Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Bassam Mohsen, Αρ. Υπόθεσης: 6737/18, 20/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6737/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Bassam Mohsen Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2018 Για κατηγορούσα αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για Κατηγορούμενους: κα Σπ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, μετά από δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες:
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από πρόσωπο που έχει αποστερηθεί από Δικαστήριο του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 19 και 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/2000 Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος την 28.10.2017 στην Λεωφόρο Σταυρού στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΝΒ413 κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 10235/2016 το οποίο του στερούσε το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο από 5.5.2017 - 5.11.
- Συνεπεία τούτου, δεν υπήρχε σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης που να αφορά την ευθύνη του Κατηγορουμένου έναντι τρίτου. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει τεθεί έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Την έχω μελετήσει και την λαμβάνω υπόψη μου στο σύνολό της. Συνοψίζοντας, αναφέρω ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 31 ετών και κατάγεται από τη Συρία. Προέρχεται από οικογένεια μεσαίας εισοδηματικής τάξης. Το 2009 ήρθε στην Κύπρο για σπουδές και παρακολούθησε μαθήματα αρχιτεκτονικής σε ιδιωτικό κολέγιο. Αν και ολοκλήρωσε την παρακολούθηση των μαθημάτων, δεν εξασφάλισε το πτυχίο του, γιατί οφείλει μέρος των διδάκτρων στο κολέγιο. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, λόγω του εμφύλιου πολέμου στη χώρα του, παρέμεινε στην Κύπρο με το καθεστώς του αναγνωρισμένου πρόσφυγα. Απασχολήθηκε περιστασιακά σε διάφορες εργασίες ως εργάτης για να εξασφαλίζει τα προς το ζην. Το 2011, ο Κατηγορούμενος σύναψε γάμο στα πλαίσια του οποίου απέκτησε δύο παιδιά, 5 και 1 ετών αντίστοιχα. Οι οικογενειακές σχέσεις περιγράφονται ως αρμονικές. Στο παρόν στάδιο τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του λαμβάνουν επίδομα ως Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα ύψους €819,84 για κάλυψη βασικών αναγκών της οικογένειας και €280 για κάλυψη μέρους του ενοικίου. Από τα εισοδήματα αυτά, €480 μηνιαίως, καταβάλλονται για ενοίκιο. Πρόσφατα ο Κατηγορούμενος εργοδοτήθηκε με μερική απασχόληση ως εργάτης στις οικοδομές με απολαβές €200 μηνιαίως (το ποσό αυτό υπολογίζεται στο Ε.Ε.Ε.). Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε από την πρώτη στιγμή τα αδικήματα που έχει διαπράξει. Ζήτησε δε όπως ληφθούν υπ' όψιν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει τα αδικήματα, όντας δηλαδή κάτω από την εσφαλμένη εντύπωση ότι η περίοδος στέρησης είχε λήξει. Κάλεσε δε περαιτέρω το Δικαστήριο να συνυπολογίσει τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, τη διαβεβαίωση του ότι δεν πρόκειται να επαναλάβει οποιοδήποτε αδίκημα και ότι θα είναι πιο προσεκτικός στο μέλλον. Τέλος, επισημάνθηκε το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου. Η επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη και από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Είναι νομολογημένο ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη σε κάποιο αδίκημα συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632). Οι κατηγορίες στις οποίες ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή, όπως διαφαίνεται μέσα από την προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι πολύ σοβαρές. Θα σταθώ ιδιαίτερα στο αδίκημα της 1ης Κατηγορίας που είναι και το σοβαρότερο. Λέχθηκαν τα εξής στην απόφαση CCC Laundries (Paphos) Limited v. Ελισάβετ Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ 288: «Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής σε περιπτώσεις απείθειας σε νόμιμες διαταγές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί προσπάθεια αναμόρφωσης της οδικής συμπεριφοράς Κατηγορούμενου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δώσουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα τέτοια θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Προς επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω και συνυπολογίζω υπέρ του την άμεση παραδοχή του η οποία εξοικονομεί δικαστικό χρόνο και έξοδα και δείχνει περαιτέρω την μεταμέλεια του. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου όπως διαφαίνονται από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες όμως, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί στην 1η κατηγορία αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που, υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, δεν μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Είναι φανερό, ότι ο Κατηγορούμενος με την πράξη του να οδηγήσει ενώ ίσχυε η επιβολή του διατάγματος για στέρηση της άδειας οδηγού που είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Δεν χωρεί καμία δικαιολογία για αυτή του την πράξη, ενώ η ασύγγνωστη αδιαφορία του Κατηγορουμένου σε σχέση με την ακριβή χρονική περίοδο στέρησης που του έχει επιβληθεί δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση. Περαιτέρω, δεν έχει προβληθεί οτιδήποτε που ενδεχομένως να ελάφρυνε την θέση του Κατηγορουμένου όσον αφορά το κίνητρο που τον οδήγησε στην παρακοή. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στον Κατηγορούμενο, επιβάλλεται σε αυτόν στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Επιπλέον επιβάλλεται ποινή στέρησης του δικαιώματος του κατηγορουμένου να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 4 μηνών από σήμερα. Στην 2η Κατηγορία, o Κατηγορούμενος να υπογράψει εγγύηση ύψους €1000 για να τηρεί τους νόμους και κανονισμούς για 2 έτη από σήμερα. Σε σχέση με την 2η Κατηγορία, ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για 4 μήνες από σήμερα. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο