Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντρέας Σταυρινίδης, Αρ. Υπόθεσης: 22934/2015, 27/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22934/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. Αντρέας Σταυρινίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου με κ. Ιωαννίδη Για Κατηγορούμενο: Ε. Άνθης για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72(1η Κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος στις 28.2.2015 στον κύριο Λευκωσίας - Τροόδους παρά τον Κουτραφά της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΝΒ182 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή». Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επίσης κατηγορία παράλειψης οδηγού εισερχόμενου σε δρόμο με προτεραιότητα, να ελαττώσει ταχύτητα ή να σταματήσει τελείως το όχημα του και να παραχωρήσει δικαίωμα προτεραιότητας σε όχημα που κινείτο στον δρόμο αυτό κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(4)(β), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π.66/1984 ως τροποποιήθηκαν. Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι στις 28.2.2015 περί τις 11:00 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στον κύριο δρόμο Λευκωσίας- Τροόδους, και ειδικότερα μεταξύ 32-33 χιλιομέτρου, παρά το χωριό Κουτραφά. Εμπλεκόμενα ήταν το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΒΝ182 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΑΕ041 που οδηγούσε ο Γιαννάκης Νεοφύτου (ΜΚ6) και στο οποίο επέβαιναν επίσης οι Βαλεντίνος Φιλίππου, Καλλίτσα Νεοφύτου (ΜΚ7) και Παρασκευή Χριστοφόρου. Υπό αμφισβήτηση βρίσκονται οι λοιπές συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το δυστύχημα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 7 μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Παραθέτω τις σημαντικότερες πτυχές της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα. A/Αστ.742 Νικόλας Δεληγιάννης (MK1) Στις 28.2.2015 και ώρα 11:45 ο ΜΚ1 επισκέφτηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, όπου βρήκε τα εμπλεκόμενα οχήματα στη τελική τους θέση. Αφού έλαβε διάφορα μέτρα, ετοίμασε ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (βλ. Τεκμήριο 2). Στις 7.3.2015, ο ΜΚ1 μετέβη μαζί με τον ΜΚ6, στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα και εκεί του εξήγησε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα και ο τελευταίος συμφώνησε με αυτό. Το ίδιο έπραξε και στις 15.3.2015 με τον Κατηγορούμενο ο οποίος επίσης συμφώνησε με το σχέδιο. Στην βάση του συμμετρικού σχεδίου, ο ΜΚ1 ετοίμασε στην συνέχεια σχέδιο επί κλίμακας 1 προς 500 (βλ. Τεκμήριο 3). Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το όριο ταχύτητας στον δρόμο του δυστυχήματος ήταν 80 ΧΑΩ. Το πλάτος του δρόμου είναι 6 μέτρα και τόσο αριστερά όσο και δεξιά υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα. Υπάρχουν δύο λωρίδες κυκλοφορίας, η κάθε μια εκ των οποίων έχει πλάτος 3 μέτρα. Αριστερά, ως η κατεύθυνση του Κατηγορούμενου, το ασφάλτινο έρεισμα έχει πλάτος 0.80 μέτρα και ακολουθεί χωμάτινο παγκέτο πλάτους 2 μέτρων. Ο ΜΚ1 κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης, με βάση τα ίχνη που άφησαν τα δυο οχήματα. Ειδικότερα, τα ίχνη τροχοπέδησης του δεξιού μπροστινού τροχού τελειώνουν στο σημείο σύγκρουσης το οποίο είναι 1,60 μέτρα εντός της λωρίδας του Κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 είπε ότι πρόσεξε τους θάμνους οι οποίοι ήταν αριστερά ως η πορεία του Κατηγορουμένου αλλά δεν τους σημείωσε στο σχέδιο. Αστ.1874 Σωτήρης Σαπαρίλλας (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 είναι χειριστής της συσκευής SKIDMAN, η οποία υπολογίζει τον συντελεστή τριβής με δοκιμή τροχοπέδησης. Στις 8.3.2015 ο ΜΚ2 μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος όπου οδήγησε το αστυνομικό αυτοκίνητο υπ' αρ. εγγραφής KVG784 στο χώρο όπου έγινε το δυστύχημα. Έκανε 2 δοκιμές τροχοπέδησης χρησιμοποιώντας την συσκευή SKIDMAN με αρ. 11154, την οποία έλεγξε προηγουμένως ως προς την κανονική της λειτουργία. Οι ενδείξεις ήταν 0.857 και 0.852 και τυπώθηκαν σε σχετικά έντυπα. Χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη ένδειξη σε σχετική εξίσωση κίνησης, κατέληξε ότι η ταχύτητα του οχήματος ΕΑΕ041 πριν αρχίσουν τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν 109 ΧΑΩ. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν είναι βέβαιος αν όντως, η μέτρηση των ιχνών τροχοπέδησης μήκους 55,80 μέτρων έγινε από το πρώτο ίχνος που άφησε ο αριστερός μπροστινός τροχός μέχρι το τελευταίο ίχνος του ίδιου τροχού. Μετρώντας ο ίδιος την απόσταση από το πρώτο ίχνος που άφησε ο αριστερός μπροστινός τροχός μέχρι το μπροστινό αριστερό τροχό του οχήματος EΑE041 στην τελική του θέση, διαπίστωσε ότι η απόσταση είναι 60 μέτρα. Εάν χρησιμοποιούσε αυτή την μέτρηση, τότε θα κατέληγε σε ταχύτητα 114ΧΑΩ. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν το σημείο στο οποίο τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν μηδενική. Αστ.212 Νεκτάριος Παπαθεοδώρου (ΜΚ3) Στις 3.5.2015, ο ΜΚ3 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα και ότι εισερχόμενος εντός του κυρίου δρόμου Λευκωσίας-Τροόδους, παρέλειψε να σταματήσει τελείως το όχημα που οδηγούσε και να παραχωρήσει δικαίωμα προτεραιότητας στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΑΕ041, το οποίο την συγκεκριμένη στιγμή κινείτο στον κύριο δρόμο Λευκωσίας- Τροόδους, στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση την Λευκωσία. Ο Κατηγορούμενος απάντησε: «Δεν έχω να πω τίποτε, ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο» (βλ. Τεκμήριο 7). Α/Αστ.3082 Κυριάκος Παναγίδης (ΜΚ4) Στην Κατάθεση του (βλ. Τεκμήριο 8), την οποία υιοθέτησε, ο ΜΚ4 είχε αναφέρει ότι στις 28.2.2015 και ώρα 11:15 μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος Εκεί βρίσκονταν και οι δύο οδηγοί και είχε συνομιλία μαζί τους. Τα ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στην τελική θέση. Στις 22.3.2015, μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος με αστυνομικό όχημα τύπου σαλούν και έλεγξε την ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος, εξερχόμενος από το πιο μηχανουργείο και εισερχόμενος εντός του κυρίου δρόμου. Ο ΜΚ4 διαπίστωσε ότι όταν σταματούσε το όχημα πριν την εξωτερική γραμμή που οριοθετεί τον δρόμο, είχε ορατότητα περίπου 200 μέτρων και μπορούσε να ελέγξει και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι όταν στις 28.2.2015 επισκέφτηκε την σκηνή του δυστυχήματος, είχε δει τους θάμνους που υπήρχαν στον όχθο αριστερά ως η πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου, αλλά διαφώνησε ότι λόγω του μεγέθους των θάμνων, εμποδιζόταν η ορατότητα του Κατηγορούμενου. Επανέλαβε ότι έγινε μέτρηση με σαλούν αυτοκίνητο και υπήρχε ορατότητα 200 μέτρα. Δεν έχει ελέγξει κατά πόσον η απόσταση από τη θέση του οδηγού μέχρι την άκρη του αστυνομικού οχήματος είναι η ίδια με την απόσταση από τη θέση του οδηγού μέχρι την άκρη του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου. Η μέτρηση δεν έγινε την ημέρα του δυστυχήματος, όμως η κατάσταση των θάμνων ήταν όπως φαίνονται στην φωτογραφία, συνεπώς ως είχε την ημέρα του δυστυχήματος. Λεωνίδας Λεωνίδου (ΜΚ5) Ο ΜΚ5 διατηρεί μηχανουργείο στον κύριο δρόμο Λευκωσίας-Τροόδους παρά το χωριό Κουτραφάς. Στις 28.2.2015 και γύρω στις 9.30 τον επισκέφτηκε ο Κατηγορούμενος για να παραλάβει το αυτοκίνητο του. Όντως, ο Κατηγορούμενος περίπου στις 11.00 παρέλαβε το όχημα του και έφυγε. Μετά από περίπου ένα λεπτό, ο ΜΚ5 άκουσε θόρυβο φρένων και σύγκρουσης. Αμέσως έτρεξε στο δρόμο και είδε το όχημα του Κατηγορουμένου να είναι χτυπημένο και τον Κατηγορούμενο να κάθεται στη θέση του οδηγού. Είδε επίσης άλλο ένα αυτοκίνητο χτυπημένο, με τέσσερις επιβάτες. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι βγαίνοντας από την είσοδο του μηχανουργείου για να κατευθυνθεί προς Τρόοδος, υπάρχουν μεγάλοι θάμνοι (αροδάφνες). Την ημέρα του δυστυχήματος, οι εν λόγω θάμνοι ήταν ψηλοί και φουντωμένοι. Ο ίδιος όταν βγαίνει από το μηχανουργείο ελέγχει πολύ προσεκτικά καθότι οι θάμνοι εμποδίζουν την ορατότητα. Μετά το δυστύχημα ξεκίνησε να κόβει ο ίδιος τους θάμνους κλαδεύοντας τα κλαδιά που εξείχαν προς τον δρόμο. Για πρώτη φορά τους κλάδεψε την επόμενη του δυστυχήματος. Γιαννάκης Νεοφύτου (ΜΚ6) Υιοθετώντας την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 11), ο ΜΚ6 ανέφερε ότι στις 28.2.2015 περί τις 11:00 οδηγούσε το όχημα EAE041 με συνεπιβάτες την γυναίκα, το γιο και την πεθερά του, στον κύριο δρόμο Τροόδους - Λευκωσίας, με πορεία την Λευκωσία. Σε μία ευθεία του δρόμου, παρά το χωριό Κουτραφά, κινείτο με ταχύτητα περίπου 80ΧΑΩ και προσπάθησε να προσπεράσει προπορευόμενο αυτοκίνητο τύπου βαν, το οποίο είχε πιο χαμηλή ταχύτητα. Στο σημείο εκείνο, οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Ενώ βρισκόταν σε απόσταση 50 -60 μέτρων πίσω από το βαν, κρατώντας αρχικά σταθερή την ταχύτητα του, ο ΜΚ6 κινήθηκε δεξιά και αφού βεβαιώθηκε ότι η λωρίδα για οχήματα με αντίθετη κατεύθυνση ήταν καθαρή, συνέχισε να κινείται δεξιά και να εισέρχεται στην δεξιά λωρίδα, αναπτύσσοντας μικρή ταχύτητα για να προσπεράσει. Μόλις το αυτοκίνητο του μπήκε εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και ενώ το αυτοκίνητο του βρισκόταν στο πλάι του βαν, τότε είδε σε απόσταση περίπου ογδόντα μέτρων από το σημείο που βρισκόταν, ένα αυτοκίνητο να εξέρχεται από χωμάτινη πλατεία και να μπαίνει εντός της λωρίδας για να κατευθυνθεί προς Τρόοδος. Ο ΜΚ6, θεώρησε ότι δεν είχε άλλη επιλογή πέρα από του να χρησιμοποιήσει τα φρένα του, καθότι στα αριστερά του το βαν ήταν και δεξιά του ο όχθος. Έτσι, φρέναρε απότομα και ταυτόχρονα κράτησε σταθερά το τιμόνι για να μην γυρίσει το αυτοκίνητο. Επακολούθησε η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Μέχρι την στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο ΕΒΝ182 βρισκόταν σε κίνηση, με χαμηλή ταχύτητα και δεν είχε ακόμη ευθυγραμμιστεί στο δρόμο. Αμέσως μετά την σύγκρουση, το αυτοκίνητο του ΜΚ6 κάλυψε κάποια απόσταση και ακινητοποιήθηκε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ6 ανέφερε ότι όταν η οικογένεια του είναι στο αυτοκίνητο, ουδέποτε ξεπερνά τα όριο ταχύτητας. Αρνήθηκε ότι έτρεχε με 114 ΧΑΩ και αντέταξε ότι μπορεί να κινήθηκε την ώρα του προσπεράσματος με ταχύτητα 85 - 90 ΧΑΩ. Όταν εισήλθε στην δεξιά λωρίδα για να προσπεράσει, άρχισε να αναπτύσσει. Ίσως η ταχύτητα του να ανέβηκε στα 90 ‑ 95 ΧΑΩ. Σε κάθε περίπτωση, όταν εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, δεν είχε δει το άνοιγμα από το οποίο βγήκε ο κατηγορούμενος ούτε υπήρχε κάποια προειδοποίηση για την ύπαρξη του ανοίγματος. Ενώ προσπερνούσε, το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ξεπρόβαλε και βρισκόταν συνεχώς σε κίνηση μέχρι και την σύγκρουση. Καλλίτσα Νεοφύτου (ΜΚ7) Η Καλλίτσα Νεοφύτου είναι η σύζυγος του ΜΚ6. Στην κατάθεση της (βλ. Τεκμήριο 12) ανέφερε ότι βρισκόταν στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΑΕ041. Δεν μπορεί να υπολογίσει την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο σύζυγος της. Είπε όμως ότι είχε αναπτύξει ελάχιστη ταχύτητα, μόνο για να εκτελέσει το προσπέρασμα. Μόλις το αυτοκίνητο εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για να προσπεράσει, αμέσως άκουσε τον ΜΚ6 να λέει «παναγία μου κρατηθείτε» και ταυτόχρονα πάτησε απότομα τα φρένα του αυτοκινήτου. Ενώ τα λάστιχα του οχήματος τρίβονταν στην άσφαλτο, η ΜΚ7 είδε ένα αυτοκίνητο, να εισέρχεται στον δρόμο από μία χωμάτινη πλατεία. Το εν λόγω αυτοκίνητο βρισκόταν σε κίνηση με χαμηλή ταχύτητα και ήταν σχεδόν το μισό εντός της λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση το Τρόοδος. Τελικά, το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε κτύπησε με το μπροστινό του μέρος, στο μπροστινό μέρος του άλλου οχήματος. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ7 δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σε υποβολή ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του συζύγου της όταν προσπερνούσε ήταν τουλάχιστον 114 ΧΑΩ. Ανέφερε δε ότι όταν είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου τούτο ήταν σε απόσταση περίπου 5 μέτρων από το δικό τους αυτοκίνητο. Σε αυτή την απόσταση, ο σύζυγος της είπε «Παναγία μου, κρατηθείτε» και αμέσως μετά επήλθε η σύγκρουση. Στην συνέχεια η ΜΚ7 είπε ότι δεν μπορεί να υπολογίσει σε πόση απόσταση είδε το όχημα του κατηγορούμενου να βγαίνει από μια χωμάτινη πλατεία. Κατηγορούμενος Ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 9). Ανέφερε ειδικότερα ότι το πρωί της ημέρας του δυστυχήματος πήγε με το αυτοκίνητο ΕΒΝ182 στο μηχανουργείο του ΜΚ5 για επίσκεψη, καθότι είναι συγγενής του. Εκεί έμεινε μέχρι τις έντεκα το πρωί της ίδιας ημέρας και μετά έφυγε με το ίδιο αυτοκίνητό για να πάει στον αδελφό του στη Λεμεσό. Εκκίνησε από το χώρο του μηχανουργείου και μέσω χωμάτινης πλατείας κατευθύνθηκε προς τον κύριο δρόμο Λευκωσίας-Τροόδους με πρόθεση να εισέλθει σε αυτόν για να κατευθυνθεί στο Τρόοδος. Ενώ κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα και από την χωμάτινη πλατεία προς την άσφαλτο του κυρίου δρόμου, το αυτοκίνητό του είχε κλίση 45 μοιρών σε σχέση με τον δρόμο. Πλησίασε την εξωτερική άσπρη γραμμή του κυρίου δρόμου, ελέγχοντας πάντα προς τα δεξιά για οχήματα που κινούνταν στην λωρίδα που κατευθύνεται προς Τρόοδος. Κινείτο σιγά γιατί η ορατότητα προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του, ήταν περιορισμένη λόγω της ύπαρξης δέντρων και συγκεκριμένα αροδάφνων. Αφού το μπροστινό μέρος του οχήματος του έφτασε μέχρι την εξωτερική άσπρη γραμμή που οριοθετεί τον κύριο δρόμο, διαπίστωσε ότι η ορατότητα του προς τα αριστερά συνέχιζε να είναι περιορισμένη. Έτσι άρχισε να εισέρχεται σιγά σιγά στην λωρίδα προκειμένου να εξασφαλίσει ικανοποιητική ορατότητα προς τα αριστερά του. Προς τούτο, αναγκάστηκε να οδηγήσει το μπροστινό μέρος του οχήματος του περί το ένα μέτρο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας προς το Τρόοδος. Εκεί, σταμάτησε για να ελέγξει εκ νέου το δρόμο και από τις δύο κατευθύνσεις. Αμέσως, κοίταξε δεξιά και είδε ότι η λωρίδα στην οποία θα κατευθυνόταν ήταν καθαρή. Ακολούθως, γύρισε αριστερά για να ελέγξει και την άλλη πλευρά του δρόμου και τότε είδε σε απόσταση περίπου εκατό μέτρων από το σημείο που βρισκόταν σταματημένος, δύο οχήματα να κατευθύνονται από Τρόοδος προς Λευκωσία εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του δρόμου Λευκωσίας-Τροόδους σύμφωνα με την πορεία τους. Εκείνη την στιγμή, ο ίδιος βρισκόταν σταματημένος ένα με ενάμιση μέτρο περίπου στην λωρίδα κυκλοφορίας προς Τρόοδος. Το πρώτο στη σειρά από τα δύο οχήματα που προσέγγιζαν τον Κατηγορούμενο βρισκόταν εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του δρόμου με κατεύθυνση την Λευκωσία, ενώ το πισινό του όχημα κινήθηκε απότομα προς τα δεξιά ως η πορεία του και ανέπτυξε ταχύτητα με σκοπό να προσπεράσει το μπροστινό όχημα. Μέχρι ο οδηγός του οχήματος που προσπερνούσε να δει τον Κατηγορούμενο και να πατήσει τα φρένα του, ανέπτυσσε συνεχώς ταχύτητα και έφτασε σχεδόν στο πλάι του αυτοκινήτου που προσπερνούσε. Ακολούθως, είδε τον Κατηγορούμενο και πάτησε τα φρένα του χωρίς όμως να καταφέρει να σταματήσει το αυτοκίνητο του, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Το μόνο που πρόλαβε ο Κατηγορούμενος να πράξει ήταν να βγάλει την πρώτη ταχύτητα και να βάλει την ουδέτερη και να απελευθερώσει το πατίδι των φρένων. Από την σύγκρουση, το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου εκτινάχθηκε και περιστράφηκε δύο με τρεις φορές. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος είπε ότι επισκεπτόταν τον εν λόγω χώρο τακτικά και τον γνώριζε λόγω του ότι αρχικώς το σπίτι εκεί ανήκε στη μητέρα του. Το μηχανουργείο είναι μέρος του σπιτιού και θεωρούσε ότι εφόσον είχε δοθεί η άδεια για να κτιστεί κατοικία, υπήρχε και δικαίωμα να εξέρχεται κάποιος από το εν λόγω σημείο στον κύριο δρόμο. Ο Κατηγορούμενος διαφώνησε ότι ένα αυτοκίνητο, που θέλει να εξέλθει, μπορεί να σταματήσει πάνω στην άσπρη γραμμή και να ελέγξει με ασφάλεια χωρίς να εισέλθει μέσα στον δρόμο. Επέμεινε ότι οι αροδάφνες εμπόδιζαν την ορατότητά του και ότι τα μούτρα του αυτοκινήτου πρέπει να περάσουν την άσπρη γραμμή ώστε η θέση του οδηγού που είναι πέραν του 1,5 μέτρου πιο πίσω από τα μούτρα, να είναι σε σημείο όπου αποκτάται ορατότητα. Το αυτοκίνητο του είναι δεξιοτίμονο και ο ίδιος καθόταν στη θέση του οδηγού. Συνεπώς, έπρεπε να συνεχίσει την πορεία του ένα με ενάμιση μέτρο εντός του δρόμου, για να διαπιστώσει κατά πόσον ο δρόμος ήταν καθαρός. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Μάρτυρες Κατηγορίας 1,2,3,4 και 5 Κρίνω ότι οι μάρτυρες Κατηγορίας υπ' αριθμό 1,2,3 και 4 ήταν μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με θετική διάθεση και με πρόθεση να βοηθήσουν. Η συνολική παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα χαρακτηρίζεται από φυσικότητα. Έχω πειστεί για την αντικειμενικότητα και αμεροληψία τους. Αξιολογώντας την συνολική τους παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα και έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, καταλήγω ότι οι εν λόγω μάρτυρες είναι αξιόπιστοι αν και σε ορισμένα σημεία της μαρτυρίας τους, στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, κάποιοι εξ αυτών υπέπεσαν σε σοβαρά σφάλματα όσον αφορά την διερεύνηση. Καταγράφω τα ακόλουθα για τον κάθε ένα από τους πιο πάνω μάρτυρες: Σε σχέση με τον ΜΚ1 αποδέχομαι την μαρτυρία του σε σχέση με τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή και αποτυπώθηκαν επί του σχεδίου, τα οποία ούτως ή άλλως έγιναν αποδεκτά και από τον Κατηγορούμενο. Αποδέχομαι επίσης την θέση του σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, καθότι έδωσε στο δικαστήριο τα στοιχεία εκείνα τα οποία μπορούν με ασφάλεια να οδηγήσουν σε εύρημα επ' αυτού. Από την άλλη δεν αποδέχομαι την θέση του μάρτυρα σε σχέση με το ότι το όχημα του Κατηγορουμένου κατά την ώρα της σύγκρουσης, είχε εισέλθει πλήρως στον δρόμο με κατεύθυνση το Τρόοδος. Δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός ως προς αυτό. Εξάλλου, ο ίδιος κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου είχε αρχίσει να μπαίνει στον δρόμο και ίσως να μην είχε προλάβει να ευθυγραμμιστεί στον δρόμο, πριν επέλθει η σύγκρουση. Όπως ήδη ανέφερα, θεωρώ ότι ο ΜΚ2 προσήλθε με πρόθεση να βοηθήσει. Πλην όμως, η μαρτυρία του δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ως προς την ακριβή ταχύτητα του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΑΕ041 πριν αυτό αρχίσει να τροχοπεδεί. Δεν θα καταπιαστώ με το κατά πόσο τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου ΕΑΕ041 μήκους 55,80 μέτρων τα οποία χρησιμοποίησε ο ΜΚ2 ήταν τα ορθά. Ως προς το σημείο αυτό, υπενθυμίζω ότι ο ΜΚ1 που ήταν και το πρόσωπο που ετοίμασε το σχέδιο, ανέγραψε επί του σχεδίου ότι τα ίχνη που άφησε ο αριστερός μπροστινός τροχός ήταν 55,80 κάτι για το οποίο δεν αντεξετάστηκε. Το σφάλμα του ΜΚ2 εντοπίζεται αλλού. Ειδικότερα, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν το σημείο στο οποίο τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης, η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν όντως μηδενική. Παρά την αβεβαιότητα του, στην μαθηματική εξίσωση έλαβε ως δεδομένο ότι στο σημείο που τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης, η ταχύτητα ήταν μηδενική. Πέραν τούτου, στην εξίσωση δεν περιλαμβάνεται παράμετρος που να σχετίζεται με την σύγκρουση των δύο οχημάτων. Επισημαίνω ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται πριν το τέλος των ιχνών τροχοπέδησης, ως η πορεία του ΕΑΕ
- Συνεπώς, εάν δεν μεσολαβούσε η σύγκρουση που με βάση την κοινή λογική προκάλεσε επιβράδυνση του οχήματος ΕΑΕ041, τότε τα ίχνη τροχοπέδησης θα ήταν σίγουρα μεγαλύτερα των 55,80 στα οποία βασίστηκε ο ΜΚ
- Συνεπώς, αλλάζει μια σημαντική παράμετρος στον μαθηματικό τύπο που χρησιμοποίησε ο ΜΚ
- Το μόνο που μπορεί να προκύψει με βεβαιότητα από τα πιο πάνω και για το οποίο προβαίνω σε σχετικό εύρημα, είναι ότι η ταχύτητα του οχήματος ΕΑΕ041 κατά τον χρόνο έναρξης της τροχοπέδησης ήταν μεγαλύτερη των 109ΧΑΩ στην οποία κατέληξε ο ΜΚ
- Ο ΜΚ4 προσπάθησε να διαφωτίσει σε σχέση με την ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος κατά την ημέρα του δυστυχήματος. Πλην όμως, ο εν λόγω μάρτυρας είχε ελέγξει την ορατότητα αρκετές μέρες μετά το δυστύχημα, ήτοι στις 22.3.2015 και όχι στις 28.2.
- Περαιτέρω, βάσει της μαρτυρίας που παρουσίασε η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή (βλ. ΜΚ5), οι θάμνοι κλαδεύτηκαν μια μέρα μετά το επίδικο δυστύχημα. Πέραν τούτου, ο ΜΚ4 χρησιμοποίησε αστυνομικό όχημα τύπου σαλούν για το οποίο δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς την ομοιότητα του με το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Τέλος, ο ΜΚ4 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τον τρόπο και ειδικότερα με ποια κλίση, ο Κατηγορούμενος είχε οδηγήσει το όχημα του εξερχόμενος από την χωμάτινη πλατεία στον κύριο δρόμο. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα ως προς την ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο ΜΚ5 παρουσιάστηκε ως μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής για να αναφέρει ότι κατά την επίδικη μέρα τον είχε επισκεφτεί ο Κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι την ημέρα του δυστυχήματος, οι θάμνοι ήταν ψηλοί και φουντωμένοι και εμπόδιζαν την ορατότητα για αυτό και ο ίδιος τους κλάδεψε την επόμενη του δυστυχήματος. Γιαννάκης Νεοφύτου (ΜΚ6) Προσέγγισα την μαρτυρία του ΜΚ6 με ιδιαίτερη προσοχή καθότι είναι άμεσα εμπλεκόμενος στο δυστύχημα. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν μου έκανε θετική εντύπωση. Ανέφερε ότι όταν οδηγεί με συνεπιβάτες την οικογένεια του ουδέποτε παραβιάζει το όριο ταχύτητας. Η θέση αυτή, αναμφίβολα ανατρέπεται αφού όπως ήδη αναφέρθηκε, η ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε ο ΜΚ6 ήταν σίγουρα πέραν των 109 ΧΑΩ κατά την στιγμή που ξεκινούν τα ίχνη τροχοπέδησης. Τούτο δείχνει επίσης ότι οι αναφορές του ΜΚ6 ότι δήθεν κατά το προσπέρασμα ίσως η ταχύτητα του να ανήλθε το πολύ μέχρι τα 95 ΧΑΩ δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μάλιστα δε, αν όντως ο ΜΚ6 ανέπτυξε λίγη ταχύτητα με σκοπό το προσπέρασμα, όπως ισχυρίστηκε, σημαίνει ότι και πριν τον προσπέρασμα, ο ΜΚ6 οδηγούσε καθ' υπέρβαση του ανώτατου ορίου των 80ΧΑΩ. Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω ουσιαστική αντίφαση σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και συνυπολογίζοντας γενικά την συνολική παρουσία του ΜΚ6 στο εδώλιο του μάρτυρα καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ευρημάτων. Καλλίτσα Νεοφύτου (ΜΚ7) Την ίδια γνώμη έχω σχηματίσει και σε σχέση με την μαρτυρία της ΜΚ
- Κατ' αρχήν, η εν λόγω μάρτυρας αντιμετώπισε την μαρτυρία της εμφανώς συναισθηματικά και με εμπάθεια έναντι του κατηγορουμένου, ο οποίος κατά την δική της άποψη, προκάλεσε σε αυτήν και την οικογένεια της μεγάλο κακό. Πέραν τούτου, η ΜΚ7 δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστική ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Μεταξύ άλλων, δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει σε σχέση με την ταχύτητα του συζύγου της. Επίσης, σε πλήρη αντίφαση με όσα προκύπτουν από την πραγματική μαρτυρία, η ΜΚ7 ανέφερε ότι άκουσε τον ΜΚ6 να λέει «παναγία μου κρατηθείτε» και ταυτόχρονα πάτησε απότομα τα φρένα του αυτοκινήτου. Σύμφωνα με την ΜΚ7 τούτο έγινε όταν το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν σε απόσταση περίπου 5 μέτρων από το δικό τους αυτοκίνητο κάτι το οποίο διαψεύδεται από τα ίχνη τροχοπέδησης 42,30 μέτρων του μπροστινού δεξιού τροχού του οχήματος ΕΑΕ041 που καταλήγουν στο σημείο σύγκρουσης. Κατηγορούμενος Ούτε ο Κατηγορούμενος με έπεισε ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την πλήρη αλήθεια σε σχέση με τις συνθήκες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός του δρόμου περίπου 1 ½ μέτρο και ένοιωσε την ανάγκη σε εκείνο το σημείο να σταματήσει για να ελέγξει ξανά κατά πόσον υπήρχε όχημα στα δεξιά του, ενώ λίγο προηγουμένως είχε πλησιάσει, όπως είπε, την εξωτερική άσπρη γραμμή του κυρίου δρόμου, ελέγχοντας πάντα προς τα δεξιά. Θα ανέμενε κανείς ότι, από την στιγμή που είχε ελέγξει ήδη δεξιά πριν περάσει την άσπρη γραμμή, το πρώτο πράγμα που θα έκανε ο Κατηγορούμενος αφού πέρασε την άσπρη γραμμή, θα ήταν να ελέγξει αριστερά όπου η ορατότητα, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν περιορισμένη. Ακόμα πιο περίεργο είναι το γεγονός ότι ενώ ο Κατηγορούμενος είχε δει ότι σε απόσταση περίπου εκατό μέτρων, το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ6 κινήθηκε απότομα δεξιά ως η πορεία του και ενώ είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι το εν λόγω αυτοκίνητο ανέπτυξε ταχύτητα με σκοπό να προσπεράσει το μπροστινό όχημα, εντούτοις ο Κατηγορούμενος δεν έκανε οποιαδήποτε κίνηση για να αποφύγει ενδεχόμενη σύγκρουση. Τέλος, αξιοπερίεργο είναι και το γεγονός ότι ενώ ο Κατηγορούμενος γνώριζε για την περιορισμένη ορατότητα στο εν λόγω σημείο και παρά το ότι η χωμάτινη πλατεία από την οποία προσπάθησε να εξέλθει, έχει πλάτος 25 μέτρων εντούτοις κινήθηκε σε σημείο που ήταν πλησίον του όχθου με τις αροδάφνες και μάλιστα με τέτοια γωνία που τον ανάγκασε να εισέλθει στον δρόμο προκειμένου να αποκτήσει ορατότητα. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο ο Κατηγορούμενος δεν κινήθηκε πιο «ανοικτά», ήτοι σε μεγαλύτερη απόσταση από τους θάμνους και με διαφορετική κλίση, ώστε να φέρει τον εαυτό σε τέτοια θέση που να αποκτήσει ορατότητα πριν περάσει την άσπρη γραμμή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η 1η κατηγορία βασίζεται στο άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στην Adamis v Eracleous
(1982)1 CLR 746, 751, αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι ή είσοδος οχήματος σε δρόμο εξαρτάται από την κατάσταση της τροχαίας κίνησης την στιγμή που εισέρχεται, και αν η κατάσταση είναι τέτοια που να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη ο οδηγός οφείλει να μην εισέλθει μέχρις ότου είναι ασφαλές να το πράξει. Αν η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό που αποφασίζεται αναλόγως των περιστάσεων. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας κρίνω ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία ως προς το ποιες ήταν οι ακριβείς περιστάσεις στον κύριο δρόμο Λευκωσίας - Τροόδους κατά τον χρόνο που ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να εισέλθει στον εν λόγω δρόμο. Παραμένουν σοβαρά αναπάντητα ερωτήματα ως προς το που ακριβώς βρισκόταν ο ΜΚ6 την δεδομένη στιγμή και με ποια ταχύτητα κινείτο καθώς και σοβαρά ερωτηματικά σε σχέση με την ορατότητα του Κατηγορουμένου. Η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό, για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητο από τα αίτια του (βλ. Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1436). Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου και παρά το ότι ομολογουμένως η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου στην προκειμένη περίπτωση, εγείρει ερωτηματικά, ενόψει της απόρριψης της ουσιαστικής μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και ειδικότερα της μαρτυρίας των ΜΚ6 και ΜΚ7 αλλά και της μαρτυρίας που αφορά την ταχύτητα του ΜΚ6 και την ορατότητα από το σημείο που εξήλθε ο Κατηγορούμενος, δεν μπορεί να υπάρξει κατάληξη περί ενοχής του Κατηγορουμένου στον βαθμό που απαιτείται στις ποινικές υποθέσεις. Για τους ίδιους λόγους δεν μπορούν να υπάρξουν ασφαλή ευρήματα που να οδηγούν σε καταδίκη του Κατηγορουμένου στην δεύτερη κατηγορία που προνοεί ότι: «
(4)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει- (β) εισερχόμενος σε δρόμο με προτεραιότητα, να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος του ή να σταματά τελείως και να παραχωρεί δικαίωμα προτεραιότητας στην τροχαία που κινείται στον δρόμο αυτό·» Αποτελεί, συνεπώς, αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η και 2η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο