← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαραγκός, Υπόθεση Αρ: 24839/2015, 9/5/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαραγκός, Υπόθεση Αρ: 24839/2015, 9/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Υπόθεση Αρ: 24839/2015 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Μαραγκός Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 9 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κα Νάγια Ζαχαριάδη για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Η 1η κατηγορία αφορά πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις επί του κατηγορητηρίου λεπτομέρειες, ο κατηγορούμενος στις 29.8.2013 στη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX68, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο της XXXXX Λοϊζίδου. Η 2η κατηγορία αφορά υπέρβαση ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(2)
(3)και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και η 3η κατηγορία αφορά παράλειψη να ελαττώσει την ταχύτητα του οχήματος του όταν προσέγγισε διασταύρωση κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(4)(ε) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η Κατηγορία, κατηγορείται ότι οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα με ταχύτητα 63ΧΑΩ αντί 50ΧΑΩ και παρέλειψε να ελαττώσει την ταχύτητα του οχήματος του σε ασφαλές υπό τις περιστάσεις όριο, όταν προσέγγιζε την διασταύρωση της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με την οδό Ευγενίας & Αντωνίου Θεοδότου και Λεωφόρου Καλλιπόλεως. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 6 μάρτυρες κατηγορίας (στο εξής «ΜΚ»). Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανωμοτί δήλωση. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΚΟΙΝΩΣ ΑΠΟΔΕΚΤΑ ΚΑΙ/Ή ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Προτού προχωρήσω στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που έδωσε ο κάθε μάρτυρας, παραθέτω τα γεγονότα εκείνα που είναι αποδεκτά από τους διαδίκους και/ή δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ειδικότερα: Στις 29.8.2013 και περί ώρα 08:45 έγινε τροχαίο δυστύχημα στη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα στον Άγιο Αντώνιο, στη Λευκωσία (στο εξής «το δυστύχημα»). Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας και ενώ ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Εμπλεκόμενοι ήταν από την μια, ο Κατηγορούμενος ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX68 μάρκας Toyota Corolla τύπου Van και από την άλλη, η πεζή XXXXX Λοϊζίδου, ηλικίας 86 ετών από τον Άγιο Αντώνιο (στο εξής «το θύμα»). Πιο συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το πιο πάνω όχημα στη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Παλλουριώτισσα. H Λεωφόρος Διγενή Ακρίτα είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπάρχουν πεζοδρόμια. Στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας από τις δύο λωρίδες που προορίζονται για την κατεύθυνση του Κατηγορουμένου, οδηγούσε το αυτοκίνητο του ο αυτόπτης μάρτυρας XXXXX Μαραγκός (ΜΚ4), κινούμενος προς την ίδια κατεύθυνση με τον Κατηγορούμενο και προπορευόταν του οχήματος του τελευταίου. Στις δύο λωρίδες που προορίζονται για την αντίθετη κατεύθυνση υπήρχαν οχήματα αγνώστων στοιχείων σταματημένα σε αναμονή στα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με την οδό Ευγενίας & Αντωνίου Θεοδότου και Λεωφόρου Καλλιπόλεως. Το θύμα επιχείρησε να διασταυρώσει την Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα από δεξιά προς αριστερά ως η πορεία του Κατηγορουμένου, περνώντας δια μέσω των εν λόγω σταματημένων οχημάτων. Αφού το θύμα πέρασε δια μέσω των σταματημένων οχημάτων και αφού πέρασε μπροστά από το όχημα του ΜΚ4, ο οποίος είχε σταματήσει το όχημα του έγκαιρα, το θύμα συνέχισε την πορεία του για να διασταυρώσει την αριστερότερη λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία το Κατηγορουμένου. Εκείνη την στιγμή το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος κινείτο στην αριστερή από τις δύο λωρίδες που προορίζονται για την κατεύθυνση που ακολουθούσε. Κάτω από συνθήκες που θα διερευνηθούν πιο κάτω επήλθε η σύγκρουση του οχήματος του Κατηγορουμένου στο σώμα του θύματος. Συνεπεία του δυστυχήματος, το θύμα τραυματίστηκε κρίσιμα και υπέκυψε στα τραύματα της την ίδια μέρα και περί ώρα 14:26 στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο θάνατος της προήλθε από πολυτραυματισμό συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος που προηγήθηκε. Το θύμα δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας πριν το δυστύχημα, είχε σώας τα φρένας και δεν χρησιμοποιούσε βοήθημα για περπάτημα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική τους εμφάνιση. Αποτίμησα την παρουσία τους στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Επισημαίνω επίσης ότι τα σχέδια αποτελούν στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελούν περαιτέρω, οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α ΑΑΔ 267). Έχω επίσης υπόψη μου ότι αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επισημάνθηκε στην Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα. Λοχ.XXXXX8 XXXXX Κωνσταντίνου (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 ανέλαβε χρέη εξεταστή της υπόθεσης. Στις 29.8.2013 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος και συνέλεξε πληροφορίες τις οποίες κατέγραψε στο πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε (βλ. Τεκμήριο 5). Από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος ετοίμασε σχέδιο σε κλίμακα 1:300 (βλ. Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με τον ΜΚ2, η ορατότητα του Κατηγορουμένου προς τα εμπρός ήταν πέραν των 100 μέτρων. Η ορατότητα του όμως προς την πεζή, εμποδιζόταν από οχήματα αγνώστου τύπου, δια μέσω των οποίων το θύμα διασταύρωνε και τα οποία ήταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, σταματημένα στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης. Η πεζή ήταν πολύ κοντή (1,50 μέτρο) και συγκεκριμένα πιο κοντή και από το ύψος ενός συνηθισμένου σαλούν οχήματος. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου εμποδιζόταν επίσης από το όχημα του ΜΚ4 που προπορευόταν του οχήματος του και κινείτο προς την ίδια κατεύθυνση. Ο ΜΚ2 προέβη σε διάφορους υπολογισμούς με σκοπό να δώσει φως στις συνθήκες του δυστυχήματος. Παρουσίασε δε στο Δικαστήριο σχέδιο αναπαράστασης (βλ. Τεκμήριο 7). Μεταξύ άλλων, ο ΜΚ2 έλαβε υπόψη του ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 34 ετών με μέσο χρόνο αντίδρασης 1,5 δευτερόλεπτο. Από την άλλη, το θύμα ήταν ηλικίας 86 ετών. Σύμφωνα με την βιβλιογραφία «IMPACT Autumn 1988» που αφορά την κίνηση πεζών (βλ. Τεκμήριο 4), μία γυναίκα ηλικίας 60 ετών και άνω διανύει περπατώντας με γρήγορο βήμα 1,40 μέτρα το δευτερόλεπτο. Συνεπώς, η πεζή διένυσε 11.2 μέτρα από τη δεξιά άκρη του πεζοδρομίου μέχρι την περιοχή επαφής σε χρόνο 8 δευτερολέπτων. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 κατέληξε ότι το αυτοκίνητο XXXXX68 κινείτο με ταχύτητα 63.65 ΧΑΩ πριν αρχίσει την τροχοπέδηση του (βλ. επίσης πιο κάτω την μαρτυρία της ΜΚ5). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι όταν ο Κατηγορούμενος είδε κάποιο κίνδυνο και αποφάσισε να αντιδράσει, βρισκόταν σε απόσταση 47 μέτρων πίσω από την περιοχή επαφής. Την ίδια στιγμή, η πεζή βρισκόταν σε απόσταση 4,7 μέτρων από την περιοχή επαφής. Μέχρι να χρησιμοποιήσει τα φρένα του, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε σε απόσταση 21 μέτρων πίσω από το σημείο που χτυπήθηκε η πεζή. Όταν το αυτοκίνητο XXXXX68 άρχισε την τροχοπέδηση, η πεζή βρισκόταν σε απόσταση 2.6 μέτρων πριν την περιοχή επαφής και καλυπτόταν από το αυτοκίνητο του αυτόπτη μάρτυρα. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, αν το αυτοκίνητο XXXXX68 κινείτο με ταχύτητα 50ΧΑΩ και αντιδρούσε σε απόσταση 47 μέτρων, τότε θα σταματούσε σε απόσταση 34,82 μέτρα, ήτοι 12,18μ πίσω από το σημείο επαφής και δεν θα κτυπούσε την πεζή. Ο ΜΚ2 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επίσης, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Αποδέχομαι ότι ήταν σε θέση ένεκα της εμπειρίας του και των προσόντων του να αποτυπώσει επί του σχεδίου τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή. Ανέφερε ότι δεν εντόπισε κάτι εντός του δρόμου για να μπορέσει να τοποθετήσει με ακρίβεια συγκεκριμένο σημείο επαφής του αυτοκινήτου με την πεζή και ότι η περιοχή επαφής καθορίστηκε αφού λήφθηκαν υπόψη η πορεία και η ζημιά που υπέστη το ενεχόμενο όχημα, το σημείο πτώσης του θύματος και οι υποδείξεις του ΜΚ
  1. Περαιτέρω, ο μάρτυρας, χωρίς πρόθεση να αποκρύψει οτιδήποτε, ανέφερε ότι είναι πολύ πιθανόν η πεζή, ένεκα και του ύψους της, να μην ήταν ορατή στον Κατηγορούμενο. Επίσης, ο ΜΚ2 συμφώνησε κατά την αντεξέταση του ότι ενδεχομένως οι πληροφορίες που χρησιμοποιήθηκαν από την Αστυνομία σε σχέση με τον βηματισμό της πεζής, να διαφέρουν από τις συνθήκες του επίδικου δυστυχήματος. Και τούτο διότι σύμφωνα με βιβλιογραφία (βλ. Τεκμήριο 4) για τη διενέργεια των μετρήσεων δεν χρησιμοποιήθηκαν άτομα άνω των 60 ετών. Ο ΜΚ2 συμφώνησε τέλος ότι, οι μαθηματικές πράξεις και όλα τα ευρήματα που αφορούν τον βηματισμό της πεζής και το σημείο επαφής τροποποιούνται αναλόγως του ακριβούς σημείου επαφής. Ανέφερε ειδικότερα ότι η περιοχή επαφής δεν είναι συγκεκριμένο σημείο αλλά μια περιοχή την οποία καθόρισε κατά προσέγγιση, με διάμετρο περίπου 1 μέτρο. Όντως, θεωρώ ότι το γεγονός ότι το σημείο «Χ» είναι περιοχή με διάμετρο 1 μέτρου και όχι ακριβές σημείο, εκθεμελιώνει και τις μετρήσεις που έγιναν σε σχέση με τον χρόνο που η πεζή διένυσε απόσταση 11,2 μέτρων αλλά και το ακριβές σημείο που βρισκόταν η πεζή όταν άρχισε η τροχοπέδηση του οχήματος του Κατηγορουμένου. Συνεπώς, αν και αποδέχομαι ότι ο ΜΚ4 είναι αξιόπιστος μάρτυρας δεν μπορώ να καταλήξω σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με την ταχύτητα με την οποία περπατούσε το θύμα και τον χρόνο που χρειάστηκε για να διανύσει την απόσταση μέχρι το σημείο επαφής. Ούτε αποδέχομαι την θέση ότι αν ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 50ΧΑΩ αντί 63ΧΑΩ, η σύγκρουση με την πεζή θα είχε αποφευχθεί. Αστ.XXXXX6 XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ5) Η ΜΚ5 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος, όπου διαπίστωσε ότι υπήρχαν στην άσφαλτο φρέσκα ίχνη τροχοπέδησης μήκους 22,70 μέτρων τα οποία ανήκαν στο αυτοκίνητο XXXXX
  2. Ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε τα εν λόγω ίχνη ως ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του. Η ΜΚ5 χρησιμοποίησε το αυτοκίνητο XXXXX68 και προέβη σε δύο δοκιμές τροχοπέδησης αφού πρώτα τοποθέτησε σε αυτό την συσκευή Skidman με αρ.
  3. Καταγράφηκαν δύο αποτελέσματα, ήτοι 0.723 και 0.702 αντίστοιχα (βλ. Τεκμήριο 17). Χρησιμοποιώντας σχετικό μαθηματικό τύπο, η ΜΚ2 κατέληξε ότι η ελάχιστη ταχύτητα του αυτοκινήτου XXXXX68 κατά την έναρξη της τροχοπέδησης ήταν 63ΧΑΩ. Η ΜΚ5 μου έκανε θετική εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Επίσης δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 ΑΑΔ 1193 οποτεδήποτε τίθεται ζήτημα υπολογισμού της ταχύτητας οχήματος με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης χρειάζεται μαρτυρία ειδικού εμπειρογνώμονα και δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να καταλήγει σε συμπεράσματα για την ταχύτητα του οχήματος, στην απουσία μαρτυρίας ειδικού (βλ. επίσης Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816). Στην προκειμένη περίπτωση, η ΜΚ5 είναι άτομο που έχει τύχει εκπαίδευσης σε θέματα τροχαίας κίνησης και είναι χειριστής της συσκευής Skidman. Επίσης υπηρετεί για αρκετά χρόνια στο τμήμα Τροχαίας της Αστυνομικής Δύναμης. Τα πιο πάνω προσόντα δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης. Κρίνω ότι η ΜΚ5 είναι άτομο που μπορεί να εκφέρει γνώμη ως ειδικός σε ζητήματα εύρεσης ταχύτητας. Η υπεράσπιση δεν έχει αμφισβητήσει ότι ο μαθηματικός τύπος που χρησιμοποίησε η μάρτυρας δεν είναι επαρκής ώστε να οδηγήσει σε συμπέρασμα για την ταχύτητα στη βάση των ιχνών τροχοπέδησης. Ούτε έχει υποβληθεί οποιαδήποτε θέση αντίθετη με την κατάληξη της μάρτυρος ότι η ταχύτητα του οχήματος κατά τον χρόνο έναρξης της τροχοπέδησης ήταν 63 ΧΑΩ. Επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί ότι τα ίχνη τροχοπέδησης μήκους 22,70 μέτρων δεν ανήκαν στο όχημα του Κατηγορουμένου. Ως προς τούτο όμως, αποδέχομαι την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ5 η οποία δεν βασίστηκε απλά στην υπόδειξη του ίδιου του Κατηγορουμένου, αλλά προέβη σε ταύτιση των ραβδώσεων των ιχνών με το πέλμα του ελαστικού του οχήματος του Κατηγορουμένου. Η μάρτυρας υποστήριξε την θέση της με παραπομπή σε σχετικές φωτογραφίες. Εξάλλου, στην κατάθεση του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η αστυνομία προέβη στην παρουσία του σε έλεγχο για εξακρίβωση της ταχύτητάς του από τα ίχνη φρένων που εντοπίστηκαν στη σκηνή. Θα ανέμενε κανείς ότι αν ο Κατηγορούμενος πίστευε ότι τα ίχνη που βρέθηκαν στην σκηνή δεν ήταν ίχνη που προέρχονταν από το όχημα του, θα εξέφραζε την διαμαρτυρία ή την διαφωνία του εν ευθέτω χρόνω. Επίσης, η εισήγηση της υπεράσπισης ότι οι μετρήσεις θα άλλαζαν αν το σημείο επαφής ήταν διαφορετικό δεν ευσταθεί. Τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν μήκους 22,70 μέτρα και δεν αλλάζουν ανάλογα με το σημείο επαφής. Η υπεράσπιση εισηγήθηκε τέλος ότι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν προσπέρασε το όχημα του ΜΚ4, δείχνει ότι ο πρώτος κινείτο με ταχύτητα μικρότερη ή τουλάχιστον ίση με τον ΜΚ
  1. Το επιχείρημα δεν ευσταθεί. Όντως, αν κάποιος κινείται με ταχύτητα μεγαλύτερη από κάποιον άλλο είναι λογικό ότι ο πρώτος θα προσπεράσει τον δεύτερο. Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει τα δύο οχήματα να εκκίνησαν είτε από το ίδιο σημείο ή εν πάση περιπτώσει η απόσταση μεταξύ τους να είναι τέτοια που με την παρέλευση κάποιου λογικού χρονικού διαστήματος ο ένας να προσπεράσει τον άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς την απόσταση η οποία χώριζε το όχημα του Κατηγορουμένου από το όχημα του ΜΚ
  2. Ούτε υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με την ταχύτητα του ΜΚ4 πριν φτάσει στα φώτα τροχαίας όπου και ελάττωσε. Συνεπώς, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν προσπέρασε τον ΜΚ4 ουδεμία αποδεικτική αξία έχει σε σχέση με την ταχύτητα του Κατηγορουμένου. Αυτόπτης Μάρτυρας (ΜΚ4) Ο ΜΚ4 ονόματι XXXXX Μαραγκός, υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήρια 13 και 14). Σε αυτές ανέφερε ότι στις 29.8.2013 και περί η ώρα 08:45 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα με κατεύθυνση τα φώτα της διασταύρωσης της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με την οδό Ευγενίας & Αντωνίου Θεοδότου και Λεωφόρου Καλλιπόλεως. Είχε πρόθεση να περάσει τα φώτα και να κατευθυνθεί ευθεία. Κινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η κατεύθυνση του και μπροστά του δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο. Πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας, είδε ότι το φώς για την πορεία του ήταν κόκκινο και ελάττωσε ταχύτητα. Λίγο πριν φτάσει στα φώτα, το φώς έγινε πράσινο και έτσι συνέχισε την πορεία του. Η ορατότητα του προς τα εμπρός ήταν πολύ καλή. Δεν πρόσεξε αν στην αριστερή λωρίδα ή πίσω του υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα. Πρόσεξε όμως, ότι και οι δύο λωρίδες της αντίθετης κατεύθυνσης ήταν γεμάτες με αυτοκίνητα τα οποία ήταν ακόμα σταματημένα στα φώτα τροχαίας. Καθώς άρχισε να περνά, την διασταύρωση και ενώ κινείτο με ταχύτητα περίπου 35ΧΑΩ, είδε ξαφνικά μία ηλικιωμένη γυναίκα να κινείται από δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του και να ξεπροβάλλει ανάμεσα από τα σταματημένα αυτοκίνητα. Ειδικότερα, η πεζή ξεπρόβαλε πίσω από ένα όχημα τύπου Van πράσινου χρώματος το οποίο ήταν σταματημένο ως 2ο στην σειρά στα φώτα τροχαίας. Η εν λόγω γυναίκα προσπαθούσε με πολύ γρήγορο και βιαστικό βήμα να διασταυρώσει τον δρόμο. Το πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας ήταν στραμμένο κατά πάνω του. Αμέσως, ο ΜΚ4 πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου και κατάφερε να σταματήσει. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν σταμάτησε καθόλου και συνέχισε να διασταυρώνει τον δρόμο. Την ώρα που σταμάτησε, ο ΜΚ4 άκουσε θόρυβο φρένων πίσω του. Τότε, κοίταξε αριστερά και είδε λίγο πιο μπροστά από το αυτοκίνητο του την ηλικιωμένη γυναίκα να βρίσκεται στον αέρα πάνω από το αριστερό μπροστινό φανάρι ενός αυτοκινήτου χρώματος άσπρου το οποίο ήταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και σχεδόν είχε σταματήσει. Ο ΜΚ4 κατέθεσε με σαφήνεια και ανεξάρτητα αφού δεν συνδεόταν με οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Η συνωνυμία με το επίθετο του Κατηγορουμένου είναι τυχαία και δεν υπάρχει μεταξύ των δύο προσώπων οποιαδήποτε συγγενική σχέση. Κρίνω ότι ο μάρτυρας θυμόταν όσα διαδραματίστηκαν και δεν θέλησε να πει κάτι περισσότερο από αυτά που είδε εκείνο το πρωινό και ανέφερε ότι όλα έγιναν σε δευτερόλεπτα και ούτε ο ίδιος κατάλαβε πώς έγινε το όλο συμβάν. Ο μάρτυρας δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Μάρτυρες Κατηγορίας 1, 3 και 6 Οι μάρτυρες Κατηγορίας υπ' αριθμό 1,3 και 6 παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με πρόθεση να βοηθήσουν. Η συνολική παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα χαρακτηρίζεται από φυσικότητα. Απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν. Αξιολογώντας την συνολική τους παρουσία και έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, καταλήγω ότι είναι αξιόπιστοι μάρτυρες. Εξάλλου, δεν επιχειρήθηκε μέσω της αντεξέτασης ο κλονισμός της αξιοπιστίας τους. Συνοπτικά αναφέρω τα ακόλουθα για τον κάθε ένα από αυτούς. Ο Λοχ.XXXXX0 XXXXX Σολέας (ΜΚ1) παρουσίασε φωτογραφίες μηχανικού ελέγχου του αυτοκινήτου XXXXX68 (βλ. Τεκμήριο 2). Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν έχει γνώσεις σε θέματα ζημιών και δεν μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσο μια ζημιά έχει σχέση με την ταχύτητα ή όχι. Ο Αστ.XXXXX4 XXXXX Χριστοδούλου (ΜΚ3) είχε επισκεφθεί μαζί με την ΜΚ5 την σκηνή του δυστυχήματος και εκεί διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX68 είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση. Στο μέρος είχε ήδη φτάσει ασθενοφόρο, το οποίο είχε ήδη παραλάβει την πεζή. Με τη βοήθεια της ΜΚ5, ο ΜΚ3 απέκλεισε τη σκηνή του δυστυχήματος. Τέλος, ο Λοχίας XXXXX1 XXXXX Θεοκλέους (ΜΚ6) ο οποίος είναι κάτοχος πιστοποιητικών τα οποία σχετίζονται με την διερεύνηση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων και με γνώσεις τεχνικού και μηχανικού ελέγχου μηχανοκινήτων οχημάτων, παρουσίασε έκθεση (βλ. Τεκμήριο 21) στην οποία αναφέρεται ότι στις 14.9.2013 έλεγξε το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX
  3. Ανέφερε ότι η 1η επαφή βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα. Υπήρχε επίσης βούλωμα στην λαμαρίνα του μπροστινού αριστερού φτερού. Ακολούθησε κτύπημα με ελαφρύ βούλωμα στον μπροστινό αριστερό στύλο και μικρής έκτασης σπάσιμο του ανεμοθώρακα με αραχνοειδές σχήμα. Όλες οι ζημιές είναι πρόσφατες και προκλήθηκαν κατά το δυστύχημα. Τα ελαστικά του οχήματος ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Κατά τον έλεγχο του οχήματος, ο ΜΚ6 δεν εντόπισε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το δυστύχημα. ΑΝΩΜΟΤΙ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος προέβη σε ανωμοτί δήλωση στην οποία ανέφερε ότι χωρίς να φταίει ενεπλάκη σε ένα τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή της μια άγνωστή προς αυτόν γυναίκα. Εκείνη τη μέρα οδηγούσε το υπηρεσιακό του όχημα με ταχύτητα εντός του ορίου, πέριξ των 50 ΧΑΩ. Οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Ενώ ήταν στα φώτα τροχαίας, ελάττωσε ταχύτητά λόγω τροχαίας κίνησης που υπήρχε. Καθώς, ήταν σχεδόν σταματημένος, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά του μια ανθρώπινη φιγούρα και πριν προλάβει να αντιδράσει, την χτύπησε με την αριστερή γωνία του αυτοκινήτου του. Κινήθηκε προς τα αριστερά, στάθμευσε και αφού κατέβηκε, κατευθύνθηκε προς το μέρος της όπου την είδε αιμόφυρτη και ζήτησε βοήθεια από τους παρευρισκόμενους. Όσον αφορά την επιλογή του Κατηγορουμένου να προβεί σε ανωμοτί δήλωση, πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι τούτο αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Η ανωμοτί δήλωση εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση και δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική, εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2015, ημερομηνίας 23.10.2015, Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως. Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται στην πρόσφατη Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης. Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανωμοτί δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αξία μιας ανωμοτί δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανωμοτί δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανωμοτί δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Αξιολογώντας λοιπόν την ανωμοτί δήλωση του Κατηγορουμένου, υπό το φως των αρχών που έχω καταγράψει πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί σε αυτήν οποιαδήποτε ουσιαστική βαρύτητα. Κατ' αρχάς ο Κατηγορούμενος εκφράζει την γνώμη ότι δεν φταίει για το ατύχημα κάτι το οποίο, εν πάση περιπτώσει είναι το αντικείμενο της τελικής ετυμηγορίας του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι αναφορές του ότι οδηγούσε το όχημα του «κανονικότατα» ως ήταν η έκφραση του, δεν μπορούν να δώσουν έρεισμα για εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε ερμηνεία της φράσης «οδηγώ κανονικότατα» ώστε εκ της ορολογίας αυτής να εξαχθεί οποιοδήποτε εύρημα ή να συσχετιστεί η εν λόγω αναφορά με την λοιπή μαρτυρία. Αν η αναφορά του Κατηγορουμένου αφορά την ταχύτητα του οχήματος του και πάλι δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα αφού ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με την ταχύτητα του Κατηγορουμένου. Ούτε στην αναφορά του ότι ελάττωσε ταχύτητά λόγω τροχαίας κίνησης μπορώ να δώσω οποιαδήποτε ουσιαστική βαρύτητα. Από την αξιόπιστη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος πάτησε βίαια τα φρένα του λόγω του ότι αντιλήφθηκε κάποιο κίνδυνο. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι άκουσε θόρυβο φρένων αυτοκινήτου. Εξάλλου, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ αμέσως πιο κάτω, δεν αναφέρθηκε σε τροχαία κίνηση αλλά είπε ότι πάτησε φρένα επειδή είδε ότι τα προπορευόμενα αυτοκίνητα σταμάτησαν και έτσι αντιλήφθηκε ότι κάτι συνέβαινε. ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Η κατάθεση του Κατηγορουμένου κατατέθηκε στο Δικαστήριο από μάρτυρα της Κατηγορούσας αρχής (βλ. Τεκμήριο 8). Έγγραφα τα οποία κατατίθενται ως τεκμήρια, αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού και πρέπει να αξιολογούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Καύκαρκου ν. Χαπούπη
(1992)1 ΑΑΔ 260). Ειδικά, σε σχέση με την αξιολόγηση καταθέσεων Κατηγορουμένου παραπέμπω στην Γαβριήλ v. Δημοκρατίας 2009
(2)ΑΑΔ 693 και στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην κατάθεση του λοιπόν, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 29.8.2013 και περί ώρα 08:30 ξεκίνησε από τα γραφεία της ΑΗΚ για να επιστρέψει στο γραφείο του στην Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία. Κινήθηκε από τα φώτα Λυκαβηττού προς τη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα. Η ταχύτητα του ήταν εντός του επιτρεπόμενου ορίου, ήτοι περίπου 50 ΧΑΩ, λόγω του ότι υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση. Κινείτο μαζί με άλλα αυτοκίνητα προς τα φώτα Αγίου Αντωνίου. Πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας, είδε ότι το φως για την πορεία του ήταν πράσινο και συνέχισε την πορεία του. Δεν μπορεί να προσδιορίσει σε ποια λωρίδα κυκλοφορίας κινείτο. Ενώ βρισκόταν περίπου στη μέση της διασταύρωσης, είδε ότι τα προπορευόμενα αυτοκίνητα σταμάτησαν και τότε πάτησε φρένα καθότι αντιλήφθηκε ότι κάτι συνέβαινε. Πριν προλάβει να σταματήσει εντελώς το αυτοκίνητο του, είδε ξαφνικά στο σημείο του μπροστινού αριστερού φαναριού του οχήματος του, μια γυναικεία φιγούρα σε απόσταση περίπου ενάμισι μέτρο από το αυτοκίνητο του. Δεν είδε από πού και πως ερχόταν η εν λόγω γυναίκα και δεν πρόλαβε να κάνει οποιαδήποτε κίνηση αποφυγής με αποτέλεσμα να την κτυπήσει με την αριστερή γωνία του αυτοκινήτου. Δεν θυμάται εάν μετά το πρώτο κτύπημα, η γυναίκα κτύπησε ξανά πάνω στο αυτοκίνητό. Μόλις της κτύπησε βγήκε από το αυτοκίνητο και έτρεξε κοντά στην γυναίκα η οποία ήταν πεσμένη στην άσφαλτο, αριστερά ως η πορεία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα, την έγγραφη μαρτυρία, την ανωμοτί δήλωση του Κατηγορουμένου, καθώς επίσης και τις αρχές που διέπουν τα θέματα πραγματικής μαρτυρίας, παραδεκτών γεγονότων και γραπτών καταθέσεων κατηγορουμένου, καταλήγω στα εξής ευρήματα: Στις 29.8.2013 και περί ώρα 08:45 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο XXXXX68 μάρκας Toyota Corolla τύπου Van στην 1η λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με κατεύθυνση από Λευκωσία προς την Παλλουριώτισσα. Στην 2η λωρίδα κυκλοφορίας, ήτοι δεξιά ως η κατεύθυνση του Κατηγορουμένου και πιο μπροστά από τον Κατηγορούμενο, οδηγούσε το αυτοκίνητο του ο ΜΚ4, κινούμενος προς την ίδια κατεύθυνση με τον Κατηγορούμενο. Στις δύο λωρίδες που προορίζονται για την αντίθετη κατεύθυνση υπήρχαν σταματημένα οχήματα αγνώστων στοιχείων σε αναμονή στα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με την οδό Ευγενίας & Αντωνίου Θεοδότου και Λεωφόρου Καλλιπόλεως. Το θύμα ξεκίνησε να διασταυρώνει τον δρόμο από δεξιά προς αριστερά ως η πορεία του Κατηγορουμένου, περνώντας δια μέσω των εν λόγω σταματημένων οχημάτων. Εν όσω το θύμα ήταν ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα δεν ήταν ορατή προς τον Κατηγορούμενο. Το θύμα είχε ύψος περί τα 1,50 μέτρα και ήταν πιο κοντή από το ύψος ενός συνηθισμένου σαλούν οχήματος. Επίσης, η ορατότητα του Κατηγορουμένου προς την πεζή εμποδιζόταν από το όχημα του ΜΚ4 που προπορευόταν του οχήματος του. Όταν η πεζή ξεπέρασε το πίσω μέρος ενός οχήματος τύπου Van το οποίο ήταν σταματημένο, 2ο στην σειρά, στα φώτα τροχαίας, αυτή έγινε αντιληπτή από τον ΜΚ4, ο οποίος πάτησε φρένα και ακινητοποίησε το όχημα του έγκαιρα. Το θύμα δεν σταμάτησε καθόλου τον βηματισμό της και με βιαστικό βήμα συνέχισε να περνά μπροστά από το όχημα του ΜΚ
  2. Εκείνη την στιγμή, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε κάποιο κίνδυνο και χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του με αποτέλεσμα να αφήσει στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησης μήκους 22,
  3. Η ταχύτητα του Κατηγορουμένου κατά τον χρόνο έναρξης της τροχοπέδησης ήταν 63 ΧΑΩ. Μετά την έναρξη της τροχοπέδησης, η πεζή συνέχισε να περπατά και αφού πέρασε μπροστά από το όχημα του ΜΚ4 εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο το όχημα του Κατηγορουμένου και επακολούθησε η σύγκρουση του οχήματος του Κατηγορουμένου με το σώμα της. Η επαφή του οχήματος με το σώμα της πεζής έγινε σε απόσταση μεταξύ 1,90 και 2,90 από την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου. Το συνολικό πλάτος της λωρίδας στην οποία κινείτο ο Κατηγορούμενος είναι 3,70 μέτρα από την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου. Η 1η επαφή στο όχημα του Κατηγορουμένου έγινε στην αριστερή πλευρά του μπροστινού προφυλακτήρα. Το θύμα εκτινάχθηκε στον αέρα και κατέλεξε στο έδαφος κοντά στην άκρη του πεζοδρομίου αριστερά ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Συνεπεία του δυστυχήματος, το θύμα τραυματίστηκε θανάσιμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 1η Κατηγορία Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου στο οποίο βασίζεται η 1η κατηγορία, απαιτείται η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπίτης κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στην R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 στην οποία αναφέρθηκε κατ' επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο, διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Παραπέμπω στην Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε. 140/2014 ημερομηνίας 8.4.2015, όπου έγινε ανάλυση των άρθρων 205 και 210. Λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι, σε αντίθεση με το άρθρο 205 του Ποινικού Κώδικα για το οποίο απαιτείται η ενσυνείδητη ανάληψη κινδύνου (conscious risk taking), με βάση το άρθρο 210 ΠΚ αρκεί η άνευ συνειδήσεως ή αντικειμενική αμέλεια ή αμέλεια δευτέρου βαθμού, δηλαδή η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας, χωρίς να απαιτείται υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου, όπως στην περίπτωση του άρθρου 205 ΠΚ. Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving. Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί και λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App.Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο άλλου προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση, στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, το θύμα επιχείρησε να διασταυρώσει την Λεωφόρο από δεξιά προς αριστερά σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου. Καθ' όλο τον χρόνο που το θύμα ήταν ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα, δεν ήταν ορατή προς τον Κατηγορούμενο. Επίσης, με βάση την μαρτυρία το όχημα του ΜΚ4 εμπόδιζε μερικώς την ορατότητα του Κατηγορουμένου προς το σημείο που περπατούσε η πεζή και συνεπώς υπάρχουν σοβαρές υποψίες ότι η πεζή δεν ήταν ορατή στον Κατηγορούμενο παρά μόνο μετά που ξεπέρασε το μπροστινό μέρος του οχήματος του ΜΚ4. Στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217). Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο Κατηγορούμενος αντέδρασε πατώντας φρένα καθότι αντιλήφθηκε ότι υπήρξε κάποιος κίνδυνος στον δρόμο. Παρέμεινε όμως άγνωστο το σημείο στο οποίο ήταν η πεζή όταν ο Κατηγορούμενος πάτησε τα φρένα του οχήματος του. Άγνωστο παρέμεινε επίσης σε ποιο σημείο η πεζή κατέστη ορατή προς τον Κατηγορούμενο. Ναι μεν η ταχύτητα του Κατηγορουμένου κατά τον χρόνο έναρξης της τροχοπέδησης ήταν 63 ΧΑΩ, πλην όμως η εν λόγω ταχύτητα δεν έχει διασυνδεθεί με την πρόκληση του δυστυχήματος. Στην υπόθεση Κυριάκος Τσολάκης ως διαχειριστής της περιουσίας του Αντώνη Τσολάκη ν. Κρίστη Ανδρέου κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 129 επαναλήφθηκε η γενική αρχή ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν αποτελεί από μόνη της αμέλεια, εκτός αν η υπέρβαση, συνδυαζόμενη με άλλα γεγονότα και/ή περιστάσεις οδηγεί σε τέτοια κατάληξη. Οι υπολογισμοί στους οποίους προέβη ο ΜΚ2, σύμφωνα με τους οποίους, αν ο Κατηγορούμενος κινείτο εντός του καθορισμένου ορίου δεν θα κτυπούσε την πεζή, έχουν ανατραπεί ένεκα του ότι όπως ήδη αναφέρθηκε, το σημείο Χ είναι περιοχή με διάμετρο 1 μέτρου και όχι ακριβές σημείο. Ο ίδιος ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ανάλογα με την ακριβή τοποθεσία του σημείου επαφής αλλοιώνονται και οι σχετικές μετρήσεις. Σε κάθε περίπτωση, η επαφή του οχήματος με το σώμα της πεζής έγινε σε απόσταση μεταξύ 1,90 και 2,90 από την αριστερή άκρη του αριστερού πεζοδρομίου δηλαδή σε πολύ μικρή απόσταση μετά που η πεζή πέρασε με βιαστικό βηματισμό μπροστά από το αυτοκίνητο του ΜΚ
  1. Όπως ήδη επισημάνθηκε, παρέμεινε άγνωστο κατά πόσον η πεζή ήταν ορατή πριν ξεπροβάλει μετά από το μπροστινό μέρος του οχήματος του ΜΚ
  2. Συνεπώς, δεν μπορεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας να καταλογιστεί στον Κατηγορούμενο ότι όφειλε να δει την πεζή σε προγενέστερο χρονικό σημείο και/ή να αντιδράσει πιο νωρίς. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες ότι η σύγκρουση του οχήματος του Κατηγορουμένου με το θύμα και ο θανάσιμος τραυματισμός του θύματος οφειλόταν σε αλόγιστη, επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι το θύμα κτυπήθηκε λίγο μετά εισήλθε με γοργό βήμα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο ο Κατηγορούμενος. Δεν έχει προκύψει ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να τηρεί επαρκή έλεγχο του δρόμου ή ότι το θύμα αποτέλεσε ορατό και υπαρκτό κίνδυνο γι' αυτόν ώστε να πρέπει να λάβει περαιτέρω αποτρεπτικά μέτρα. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης Κατηγορίας. 2η Κατηγορία Το Άρθρο 6 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί τα ακόλουθα:
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος ...» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) άτομο να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα, (β) σε οδό, (γ) με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ή μικρότερη του κατωτάτου ορίου ταχύτητας, (δ) ως αυτό ορίσθη από την αρμόδια αρχή. Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το καθορισμένο όριο ταχύτητας στον επίδικο τόπο και χρόνο. Περαιτέρω, η αποδοχή της μαρτυρίας της ΜΚ5 σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία κινείτο ο Κατηγορούμενος πριν την έναρξη της τροχοπέδησης, δεν αφήνει περιθώρια για αθώωση του Κατηγορουμένου από την εν λόγω κατηγορία η οποία θεωρώ ότι έχει αποδεχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 3η Κατηγορία Ο Κανονισμός 58
(4)(ε) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/84 προνοεί τα ακόλουθα:
(4)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει -(ε) ανεξάρτητα από το ανώτατο όριο ταχύτητας, να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε ασφαλές υπό τας περιστάσεις όριο και να το διατηρεί κατά το δυνατό στην αριστερή πλευρά του δρόμου, όταν προσεγγίζει οποιαδήποτε συμβολή δρόμων, καμπή, στροφή, ή κορυφή ανάβασης καθώς και όταν εισέρχεται σε οποιοδήποτε δρόμο. Έχω την άποψη ότι η 3η Κατηγορία δεν αφορά περιπτώσεις στις οποίες η ταχύτητα ενός οδηγού υπερβαίνει το καθορισμένο όριο, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Τούτο θα καθιστούσε την 3η Κατηγορία αχρείαστη επανάληψη της 2ης Κατηγορίας. Η ερμηνεία αυτή προκύπτει και από την χρήση της φράσης «ανεξάρτητα από το ανώτατο όριο ταχύτητας». Θεωρώ ότι ο συντάκτης των κανονισμών, θεσπίζοντας την εν λόγω διάταξη, θέλησε να καλύψει τις περιπτώσεις εκείνες όπου κάποιος οδηγός αν και έχει δικαίωμα να οδηγεί μέχρι το ανώτατο όριο, εντούτοις εν όψει άλλων περιστάσεων στον δρόμο πρέπει να ελαττώσει ταχύτητα (σε ασφαλές υπό τις περιστάσεις όριο). Σημασία λοιπόν έχει το κατά πόσον οι περιστάσεις στον δρόμο είναι τέτοιες, ώστε ο εκάστοτε οδηγός να πρέπει να τεθεί σε εγρήγορση και να ελαττώσει την ταχύτητα του σε ασφαλές όριο το οποίο σε κάθε περίπτωση πρέπει να είναι κάτω από το ανώτατο όριο ταχύτητας στον συγκεκριμένο δρόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει το αδίκημα της 2ης Κατηγορίας, ήτοι της οδήγησης με ταχύτητα πέραν του καθορισμένου ορίου. Συνεπώς, τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να ενταχθούν στα γεγονότα της 3ης Κατηγορίας. Έστω όμως κι αν η πιο πάνω προσέγγιση κριθεί εσφαλμένη, έχω περαιτέρω την άποψη ότι η υποχρέωση του κατηγορουμένου να ελαττώσει ταχύτητα, δεν μπορεί να προκύπτει εκ του αποτελέσματος, ήτοι τον θανάσιμο τραυματισμό της πεζής. Η υποχρέωση θα έπρεπε να προκύψει μέσα από τις εν γένει συνθήκες που επικρατούσαν στον δρόμο. Δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση μαρτυρία ως προς το ποιες ήταν οι περιστάσεις εκείνες οι οποίες έπρεπε να θέσουν σε εγρήγορση τον Κατηγορούμενο για να ελαττώσει ακόμα πιο πριν την ταχύτητα του. Το φως για την πορεία του ήταν πράσινο και ο Κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε κάποιον κίνδυνο, αντέδρασε χρησιμοποιώντας τα φρένα του οχήματος του. Η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά 13 ΧΑΩ δεν θα μπορούσε από μόνη της να στοιχειοθετήσει την διάπραξη του αδικήματος της 3ης Κατηγορίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η και 3η Κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 2η Κατηγορία (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.