Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 24117/15, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24117/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Αντωνίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2018 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ελ. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Κόνιας Κατηγορούμενος, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οι λεπτομέρειες αδικήματος έχουν ως εξής: «Ο κατηγορούμενος την 21.12.2014 στον κυκλικό κόμβο ΜΕΤΡΟ στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX60, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του XXXXX Baldwin τέως από Παρισινό. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 8 μάρτυρες κατηγορίας. Κατατέθηκαν επίσης παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Μεταξύ άλλων, είναι παραδεκτό ότι ο XXXXX Baldwin απεβίωσε στις 6.3.2015 ένεκα πολυοργανικής ανεπάρκειας συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Πιο κάτω καταγράφω όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας χωρίς να προβαίνω σε οποιοδήποτε εύρημα ή αξιολόγηση ως προς την αλήθεια των αναφορών τους. Α/Λοχ.XXXXX7 XXXXX Χρίστου (ΜΚ1) Στις 21.12.2014 και ώρα 10:05, ο ΜΚ1 ήταν ο πρώτος αστυνομικός που επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο έγινε στον κυκλικό κόμβο ΜΕΤΡΟ στον Στρόβολο. Εκεί εντόπισε τον Κατηγορούμενο ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα με ένα ποδήλατο, ο οδηγός του οποίου είχε τραυματιστεί και μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι εντός του κυκλικού κόμβου βρισκόταν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX60 το οποίο δεν μετακινήθηκε καθόλου μετά την άφιξη του ιδίου στην σκηνή. Στην δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου και ελαφρώς πιο πίσω, υπήρχε μεγάλη κηλίδα αίματος στην άσφαλτο. Το ποδήλατο δεν ήταν στην σκηνή. Μετά από λίγο προσήλθε στο σημείο ο Αστ.XXXXX5 XXXXX Χρίστου του τμήματος δυστυχημάτων ο οποίος ανέλαβε τις εξετάσεις για το τροχαίο δυστύχημα. Κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Αστ.XXXXX5 XXXXX Χρίστου έχει αποβιώσει τον Μάιο του
- Α/Λοχ.XXXXX0 XXXXX Ορφανός (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 26.4.2015 μετέβη με τον Αστ.XXXXX5 στην σκηνή του δυστυχήματος όπου έκαναν δοκιμές για να διαπιστώσουν τον χρόνο που χρειάστηκε ο Κατηγορούμενος να διανύσει με το όχημα του την απόσταση από το σημείο στάσης στην είσοδο του κυκλικού κόμβου μέχρι το σημείο επαφής με τον ποδηλάτη. Αφού έγινε αποκοπή του δρόμου, ο Κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα του στο σημείο που είχε σταματήσει κατά την ημέρα του δυστυχήματος, ενώ ο Αστ.XXXXX5 βρισκόταν στο σημείο επαφής. Με υπόδειξη του ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος εκκινούσε οδηγώντας το όχημα XXXXX60 και ο Αστ.XXXXX5 μετρούσε τον χρόνο που χρειαζόταν μέχρι ο Κατηγορούμενος να φτάσει στο σημείο σύγκρουσης. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης δεν έχει προσωπική γνώση καθότι ο ίδιος δεν είδε ποτέ τον Κατηγορούμενο να υποδεικνύει οποιοδήποτε σημείο. Συμφώνησε επίσης ότι, κατά τη διενέργεια των δοκιμών, ο Κατηγορούμενος υπέδειξε τη θέση όπου ο ίδιος υπολόγισε ότι σταμάτησε τη μέρα του δυστυχήματος. Η διαδικασία έγινε 4 φορές και ο Αστ.XXXXX5 κατέγραψε τους χρόνους που κατέληγαν σε μέσο όρο 5,5 δευτερολέπτων. Ο ΜΚ2 ανέφερε επίσης ότι ο Αστ.XXXXX5 είχε ετοιμάσει κάποιο σχέδιο στο οποίο φαίνονται οι διάφορες μετρήσεις, η θέση του αυτοκινήτου, το σημείο επαφής και το σημείο που ο Κατηγορούμενος είχε σταματήσει το αυτοκίνητο του (βλ. Τεκμήριο 4). Ο Κατηγορούμενος υπέγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο. Υπαστυνόμος XXXXX Θεμιστοκλέους (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 είναι υπεύθυνος κλάδου δυστυχημάτων της Τροχαία Λευκωσίας. Μέρος των καθηκόντων του είναι μελέτη όλων των υποθέσεων δυστυχημάτων. Σε όλα τα θανατηφόρα δυστυχήματα, έχει επίσης την εποπτεία και πάει στη σκηνή. Στην παρούσα περίπτωση το δυστύχημα δεν ήταν αρχικά θανατηφόρο για αυτό και η επίσκεψη στην σκηνή έγινε μόνο από τον Αστ.XXXXX
- Λαμβάνοντας υπόψη το πρόχειρο σχέδιο και την κατάθεση που έδωσε ο Κατηγορούμενος, ο ΜΚ3 έδωσε οδηγίες όπως γίνει αναπαράσταση του δυστυχήματος (βλ. Τεκμήριο 4 και Τεκμήριο 6). Μετά το πέρας της διερεύνησης, συνέταξε σχετική έκθεση στην οποία κατέγραψε τις εξετάσεις στις οποίες προέβη ο Αστ.XXXXX5, σύμφωνα με τις καταθέσεις που πήρε και στο τέλος κατέληξε σε κάποιες παρατηρήσεις όσον αφορά την τελική διάθεση της υπόθεσης. Ο μάρτυρας παρουσίασε σχέδιο που λήφθηκε από το τμήμα δημοσίων έργων στο οποίο απεικονίζεται ο κόμβος του Μετρό όπως ήταν όταν παραδόθηκε στην κυκλοφορία (βλ. Τεκμήριο 5). XXXXX Αγγελή (ΜΚ4) Στις 21.12.2014 και περί ώρα 09:45, ο ΜΚ4 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με κατεύθυνση τον κυκλικό κόμβο ΜΕΤΡΟ. Είχε ως συνοδηγό τον ΜΚ
- Φθάνοντας στον κυκλικό κόμβο ΜΕΤΡΟ κινείτο στην μεσαία από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και εισήλθε κανονικά στον κυκλικό κόμβο αφού προηγουμένως έλεγξε δεξιά του. Μόλις εισήλθε στον κυκλικό κόμβο αντιλήφθηκε ότι μπροστά του, σε απόσταση περίπου 10 μέτρων, υπήρχε σταματημένο ένα αυτοκίνητο μάρκας Mercedes. Στην δεξιά πλευρά και ελαφρώς πιο πίσω από το εν λόγω αυτοκίνητο βρισκόταν ένας άντρας, πεσμένος στην άσφαλτο στην αριστερή του πλευρά. Ο εν λόγω άντρας είχε ανάμεσα στα πόδια του ένα ποδήλατο. Τότε, ο ΜΚ4 ακινητοποίησε το αυτοκίνητο του εντός του κυκλικού κόμβου και προσπάθησε να βοηθήσει με την τροχαία κίνηση. Μετά από λίγο, κατέφθασε στο μέρος ασθενοφόρο το οποίο παρέλαβε τον τραυματία. Ο ΜΚ4 παρέμεινε για λίγο ακόμη στο μέρος και αφού μίλησε για λίγο με τον Κατηγορούμενο του είπε να παραμείνει το μέρος μέχρι να έρθει αστυνομία. Στη συνέχεια αποχώρησε μαζί με τον συνοδηγό του. Δεν γνωρίζει τι απέγινε το ποδήλατο. XXXXX Ιωακείμ ΜΚ5 Ο ΜΚ5 ήταν συνοδηγός στο όχημα του ΜΚ
- Ανέφερε ότι ο ΜΚ4 εισήλθε στον κυκλικό κόμβο και αμέσως είδαν σε απόσταση 15 - 20 μέτρων μπροστά τους ένα σταματημένο αυτοκίνητο και στα δεξιά του ένα ποδηλάτη να βρίσκεται ακίνητος στο έδαφος, έχοντας το ποδήλατο ανάμεσα στα πόδια του. Ο ΜΚ4 σταμάτησε το όχημα του, διαγώνια πίσω από το αυτοκίνητο και τον ποδηλάτη για να τον προστατεύσει. Κατέβηκαν και οι δύο από το αυτοκίνητο με σκοπό να παρέχουν βοήθεια. Ο ΜΚ5 είδε τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται στην σκηνή και να δείχνει χαμένος και έτσι κάλεσε ο ίδιος αστυνομία και ασθενοφόρο. Είδε επίσης ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου είχε ένα κτύπημα στην πόρτα του οδηγού, αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει αν εκείνο ήταν το σημείο όπου συγκρούστηκε το ποδήλατο. Ο ποδηλάτης φαινόταν να έχει αναπνοή και σφυγμό και έχανε αίμα από το κεφάλι. Μετά από παρότρυνση κάποιου άνδρα, ο οποίος ανέφερε ότι είναι γιατρός, αφαίρεσαν το ποδήλατο από τα πόδια του τραυματία και το τοποθέτησαν σε μικρό πεζοδρόμιο δεξιά του τραυματία. Ο ΜΚ5 διαπίστωσε ότι ο ποδηλάτης δεν έφερε κράνος ασφαλείας. Παρέμεινε στην σκηνή μέχρι την άφιξη ασθενοφόρου και αφού είπε στον Κατηγορούμενο να παραμείνει στην σκηνή, αποχώρησαν με τον ΜΚ
- XXXXX Μαραθεύτη (ΜΚ6) Η ΜΚ6 ανέφερε ότι στις 21.12.2014 και περί η ώρα 09:55 οδηγούσε το ποδήλατο της στη Λεωφόρο Στροβόλου όταν ένας άγνωστος άνδρας της ανάφερε ότι χτυπήθηκε ένας ποδηλάτης στον κυκλικό κόμβο του METRO. Μετέβη στο μέρος, όπου διαπίστωσε ότι υπήρχε όντως ένας άγνωστος προς την ίδια ποδηλάτης, πεσμένος στο έδαφος και στα πόδια του υπήρχε το ποδήλατο του. Στη σκηνή υπήρχαν 3 με 4 σταματημένα αυτοκίνητα μεταξύ των οποίων και ένα Mercedes. Στην σκηνή ήταν επίσης ο οδηγός του Mercedes ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και φώναζε ότι σκότωσε τον ποδηλάτη. Η ΜΚ6 προσπάθησε να τον ηρεμήσει λόγω του ότι ήταν πολύ αναστατωμένος. Η ΜΚ6 παρέμεινε στο μέρος για βοήθεια και αναζήτησε το κράνος του ποδηλάτη χωρίς όμως αποτέλεσμα. Εντόπισε μόνο κάποια προσωπικά αντικείμενα του ποδηλάτη. Μετά που ο τραυματίας μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο, η ΜΚ6 θέλησε να προστατεύσει την περιουσία του ποδηλάτη και έτσι πήρε το ποδήλατο του και το μετέφερε το ποδήλατο στο σπίτι της για φύλαξη. Αργότερα, μετέβη στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου όπου εντόπισε συγγενικά πρόσωπα του μοτοποδηλάτη και διευθέτησε την παράδοση του ποδηλάτου σε αυτούς. XXXXX Ανδρέου (ΜΚ7) Ο ΜΚ7 είναι αδελφός της συζύγου του XXXXX Baldwin. Στις 21.12.2014 ενημερώθηκε από την αδελφή του ότι ο θανών βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μετά από τροχαίο δυστύχημα. Μετέβη στην μονάδα εντατικής θεραπείας και ενόσω ήταν εκεί ήρθε η ΜΚ6 η οποία ανέφερε ότι το ποδήλατο βρίσκεται στην κατοχή της. Αντάλλαξαν στοιχεία και έφυγε από το μέρος αφού προηγουμένως συνεννοήθηκαν για την παραλαβή του ποδηλάτου. Στην συνέχεια, επικοινώνησαν μαζί του από την Τροχαία Λευκωσίας και τον ρώτησαν αν γνώριζε κάτι σχετικά με το ποδήλατο. Τότε ο MK7 τους έδωσε τα στοιχεία της ΜΚ
- Την 22.12.2014 και περί ώρα 14:00, ο ΜΚ7 παρέλαβε το ποδήλατο από την ΜΚ
- Στις 23.12.2014 το μετέφερε στην Τροχαία Λευκωσίας. Λοχ.XXXXX1 XXXXX Θεοκλέους (ΜΚ8) Ο ΜΚ8 είναι κάτοχος πιστοποιητικών τα οποία σχετίζονται με την διερεύνηση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων καθώς και με γνώσεις τεχνικού ελέγχου μηχανοκινήτων οχημάτων. Στις 23.12.2014 έλεγξε το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX60 καθώς και το ποδήλατο που εμπλεκόταν στο δυστύχημα. Ανέφερε ότι η 1η επαφή στο αυτοκίνητο βρισκόταν στην πόρτα του οδηγού του αυτοκινήτου όπου υπήρχε γδάρσιμο μήκους 34 εκατοστών σε ύψος 73 εκατοστών από το έδαφος και σε απόσταση 2 μέτρων από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Υπήρχε επίσης βούλωμα στην πόρτα που βρίσκεται πίσω από την πόρτα του οδηγού και ακολούθως τρίψιμο μήκους 48 εκατοστών με φορά προς τα πίσω. Στο τέλος, υπήρχε διπλό βούλωμα στην άκρη του πισινού δεξιού φτερού του αυτοκινήτου. Ο ΜΚ8 προέβη σε ταύτιση των ζημιών τ αυτοκίνητο με τις ζημιές στο ποδήλατο. Οι ζημιές στο ποδήλατο βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά του τιμονιού και στο πίσω μέρος του καθίσματος του. Όλες οι ζημιές ήταν πρόσφατες και προκλήθηκαν κατά το δυστύχημα. Κατά τον έλεγχο των δύο οχημάτων, ο ΜΚ8 δεν εντόπισε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το δυστύχημα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο Κατηγορούμενος, μέσω του συνηγόρου του, εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συναφώς εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές για υποστήριξη των θέσεων τους είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Σε διαφορετική περίπτωση είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Εξετάζεται επομένως μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο κατηγορούμενος στην παρούσα κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, απαιτείται η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπίτης κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220) Όπως έχει νομολογηθεί, η «απερίσκεπτη» ενέργεια, δεν στοιχειοθετείται μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στην R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 στην οποία αναφέρθηκε κατ' επανάληψιν το Ανώτατο Δικαστήριο, διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, ). Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving. Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε ότι το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App.Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο άλλου προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση, η μαρτυρία που προσέφερε η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι αντινομική ούτε περιέχει θεμελιακές αντιφάσεις, ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί καταφανώς αναξιόπιστη. Δεν είναι η περίπτωση που να μπορούσε να θεωρηθεί ότι για ένα τέτοιο λόγο δεν αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως πραγματική πιθανότητα καταδίκης (βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας
(2002)1 ΑΑΔ 104. 136). Δεν υποστηρίχθηκε άλλωστε κάτι τέτοιο. Εκείνο που υποστηρίχθηκε είναι ότι μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Το μόνο που προκύπτει μέσα από την μαρτυρία που πρόσφερε η Κατηγορούσα αρχή, είναι ότι έγινε ένα τροχαίο δυστύχημα στον κυκλικό κόμβο METRO με εμπλεκόμενα μέρη τον Κατηγορούμενο και τον XXXXX Balwin. Κανένας όμως από τους μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει ποια ήταν η πράξη ή η συμπεριφορά που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο και η οποία να συγκαταλέγεται στον ορισμό της απερίσκεπτης ή επικίνδυνης ή αλόγιστης πράξης, ως οι όροι αυτοί επεξηγήθηκαν πιο πάνω. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι τα σχέδια τα οποία παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και ετοιμάστηκαν από τον Αστ.XXXXX5, κατατέθηκαν για περιορισμένο σκοπό, ήτοι ως σχέδια τα οποία όντως ετοιμάστηκαν από το εν λόγω πρόσωπο. Από εκεί και πέρα το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να μπορεί να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο των εν λόγω σχεδίων. Εξάλλου, αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επισημάνθηκε στην Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα. Έχω κατά νου ότι τα σχέδια αποτελούν οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307). Στην απουσία όμως μαρτυρίας η οποία να μπορεί να τεκμηριώσει ή να εξηγήσει το περιεχόμενο των εν λόγω σχεδίων δεν μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Δεν υπάρχει για παράδειγμα οποιαδήποτε μαρτυρία για την ακριβή πορεία του ποδηλάτη, ή την ταχύτητα με την οποία κινείτο ή αν ήταν εντός του οπτικού πεδίου του Κατηγορουμένου όταν ο τελευταίος επιχείρησε να εισέλθει εντός του κυκλικού κόμβου από την γραμμή στάσης. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι η Κατηγορούσα δεν έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης την κατηγορία. Το γεγονός ότι το όχημα του Κατηγορουμένου συγκρούστηκε με το ποδήλατο, δεν μπορεί από μόνο του να στοιχειοθετήσει σφάλμα του Κατηγορουμένου. Δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του Κατηγορουμένου η οποία να μπορέσει να αποτελέσει υπόβαθρο για εξαγωγή συμπεράσματος ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε απερίσκεπτα, επικίνδυνα ή αλόγιστα και ότι συνεπεία αυτής της συμπεριφοράς επέφερε τον θάνατο του XXXXX Baldwin. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα επιτελούσε ένα και μόνο σκοπό ∙ να δώσει στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Υπό το φως των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί της κατηγορίας από το στάδιο αυτό, χωρίς να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο