Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρης Χειμωνίδης, Αρ. Υπόθεσης: 14540/2015, 12/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14540/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Δημήτρης Χειμωνίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για Κατηγορούμενο: κ. Φ. Χατζηιωάννου μαζί με τον κ. Α. Χατζηιωάννου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Νόμου 86/72. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 19.9.2014 στη συμβολή της Λεωφόρου Στροβόλου με την οδό Ζωγράφου στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KWV649 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΚΟΙΝΩΣ ΑΠΟΔΕΚΤΑ ΚΑΙ/Ή ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Προτού προχωρήσω στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που έδωσε ο κάθε μάρτυρας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα γεγονότα εκείνα που είναι αποδεκτά από τους διαδίκους και/ή δεν έχουν αμφισβητηθεί, ώστε η παράθεση της μαρτυρίας κατωτέρω, να περιοριστεί μόνο σε όσα ζητήματα τελούν υπό αμφισβήτηση ή διαφωνία. Ειδικότερα, είναι κοινό έδαφος ότι: Στις 19.9.2014 περί τις 16:00 έγινε τροχαίο δυστύχημα στην συμβολή της Λεωφόρου Στροβόλου με την οδό Ζωγράφου στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας. Εμπλεκόμενα στο δυστύχημα οχήματα ήταν το αυτοκίνητο τύπου βαν με αριθμούς εγγραφής KWY649 (στο εξής «το ημιφορτηγό»), το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και η μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KZR600 που οδηγούσε ο Παναγιώτης Δημητρίου (ΜΚ2). Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το ημιφορτηγό στην Λεωφόρο Στροβόλου με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Λακατάμεια. Η Λεωφόρος Στροβόλου είναι δρόμος επίπεδος, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας κάθε κατεύθυνσης διαχωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Οι αντίθετες κατευθύνσεις διαχωρίζονται με κτιστή νησίδα, ενώ στο σημείο του δυστυχήματος ως η πορεία του Κατηγορουμένου υπάρχει δίοδος που επιτρέπει την στροφή δεξιά προς την οδό Ζωγράφου. Αριστερά και δεξιά της Λεωφόρου υπάρχουν πεζοδρόμια. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50ΧΑΩ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας που σχηματίζει ο δρόμος ως η πορεία του και η οποία χρησιμοποιείται από οχήματα, οι οδηγοί των οποίων έχουν πρόθεση να στρίψουν δεξιά προς την οδό Ζωγράφου, όπως δηλαδή και ο Κατηγορούμενος. Για να εισέλθει στην οδό Ζωγράφου, ο Κατηγορούμενος θα διέσχιζε με το όχημα του, τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης, ως πορεία δηλαδή που κινείτο ο ΜΚ2, οδηγώντας την μοτοσικλέτα του. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου προς την πορεία της μοτοσυκλέτας έφτανε μέχρι τα φώτα τροχαίας που βρίσκονταν μπροστά του, αρκετά μέτρα από το σημείο όπου ο Κατηγορούμενος σταμάτησε με πρόθεση να στρίψει στην οδό Ζωγράφου. Ακολούθως, ο δρόμος παρουσιάζει στροφή αριστερά ως η πορεία του Κατηγορουμένου και έτσι χάνεται η ορατότητα. Ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να στρίβει δεξιά και σε κάποιο χρονικό σημείο, κάτω από περιστάσεις που αμφισβητούνται, επήλθε η σύγκρουση του μπροστινού μέρους της μοτοσικλέτας στην αριστερή πλευρά του ημιφορτηγού. Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Στη σκηνή μετέβη η ΜΚ1 η οποία ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, στο οποίο σημείωσε το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων (βλ. Τεκμήριο 5). Στην βάση του προχείρου σχεδίου, η ΜΚ1 ετοίμασε αργότερα συμμετρικό σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 7). Στις 20.9.2014, η ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 2) και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς για το ότι οδηγούσε το ημιφορτηγό KWV649 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Ο Κατηγορούμενος απάντησε: «Παραδέχομαι» (βλ. Τεκμήριο 4). Στις 14.11.2014 λήφθηκε συμπληρωματική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 3). Στις 11.10.2014, η ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ2 και του επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο που έγινε στην απουσία του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Πιο κάτω, καταγράφω με την μέγιστη δυνατή πληρότητα την μαρτυρία που δόθηκε από τον κάθε μάρτυρα και παράλληλα προβαίνω σε αξιολόγησή της. Αστυφύλακας 3406 - Μαρία Χαραλάμπους (ΜΚ1) Υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσης της (βλ. Τεκμήριο 1) και απαντώντας περαιτέρω σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι κάτοχος πιστοποιητικού της Αστυνομικής Ακαδημίας Κύπρου σε θέματα Τροχαίων Δυστυχημάτων και εύρεσης ταχύτητας από ίχνη τροχοπέδησης. Κατά την άφιξη της στην σκηνή, η μοτοσυκλέτα βρισκόταν στην τελική της θέση ενώ το όχημα του Κατηγορουμένου είχε μετακινηθεί από τον τελευταίο, για να μην εμποδίζει την τροχαία κίνηση. Στη σκηνή εντοπίστηκε ίχνος τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας μήκους 46,80 μέτρων το οποίο κατέληγε στην τελική της θέση. Το εν λόγω ίχνος σε συνδυασμό με το ίχνος εκτροπής της μοτοσικλέτας και την τελική της θέση, οδήγησε σε εύρημα ως προς το σημείο σύγκρουσης. Στις 19.10.2014, η ΜΚ1 επισκέφθηκε εκ νέου την σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον Κατηγορούμενο με σκοπό να διεξαχθεί δοκιμή με το εμπλεκόμενο ημιφορτηγό, ώστε να βρεθεί ο χρόνος που χρειάστηκε από την στιγμή που ξεκίνησε με κλίση δεξιά για να εισέλθει στην οδό Ζωγράφου. Ο Κατηγορούμενος υπέδειξε το σημείο όπου ήταν σταματημένος στην Λεωφόρο Στροβόλου, πριν ξεκινήσει την δεξιά στροφή. Στην συνέχεια, η ΜΚ1 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να οδηγήσει το ημιφορτηγό από την θέση όπου ήταν σταματημένος μέχρι και το σημείο σύγκρουσης με την ταχύτητα την οποία το οδήγησε την ημέρα του δυστυχήματος. Η πιο πάνω δοκιμή έγινε πέντε φορές και βρέθηκε ο μέσος όρος του χρόνου που ήταν 3,70 δευτερόλεπτα. Η ΜΚ1 αναφέρθηκε στους υπολογισμούς που έκανε προκειμένου να εντοπίσει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας. Σύμφωνα με την βιβλιογραφία του Lynn Fricke, που χρησιμοποιείται από την Αστυνομία Κύπρου, ο συντελεστής τριβής όσο αφορά οχήματα με τέσσερεις τροχούς φθάνει μέχρι 0,85 ενώ μιας μοτοσυκλέτας είναι πάντοτε μεγαλύτερος. Ως εκ τούτου, η ΜΚ1 χρησιμοποίησε τον συντελεστή 0,85 κάτι που είναι προς όφελος του οδηγού της μοτοσικλέτας. Εφαρμόζοντας σχετικό μαθηματικό τύπο, η ΜΚ1 κατέληξε ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο αρχίζουν τα ίχνη τροχοπέδησης, ήταν 100 ΧΑΩ. Συνεπώς, η μάρτυρας κατέληξε ότι η μοτοσικλέτα χρειάστηκε χρόνο 3,35 δευτερολέπτων από την στιγμή που τροχοπέδησε μέχρι και το σημείο σύγκρουσης. Η μάρτυρας αφαίρεσε τον εν λόγω χρόνο από τον μέσο χρόνο που χρειάστηκε ο Κατηγορούμενος για να διανύσει την απόσταση από το σημείο που ήταν σταματημένος μέχρι το σημείο σύγκρουσης και κατέληξε ότι η μοτοσικλέτα βρισκόταν πίσω από τα ίχνη τροχοπέδησης σε χρόνο 0,35 δευτερόλεπτα όταν το αυτοκίνητο ξεκίνησε να στρίβει. Αφού έλαβε περαιτέρω υπόψη ότι ένας μέσος συνετός οδηγός έχει χρόνο αντίδρασης 1,5 δευτερόλεπτα, κατέληξε ότι η απόσταση που βρισκόταν η μοτοσικλέτα όταν ο οδηγός της αντιλήφθηκε τον κίνδυνο ήταν 41,90μ πριν την τροχοπέδηση. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 ανέφερε ότι το βαν τοποθετήθηκε στο σχέδιο ως υποτιθέμενη θέση καθότι δεν βρισκόταν στην τελική του θέση όταν η ίδια αφίχθηκε στην σκηνή. Το σημείο σύγκρουσης τοποθετήθηκε στα 2,4 μέτρα του μήκους του βαν, ξεκινώντας από το μπροστινό του μέρος. Συνεπώς, με βάση τις μετρήσεις της, το μπροστινό μέρος του βαν ήταν μόνο 10 εκατοστά μέσα στην οδό Ζωγράφου όταν η μοτοσυκλέτα συγκρούστηκε σε αυτό. Η μάρτυρας ανέφερε στην συνέχεια ότι το μήκος του βαν είναι 6,5 μέτρα και παραδέχτηκε ότι η ζημιά σε αυτό ήταν από τη μέση προς τα πίσω, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει τον λόγο για τον οποίο είχε τοποθετήσει την ζημιά στα 2,4 μέτρα του μήκους του βαν. Ανέφερε ότι πρέπει να είχε κάνει λάθος στην μέτρηση. Συμφώνησε τέλος ότι εφόσον η ζημιά ήταν μετά τα 3,25 μέτρα που είναι το μέσο του βαν, τότε το μπροστινό μέρος του βαν ήταν τουλάχιστον 95 εκατοστά μέσα στην πάροδο και όχι 10 όπως ανέφερε αρχικά. Στην προσπάθεια της να στοιχειοθετήσει την υπόθεση την οποία διερευνούσε, η ΜΚ1 περιέπεσε σε αρκετά σφάλματα και προέβη σε τέτοιες πιθανολογήσεις που καθιστούν την μαρτυρία της σε πολλά σημεία, ατεκμηρίωτη και στηριζόμενη σε υποθέσεις. Κατ' αρχήν, η ΜΚ1 έλαβε ως δεδομένο ότι ο παραπονούμενος ενήργησε ως ο μέσος συνετός οδηγός και αντέδρασε σε χρόνο 1,5 δευτερολέπτου. Τούτο δεν μπορεί παρά να είναι εικασίες της μάρτυρος αφού δεν είχε ενώπιον της μαρτυρία σε σχέση με τις ενέργειες του οδηγού της μοτοσυκλέτας πριν την σύγκρουση. Η μόνη μαρτυρία που είχε στην διάθεση της ήταν τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας και το σημείο σύγκρουσης το οποίο κατά κοινή λογική ήταν το σημείο όπου τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης. Υποπίπτοντας σε ακόμα μεγαλύτερο σφάλμα, η ΜΚ1, βασιζόμενη στο μήκος των ιχνών τροχοπέδησης, κατέληξε σε εύρημα ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν 100ΧΑΩ. Όμως, στον μαθηματικό τύπο που χρησιμοποίησε, δεν έλαβε υπόψη ότι τα ίχνη τροχοπέδησης σταματούν, όχι λόγω της τριβής στην άσφαλτο, αλλά λόγω του ότι εν τέλει η μοτοσικλέτα κτυπά στο όχημα του Κατηγορουμένου. Την στιγμή αμέσως πριν την πρόσκρουση, η μοτοσυκλέτα εξακολουθούσε να έχει κάποια ταχύτητα, άγνωστο πόση αν και ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ενδεχομένως να ήταν και 70ΧΑΩ. Σε κάθε περίπτωση, η ταχύτητα της μοτοσικλέτας κατά την στιγμή της πρόσκρουσης δεν ήταν μηδενική, ως δηλαδή αυτή που χρησιμοποίησε η ΜΚ1 στον μαθηματικό της τύπο, για να καταλήξει σε εύρημα. Με άλλα λόγια, εάν η μοτοσικλέτα δεν σταματούσε λόγω της πρόσκρουσης στο όχημα αλλά λόγω της τριβής των ελαστικών στην άσφαλτο, τότε το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης θα ήταν μεγαλύτερο των 46,80 στα οποία βασίστηκε η ΜΚ
- Συνεπώς αλλάζει η μια παράμετρος στον μαθηματικό τύπο που χρησιμοποίησε η ΜΚ
- Επίσης, η άλλη παράμετρος που χρησιμοποίησε η ΜΚ1, ήτοι ο συντελεστής τριβής, ήταν προς όφελος του μοτοσικλετιστή και άρα εναντίον του Κατηγορουμένου. Όλα τα πιο πάνω, ανατρέπουν τα συμπεράσματα της μάρτυρος σε σχέση με την ταχύτητα του μοτοσικλετιστή η οποία εμφανώς ήταν μεγαλύτερη των 100 ΧΑΩ κατά την έναρξη της τροχοπέδησης. Κατά συνέπεια, ανατρέπονται και οι υπολογισμοί της μάρτυρος σε σχέση με το που βρισκόταν η μοτοσικλέτα, όταν το όχημα του Κατηγορουμένου ξεκίνησε να στρίβει. Η ΜΚ1 υπέπεσε σε περαιτέρω σφάλματα κατά την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει με σαφήνεια σε ποιο σημείο ήταν το χτύπημα στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Η μάρτυρας προκάλεσε σύγχυση σε σχέση με τις μετρήσεις της όσον αφορά το μήκος του βαν αλλά και την έκταση της ζημιάς σε αυτό. Τα πιο πάνω έχουν ιδιαίτερη σημασία διότι οι δοκιμές που έγιναν για να εξευρεθεί ο μέσος χρόνος που χρειάστηκε ο Κατηγορούμενος να διανύσει την απόσταση από το σημείο όπου ήταν σταματημένος (σημείο Α1), έγιναν ακριβώς μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Κατ' αρχήν δεν ήταν απολύτως σαφές ποιο μέρος του ημιφορτηγού οδηγείτο μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Το μπροστινό μέρος, το πισινό μέρος ή το σημείο όπου ξεκινούσε το βούλωμα στο όχημα του Κατηγορουμένου; Όλα αυτά παρέμειναν αναπάντητα. Ειρήσθω εν παρόδω, οι 5 δοκιμές κατέδειξαν 5 διαφορετικούς χρόνους που κυμαίνονταν από 3,15 με 4,
- Η χρήση του μέσου όρου μπορεί να δώσει μια ένδειξη, πλην όμως δεν είναι δυνατόν να δώσει ακριβή αναπαράσταση και να οδηγήσει σε απόδειξη του χρόνου που χρειάστηκε ο Κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα. Εξάλλου, όπως ήδη ανέφερα, παρέμεινε άγνωστη η θέση του ημιφορτηγού κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Όλα τούτα όμως καθιστούν τους υπολογισμούς της μάρτυρος υποθετικά σενάρια και όχι μαρτυρία ως προς τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το δυστύχημα. Από την στιγμή που η ΜΚ1 επέλεξε να παρουσιάσει με αυτό τον τρόπο την μαρτυρία της, ήτοι βασιζόμενη σε μαθηματικούς υπολογισμούς και αναπαραστάσεις όφειλε να λάβει υπόψη της όλες τις διάφορες παραμέτρους κάτι που προφανώς στην προκειμένη περίπτωση, δεν έπραξε. Δεν μπορώ παρά να επισημάνω και το παράδοξο γεγονός ότι η ΜΚ1 έσπευσε να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο για αμελή οδήγηση προτού ολοκληρώσει την διερεύνηση της υπόθεσης. Η αναφορά του Κατηγορουμένου ότι παραδέχεται την κατηγορία (κάτι στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω) ώθησε φαίνεται την ΜΚ1 να προσπαθήσει να στοιχειοθετήσει την υπόθεση εκ των υστέρων. Υπέπεσε όμως σε σωρεία λαθών τα οποία δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε απόρριψη της μαρτυρίας της σε σχέση με το ουσιαστικό επίδικο ζήτημα, ήτοι κατά πόσον ο μοτοσικλετιστής ήταν στο οπτικό πεδίο του Κατηγορουμένου, όταν ο τελευταίος ξεκίνησε να στρίβει. Παναγιώτης Δημητρίου (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 11.10.2014 (βλ. Τεκμήριο 12) στην οποία ανέφερε ότι οδηγούσε την μοτοσικλέτα του για να πάει στην καφετέρια «Nuvola» που βρίσκεται στην Λεωφόρο Στροβόλου. Η συνήθης πορεία που ακολουθεί είναι να στρίβει δεξιά από τον κυκλικό κόμβο «ΜΕΤΡΟ» και να εισέρχεται στην Λεωφόρο Στροβόλου. Ο ΜΚ2 τραυματίστηκε ένεκα του δυστυχήματος και κατά τον χρόνο που έδινε κατάθεση, δεν θυμόταν να πει οτιδήποτε για το δυστύχημα. Για αυτό ενημερώθηκε από τους γιατρούς και τους συγγενείς του, ενώ βρισκόταν ακόμα στο νοσοκομείο. Ο ΜΚ2 συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο του δυστυχήματος το οποίο του υποδείχθηκε και ανέφερε ότι πιστεύει ότι αυτά που σημείωσε η αστυνομία είναι αληθή. Δεν επιθυμούσε να πάει ξανά στην σκηνή αφού, όπως ανέφερε, δεν πρόκειται να θυμηθεί οποιαδήποτε λεπτομέρεια. Δεσμεύτηκε ότι σε περίπτωση που θυμόταν οτιδήποτε, θα ενημέρωνε σχετικά την αστυνομία. Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν απαντούσε με σαφήνεια και σταθερότητα ενώ η μαρτυρία του παρουσιάζει τέτοια κενά και αντιφάσεις που δεν μπορούν παρά να με οδηγήσουν σε απόρριψη της μαρτυρίας αυτής ως αναξιόπιστης. Ειδικότερα, κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κατά τον χρόνο που έδινε κατάθεση δεν θυμόταν οτιδήποτε γιατί λάμβανε φαρμακευτική αγωγή και ήταν φοβισμένος. Κάποιες εβδομάδες αργότερα, άρχισε να επανέρχεται η μνήμη του, αλλά δεν θεώρησε ότι έπρεπε να πάει στην Αστυνομία να δώσει κατάθεση, παρά το ότι είχε δεσμευτεί ότι θα πήγαινε. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΚ2 υποστήριξε ότι πλέον τα γεγονότα είναι πιο καθαρά στο μυαλό του και είναι σε θέση να απαντήσει σε ερωτήσεις. Απαντώντας λοιπόν σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι οδηγούσε με ταχύτητα γύρω στα 80 με 90 ΧΑΩ. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η μοτοσικλέτα του είναι μεγάλου κυβισμού και μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα πέραν των 200 ΧΑΩ. Είπε επίσης ότι δεν συνηθίζει να τρέχει εντός πόλεως, όπως κάνει όταν οδηγεί εκτός πόλης. Διαφώνησε ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος κινείτο με ταχύτητα 130 ΧΑΩ και αντέταξε ότι κινείτο με 90 ΧΑΩ. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ενδεχομένως να κινείτο με ταχύτητα 70ΧΑΩ. Ήταν εμφανές ότι ο ΜΚ2 δεν θυμόταν ή δεν ήθελε να αναφέρει με σαφήνεια όσα συνέβησαν εκείνη την ημέρα και οδήγησαν στη σύγκρουση της μοτοσικλέτας του στο ημιφορτηγό. Συν τοις άλλοις, η μαρτυρία του ΜΚ2 στερείται λογικού ερείσματος αφού, όπως ανέφερε, μόλις πέρασε τα φώτα τροχαίας, είδε ένα άσπρο αυτοκίνητο τύπου βαν, να είναι σταματημένο και να αποκόπτει και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ1, τα φώτα τροχαίας απέχουν από την περιοχή σύγκρουσης 137 μέτρα. Παρ' όλα αυτά, ο ΜΚ2 χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του μόλις 46,80 μέτρα πριν την σύγκρουση. Δηλαδή, για περίπου 90 μέτρα, ο Κατηγορούμενος δεν έκανε οποιαδήποτε κίνηση αποφυγής και δεν χρησιμοποίησε φρένα, παρά το ότι σύμφωνα με τον ίδιο, κινείτο με ταχύτητα κάτω των 100ΧΑΩ και παρά το ότι ένα ημιφορτηγό έφραζε και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας και δεν του άφηνε περιθώρια να προβεί σε ελιγμό, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου και έχοντας ακούσει τον συγκεκριμένο μάρτυρα κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχω αμφιβολία ότι η μαρτυρία του αποτελεί ανασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή οιωνδήποτε ευρημάτων. Κατηγορούμενος Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις που είχε δώσει στην αστυνομία. Στην αρχική του κατάθεση, ανέφερε ότι στις 19.9.2014 και περί ώρα 16:00 οδηγούσε το ημιφορτηγό του στην Λεωφόρο Στροβόλου και η πρόθεση του ήταν να στρίψει δεξιά προς την οδό Ζωγράφου. Μπροστά του δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα και αφού σταμάτησε, έλεγξε την τροχαία κίνηση στην αντίθετη κατεύθυνση και αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος μέχρι και τα φώτα τροχαίας ήταν ελεύθερος, έστριψε δεξιά προς την οδό Ζωγράφου. Ενώ είχε ήδη περάσει την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας και το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του βρισκόταν ήδη στο ύψος της παρόδου, ο Κατηγορούμενος ένιωσε ένα κτύπημα στο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου. Μόλις ένιωσε το κτύπημα, προχώρησε πολύ λίγο και σταμάτησε. Στην συμπληρωματική του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 19.10.2014 και ώρα 16:15 μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος με το ημιφορτηγό για να γίνουν κάποιες δοκιμές ώστε να υπολογιστούν κάποιοι χρόνοι τους οποίους η αστυφύλακας θα χρησιμοποιούσε για να βρει κατά πόσο η μοτοσικλέτα βρισκόταν μέσα στο οπτικό του πεδίο. Αφού η ΜΚ1 του εξήγησε όλη την διαδικασία, ο Κατηγορούμενος στάθμευσε το ημιφορτηγό στο σημείο που βρισκόταν σε αναμονή και το οδήγησε μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Η διαδικασία επαναλήφθηκε πέντε φορές. Ο Κατηγορούμενος κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του, ανέφερε περαιτέρω ότι παραδέχθηκε στην γραπτή κατηγορία που το προσάφθηκε καθότι νόμιζε ότι απλώς παραδεχόταν ότι έγινε το δυστύχημα. Όταν αργότερα εξακρίβωσε τα γεγονότα της υπόθεσης και κυρίως την ιλιγγιώδη ταχύτητα του μοτοσικλετιστή και κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του, δεν παραδέχεται ότι ήταν αμελής. Είπε επίσης ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης, το ημιφορτηγό του ήταν περί τα 2,5 μέτρα μέσα στην πάροδο της οδού Ζωγράφου και όχι λίγα εκατοστά. Έχει μετρήσει την ζημιά στο αυτοκίνητο του και διαπίστωσε ότι από το μπροστινό μέρος του ημιφορτηγού μέχρι και το σημείο που ξεκινά η ζημιά η απόσταση είναι 4,2 μέτρα, ενώ το συνολικό μήκος του είναι 6.5 μέτρα. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το όχημα του είναι ένα βαρύ, αργό και δύσκολο αυτοκίνητο. Προκειμένου να εξασφαλίσει την ορατότητα που χρειαζόταν, σταμάτησε και έλεγξε τον δρόμο. Ακολούθως, προχώρησε λίγο και αφού ξανακοίταξε βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και έστριψε έχοντας πλέον την προσοχή του σε πεζούς που βρίσκονταν στο πεζοδρόμιο και ίσως να επιχειρούσαν να διασταυρώσουν τον δρόμο. Πριν προχωρήσει στην οδό Ζωγράφου ευθυγράμμισε το όχημα του αλλά δεν σταμάτησε οποτεδήποτε μέσα στη μέση της λεωφόρου. Ο Κατηγορούμενος μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν σαφής και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Απεναντίας, ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε ούτε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης. Σε σχέση με το ότι, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, απάντησε ότι παραδέχεται, κρίνω ότι το γεγονός τούτο δεν είναι ικανό από μόνο του να οδηγήσει σε οποιοδήποτε εύρημα για το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν όντως αμελής. Ομολογουμένως, ενας κατηγορούμενος μπορεί να καταδικαστεί με μόνο τη δική του ομολογία. Πρέπει όμως το Δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι το περιεχόμενο της ομολογίας συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ευθύς εξ αρχής στην κατάθεση του ότι έλεγξε τον δρόμο και εισήλθε αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν ασφαλές να το πράξει. Προς τι λοιπόν η παραδοχή; Η ΜΚ1 κατηγορώντας γραπτώς τον Κατηγορούμενο (όπως ανέφερα ήδη πριν καν ολοκληρωθούν οι εξετάσεις) υπέπεσε και σε ένα επιπρόσθετο σφάλμα. Πρόσαψε στον Κατηγορούμενο ότι οδηγούσε «χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε[ς] δυστύχημα». Η πρόκληση δυστυχήματος δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος της αμελούς οδήγησης και αχρείαστα προστίθεται ως «ουρά» σε γραπτή κατηγορία για αμελή οδήγησης. Περαιτέρω, η χρήση της φράσης «προκάλεσες δυστύχημα» εύλογα μπορεί να οδηγήσει κάποιον μη νομικό, να θεωρήσει ότι μόνο και μόνο η πρόκληση του δυστυχήματος είναι ποινικό αδίκημα. Τούτο θεωρώ ότι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Από όσα ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του, η οποία προηγήθηκε της γραπτής Κατηγορία και από όσα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτός ουδέποτε είχε πρόθεση να παραδεχτεί ότι οδηγούσε αμελώς. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στην Adamis v Eracleous
(1982)1 CLR 746, 751, αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι ή είσοδος οχήματος σε δρόμο εξαρτάται από την κατάσταση της τροχαίας κίνησης την στιγμή που εισέρχεται, και αν η κατάσταση είναι τέτοια που να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη ο οδηγός οφείλει να μην εισέλθει μέχρις ότου είναι ασφαλές να το πράξει. Αν η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό που αποφασίζεται αναλόγως των περιστάσεων. Η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο, όμως δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό, για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητο από τα αίτια του (βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1436). Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να βασιστώ για να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με ενέργειες του Κατηγορουμένου οι οποίες να συνηγορούν σε αμέλεια. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, επισημάνθηκε ότι «.δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί [ο εφεσίβλητος] μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε υπαίτιος οποιασδήποτε συμπεριφοράς η παράλειψης που να ανάγεται σε αμέλεια. Αντιθέτως, θεωρώ ότι Κατηγορούμενος ο οποίος είχε πρόθεση να στρίψει στην οδό Ζωγράφου, έλεγξε τον δρόμο και βεβαιώθηκε ότι στην αντίθετη κατεύθυνση της Λεωφόρου Στροβόλου δεν κινείτο κάποιο όχημα. Η πιθανότητα κινδύνου σε απόσταση 137 μέτρων, ήτοι της εμφάνισης κάποιου ο οποίος να κινείται με ταχύτητα πέραν των 100ΧΑΩ, δεν ήταν εύλογα αντιληπτή ώστε να πρέπει ο Κατηγορούμενος να λάβει σχετικές προφυλάξεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο