Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιώργος Δαμιανού, Αρ. Υπόθεσης: 10556/15, 26/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 10556/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Γιώργος Δαμιανού Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Χατζηπαναγιώτου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος, μετά από ακροαματική διαδικασία κρίθηκε ένοχος για τα πιο κάτω αδικήματα: 1. Άρνηση παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6
(1)
(5)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Ν.174/
- Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/
- Παράλειψη συμμόρφωσης σε οδηγίες αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(2)(στ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε λωρίδα αυτοκινητοδρόμου προορισμένη για την αντίθετη κατεύθυνση, η οποία βρίσκεται δεξιά της διαχωριστικής κατασκευής στο μέσο του δρόμου κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 66Ε και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/
- Αντίσταση σε όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση των άρθρων 244(α) και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Κοινή επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Ανησυχία, κατά παράβαση των άρθρων 95 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Τα γεγονότα που περιβάλουν την διάπραξη των αδικημάτων έχουν ανευρεθεί και αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση ημερομηνίας 26.1.
- Συνοπτικά, έχουν ως ακολούθως: Στις 29.11.2014 και περί ώρα 02:00, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού σε λωρίδα προοριζόμενη για την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι οδηγούσε κινούμενος από Λεμεσό προς Λευκωσία. Του έγινε σήμα από αστυνομικό με στολή να σταματήσει, πλην όμως ο Κατηγορούμενος, κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς, συνέχισε να οδηγεί το όχημα του προς Λευκωσία αναγκάζοντας του οδηγούς που έρχονταν από απέναντι να αναβοσβήνουν τα φώτα και να κορνάρουν, ενώ ταυτόχρονα έκαναν ελιγμούς για να αποφύγουν την σύγκρουση. Το όχημα του Κατηγορουμένου ανακόπηκε λίγο αργότερα σε περιοχή πλησίον του κυκλικού κόμβου McDonalds. Μόλις ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, ο ΜΚ3 διαπίστωσε ότι η αναπνοή του μύριζε αλκοόλ, τα μάτια του ήταν κόκκινα και η ενδυμασία του ακατάστατη. Άρχισε να περιφέρεται στον δρόμο φωνάζοντας τις ακόλουθες φράσεις «έκαμα λάθος ήπια κανένα θκιό παραπάνω, αφήστε με να πάω σπίτι μου γαμώ τες μανάες σας». Ήταν γενικά εκτός ελέγχου και φωνάζοντας είπε: «Ξέρετε ποιος είμαι εγώ; Είμαι ανώτερος σας ρε γαμώ τες μανάες σας γαμώ». Ακολούθως, έφθασε στο σημείο περίπολο το οποίο αποτελείτο από τον ΜΚ5 και την ΜΚ
- Ο Κατηγορούμενος εκείνη την στιγμή βρισκόταν σε παρακείμενο χωράφι και ο ΜΚ3 μπήκε μπροστά του και προσπάθησε να τον αποτρέψει από το να προχωρήσει γιατί υπήρχε κίνδυνος να χτυπήσει λόγω απότομης πλαγιάς. Τότε, ο Κατηγορούμενος έσπρωξε τον ΜΚ3 δύο φορές και συνέχισε να βρίζει. Ακολούθησε η σύλληψη του Κατηγορουμένου για επίθεση και εξύβριση, κατά την οποία ο Κατηγορούμενος πρόβαλε αντίσταση. Εν τέλει, οι αστυνομικοί τον ακινητοποίησαν και του πέρασαν χειροπέδες. Τότε, ο ΜΚ3 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση αλκοόλης πληροφορώντας τον ότι άρνηση ή αποφυγή συνιστά ποινικό αδίκημα και αυτός απάντησε: «Κάμνετε μαγκιλίκια ρε εννα σας σάσω καλά», χωρίς τελικά να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση αλκοόλης. Πέραν των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 47 ετών και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Η μητέρα του απεβίωσε το 2017 λόγω προβλήματος υγείας. Ο πατέρας του είναι ηλικίας 72 ετών και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας που απαιτούν 24ωρη φροντίδα. Έχει άλλα τρία αδέλφια και πρόκειται για δεμένη οικογένεια με την οποία ο Κατηγορούμενος διατηρεί άριστες σχέσεις. Ο Κατηγορούμενος πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω οικονομικής στενότητας της οικογένειας του κάτι που τον ανάγκασε να εργάζεται από την ηλικία των 12 ετών. Αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά. Το 1995, προσλήφθηκε ως εθελοντής πενταετούς υποχρέωσης και το 1999 μονιμοποιήθηκε στην Εθνική Φρουρά, όπου εργάζεται μέχρι σήμερα ως αξιωματικός γραφείου κίνησης και ως εκπαιδευτής οδηγών. Λαμβάνει από την εργασία του €1900 μηνιαίως. Κατά τον ελεύθερο του χρόνο ασχολείται με τον εθελοντισμό και επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά τον πατέρα του. Ο Κατηγορούμενος παντρεύτηκε το 1997 και στα πλαίσια του γάμου του απέκτησε δύο παιδιά ηλικίας 19 και 21 ετών αντίστοιχα. Ο γάμος του διαλύθηκε το 2005 αλλά ο ίδιος διατηρεί άριστη σχέση τόσο με την πρώην σύζυγο του όσο και με τα δύο του παιδιά. Ένεκα προβλημάτων υγείας της πρώην συζύγου του, ο Κατηγορούμενος ανέλαβε ουσιαστικό ρόλο στην ανατροφή των δύο του παιδιών που σήμερα φοιτούν στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Καταβάλλει δε το ποσό των €700 μηνιαίως για την συντήρηση των παιδιών του. Το 2011, ο Κατηγορούμενος τέλεσε 2ο γάμο ο οποίος επίσης διαλύθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σήμερα, συζεί με άλλη γυναίκα με την οποία διατηρεί ουσιαστική σχέση. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου τόνισε το γεγονός ότι κατά το βράδυ που τελέστηκαν τα αδικήματα, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση λόγω του ότι ενημερώθηκε για το γεγονός ότι η μητέρα του έπασχε από επάρατη νόσο. Πρόσθεσε δε, ότι ο Κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώο και καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ήτοι 3 ½ έτη μετά, δεν έχει υποπέσει σε οποιοδήποτε παράπτωμα. Επισήμανε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος οδηγεί καθημερινά περί τα 30 χιλιόμετρα για να μεταβεί στην εργασία του και περαιτέρω οδηγεί στα πλαίσια της εργασίας του χωρίς να διαπράξει άλλες τροχαίες παραβάσεις. Περαιτέρω, ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στο ότι ένεκα της εκκρεμότητας της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος στερήθηκε προαγωγής ενώ εισηγήθηκε ότι η πιθανότητα πειθαρχικής δίωξης αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Η επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρές, όπως διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή αποτελεί την αφετηρία από την οποία το Δικαστήριο εκκινεί για την επιμέτρηση της ποινής. Το Δικαστήριο έχει βεβαίως καθήκον να εξατομικεύσει την ποινή που θα επιβάλει στο πρόσωπο του παραβάτη που έχει απέναντι του. Η εξατομίκευση όμως της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή. Ξεκινώ από το αδίκημα της αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης οδήγησης για το οποίο προνοείται μεταξύ άλλων ποινή φυλάκισης που μπορεί να φτάσει τα δύο έτη. Η σοβαρότητα αδικημάτων που σχετίζονται με την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος διαφαίνεται βεβαίως και μέσα από την ανησυχητική συχνότητα με την οποία όμοιας φύσης αδικήματα, παρουσιάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τροχαίων παραβάσεων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, καθ' όλο τον χρόνο που αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Στην απόφαση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 242 λέχθηκαν τα εξής: «Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων.» Μέσα από τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου αναδύθηκε ένας έντονα αντικοινωνικός χαρακτήρας που έδειξε αδιαφορία για την ασφάλεια όλων των προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Μάλιστα δε, ο Κατηγορούμενος συνέχισε την αλόγιστη, επικίνδυνη αλλά και απερίσκεπτη συμπεριφορά του, παρά το ότι του έγινε σήμα από αστυνομικό με στολή διαπράττοντας το αδίκημα που προνοείται στον Κανονισμό 58
(2)(στ) της Κ.Δ.Π. 66/84 για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος. Έτι περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του παρά το ότι οχήματα που έρχονταν κατά πάνω του, αναβόσβηναν τα φώτα πορείας τους και προέβαιναν σε ελιγμούς. Το αξιοπερίεργο είναι ότι δεν έχει προβληθεί από την υπεράσπιση οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι ο Κατηγορούμενος έπραξε τα πιο πάνω λόγω απώλειας αυτοελέγχου λόγω κάποιου ουσιαστικού λόγου. Αν και αποδέχομαι τον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε συναισθηματική φόρτιση, λόγω της ενημέρωσης που είχε για την ασθένεια της μητέρας του, εντούτοις δεν μπορώ να αποδεχτώ το γεγονός τούτο ως αιτιολογία ή μετριαστικό παράγοντα. Και τούτο διότι η παραβατική δράση του Κατηγορουμένου δεν ήταν στιγμιαία. Ενδεχομένως η άσχημη ψυχολογική κατάσταση να μπορέσει να προσμετρήσει μετριαστικά σε περιπτώσεις όπου κάποιος παραβάτης υποπίπτει σε ένα στιγμιαίο σφάλμα όπως για παράδειγμα η παραβίαση φωτεινού σηματοδότη που εξ αντικειμένου είναι κάτι που συμβαίνει σε χρόνο λίγων δευτερολέπτων. Πλην όμως, στην παρούσα περίπτωση, ο Κατηγορούμενος αδιαφορώντας παντελώς για τον κίνδυνο που προκάλεσε, απερίσκεπτα και εγωιστικά συνέχισε να κινείται για αρκετά λεπτά και για αρκετά χιλιόμετρα στον δρόμο καθιστώντας τον εαυτό του και το όχημα του ένα κινούμενο, εν δυνάμει, φονικό όπλο. Δεν μου διαφεύγει ότι η ποινή φυλάκισης είναι το ύστατο μέτρο στα χέρια του ποινικού δικαστή και πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και όπου οι περιβάλλουσες το αδίκημα και τον παραβάτη συνθήκες, δεν αφήνουν άλλη επιλογή, διότι κάθε άλλη ποινή θα ήταν επιεικέστερη του ορθού (βλ. Zac & others ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης
(1994)2 ΑΔ 128). Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω και συνυπολογίζω προς όφελος του κατηγορούμενου το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Έχω επίσης κατά νου τον χρόνο που έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή και το γεγονός ότι στο μεσοδιάστημα, ο Κατηγορούμενος δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνυπολογίζω επίσης ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο που ασχολείται με τον εθελοντισμό κάτι που σε κάποιο βαθμό ανατρέπει το στίγμα του αντικοινωνικού χαρακτήρα που εκδήλωσε το βράδυ που διέπραξε τα αδικήματα που αντιμετωπίζει σήμερα. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου ότι ένεκα της εκκρεμότητας της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος στερήθηκε προαγωγής ενώ υπάρχει η πιθανότητα πειθαρχικής δίωξης στα πλαίσια της εργασίας του. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Sentencing and Criminal Justice, A. Ashworth, έκδοση 2000, στη σελ. 152, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του αδικοπραγούντα, όπου τα αδικήματα είναι άσχετα με την εργασία του, είναι παράγων που μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός. Οι μετριαστικοί παράγοντες που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που, υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Πέραν από το ότι στην προκειμένη περίπτωση, οι περιβάλλουσες συνθήκες διάπραξης των τροχαίων παραβάσεων όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δικαιολογούν την επιβολή αυστηρής ποινής και δη ποινής φυλάκισης, θεωρώ επιπρόσθετα ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής πέραν της φυλάκισης, θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Εξίσου σοβαρά είναι και τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος μετά την ανακοπή του οχήματος του. Η άρνηση παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που μπορεί να φτάσει μέχρι τα δύο έτη. Όσον αφορά το αδίκημα της αντίστασης στην νόμιμη σύλληψη τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 244(α) του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης μέχρι 2 έτη, η κοινή επίθεση δυνάμει του άρθρου 242 του Κεφ.154 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος, ενώ το αδίκημα της πρόκλησης ανησυχίας δυνάμει του άρθρου 95 του Κεφ.154 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Τα αδικήματα επιθέσεων θεωρούνται σοβαρά επειδή ενέχουν πράξεις που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στο κοινό. Στρέφονται ενάντια στην προσωπικότητα, καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του ατόμου και πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575). Τα αδίκημα αυτά πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Τόκκαλλου
(2001)2 ΑΑΔ 95). Για την επιβολή ποινής στα αδικήματα του άρθρου 244 του Κεφ. 254 εφαρμόζονται ανάλογα κριτήρια με αυτά του αδικήματος της κοινής επίθεσης του άρθρου 242 του Κεφ. 154, χωρίς να μου διαφεύγει ασφαλώς ότι για τα αδικήματα του άρθρου 244 προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, επειδή θυματοποιούνται όργανα τήρησης της τάξης. Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν από όσα ανέφερα ήδη πιο πάνω ως μετριαστικούς παράγοντες, λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου ως μετριαστικούς παράγοντες το μεμονωμένο του περιστατικού και την απουσία προσχεδιασμού, ως επίσης και το γεγονός ότι ουδείς από τους αστυνομικούς τραυματίστηκε. Έλαβα υπόψη μου το γεγονός ότι η συναισθηματική φόρτιση στην οποία βρισκόταν ο Κατηγορούμενος είχε κάποια επίδραση στον αυτοέλεγχο του. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: - Στη 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών πλέον 4 βαθμοί ποινής. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 μηνών από σήμερα - Στην 2η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός πλέον 4 βαθμούς ποινής. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από σήμερα - Στην 3η Κατηγορία ο Κατηγορούμενος να υπογράψει εγγύηση ύψους €500 για να τηρεί τους νόμους και κανονισμούς για περίοδο 2 ετών από σήμερα. - Στην 4η κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή καθότι η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος προκύπτει από το ίδιο πλέγμα γεγονότων ως η 2η Κατηγορία. - Στην 5η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών - Στην 6η Κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή καθότι θεωρώ ότι η έκνομη συμπεριφορά που αφορά την εν λόγω κατηγορία εντάσσεται στο ίδιο πλέγμα γεγονότων και έχει ήδη αντιμετωπιστεί με την επιβολή ποινής στην 5η Κατηγορία - Στην 7η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ημερών Έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης καθώς και οι ποινές στέρησης του δικαιώματος του Κατηγορουμένου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης που έχουν επιβληθεί ανωτέρω, να συντρέχουν. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο