ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. TOMA, Αρ. Υπόθεσης: 185/2016, 4/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 185/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. XXXXX TOMA Κατηγορουμένου -------------------------- Ημερομηνία: 4 Μαΐου, 2018. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χ. Θεμιστοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Κυριακίδης. Κατηγορούμενος, παρών. ΠΟΙΝΗ [ I ] 1. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικού οργάνου κατά τη διάρκεια της νύκτας, κατά παράβαση των άρθρων 296 (γ) (i), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ»). 2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, την 14/5/2013, μαζί με άλλα πρόσωπα, κατά τη διάρκεια της νύκτας και χωρίς νόμιμη δικαιολογία, είχαν στην κατοχή τους διαρρηκτικά όργανα, δηλαδή ένα σφυρί, δύο πένσες, ένα εργαλείο γλύπτη, τέσσερα κατσαβίδια σταυρωτά, μία λίμα, ένα σιγατσάκι, δύο καβουρόπενσες και οκτώ ίσια κατσαβίδια. [ IΙ ] 3. Στις 14/5/13 λήφθηκε πληροφορία ότι όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΧΝ 750 εμπλεκόταν σε υπόθεση κλοπής κομπρεσέρ κλιματιστικών στην περιοχή Χρυσαλινιώτισσας στη Λευκωσία. Περί ώρα 01:15 το εν λόγω όχημα εντοπίστηκε στη λεωφόρο John Kennedy σταθμευμένο έξω από οικία. Από έλεγχο που έγινε, διαπιστώθηκε ότι εκείνη την ώρα επέβαιναν εντός του οχήματος τρία άτομα Ρουμανικής καταγωγής. Επρόκειτο για τον κατηγορούμενο 1, ως οδηγό, και δύο άλλα πρόσωπα. Στο όχημα εντοπίστηκαν τα διαρρηκτικά όργανα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Ερευνήθηκε επίσης και η οικία όπου βρέθηκαν 5 κομπρεσέρ κλιματιστικών για τα οποία δεν δόθηκε επαρκής εξήγηση ως προς την προέλευση και κατοχή τους. Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς ο κατηγορούμενος απάντησε, «εν δικά μου όλα τα εργαλεία και ήταν μέσα στο αυτοκίνητο μου και τα χρησιμοποιώ λόγω της δουλειάς μου». Τα κομπρεσέρ που εντοπίστηκαν δεν συσχετίστηκαν με την προαναφερθείσα κλοπή, ούτε κατηγορήθηκε για οποιαδήποτε κλοπή ή παράνομη κατοχή τους ο κατηγορούμενος. 4. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Παραδέχθηκε αφού η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, χωρίς όμως να διεξαχθεί δίκη. 5. Ο συνήγορος Υπεράσπισης υιοθέτησε την έκθεση που ετοιμάστηκε από το Γραφείο Ευημερίας. Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 29 ετών, κατά το χρόνο διάπραξης 24. Είναι ρουμανικής καταγωγής, νυμφευμένος από το 2017. Εργάζεται ως οικοδόμος, με μισθό περί τα €1200 μηνιαίως, και βρίσκεται στην Κύπρο από το 2005. Στην Κύπρο βρίσκονται και εργάζονται και άλλα μέλη της οικογένειας του με τα οποία συγκατοικεί σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Η σύζυγος του εργάζεται ως φροντίστρια ζευγαριού ηλικιωμένων. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου αναφέρθηκε στο λευκό του ποινικό μητρώο, την παραδοχή του, έστω και σ' αυτό το στάδιο, που δείχνει μεταμέλεια, ότι η μόνη παραβατική του συμπεριφορά καθ' όσον χρόνο βρίσκεται στην Κύπρο ήταν αυτή και στο νεαρό της ηλικίας του κατά το χρόνο της διάπραξης αλλά και σήμερα. Υποστήριξε επίσης ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Τέλος ανέφερε ότι σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης υφίστανται οι προϋποθέσεις αναστολής της. [ IΙΙ ] 6. Σύμφωνα με το άρθρο 296 (γ) (
- i)ΠΚ: «296. Όποιος ενδέχεται να βρεθεί κάτω από οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις, δηλαδή- .... (γ) έχει στην κατοχή του διαρρηκτικό όργανο κατά τη διάρκεια νύχτας, χωρίς νόμιμη δικαιολογία γι αυτό, της οποίας φέρει και το βάρος της απόδειξης· .... είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται- (
- i)σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (α), (β), (γ), (ε) ή (στ) σε φυλάκιση πέντε χρόνων[1]· ..... Αν ο υπαίτιος καταδικάστηκε προηγουμένως για κακούργημα που αφορά περιουσία, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.» 7. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από το Νομοθέτη στη βάση του ανώτατου ορίου ποινής και όχι από τα Δικαστήρια, ο ρόλος των οποίων περιορίζεται στη στάθμιση της σοβαρότητας του αδικήματος ανάλογα με τα περιστατικά που το περιβάλλουν (βλ. Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B534, Π.Ε. 40/15, 25/11/2016). Το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται αποτελεί και τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά για επιμέτρηση της ποινής (βλ. ΓΕ ν. Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639, 643 - 644, με αναφορά στις Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632 και Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 527). 8. Το αδίκημα είναι στη φύση του σοβαρό (βλ. Bukowski v. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 92). Για να γίνει όμως καλύτερα αντιληπτό τι κρίνεται ως επιβαρυντικός ή μετριαστικός παράγοντας σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος, κρίνω σκόπιμο ν' αναφερθώ στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αυτά είναι
(1)η κατοχή,
(2)τη νύχτα,
(3)χωρίς νόμιμη δικαιολογία,
(4)διαρρηκτικού οργάνου. 9. Το όργανο πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διάρρηξη έστω και αν έχει και άλλη ή άλλες χρήσεις. Εφόσον καταδειχθεί η κατοχή τότε, το αποδεικτικό βάρος μετατοπίζεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι είχε νόμιμη δικαιολογία για την κατοχή του οργάνου κατά τον χρόνο και τόπο που εντοπίστηκε στην κατοχή του (βλ. σχετικά, Carter's Criminal Law of Queensland, 21st ed, 2016, LexisNexis - Butterworths, σελ. 644 - 646, §§425.10 και 425.35, αναφορικά με το αντίστοιχο αδίκημα του ποινικού κώδικα της πολιτείας του Queensland, Αυστραλία - s.425
(1)(c), Criminal Code Act 1899).
- Η εν λόγω πρόνοια επίσης προσομοιάζει με το s. 28 του Larceny Act 1916, το οποίο καταργήθηκε από το αδίκημα του Going equipped for stealing του s. 25 του Theft Act
- Η Αγγλική νομολογία για το παλαιότερο αδίκημα (βλ. R v. Patterson [1962] 2 QB 429, Carter's Criminal Law of Queensland, ανωτέρω, §425.35 σελ. 645 - 646) είναι επομένως σχετική και καθοδηγητική. Η διαφορά με το νεότερο νομοθέτημα, έγκειται στο ότι δεν μετατοπίζεται πλέον το αποδεικτικό βάρος της νόμιμης δικαιολογίας στον κατηγορούμενο (βλ. The Law of Theft, J. C. Smith, 1968, §532, σελ. 143). Αυτό όμως που έχει σημασία, σε σχέση με το παλαιότερο αλλά και νεώτερο νομοθέτημα, είναι ότι δεν απαιτείται ο κατηγορούμενος να είχε πρόθεση να χρησιμοποιηθεί το όργανο στην πραγμάτωση συγκεκριμένης διάρρηξης· αρκεί η απόδειξη γενικής πρόθεσης να χρησιμοποιηθεί ως διαρρηκτικό όργανο (βλ. Archbold, Criminal Pleading Evidence and Practice, 2014, §21-328, σελ. 2197 - 2198 και Carter's Criminal Law of Queensland, ανωτέρω, §425.35 σελ. 646 με αναφορά στην R v. Allingham and Bandy [1954] NZLR 1223).
- Προκύπτει ότι κατά την επιβολή ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του, ως επιβαρυντικούς παράγοντες, που προσμετρούν στην κατηγοριοποίηση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου ως σοβαρής, αν ο κατηγορούμενος διέπραξε, με το εν λόγω όργανο, διάρρηξη ή διαρρήξεις ή συνελήφθη ενώ επιχειρούσε διάρρηξη. Η ποινική ευθύνη κατηγορούμενου που εντοπίζεται να κατέχει όργανο με σκοπό να προβεί σε διάρρηξη, γενικά, χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένη διάρρηξη ή επιχειρούμενη διάρρηξη, θα πρέπει να κατηγοριοποιείται ως η πιο ήπια μορφή διάπραξης του αδικήματος.
- Όπου το αδίκημα επομένως συνδυάζεται με την διάπραξη διάρρηξης ή κλοπής η ποινή φυλάκισης είναι η ενδεδειγμένη (βλ. ενδεικτικά, Bukowski, ανωτέρω και Petrica v. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 278). 13. Στις Αγγλικές κατευθυντήριες οδηγίες (Theft Offences - Definitive Guideline
(2016)) για το αδίκημα του Going equipped for stealing, οι οποίες είναι σε κάποιο βαθμό καθοδηγητικές, η ποινική ευθύνη (culpability) κατηγορουμένου κατατάσσεται σε τρεις κατηγορίες αναλόγως της σοβαρότητας, με την ύπαρξη ή όχι των ακόλουθων παραγόντων:
(1)Μεγαλύτερη Ποινική Ευθύνη (High Culpability): Όταν ο κατηγορούμενος είναι μέλος ομάδας και έχει ηγετικό ρόλο, αν εμπλέκει και άλλα πρόσωπα μέσω εκφοβισμού ή εκμετάλλευσης, αν υπήρξε προσπάθεια απόκρυψης των στοιχείων του ή αποφυγής εντοπισμού, αν υπήρξε προσχεδιασμός και αν ο σκοπός ήταν η διάρρηξη κατοικίας ή η διάπραξη ληστείας.
(2)Μεσαία Ποινική Ευθύνη (Medium Culpability): Όταν ο κατηγορούμενος έχει σημαντικό ρόλο ως μέλος ομάδας αλλά απουσιάζουν οι πιο πάνω παράγοντες.
(3)Μειωμένη Ποινική Ευθύνη (Lesser Culpability): Όταν ο κατηγορούμενος εμπλέκεται κατόπιν εξαναγκασμού[2] ή εκμετάλλευσης, έχει μειωμένη αντίληψη του αδικήματος και η απουσία προσχεδιασμού.
- Τέλος κρίνεται ότι υφίσταται μεγαλύτερη βλάβη (harm) όταν η κατοχή των οργάνων ήταν ενδεχόμενο να επηρεάσει μεγάλο αριθμό προσώπων (θυμάτων) ή όταν με τη χρήση τους υπήρχε πρόθεση κλοπής περιουσίας μεγάλης αξίας. [ IV ]
- Στην προκειμένη περίπτωση προσμετρούν ως επιβαρυντικοί παράγοντες στην ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου τα ακόλουθα:
(1)Ήταν μέλος ομάδας, έστω και αν δεν διαφαίνεται να ήταν ο ηγέτης της ομάδας·
(2)Η ύπαρξη ομάδας προϋποθέτει οργάνωση και προετοιμασία·
(3)Ο αριθμός των οργάνων που κατείχε και ήταν ιδιοκτησίας του.
- Απουσιάζουν όμως στοιχεία εκφοβισμού άλλων προσώπων, ή συμμετοχής του σε διάπραξη αδικημάτων διάρρηξης ή κλοπής. Ούτε έγινε απόπειρα διάρρηξης ή κλοπής. Τα κομπρεσέρ που εντοπίστηκαν δεν συνδέθηκαν με διαπραχθείσα κλοπή από τον κατηγορούμενο. Δεν εντοπίστηκαν άλλα κλοπιμαία στην κατοχή του. Με βάση όλα αυτά τα δεδομένα, θα χαρακτήριζα τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος ως μεσαίας σοβαρότητας.
- Έλαβα επίσης υπόψη μου ως μετριαστικούς παράγοντες, τις οικογενειακές του συνθήκες, και συγκεκριμένα ότι τέλεσε γάμο πρόσφατα, το γεγονός ότι είναι εργαζόμενος, το λευκό του ποινικό μητρώο, το σχετικά νεαρό της ηλικίας του κατά την διάπραξη, αλλά και σήμερα, και την παραδοχή του, η οποία εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο.
- Παρά τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, το γεγονός της συνέργειας του με ομάδα θα καθιστούσε ως ενδεικνυόμενη ποινή αυτή της φυλάκισης, με τις υπόλοιπες περιστάσεις διάπραξης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου να μειώνουν σημαντικά το εύρος της. Για τους λόγους όμως που εξηγώ πιο κάτω θα επιβάλω ποινή προστίμου.
- Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 14 Μαΐου
- Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι αρχικά καταχωρίστηκε τον Φεβρουάριο του 2015 η υπόθεση με αρ. 504/2015, εναντίον και των 3 εμπλεκομένων. Η υπόθεση εκείνη καταχωρίστηκε σχεδόν 2 έτη μετά τη διάπραξη - σύλληψη. Εναντίον των 2 εμπλεκομένων διεκπεραιώθηκε, για τον κατηγορούμενο όμως διακόπηκε λόγω μη εντοπισμού του. Ο κατηγορούμενος άλλαξε διεύθυνση και τηλέφωνο οπότε και δεν εντοπιζόταν. Είναι δεκτό όμως ότι δεν έφυγε από την Κύπρο και συνέχισε να εργάζεται. Το 2017 τέλεσε και γάμο. Η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε στις 15/1/
- Επιδόθηκε κλήση στον κατηγορούμενο, ο οποίος, στις 16/2/2016 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Στις 8/4/2018 απάντησε μη παραδοχή και η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένως για ακρόαση. Οι αναβολές δεν αφορούσαν τον κατηγορούμενο. Στις 14/3/2018 ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την κατηγορία.
- Καθυστέρηση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών να παρουσιάσουν κατηγορούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης αποτελεί παράβαση των ουσιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και τα δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνουν υπόψη αυτό το γεγονός προς μετριασμό της ποινής (βλ. Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 309, 312 και Temenos v Republic
(1984)2 CLR 425, 429). 21. Στη ΓΕ ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271, αναφέρθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Στη ΓΕ ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επενέβη στην ποινή που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο λόγω καθυστέρησης 4 ετών με το ακόλουθο αιτιολογικό: «Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν βλέπουμε ότι θα ήταν δίκαιη σήμερα η επιβολή ποινής φυλάκισης ή ότι η ποινή φυλάκισης θα εξυπηρετούσε δεόντως την επιδίωξη αποτροπής.» 22. Στη ΓΕ ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 361: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από περέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ., μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10· και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77). Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Ο εικοσάχρονος εθνοφρουρός του Φεβρουαρίου του 1989 είναι σήμερα επιστήμονας, υποψήφιος για εργοδότηση στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Κρίνουμε ότι στην παρούσα περίπτωση η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται, γιατί πέντε σχεδόν χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος δεν θα εξυπηρετήσει κανένα χρήσιμο σκοπό.» 23. Αν για την καθυστέρηση ευθύνεται αποκλειστικά ο κατηγορούμενος ο τελευταίος δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση ως παράγοντα για μετριασμό της ποινής (βλ. Τσιολής ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 154, 157, με αναφορά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 273). 24. Στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και Δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203). Το καθήκον για την εξασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 βαρύνει τις Δικαστικές Αρχές, (βλ. Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 CLR 257).
- Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε καθυστέρηση στην αρχική καταχώριση της υπόθεσης με αρ. 504/
- Ο μη εντοπισμός του κατηγορουμένου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ήταν αποτέλεσμα φυγοδικίας του, αν λάβω υπόψη μου ότι συνέχιζε να διαμένει και να εργάζεται στην Κύπρο. Η αναφορά της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής σε «σκοπιμότητα» από πλευράς κατηγορουμένου παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Αλλαγή τηλεφώνου και διεύθυνσης διαμονής από μόνα τους δεν καταδεικνύουν τίποτε, ειδικά όταν πρόκειται για πρόσωπα που ενοικιάζουν κατοικία, όπως και ο κατηγορούμενος. Από την καταχώριση της δεύτερης υπόθεσης και μετά, η καθυστέρηση δεν οφείλεται στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι, εκ των πραγμάτων, έχει μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη - σύλληψη μέχρι σήμερα για λόγους που δεν αφορούν τον κατηγορούμενο. Το γεγονός επίσης ότι το 2017 τέλεσε γάμο συνιστά και ουσιώδη μεταβολή των προσωπικών του συνθηκών. Λόγω των δεδομένων αυτών κρίνω ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται ούτε θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό.
- Επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή προστίμου €
- Θα καταβάλει επίσης €105 έξοδα της διαδικασίας.
- Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.).............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Το Δικαστήριο δύναται αντί ποινής φυλάκισης να επιβάλει ποινή προστίμου - άρθρο 29 ΠΚ. [2] Και εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγερσης υπεράσπισης με βάση το άρθρο 16 του ΠΚ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο