναζητούν τρόπους να ξεγελούν τις αρχές και να εξασφαλίζουν κάτι το οποίο υπό κανονικές συνθήκες δεν νομιμοποιούνταν να έχουν. Με αυτά τα δεδομένα, αδυνατούμε να δεχθούμε την εισήγηση του συνηγόρου των Κατηγορουμένων 1 και 2 πως αυτοί ξεγελάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από άλλα πρόσωπα για να εμπλακούν σε αυτή την εγκληματική δραστηριότητα. Μέσα από τα ευρήματα μας, προκύπτει ξεκάθαρα πως όταν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έμαθαν ότι με την τέλεση εικονικών γάμων με Ευρωπαίες πολίτες θα αποκτούσαν μόνιμη παραμονή εδώ ή σε χώρα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οικειοθελώς και προς επίτευξη του σκοπού τους, πλήρωσαν, συνάντησαν τις κοπέλες, έλαβαν τις ταυτότητες τους και ετοιμάζονταν για τους υποτιθέμενους γάμους τους. Ενόψει των ευρημάτων μας θεωρούμε πως οι όποιες αναφορές του συνηγόρου Υπεράσπισης ως προς τις συνθήκες των αδικημάτων από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και ειδικότερα σε σχέση με τις παραπονούμενες, οι οποίες περιλαμβάνονται στις καταθέσεις ή και ανώμοτες δηλώσεις τους, (τις οποίες το Δικαστήριο απέρριψε στα πλαίσια της απόφασης του), δεν γίνονται δεκτές ούτε και λαμβάνονται υπόψιν για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Εδώ είναι σημαντικό να τονίσουμε πως η τέλεση των γάμων ήταν απλά θέμα πολύ σύντομου χρόνου να ολοκληρωθεί, και πως ο μοναδικός λόγος για τον οποίο, ευτυχώς, αυτή απετράπη ήταν η παρέμβαση της Αστυνομίας. Η όλη δράση των Κατηγορουμένων 1 και 2 και ταυτόχρονα και των Κατηγορουμένων 3, 4 και 6 όσον αφορά στην απόπειρα τέλεσης εικονικού γάμου, καταδεικνύει πως πρόκειται για μια οργανωμένη και συντονισμένη προσπάθεια η οποία εμπεριέχει το στοιχείο της εξαπάτησης των αρχών, ο καθένας για τους δικούς του λόγους και όφελος. Περαιτέρω, από τα πιο πάνω φαίνεται και η συμμετοχή των Κατηγορουμένων 3, 4 και 6, με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, στην απόπειρα υποβοήθησης των Κατηγορουμένων 1 και 2 να τελέσουν γάμο με τις δύο κοπέλες για να παραμείνουν παράνομα στη Δημοκρατία. Όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης παραμονής μετά την εκπνοή της προσωρινής άδειας διαμονής αλλοδαπού, το οποίο επίσης διέπραξε ο Κατηγορούμενος 3, παραπέμπουμε στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. σελ. 421, όπου λέχθηκε πως η έξαρση στη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων παράνομης εισόδου αλλά και παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία δημιουργεί «σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης» και επιβάλλει την αντιμετώπιση τους με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Ανασκόπηση της νομολογίας για τέτοιας φύσης αδίκημα όπως της παρούσας καταδεικνύει ότι αυτό αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295, Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, Soulimi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143, οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη άδειας προσωρινής διαμονής αλλοδαπού και στις οποίες επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 5, 3, 4 και 1 μηνός αντίστοιχα. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνουμε υπόψιν πως, μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής του, ο Κατηγορούμενος 3 παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία, επιδεικνύοντας παντελή έλλειψη σεβασμού προς τους Νόμους της χώρας που τον υποδέχθηκε και φιλοξένησε, για χρονική περίοδο τριών μηνών. Η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος 3 εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω των κατεχόμενων περιοχών, λόγω των προσωπικών και οικογενειακών προβλημάτων που αντιμετώπιζε στη χώρα του, χωρίς να γνωρίζει για την πολιτική κατάσταση στον τόπο μας, δεν αποτελεί δικαιολογία για τη μετάβαση του στις ελεύθερες περιοχές και την παραμονή του εδώ μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής του. Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο πως παρά τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και τη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, εντούτοις το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
  1. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψιν το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 1, 2, 3, 5 και
  2. Αναφορικά με τις Κατηγορούμενες 4 και 6 λαμβάνουμε υπόψιν πως αυτές βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες στη χώρα τους. Παρόλο που οι προηγούμενες καταδίκες της Κατηγορουμένης 4 αφορούν σε διαφορετικής φύσης αδίκημα, ήτοι στο αδίκημα της κλοπής, εντούτοις το ποινικό μητρώο της το οποίο είναι και βεβαρημένο με σωρεία καταδικών, συνολικά επτά, καταδεικνύει μια συνεχόμενη εγκληματική συμπεριφορά η οποία διαρκεί σε βάθος χρόνου και συνεχίζεται απρόσκοπτα. Δυστυχώς οι προηγούμενες πολυετείς φυλακίσεις της Κατηγορουμένης 4 δεν ήταν ικανές να την σωφρονίσουν και αποτρέψουν από τη συνέχιση της παράνομης συμπεριφοράς, η οποία στην προκειμένη περίπτωση εξελίχθηκε σε σοβαρότερης μορφής αδικήματα. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού ενός κατηγορουμένου στους Νόμους της πολιτείας. Δεν μπορεί ακόμα να μην σχολιαστεί η κοινή τοποθέτηση των Κατηγορουμένων 4 και 6, στις καταθέσεις τους, πως αυτές γνωρίστηκαν στις Φυλακές της Ρουμανίας και είναι όντως λυπηρό αυτή η γνωριμία να έχει εξελιχθεί σε από κοινού συνέχιση της εγκληματικής τους συμπεριφοράς. Αναφορικά με την Κατηγορουμένη 6, και αυτή βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες, για τις οποίες εξέτισε ποινές φυλάκισης μέχρι και 7 ετών, και μάλιστα για παρόμοιας φύσης αδικήματα, ήτοι απάτη, συμπεριλαμβανομένης της καταδολίευσης. Και στην περίπτωση της Κατηγορουμένης 6 φαίνεται πως οι προηγούμενες καταδίκες δεν επενέργησαν θετικά και παραδειγματικά για να την ωθήσουν να αλλάξει τρόπο ζωής και να δείξει σεβασμό στους νόμους της χώρας της ή οποιασδήποτε άλλης χώρας. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Τσιάκκα κ.ά. v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282, οι προηγούμενες καταδίκες περιορίζουν τα ερείσματα επιείκειας. Πέραν της άμεσης παραδοχής του Κατηγορουμένου 3 για το αδίκημα της παράνομης παραμονής, λαμβάνουμε υπόψιν πως όλοι οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή, ως βεβαίως ήταν δικαίωμα τους, και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση η οποία ήταν μακρά λόγω του όγκου της μαρτυρίας και του μεγάλου αριθμού Κατηγορουμένων. Σε αυτά τα πλαίσια αδυνατούμε να λάβουμε ως ελαφρυντικό παράγοντα την παραδοχή και συνεργασία του Κατηγορουμένου 3 με την Αστυνομία, καθότι παρά αυτή τη στάση του, εν τέλει αυτός επέλεξε να δηλώσει μη παραδοχή μέχρι τέλους της ακρόασης. Η άμεση παραδοχή λαμβάνεται υπόψιν ως έμπρακτη μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου η οποία μάλιστα εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο με την αποφυγή αχρείαστης ακρόασης και πρέπει να αμείβεται με την ανάλογη έκπτωση. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.» Στην προκειμένη περίπτωση, η όποια αρχική παραδοχή του Κατηγορουμένου 3 στην Αστυνομία δεν επενέργησε προς αυτή την κατεύθυνση εφόσον ο Κατηγορούμενος παρέμεινε στη μη παραδοχή του μέχρι και την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας ισχύουν και για την Κατηγορουμένη 6. Παρόλο που προκύπτει από τη μαρτυρία πως πράγματι η Κατηγορουμένη 6 συγκατατέθηκε στην έκδοση της στην Κύπρο για να εκδικαστεί για την παρούσα υπόθεση, εντούτοις αυτή η στάση της δεν αποτελεί στοιχείο έμπρακτης μεταμέλειας το οποίο πρέπει να αμείβεται με έκπτωση στην ποινή από τη στιγμή που αυτή δήλωσε μη παραδοχή και αμφισβήτησε έντονα τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτό δεν σημαίνει πως η Κατηγορουμένη 6 θα τιμωρηθεί γι΄ αυτή τη συμπεριφορά της παρά μόνο πως η όποια συνεργασία της δεν φθάνει μέχρι του σημείου παραδοχής που δύναται να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα ο οποίος δικαιολογεί τη μείωση της ποινής. Η μεταμέλεια τόσο του Κατηγορουμένου 3 όσο και του Κατηγορουμένου 7, την οποία μετέφεραν οι συνήγοροι τους κατά τις αγορεύσεις τους για μετριασμό της ποινής, έχει πολύ περιορισμένη αξία καθότι αυτή επήλθε σε πολύ αργοπορημένο στη διαδικασία στάδιο, μετά την πλήρη ακρόαση και έκδοση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου αναφέρουμε πως η μη παραδοχή των Κατηγορουμένων ουδόλως επενεργεί ως επιβαρυντικός παράγοντας κατά την επιμέτρηση της ποινής, απλώς λαμβάνεται υπόψιν ως ουδέτερο στοιχείο το οποίο τους στερεί το δικαίωμα του ευεργετήματος της ανάλογης επιείκειας και έκπτωσης της ποινής όπως θα συνέβαινε σε περίπτωση άμεσης παραδοχής. Σχετικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Ευστρατίου v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 42 και Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197. Κάποιοι εκ των συνηγόρων Υπεράσπισης απέδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στον παράγοντα της ίσης μεταχείρισης εφόσον πρόσωπα που εμπλέκονται στην επίδικη παράνομη δραστηριότητα δεν έχουν διωχθεί. Το ζήτημα της ίσης μεταχείρισης έχει πρόσφατα αναλυθεί με πολύ διαφωτιστικό τρόπο στην υπόθεση Φραγκίσκου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 22/14, ημ. 25.11.15, ως εξής: «Το Άρθρο 28.1 του Συντάγματος διασφαλίζει την ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον της δικαιοσύνης. Στην έκταση που καλύπτει την επιβολή ποινής είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να μεταχειρίζεται με ομοιόμορφο τρόπο όλους όσους βρίσκονται στην ίδια θέση. Αλλως η ανισότητα προκαλεί, δικαιολογημένα, αισθήματα αδικίας. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε η φράση «ίσοι ενώπιον του νόμου», δεν σημαίνει αριθμητική εξίσωση, αλλά ισότητα έναντι αυθαίρετων διακρίσεων. Όπως καθορίστηκε στην απόφαση Koukos v. Police
(1986)2 CLR 1 «για να έχει επίδραση η ανισότητα στην έφεση, η διαφορά ανάμεσα στις ποινές που επιβλήθηκαν πρέπει να είναι ουσιαστική». Περαιτέρω, η όποια ανισότητα στη μεταχείριση αδικοπραγούντων πρέπει να είναι δυσμενής και να μη στηρίζεται σε λογικά ή νομικά κριτήρια (D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2η έκδοση, σελ. 71). Η διαφοροποίηση στην ποινή ανόμοιων καταστάσεων δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας και δεν αποκλείονται βεβαίως εύλογες διακρίσεις που μπορεί και πρέπει να γίνονται λόγω της διαφορετικής φύσης της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης. Όπου ένας παραβάτης διαθέτει ευεργέτημα το οποίο δεν διαθέτει άλλος συγκατηγορούμενός του καλύπτεται και από ανάλογο ελαφρυντικό, το οποίο επιβάλλεται να αντανακλάται στο ύψος και στη διαφοροποίηση της ποινής. .. Όπως είναι νομολογημένο, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 ΑΑΔ 257, 260: «Η μη τιμωρία τρίτου προσώπου αναμεμειγμένου σε εγκληματική δράση δεν συνιστά αφ΄ εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Μόνον όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την κατηγορούσα αρχή μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών.» Στην παρούσα περίπτωση, για τους λόγους που έχουμε ήδη καταγράψει, η διακοπή της διαδικασίας εναντίον του πρώην συγκατηγορούμενου και η μη δίωξη του βασικού εμπλεκόμενου, οφείλονταν αποκλειστικά στην αδυναμία απόδειξης και ανεύρεσης, αντίστοιχα.» Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός πως μέσα από τη μαρτυρία προέκυψε καθαρά η ανάμειξη και άλλων προσώπων στα γεγονότα, όπως ο Adeel Hashmi, η Bettie, η Mari, οι οποίοι δεν διώχθηκαν. Ο κ. Χειμώνας ανέφερε πως ο Adeel Hashmi ήταν κατηγορούμενος σε παλαιότερη υπόθεση αλλά μετά τη διακοπή αυτής, όταν αφέθηκε ελεύθερος προφανώς διέφυγε της Αστυνομίας και δεν εντοπίστηκε για σκοπούς καταχώρισης της παρούσας, στην οποία φαινόταν ως κατηγορούμενος στο κατηγορητήριο κατά το στάδιο της παραπομπής. Όπως φαίνεται στην απόφαση μας, δεν προσήχθη μαρτυρία αναφορικά με τον Adeel Hashmi και τον λόγο για τον οποίο αυτός δεν περιλαμβάνεται ως κατηγορούμενος στο παρόν κατηγορητήριο. Όσον αφορά τη Bettie και τη Mari, δεν έχουμε ικανοποιηθεί πως δεν ήταν ευλόγως εφικτό να εντοπιστούν αυτές οι κοπέλες εξ ου και δεν δώσαμε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία τους. Πέραν αυτού, δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση γιατί αυτές οι δύο κοπέλες δεν βρίσκονται στο ίδιο κατηγορητήριο. Με αυτά τα δεδομένα, η μη δίωξη και προσαγωγή άλλων εμπλεκομένων προσώπων αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος θα συνεκτιμηθεί. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να αναφέρουμε ότι οι διαφορετικοί ρόλοι μεταξύ δραστών αποτελούν, μεταξύ άλλων, παράγοντες που νομιμοποιούν τη διαφορετική μεταχείριση. Σχετικά με το θέμα αυτό στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 67 υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 251: «Η ισότητα ενώπιον της Δικαιοσύνης καθιερώνεται ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου από το άρθρο 28.1 του Συντάγματος. Ο πυρήνας του δικαιώματος για ίση μεταχείριση από το Δικαστήριο συνίσταται στην υποχρέωση των δικαστικών αρχών να μεταχειρίζονται με ομοιόμορφο τρόπο όλους που βρίσκονται στην ίδια ουσιαστικά θέση. Το δικαίωμα επεκτείνεται, όπως αντιλαμβανόμαστε, στην εφαρμογή των αρχών του άρθρου 28.1 του Συντάγματος, και στο συσχετισμό των διαφορών στην τιμωρία συγκατηγορουμένων με την ουσιαστική ανομοιογένεια στην εγκληματική τους ευθύνη για το αδίκημα και το ποινικό τους μητρώο.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Κάττου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, Κουφού ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 95 και Πίτσιλλος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
  1. Όπως προκύπτει από τις εν λόγω υποθέσεις, διαφοροποίηση της ποινής μεταξύ συγκατηγορουμένων προσώπων επιτρέπεται αν τα περιστατικά της υπόθεσης και η εικόνα η οποία αναδύεται με βάση τα γεγονότα για την εγκληματική συμπεριφορά αλλά και οι προσωπικές τους περιστάσεις τη δικαιολογούν. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, ο ρόλος του καθενός των Κατηγορουμένων 3, 4, 5 και 6 στην εμπορία των τριών παραπονούμενων, όπως αυτός έχει εξηγηθεί ανωτέρω, είναι στοιχείο το οποίο δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση των εν λόγω Κατηγορουμένων με τη σαφώς πιο επιεική αντιμετώπιση του Κατηγορουμένου 5, αφού βεβαίως πριν την τελική μας κατάληξη συνεκτιμηθούν όλοι οι σχετικοί παράγοντες. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και αναφορικά με την κατηγορία 18 η οποία αφορά όλους τους Κατηγορούμενους με σαφώς πιο περιορισμένο ρόλο αυτό του Κατηγορουμένου
  2. Ανάλογη θα είναι και η μεταχείριση εκάστου των εμπλεκομένων Κατηγορουμένων αναφορικά με τις κατηγορίες της απόπειρας τέλεσης εικονικών γάμων και της απόπειρας υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας να παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία, η οποία θα αντανακλά τον ρόλο του καθενός, όπως αναλύεται ανωτέρω. Επιπλέον λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές συνθήκες εκάστου Κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και έχουν επίσης αναφερθεί από τους συνηγόρους τους. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 1 κατάγεται από το Πακιστάν, είναι 25 ετών και φοιτητής ιδιωτικού κολεγίου στην Κύπρο στον κλάδο Hotel Management. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του, ηλικίας 59 ετών, πριν τη συνταξιοδότηση του εργαζόταν ως δάσκαλος. Αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας με διαβήτη και πίεση. Η μητέρα του είναι 51 ετών, οικοκυρά. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Η αδελφή του, 21 ετών, και ο αδελφός του, 19 ετών, είναι φοιτητές και διαμένουν με τους γονείς τους στο Πακιστάν. Οι σχέσεις μεταξύ της οικογένειας περιγράφονται ως πολύ καλές. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι απόφοιτος Λυκείου στη χώρα του. Τον Ιανουάριο του 2016 έφθασε στην Κύπρο για σκοπούς φοίτησης του. Διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με ακόμα πέντε φιλικά του πρόσωπα. Όταν ενεγράφη στο κολέγιο στην Κύπρο, ο πατέρας του ανέλαβε τα έξοδα της φοίτησης του με τραπεζικό δάνειο ύψους €4.
  3. Είναι συνεπής στις σπουδές του και η οικογένεια του στηρίζεται σε αυτόν για οικονομική στήριξη όταν τις ολοκληρώσει. Ο Κατηγορούμενος 2 κατάγεται από το Πακιστάν, είναι 27 ετών, επίσης φοιτητής σε ιδιωτικό κολέγιο στον κλάδο Hotel Management. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του, 56 ετών, διατηρεί μικρή επιχείρηση στο Πακιστάν, όμως κατόπιν τραυματισμού έχασε το ένα του πόδι και είναι ανάπηρος και ανίκανος για εργασία. Η μητέρα του, 53 ετών, είναι οικοκυρά και διαμένει στο Πακιστάν. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο δεύτερος από τα πέντε παιδιά της οικογένειας. Η μεγαλύτερη αδελφή του, 29 ετών, είναι έγγαμη και διαμένει με την οικογένεια της στο Πακιστάν. Τα υπόλοιπα αδέλφια του είναι μαθητές και διαμένουν με τους γονείς τους στο Πακιστάν. Οι σχέσεις μεταξύ τους είναι πολύ καλές. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι απόφοιτος κολεγίου της χώρας του στον κλάδο των Οικονομικών. Τον Ιούλιο του 2015 έφθασε στην Κύπρο για σκοπούς φοίτησης. Διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με ακόμα οκτώ φιλικά του πρόσωπα. Οι γονείς του συνήψαν δάνειο στη χώρα τους ύψους €10.000 για την κάλυψη των εξόδων φοίτησης του. Ο Κατηγορούμενος συνήψε δεσμό με μια κοπέλα από την Πολωνία, με την οποία συζούσε από τον Οκτώβριο του
  4. Πρόσφατα αυτή απολύθηκε από την εργασία της. Σύμφωνα με Πιστοποιητικό Γάμου, στις 18.3.16 τέλεσαν πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο Λευκωσίας. Ο Κατηγορούμενος 3, επίσης από το Πακιστάν, είναι 26 ετών και προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικό-οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του, 48 ετών, εργάζεται στον γεωργικό τομέα στη χώρα του και η μητέρα του, 48 ετών, είναι οικοκυρά. Ο Κατηγορούμενος 3 είναι ο μεγαλύτερος από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Τα αδέλφια του είναι όλοι μαθητές και διαμένουν με τους γονείς του. Οι σχέσεις μεταξύ τους είναι καλές. Ο Κατηγορούμενος 3 είναι απόφοιτος κολεγίου στη χώρα του, στον κλάδο Μηχανολογίας. Τον Μάιο του 2014, λόγω πολιτικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε στη χώρα του, μετέβη μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές. Κατά την παραμονή του εκεί φοίτησε για ένα μήνα σε ιδιωτικό κολέγιο και ακολούθως απασχολείτο ως καθαριστής σε εστιατόριο για την κάλυψη των αναγκών του. Τον Ιανουάριο του 2015 ήρθε στις ελεύθερες περιοχές και υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Τον Μάιο του 2015 τέλεσε πολιτικό γάμο με Βουλγάρα, ηλικίας 27 ετών, διέμεναν σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα και αυτός εργαζόταν περιστασιακά ως καθαριστής και εργάτης στον γεωργικό τομέα. Τον Οκτώβριο του 2015, λόγω οικονομικών δυσκολιών, η σύζυγος του αναγκάστηκε να μεταβεί στη χώρα της για να γεννήσει το παιδί τους. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης η σύζυγος και ο γιος τους αναμένεται να επιστρέψουν στην Κύπρο. Η Κατηγορουμένη 4 κατάγεται από τη Ρουμανία, είναι 36 ετών και το μοναδικό παιδί μιας συγκροτημένης οικογένειας χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Η μητέρα της απεβίωσε το 2003 λόγω προβλημάτων υγείας και ο πατέρας της, 59 ετών, διαμένει στη Ρουμανία και εργάζεται ως φύλακας. Οι σχέσεις με τον πατέρα της είναι άριστες. Η Κατηγορουμένη 4 φοίτησε για έξι έτη σε σχολείο της χώρας της αλλά διέκοψε λόγω οικονομικών δυσκολιών της οικογένειας της. Ακολούθως δεν εργαζόταν και απασχολείτο με το νοικοκυριό του σπιτιού. Το 2000 συνήψε σχέση με συμπατριώτη της, 37 ετών, και απέκτησαν τρία παιδιά, μια κόρη 15 ετών, ένα γιο 12 ετών και ακόμα μια κόρη 3 ½ ετών, τα οποία διαμένουν με τον πατέρα τους. Το μικρότερο παιδί πάσχει από μια ασθένεια του αίματος του και αντιμετωπίζει εκ γενετής δερματικό πρόβλημα. Η Κατηγορουμένη 4 δεν γνωρίζει πού βρίσκονται, και ο γάμος τους δεν υφίσταται, χωρίς όμως να έχει λυθεί μέσω Δικαστηρίου. Στις 25.2.16, κατόπιν προτροπής μιας φίλης της, η Κατηγορουμένη 4 ήρθε στην Κύπρο για λόγους εργασίας. Εργάστηκε ως καθαρίστρια και αργότερα απολύθηκε. Η οικονομική της κατάσταση είναι άθλια ενώ διατηρεί δεσμό με ομοεθνή της, με τον οποίο θα επισημοποιήσουν τη σχέση τους μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες. Έχει πρόσφατα μείνει δύο φορές έγκυος αλλά έχει κάνει και τις δύο φορές αποβολή. Ο Κατηγορούμενος 5 κατάγεται από τη Ρουμανία, είναι 27 ετών. Η σύζυγος του, Άντρεα Στέφανη Χριστοδουλίδου είναι 22 ετών και απέκτησαν ένα κοριτσάκι, τη Ριάννα, ηλικίας σήμερα 4 ετών και ένα αγόρι, τον Αντώνιο, ηλικίας 5 μηνών. Προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια η οποία βίωσε αρκετές δυσκολίες, κυρίως οικονομικές, παρόλο που εξακολουθούν να υπάρχουν στενοί συναισθηματικοί δεσμοί μεταξύ των μελών της. Ο ίδιος είναι το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας και διατηρεί αρμονικές σχέσεις με όλη την οικογένεια του. Βίωσαν δύσκολα χρόνια με αρκετές δυσκολίες σε βαθμό που ετίθετο θέμα επιβίωσης τους. Όταν αυτός ήταν 12 ετών, η οικογένεια του μετακόμισε στην Ιταλία για εξεύρεση καλύτερων συνθηκών. Ο πατέρας του ήταν τεχνικός και η μητέρα του οικιακή βοηθός. Τόσο ο ίδιος όσο και τα αδέλφια του εργάζονταν από πολύ μικρή ηλικία. Ο Κατηγορούμενος 5 εργάστηκε ως βοηθός κουζίνας σε εστιατόρια, επάγγελμα το οποίο τον ευχαριστούσε. Το 2011 ο Κατηγορούμενος 5 αποφάσισε να έρθει στην Κύπρο αφού είχε γνωρίσει τη σύζυγο του, της οποίας η μητέρα είναι Ρουμάνικης καταγωγής και πήγαινε στη Ρουμανία κατά τις θερινές διακοπές. Το 2013 παντρεύτηκαν και οι σχέσεις τους περιγράφονται αρμονικές και λειτουργούν υποστηρικτικά μεταξύ τους. Ο Κατηγορούμενος 5 εργάστηκε για επτά μήνες σε Ιταλικό εστιατόριο στη Λευκωσία και από τον Νοέμβριο του 2015 είναι και οι δύο άνεργοι και λαμβάνουν δημόσιο βοήθημα. Πρόσφατα ο Κατηγορούμενος 5 είχε εργοδοτηθεί ως παρκαδόρος σε κατάστημα, όμως λόγω των υποχρεώσεων του για την παρούσα υπόθεση αναγκάστηκε να σταματήσει και τώρα εργάζεται σε πιτσαρία στην Έγκωμη. Η σύζυγος του είναι απόφοιτος του Grammar School και κατά το 2016 παρακολουθούσε μαθήματα διοίκησης ξενοδοχείων. Σύμφωνα με το Πιστοποιητικό ημ. 22.3.18 του Δρος Σ. Σταύρου, ειδικού ενδοκρινολόγου, η σύζυγος του Κατηγορουμένου 4 έχει διαγνωσθεί με θυρεοειδίτιδα, βρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή και χρήζει συχνής κλινικής και εργαστηριακής παρακολούθησης. Σε Ιατρική Έκθεση ημ. 22.3.18 του Δρος Κ. Βερεσιέ, Νευρολόγου-Ψυχίατρου, μετά την τελευταία της γέννα παρουσίασε επιλόχεια κατάθλιψη όπως είχε και στην προηγούμενη της γέννα. Αυτή η κατάσταση επηρεάζει σοβαρά τη διάθεση της και τη λειτουργικότητα της και τη δυσκολεύει στο να ανταποκρίνεται επαρκώς στα γονεϊκά της καθήκοντα. Συνεχίζει να βρίσκεται υπό ψυχιατρική παρακολούθηση και θεραπεία. Όπως αναφέρεται σε Βεβαίωση Ψυχολογικής Παρακολούθησης ημ. 20.3.18, του Α. Ασημένου, Κλινικού Ψυχολόγου, αυτός είχε δύο συναντήσεις μαζί της, στις 19 και 20.3.18, με σκοπό την ψυχολογική παρέμβαση για καλύτερη διαχείριση των ψυχοσυναισθηματικών συνεπειών που προέκυψαν μετά από πολύ έντονη στρεσογόνο εμπειρία που βιώνει, ήτοι την καταδίκη του συζύγου της και την αναμονή επιβολής ποινής. Σύμφωνα με τον κ. Ασημένο, αυτή η κατάσταση προκάλεσε στη σύζυγο του έντονα αγχώδη συμπτώματα και καταθλιπτική διάθεση, με έκδηλα αισθήματα ανασφάλειας για την ίδια και τα παιδιά της. Αυτή η κατάσταση είναι μια ψυχοπιεστική εμπειρία για την ίδια, την οποία καλείται να αντιμετωπίσει εντελώς μόνη επειδή δεν έχει συγγενικά πρόσωπα που να της προσφέρουν βοήθεια και κοινωνικά στηρίγματα ούτε και οικονομικούς πόρους που να της παρέχουν αίσθημα σταθερότητας και ασφάλειας. Αυτά τα δεδομένα της προκάλεσαν μια ανατροπή της ψυχικής ισορροπίας της με τις πιο πάνω περιγραφόμενες διαταραχές και για την επανάκτηση της ψυχολογικής της ηρεμίας αυτή χρήζει συστηματικής ψυχοθεραπευτικής αγωγής. Βεβαίως ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 5 ανέφερε πως μετά την καταδίκη του Κατηγορουμένου, βρίσκεται στην Κύπρο η μητέρα του η οποία βοηθά και στηρίζει την οικογένεια του, πλην όμως αυτή θα πρέπει να επιστρέψει στη χώρα της. Με βάση το Ιατρικό Πιστοποιητικό ημ. 21.3.18 του Δρος Α. Παπαδούρη, Παιδίατρου, κατόπιν κλινικής εξέτασης, η κόρη του Κατηγορουμένου 5 παρουσιάζει συμπτώματα άγχους με ανορεξία, κοιλιακά άλγη, δυσκοιλιότητα και συνεχή ανήσυχη συμπεριφορά με συχνές ερωτήσεις για το πού βρίσκεται ο πατέρας της. Η όλη εικόνα της εμφανώς οφείλεται στην κατάσταση η οποία επικρατεί στο σπίτι λόγω του πατέρα της, όπως εξήγησε στον γιατρό η μητέρα της. Η Κατηγορουμένη 6, επίσης από τη Ρουμανία, είναι 49 ετών, διαζευγμένη με τρία παιδιά. Ανήκει στην Τσιγγάνικη φυλή και προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Είναι η μικρότερη από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας της, ο οποίος καταγόταν από τη Ρουμανία, απεβίωσε όταν η ίδια ήταν 3 ετών. Η μητέρα της, η οποία διέμενε στη Ρουμανία, απεβίωσε τον Φεβρουάριο του 2018 στην ηλικία των 88 ετών λόγω προβλημάτων υγείας. Μετά τον θάνατο του πατέρα της η Κατηγορουμένη 6 μετακινήθηκε σε ίδρυμα Παιδικής Προστασίας στη Ρουμανία αφού η μητέρα της, λόγω σοβαρών οικονομικών δυσκολιών, δεν ήταν σε θέση να αναλάβει τη φροντίδα της. Με τη μητέρα της είχε επανασυνδεθεί τα τελευταία 13 έτη με την οποία διατηρούσε συστηματική επικοινωνία μέχρι τον θάνατο της. Δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία με τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια της. Η Κατηγορουμένη 6 φοίτησε για τρία έτη σε σχολείο της χώρας της ενώ όταν έγινε 18, μετακινήθηκε από το Ίδρυμα σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα και ανέλαβε εργασία ως μαγείρισσα για την κάλυψη των αναγκών της. Το 1986 τέλεσε γάμο με συμπατριώτη της με τον οποίο απέκτησαν τρία παιδιά. Η οικογένεια διέμενε στη Ρουμανία, αυτή εργαζόταν ως μαγείρισσα σε εστιατόρια και ο σύζυγος της στις οικοδομές. Το 1988, λόγω προβλημάτων στις σχέσεις τους, πήραν διαζύγιο και τη φροντίδα και φύλαξη των παιδιών ανέλαβε η Κατηγορουμένη
  5. Ο πρώην σύζυγος της διατηρούσε επικοινωνία με τα παιδιά του και τα στήριζε οικονομικά μέχρι το 2015 που απεβίωσε λόγω προβλημάτων υγείας. Ένα χρόνο πριν τη σύλληψη της πηγαινοερχόταν στην Κύπρο αλλά διέμενε στη Ρουμανία μαζί με τα παιδιά της. Ο μεγαλύτερος γιος της, 26 ετών, διαμένει στη Ρουμανία και έχει προβλήματα ψυχικής υγείας και είναι ανίκανος για εργασία. Η δεύτερη της κόρη, 22 ετών, είναι έγγαμη και διαμένει και εργάζεται στη Ρουμανία. Ο μικρότερος γιος της, 17 ετών, μαθητής, διαμένει στη Ρουμανία με τον αδελφό του. Σύμφωνα με την ίδια και αυτός παρουσιάζει προβλήματα ψυχικής υγείας. Οι δύο της γιοι στηρίζονταν οικονομικά και φροντίζονταν από τη μητέρα της, ενώ μετά τον θάνατο της υπάρχουν ζητήματα φροντίδας και επίβλεψης τους εξ ου και η ίδια επιθυμεί να επιστρέψει στη Ρουμανία για να είναι κοντά τους και εκφράζει ανησυχίες γι΄ αυτούς ενόσω τελεί υπό κράτηση. Παρόλο που η ίδια αναφέρει ότι τα τελευταία έτη διαγνώστηκε με καρκίνο του στήθους και υπεβλήθη σε χημειοθεραπείες και χειρουργικές επεμβάσεις και πάσχει από διαβήτη, για τον οποίο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, εντούτοις δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε πιστοποιητικό και κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι πάσχει από καρκίνο ενώ η θέση της ότι πάσχει από διαβήτη διαψεύστηκε από τους γιατρούς των Κεντρικών Φυλακών στα πλαίσια διεξαγωγής Δίκης εντός Δίκης και δεν προωθήθηκε τέτοια θέση ούτε και προσκομίστηκε τέτοια μαρτυρία κατά την κυρίως Δίκη. Ο Κατηγορούμενος 7 κατάγεται από τη Λευκωσία και είναι 51 ετών. Η δεύτερη σύζυγος του είναι 29 ετών, άνεργη και μαζί απέκτησαν ένα γιο, τον Στέφανο, 3 ½ ετών. Ο Κατηγορούμενος 7 έχει ακόμα μια κόρη από τον πρώτο του γάμο, την Άντρεα, η οποία είναι η σύζυγος του Κατηγορουμένου
  6. Προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια μέτριας κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Η μητέρα του, 74 ετών, κατάγεται από την Αμμόχωστο και πριν την συνταξιοδότηση της λειτουργούσε εστιατόριο. Ο πατέρας του, 71 ετών, κατάγεται από τη Λευκωσία και πριν την συνταξιοδότηση του εργαζόταν ως εκτελωνιστής. Οι γονείς του πήραν διαζύγιο το 2004 και διαμένουν στη Λευκωσία. Ο Κατηγορούμενος 7 είναι ο μεγαλύτερος από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Ο αδελφός του, 47 ετών, έγγαμος εργαζόταν ως νομικός και το τελευταίο 1 ½ έτος δεν είναι σε θέση να εργαστεί λόγω προβλημάτων υγείας. Ο μικρότερος αδελφός του, 39 ετών, διαμένει μόνιμα και εργάζεται ως γιατρός στο Λονδίνο. Οι σχέσεις του με τον δεύτερο αδελφό του είναι ικανοποιητικές ενώ με τον μικρότερο συγκρουσιακές και έτσι δεν διατηρούν επικοινωνία μεταξύ τους. Ο Κατηγορούμενος 7 γεννήθηκε στο Λονδίνο και σε ηλικία 12 ετών επέστρεψε με την οικογένεια του στην Κύπρο. Το 1985, με την αποφοίτηση του από ιδιωτικό σχολείο της Λευκωσίας, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα από το οποίο υπέστη σοβαρό τραυματισμό στον πνεύμονα με συνέπεια την απώλεια του και ακρωτηριασμό στο δεξί χέρι. Μετά από ένα έτος, επέστρεψε στο Λονδίνο για σπουδές όπου διέμενε με τη γιαγιά και τον παππού του. Απέκτησε πτυχίο, μεταπτυχιακό και διδακτορικό στη Νομική. Το 1993 επέστρεψε στην Κύπρο και εξασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Το 2015 του αναστάληκε η άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος για περίοδο τριών ετών και μέχρι τον Ιανουάριο του 2018 ήταν αυτοεργοδοτούμενος, προσφέροντας υπηρεσίες σε δικηγόρους. Ακολούθως σταμάτησε να εργάζεται λόγω προβλημάτων υγείας του γιού του (αυτισμό) και η οικογένεια του στηριζόταν από το αναπηρικό επίδομα του παιδιού. Το 1994 ο Κατηγορούμενος 7 τέλεσε τον πρώτο του γάμο με Ρουμάνα και απέκτησαν την Άντρεα. Ο ίδιος εργαζόταν ως δικηγόρος ενώ η σύζυγος του δεν εργαζόταν. Υπήρχαν σοβαρά προβλήματα στη σχέση τους καθότι η πρώην σύζυγος του προέβαινε σε κατάχρηση αλκοόλ και δεν ήταν σε θέση να ασκήσει τον γονικό της ρόλο. Το 2003 αυτή εγκατέλειψε την οικογένεια της και εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, ο ίδιος ανέλαβε τη φύλαξη, φροντίδα και στήριξη της κόρης του, με τους οποίους η πρώην σύζυγος του δεν διατηρεί επικοινωνία. Το 2013 τέλεσε τον δεύτερο του γάμο. Τον Νοέμβριο του 2017 ο γιος τους διαγνώστηκε με αυτισμό με αποτέλεσμα η οικογένεια να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Το παιδί υποβάλλεται καθημερινά σε θεραπείες. Σύμφωνα με Ιατρική Βεβαίωση ημ. 3.10.17 της Δρος Ρ. Κουκουλλή, Νευρολόγου, αυτή παρακολουθεί το παιδί από τον Σεπτέμβριο του 2016 λόγω αυτιστικών χαρακτηριστικών, καθυστέρησης λόγου και στερεοτυπιών. Σύμφωνα με τις πληροφορίες από τους γονείς, ο Στέφανος περπάτησε σε ηλικία 15 μηνών, όμως δεν μιλά, δεν ανταποκρίνεται στο όνομα του, δεν επικοινωνεί με νοήματα και δεν εκτελεί οδηγίες. Αρχικά δεν είχε ούτε οπτική επαφή και κατά την εξέταση τον Σεπτέμβριο του 2017 αυτή βελτιώθηκε ενώ τα υπόλοιπα συμπτώματα παραμένουν. Συστήνεται στήριξη με πρόγραμμα λογοθεραπείας και εργοθεραπείας καθώς επίσης και ένταξης του στο νηπιαγωγείο. Όπως αναφέρεται σε Επιστολή ημ. 7.12.17 της Δρος Α. Θεολόγου, Λογοπαθολόγου-Λογοθεραπεύτριας, η νοητική ηλικία και γλωσσική εξέλιξη του Στέφανου δεν συμβαδίζουν με τη χρονολογική και αυτός παρουσιάζει γενικευμένη επιβράδυνση στις ικανότητες του και κατ΄ επέκταση στις λεκτικές και μη λεκτικές ικανότητες. Το παιδί δυσκολεύεται να κατανοήσει και να εκτελέσει εντολές, το παθητικό του λεξιλόγιο είναι περιορισμένο, ο χρόνος συγκέντρωσης δυσανάλογος της χρονολογικής του ηλικίας και παρουσιάζει δυσκολίες αισθητηριακής φύσεως. Παρακολουθεί συνεδρίες λογοθεραπείας δύο φορές τη βδομάδα και συνεδρίες εργοθεραπείας άλλες δύο. Επίσης, σύμφωνα με Βεβαίωση ημ. 12.12.17 της Αντωνίας Μεσαρίτη, εκ μέρους του Συνδέσμου για άτομα με αυτισμό, ο Στέφανος παρακολουθεί μαθήματα λογοθεραπείας και μουσικοθεραπείας δύο φορές τη βδομάδα. Με επιστολή ημ. 22.2.18 η Διαχειριστική Επιτροπή Ραδιομαραθώνιος ενέκρινε τη χρηματική κάλυψη της εργοθεραπείας, λογοθεραπείας και μουσικοθεραπείας για τον Στέφανο για ολόκληρο το έτος
  7. Από τον Ιανουάριο του 2018 ο Κατηγορούμενος 7 αναγκάστηκε να διακόψει την εργασία του για να αναλάβει αποκλειστικά τη φροντίδα και επίβλεψη του γιου του. Η σύζυγος του παρουσιάζει δυσκολίες στη φροντίδα και επίβλεψη του παιδιού. Λόγω οικονομικών δυσκολιών η σύζυγος του κατέβαλε προσπάθειες για εργασία και τον Μάρτιο του 2018 προσλήφθηκε ως υπάλληλος σε κατάστημα ειδών υπόδησης, όμως δεν ξεκίνησε ακόμα ενόψει της κράτησης του Κατηγορουμένου 7 μετά την καταδίκη του. Σύμφωνα με τον συνήγορο Υπεράσπισης, αυτή δεν μιλά Αγγλικά ή Ελληνικά. Ο Κατηγορούμενος 7 παρακολουθείται λόγω των προαναφερόμενων προβλημάτων υγείας του ενώ παρουσιάζει και υποσύνδρομο και προβλήματα παχυσαρκίας. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 7 κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν πως τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης θα έχει ως συνέπεια τη στέρηση άδειας εξάσκησης του επαγγέλματος του. Πράγματι συνεκτιμούμε πως πιθανότατα να υπάρξει πειθαρχική δίωξη του από το Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων και τις ποινές που δυνατό να επιβληθούν, σύμφωνα με τον περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ.
  8. Θεωρούμε πως αυτός είναι μετριαστικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψιν για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Τέλος, συνεκτιμούμε το γεγονός πως στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τέλεσαν υπό κράτηση για περίοδο τριών μηνών, ήτοι από 21.3.16 μέχρι και 14.7.16, ενώ η Κατηγορουμένη 4 από 21.3.16 μέχρι και τέλος Ιουνίου του
  9. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος 3 τελεί υπό κράτηση από τις 21.3.16 μέχρι και σήμερα λόγω μη τήρησης των όρων που επιβλήθηκαν για την παρουσία του στο Δικαστήριο ενώ η Κατηγορουμένη 6 τελούσε υπό κράτηση από την ίδια ημερομηνία μέχρι και σήμερα. Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο καθένας τέλεσε υπό κράτηση συνυπολογίζεται για σκοπούς επιβολής ποινής. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση είναι δεδομένη εφόσον αφενός αποκαλύπτουν ένα συντονισμένο σχέδιο προς επίτευξη ενός κοινού σκοπού το οποίο περιέχει το στοιχείο της απάτης και δολιότητας έναντι στις Αρχές της Κύπρου και των υπόλοιπων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και αφετέρου καταδεικνύουν ένα οργανωμένο κύκλωμα εμπορίας μέσω της εκμετάλλευσης αδύναμων προσώπων. Αναμφίβολα η ίδια η φύση των αδικημάτων επιβάλλει την ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε μια διεθνή και Ευρωπαϊκή κοινή προσπάθεια πάταξης του αυξανόμενου φαινομένου που δυστυχώς ταλανίζει τον κόσμο και έχει ως αποτέλεσμα την εξαπάτηση των αρχών και την καθόλα απρεπή, απαράδεκτη και εξευτελιστική μεταχείριση των συνανθρώπων μας. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε πως για όλες τις κατηγορίες και για όλους τους Κατηγορούμενους η ποινή φυλάκισης είναι το μόνο κατάλληλο μέτρο. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής όμως θα αντανακλούνται στην έκταση αυτής. Επισημαίνουμε πως πέραν των ελαφρυντικών παραγόντων οι οποίοι ισχύουν για όλους, η έκταση της ποινής για τον κάθε Κατηγορούμενο καθορίζεται με βάση τον ρόλο του καθενός στη διάπραξη των αδικημάτων, το μητρώο του και τις προσωπικές του συνθήκες. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγουμε πως αναφορικά με τα αδικήματα εμπορίας, δικαιολογείται αυστηρότερη ποινή στην Κατηγορουμένη 6 λόγω του ρόλου και των προηγούμενων καταδικών της, μικρότερη ποινή στην Κατηγορουμένη 4 λόγω και πάλι της φύσης της εμπλοκής της και του ποινικού μητρώου της, ποινή στα ίδια επίπεδα στον Κατηγορούμενο 3, ο οποίος παρόλο που είναι λευκού ποινικού μητρώου, είχε σημαντική και καθοριστική συμμετοχή στη διαδικασία για την τέλεση των εικονικών γάμων, και σαφώς μικρότερη στον Κατηγορούμενο 5 λόγω του περιορισμένου ρόλου του, του λευκού ποινικού μητρώου του και των προσωπικών του συνθηκών. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3, αναφέρουμε πως, λόγω του ότι ο χρόνος κράτησης του (λόγω μη συμμόρφωσης με τους επιβληθέντες όρους) δεν δύναται να συνυπολογιστεί στην έκταση της επιβληθησομένης ποινής, θεωρούμε ορθό γι΄ αυτόν τον συγκεκριμένο λόγο όπως η ποινή που θα του επιβληθεί τύχει κάποιας μείωσης, ούτως ώστε να αντανακλάται σε αυτήν η παρεπόμενη συνέπεια της κράτησης του κατά τη διάρκεια της δίκης. Στους Κατηγορούμενους 1 και 2 δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε διαφοροποίηση μεταξύ τους, καθότι αυτοί έχουν βασικά τον ίδιο ρόλο, λευκό ποινικό μητρώο και παρόμοιες προσωπικές συνθήκες. Τέλος, ελαφρύτερη ποινή θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 7, λόγω της δικής του συμμετοχής στο αδίκημα της συνωμοσίας, του λευκού ποινικού μητρώου του και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του. Ως εκ τούτου στους Κατηγορούμενους επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: 1) Στον Κατηγορούμενο 1: Στην κατηγορία 10 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην κατηγορία 18 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. 2) Στον Κατηγορούμενο 2: Στην κατηγορία 9 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην κατηγορία 18 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. 3) Στον Κατηγορούμενο 3: Στην κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην κατηγορία 6 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην κατηγορία 9 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην κατηγορία 10 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην κατηγορία 11 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην κατηγορία 12 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην κατηγορία 13 ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην κατηγορία 18 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. 4) Στην Κατηγορουμένη 4: Στην κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στην κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στην κατηγορία 6 ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στην κατηγορία 7 ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 8 ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 9 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην κατηγορία 10 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην κατηγορία 11 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην κατηγορία 12 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην κατηγορία 18 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. 5) Στον Κατηγορούμενο 5: Στην κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην κατηγορία 18 ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. 6) Στην Κατηγορουμένη 6: Στην κατηγορία 9 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην κατηγορία 10 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην κατηγορία 11 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην κατηγορία 12 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην κατηγορία 14 ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην κατηγορία 15 ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην κατηγορία 16 ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην κατηγορία 18 ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. 7) Στον Κατηγορούμενο 7: Στην κατηγορία 18 ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Ενόψει του ύψους των ποινών που επιβλήθηκαν στους Κατηγορούμενους 1, 2, 3, 5 και 7, επιβάλλεται η εξέταση του κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της άμεσης έκτισης τους, ως ήταν και οι αντίστοιχες εισηγήσεις των συνηγόρων Υπεράσπισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα ήταν κατά πόσο οι προσωπικές περιστάσεις ήταν τέτοιες που ισοζυγίζοντας τις θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει και όπως έχει λεχθεί: «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε κατ΄ έφεσιν πως η επιείκεια του Δικαστηρίου για βαριά σωματική βλάβη με πυροβολισμούς είχε εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής, τυχόν δε αναστολή θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα για αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Η υπόθεση Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 περιέχει το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Η καταλληλότητα της περίπτωσης εξετάζεται πρώτα βεβαίως σε συνάρτηση με το αν η ποινή εμπίπτει στα πλαίσια που ο Νόμος ορίζει, και σαφώς οι ποινές αυτές εμπίπτουν στα πλαίσια εκείνα ώστε να μπορούσε να είχε δοθεί η αναστολή αν ήταν πρέπουσα περίπτωση. Το Δικαστήριο φαίνεται όμως να περιόρισε εαυτό στο αποτρεπτικό, όπως το ίδιο ανέφερε, της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, επεκτείνοντας αυτό και στο γεγονός της αναστολής. Πέραν τούτου, περιόρισε εαυτό και όσον αφορά τη σημασία των ελαφρυντικών παραγόντων, και δη του νεαρού της ηλικίας, του λευκού ποινικού μητρώου και της δεδομένης, όπως το ίδιο διαπίστωσε, έμπρακτης μεταμέλειας. Θεώρησε δηλαδή ότι αυτοί οι παράγοντες ναι μεν είχαν σημασία ως προς τον καθορισμό της έκτασης της ποινής φυλάκισης αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος αναστολής. Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Παπαπαντελή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημ. 17.10.16, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «. ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέληση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, Κωνσταντίνου Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016).» Το Εφετείο ασχολήθηκε πολύ πρόσφατα με το θέμα της αναστολής στην υπόθεση Στυλιανού v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 225/17, ημ. 20.3.18, στην οποία επανέλαβε τις αρχές που υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Ιωσήφ (ανωτέρω). Χρήσιμη παραπομπή γίνεται επίσης στις υποθέσεις Αριστοδήμου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 121/17, ημ. 21.9.17 και Κυπρίζογλου κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53, 64, 66 και 68/17, ημ. 15.12.
  1. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1 λαμβάνουμε υπόψιν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων τα οποία διέπραξε, των οποίων κύριο χαρακτηριστικό είναι η εξαπάτηση των αρχών ως κοινός στόχος ενός οργανωμένου σχεδίου και η εξασφάλιση ιδίου οφέλους. Επίσης λαμβάνουμε υπόψιν το λευκό ποινικό μητρώο του και τις προσωπικές του συνθήκες. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η οικογένεια του και το γεγονός ότι φυλάκιση του θα επιφέρει τη διακοπή των σπουδών του, θεωρούμε πως τόσο οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 1 δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, προβαίνουμε στις ίδιες διαπιστώσεις σε σχέση με τη φύση και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Συνεκτιμούμε το λευκό ποινικό μητρώο του, τις προσωπικές του συνθήκες και την πρόσφατη τέλεση γάμου του. Συνεκτιμούμε πως φυλάκιση του Κατηγορουμένου 2 θα έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή των σπουδών του και θα τον κρατήσει μακριά από τη σύζυγο του στο νέο τους ξεκίνημα, όπως δεν θεωρούμε πως οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 2 είναι ικανές για να δικαιολογήσουν την αναστολή της έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Ο Κατηγορούμενος 3 εμπλέκεται σε σωρεία αδικημάτων εμπορίας και καταδολίευσης και είχε ενεργό ρόλο στο οργανωμένο αυτό σχέδιο. Αυτός ήταν ο διαμεσολαβητής και συνδετικός κρίκος μεταξύ των Κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι ήθελαν να τελέσουν εικονικούς γάμους, και των Ρουμάνων κοπέλων, παραπονούμενων. Στοχευμένα και με μοναδικό σκοπό την υλοποίηση των γάμων, αυτός βασικά, μέσω των δικών του ενεργειών, τροχιοδρόμησε τη διαδικασία επαφής των κοπέλων με τους μελλοντικούς συζύγους τους και ανέλαβε την ετοιμασία της διαδικασίας για την τέλεση των γάμων. Φιλοξένησε τις κοπέλες στο διαμέρισμα όπου διέμενε, έφερε τους Κατηγορούμενους 1 και 2 εκεί όπου έγινε η γνωριμία μεταξύ τους, εξασφάλισε όλα τα αναγκαία έγγραφα, ήτοι πιστοποιητικά ελευθερίας και των δύο κοπέλων, τα οποία έδωσε στους Κατηγορούμενους 1 και 2 όπως επίσης και τις ταυτότητες τους και προέβαινε σε όλα τα διαβήματα για να ολοκληρωθεί ο στόχος, δηλαδή η τέλεση των γάμων, η οποία διεκόπη λόγω της επέμβασης της Αστυνομίας. Οι πιο πάνω ενέργειες του, έναντι χρηματικού οφέλους, καταδεικνύουν πως ο ρόλος του ήταν καίριος στο όλο αυτό σχέδιο, ενόσω μάλιστα αυτός βρισκόταν παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία εφόσον η προσωρινή άδεια παραμονής του είχε λήξει. Βασικά, ο Κατηγορούμενος 3, παραγνωρίζοντας πλήρως τους Νόμους της χώρας μας, όχι μόνο παρέμεινε εδώ παράνομα αλλά και συμμετείχε στο σχέδιο εμπορίας με στόχο την καταδολίευση των αρχών για δικό του οικονομικό όφελος. Η όλη του αξιόποινη δράση δεν αφήνει περιθώρια που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Ούτε και οι προσωπικές του συνθήκες δικαιολογούν την αναστολή. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως αυτός έχει σύζυγο και ένα παιδί, οι οποίοι διαμένουν στη Βουλγαρία από το 2015, πλην όμως αυτός από μόνος του δεν είναι λόγος για αναστολή. Ως εκ τούτου δεν ικανοποιούμαστε πως συντρέχουν λόγοι για την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Ο Κατηγορούμενος 5 εμπλέκεται στο αδίκημα της εμπορίας, το οποίο είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει, πρόκειται για ένα οργανωμένο έγκλημα διεθνικών διαστάσεων με θύματα άτομα ευάλωτα και αδύναμα. Αν και περιορισμένος, εντούτοις είναι σημαντικός και ο ρόλος του Κατηγορουμένου 5 στην παραλαβή και μεταφορά των παραπονούμενων, θυμάτων εμπορίας. Αυτός ο μειωμένος ρόλος του τον καθιστά ποινικά υπεύθυνο και για όλα τα υπόλοιπα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος. Θεωρούμε πως η ίδια η φύση των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος 5 διέπραξε, η σοβαρότητα αυτών και το στοιχείο της αποτροπής που ισχύει γι΄ αυτά, δεν αφήνουν περιθώρια για αναστολή. Τυχόν αναστολή έκτισης της ποινής σε μέλος οργανωμένης ομάδας εμπορίας, έστω και με μικρό αλλά σημαντικό στην όλη αλυσίδα ρόλο, θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα αποθάρρυνε τους επίδοξους παραβάτες στην αποχή από οποιεσδήποτε ενέργειες οι οποίες εντάσσονται στο οργανωμένο και βάναυσο έγκλημα της εμπορίας έναντι αδύναμων συνανθρώπων τους. Λαμβάνουμε υπόψιν το λευκό ποινικό μητρώο του, το σχετικά νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου 5 καθώς επίσης πως είναι οικογενειάρχης με δύο μικρά παιδιά, και στον οποίο η οικογένεια του στηρίζεται οικονομικά παρόλο που ο Κατηγορούμενος δεν είχε σταθερή εργασία. Τα συμπτώματα άγχους και ανησυχίας που παρουσιάζει η κόρη του περιγράφονται σε Ιατρικό Πιστοποιητικό το οποίο εκδόθηκε για σχολική χρήση. Θεωρούμε πως η έκδοση τέτοιου Πιστοποιητικού δείχνει ότι αυτά τα συμπτώματα δεν χρήζουν κάποιας συγκεκριμένης εξειδικευμένης θεραπείας αλλά δύνανται στο παρόν στάδιο να αντιμετωπιστούν με παρακολούθηση και στήριξη και στο σχολείο. Περαιτέρω η κατάθλιψη την οποία βιώνει και στη δεύτερη της γέννα η σύζυγος του Κατηγορουμένου 5, η οποία της προκαλεί δυσκολία στην ανταπόκριση στα γονικά της καθήκοντα, φαίνεται πρώτον, να έχει παρουσιαστεί ξανά και αντιμετωπιστεί κατά την πρώτη γέννα και δεύτερον, να αντιμετωπίζεται με συστηματική φαρμακευτική αγωγή, την οποία λαμβάνει. Επίσης φαίνεται να παρέχεται κάποια ευχέρεια στήριξης και παροχής βοήθειας μέσω της μητέρας του Κατηγορουμένου
  2. Είναι λογικό συνεπακόλουθο πως φυλάκιση του Κατηγορουμένου 5 θα επιφέρει αναστάτωση στα μέλη της οικογένειας του και κάποια οικονομική δυσχέρεια, όμως οι προσωπικές του συνθήκες δεν είναι τέτοιας μορφής που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής. Άλλωστε σημειώνουμε πως η οικογένεια έχει τη δυνατότητα να αιτηθεί κρατικής υποστήριξης, όπως και έπραξε στο παρελθόν σύμφωνα με σχετική Δήλωση για παροχή ευεργετήματος πενίας προς τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας η οποία επισυνάπτεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν στον Κατηγορούμενο 5, και ειδικότερα τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος και οι οικογενειακές του περιστάσεις, δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής που του έχει επιβληθεί. Ο Κατηγορούμενος 7 εμπλέκεται σε μια συνωμοσία για καταδολίευση των Αρχών της Κύπρου και των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της τέλεσης εικονικών γάμων. Η συμμετοχή σε μια τέτοια συμφωνία με αυτόν τον κοινό σκοπό είναι εκ της φύσεως της σοβαρή εφόσον εμπεριέχει το στοιχείο της ανεντιμότητας και εξαπάτησης των κρατικών Αρχών. Θεωρούμε πως η επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς, της οποίας κύριο γνώρισμα είναι η καταδολίευση, τόσο στη χώρα μας όσο και γενικότερα στην Ευρώπη, δεν μπορεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να γίνει ανεκτή. Ο ρόλος του καθενός σε τέτοια συνωμοσία λαμβάνεται μεν υπόψιν, όμως αφενός ο ρόλος του καθενός είναι κομμάτι που συμπληρώνει την αλυσίδα και εν τέλει είναι η ίδια η πράξη που δίνει το στίγμα της παρανομίας. Τονίζουμε πως με βάση την αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του Κατηγορουμένου 7, αυτός έδωσε το έναυσμα στη δημιουργία αυτού του σχεδίου καθότι αυτός ώθησε την Κατηγορουμένη 6 στην εξεύρεση κοπέλων από τη χώρα της με σκοπό την τέλεση εικονικών γάμων, είχε συμμετοχή στην εξεύρεση διαμονής τους, στις συνθήκες διαμονής τους και φρόντισε να έχει μαρτυρία ότι οι κοπέλες διασκέδαζαν εδώ στην Κύπρο, κάτι το οποίο βεβαίως ουδόλως ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Τυχόν αναστολή για τέτοιας φύσης αδικήματα, και ειδικά με τέτοιας φύσης συμμετοχή, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα ανοχής και ενθάρρυνσης οργάνωσης τέτοιων σχεδίων τα οποία είναι μολυσμένα από πρόθεση καταδολίευσης των αρχών. Επίσης λαμβάνουμε υπόψιν το λευκό ποινικό μητρώο του και τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 7, όπως αυτές αναλύονται εκτενώς ανωτέρω. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν πως, με βάση τα τεθέντα στοιχεία ενώπιον μας και χωρίς την παρουσίαση οποιουδήποτε Ιατρικού Πιστοποιητικού, τα όποια προβλήματα υγείας του Κατηγορουμένου 7 φαίνεται να αντιμετωπίζονται. Συνεκτιμούμε το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο μικρός του γιος, ο οποίος χρήζει συχνής και συστηματικής θεραπείας και στήριξης. Η γενική αναφορά στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας πως η σύζυγος του Κατηγορουμένου 7 παρουσιάζει δυσκολίες στη φροντίδα και επίβλεψη του παιδιού και η θέση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 7 πως είναι ο ίδιος που από τον Ιανουάριο του 2018 ανέλαβε να παίρνει το παιδί στα θεραπευτικά του μαθήματα, δεν είναι τέτοιες που να δεικνύουν, χωρίς άλλο, πως η παρουσία του Κατηγορουμένου 7 είναι ο μοναδικός τρόπος εξυπηρέτησης των αναγκών του Στέφανου. Η Αγγλική υπόθεση R. v. Osew
(2017)EWCA Crim. 2063 (CA), στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 7, αφορούσε θανατηφόρο δυστύχημα, στο οποίο η εφεσίβλητη παραδέχθηκε την κατηγορία πρόκλησης θανάτου εξ αμελείας αλλά όχι την κατηγορία για πρόκληση θανάτου λόγω επικίνδυνης οδήγησης, στην οποία κατόπιν ακρόασης κρίθηκε ένοχη. Το Εφετείο επικύρωσε τη διετή ποινή φυλάκισης με αναστολή. Θεωρούμε πως η εν λόγω υπόθεση διαφοροποιείται από την παρούσα καθότι εκείνη αποφασίστηκε στη βάση του ισοζυγίου της κηδεμονίας («cusp of custody») όπου η εφεσίβλητη ήταν μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, δασκάλα, άμεμπτου χαρακτήρα και σε περίπτωση άμεσης φυλάκισης υπήρχε ο κίνδυνος ο σύζυγος της να έστελνε τα παιδιά στη μητέρα του στη Γκάνα. Θεωρούμε πως τόσο η φύση και οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσο και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 7 και ακόμα οι τυχόν συνέπειες της ποινής φυλάκισης στην επαγγελματική του σταδιοδρομία, στο σύνολο τους, δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Λεωνίδου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663, «Η τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας . ασφαλώς αποδεσμεύει το δικαστήριο από τους περιορισμούς της προηγούμενης νομοθεσίας και νομολογίας αλλά δεν συνεπάγεται ευχέρεια παροχής αναστολής, προκειμένου ομολογουμένως για αδίκημα μέτριας σοβαρότητας, οποτεδήποτε συντρέχουν παράγοντες όπως η έλλειψη προηγούμενων καταδικών και ενδείξεις μεταμέλειας σε συνδυασμό με επιπτώσεις στην οικογενειακή ή άλλη πτυχή της ζωής του παραβάτη. Αν και στην κατάλληλη περίπτωση η αναστολή θα ήταν ενδεικνυόμενη αναλόγως του συνόλου των παραγόντων αυτών και άλλων .». Καταληκτικά, η φύση και η σοβαρότητα του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος 7 διέπραξε, η ανάγκη για αποτροπή και το σύνολο των προσωπικών του συνθηκών δεν είναι τέτοιες που να συνηγορούν υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής. Η έκτισης της ποινής φυλάκισης των Κατηγορουμένων 1, 2, 3, 4, 5 και 7 θα αρχίζει από τις 19.3.18 που αυτοί τελούν υπό κράτηση. Η έκτιση της ποινής φυλάκισης της Κατηγορουμένης 6 θα αρχίζει από τις 21.3.16 που αυτή τελεί υπό κράτηση. Τα €650 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τα τεκμήρια να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.