Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Τσουλούπα, Αρ. Υπόθεσης: 9376/17, 23/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:21 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9376/17 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. XXXXX Τσουλούπα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Τσολακίδης Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν παραδοχής, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε συνολικά έξι κατηγορίες, μια για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, τέσσερις για το αδίκημα της απειλής και μια για το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κάθε κατηγορίας, την 1.8.17 στον Στρόβολο ο Κατηγορούμενος κτύπησε με κατσαβίδι τη XXXXX Κασιουρή από τον Στρόβολο και της προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη (κατηγορία 3), την ίδια μέρα προκάλεσε τρόμο στη XXXXX Κασιουρή, στον XXXXX Γεωργίου από τη Μακεδονίτισσα, στον XXXXX Γαβριήλ από τη Μακεδονιτίσσα και στην XXXXX Πρωτοπαπά από την Έγκωμη, απειλώντας τους ότι θα τους σκοτώσει (κατηγορίες 4-7 αντίστοιχα) και με αλόγιστο τρόπο οδήγησε επί της οδού Προύσης το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX05 προς την κατεύθυνση όπου βρίσκονταν όλοι οι προαναφερόμενοι με ενδεχόμενο να τους προκαλέσει σωματική βλάβη (κατηγορία 8) . Σημειώνεται πως στο κατηγορητήριο υπήρχαν ακόμα τρεις κατηγορίες, η 9η για το αδίκημα της ανυπακοής κατά νομίμων διαταγών, η οποία και ανεστάλη λίγες μέρες μετά την καταχώριση της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου, καθώς επίσης και οι κατηγορίες 1 και 2, για απόπειρα φόνου και για πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, οι οποίες και πάλι ανεστάλησαν αμέσως μετά την παραδοχή του Κατηγορουμένου στις υπόλοιπες κατηγορίες. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα: Η XXXXX Κασιουρή, Μ.Κ.1 επί του κατηγορητηρίου (εφεξής «η παραπονούμενη») ήταν μέχρι πρόσφατα φοιτήτρια στην Αγγλία και όταν βρισκόταν στην Κύπρο διέμενε με τη μητέρα της, XXXXX Χαραλάμπους, Μ.Κ.8 επί του κατηγορητηρίου, τον πατριό της XXXXX Λουκά, Μ.Κ.7 επί του κατηγορητηρίου, το ανήλικο παιδί της μητέρας και του πατριού της και τον αδελφό της XXXXX Κασιουρή, Μ.Κ.4 επί του κατηγορητηρίου. Η παραπονούμενη γνωρίστηκε με τον Κατηγορούμενο τον Ιούλιο του 2010 και δημιούργησαν δεσμό ο οποίος διήρκεσε περίπου επτά έτη. Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους αντιμετώπιζαν προβλήματα και τσακώνονταν για διάφορους λόγους. Οι τσακωμοί τους συχνά οδηγούσαν σε διακοπή της σχέσης τους, ενώ μετά από λίγο καιρό ήταν ξανά μαζί. Κύρια αιτία των τσακωμών τους ήταν η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου προς την παραπονούμενη ο οποίος τη ζήλευε, ήθελε να την ελέγχει και συχνά γινόταν προς αυτή επιθετικός, φωνάζοντας και θυμώνοντας της, χωρίς όμως ποτέ να ασκήσει σωματική βία εναντίον της. Η επιθετική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου δεν περιοριζόταν μόνο στην παραπονούμενη αλλά συχνά επεκτείνετο και προς την οικογένεια της. Όποτε χώριζαν, ο Κατηγορούμενος πήγαινε στην οικία της παραπονούμενης και απειλούσε την οικογένεια της ότι θα τους προκαλέσει ζημιές και γενικά προκαλούσε φασαρία. Έκανε επιδεικτικά θόρυβο με το αυτοκίνητο σε ακατάλληλες ώρες, ενώ κάποιες φορές κτυπούσε τα οχήματα της οικογένειας της παραπονούμενης. Η συμπεριφορά του οδήγησε πολλές φορές την παραπονούμενη και την οικογένεια της να τον καταγγείλουν στην Αστυνομία. Συγκεκριμένα, στις 19.7.13 καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από την παραπονούμενη ότι ενώ οδηγούσε το όχημα της με κατεύθυνση την οικία της, ο Κατηγορούμενος εσκεμμένα οδήγησε το δικό του πάνω στο δικό της προκαλώντας σε αυτό ζημιές. Η παραπονούμενη τότε κατέβηκε από το αυτοκίνητο και τότε ο Κατηγορούμενος έριξε προς το μέρος της ένα ξύλινο ομοίωμα που κρατούσε και έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το θύμα επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι είχε θλάση αυχένα και της χορηγήθηκε κολλάρο και φαρμακευτική αγωγή. Οι ζημιές στο αυτοκίνητο ανέρχονταν στα €1.
- Για το συγκεκριμένο περιστατικό καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση υπ΄ αρ. 505/14 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία ο Κατηγορούμενος στις 9.7.15 καταδικάστηκε σε 4 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή στην κατηγορία για απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις κατά παράβαση του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και σε 3 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή στην κατηγορία για οπλοφορία προς διέγερση τρόμου κατά παράβαση του άρθρου 80 του Κεφ.
- Στις 14.3.15 η μητέρα της παραπονούμενης κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι ο Κατηγορούμενος έστειλε στην παραπονούμενη η οποία εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην Αγγλία, απειλητικά μηνύματα και συγκεκριμένα πως θα μετέβαινε στο σπίτι της για να κάνει ζημιές. Στις 4.8.14, 12.8.14, 28.1.15, 3.4.15,16.6.15 και 11.7.15 η μητέρα της παραπονούμενης προέβη σε καταγγελίες στην Αστυνομία αναφέροντας ότι ο Κατηγορούμενος πέρασε έξω από την οικία της με το όχημα του και προκάλεσε οχληρία. Συχνά ο Κατηγορούμενος έπαιρνε τη μητέρα της παραπονούμενης τηλέφωνο και δεν της μιλούσε. Στον Κατηγορούμενο έγιναν αυστηρές συστάσεις από την Αστυνομία και αυτός απολογήθηκε. Αυτή η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου οδήγησε τη μητέρα της παραπονούμενης στην υποβολή αιτήματος και συνακόλουθα στην έκδοση διατάγματος ημ. 2.6.15 με το οποίο απαγορευόταν στον Κατηγορούμενο να παρενοχλεί, απειλεί, παρακολουθεί ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στη ζωή της μητέρας της παραπονούμενης ή να βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 50 μ. από το πρόσωπο της, να της τηλεφωνεί, αποστέλλει μηνύματα ή την παρακολουθεί. Η σχέση της παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο διακόπηκε οριστικά περί τον Ιανουάριο του 2017, γεγονός το οποίο ο Κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε και της έστελνε απειλητικά μηνύματα. Κάποια στιγμή οι δύο τους συναντήθηκαν και ο Κατηγορούμενος φάνηκε να είχε αποδεχθεί τον χωρισμό τους και τα πράγματα μεταξύ τους βελτιώθηκαν. Στις 16.6.17 η παραπονούμενη επέστρεψε στην Κύπρο αλλά λόγω του χωρισμού τους, δεν ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο αν και αντάλλαξαν μηνύματα. Μάλιστα σε κάποιο από τα μηνύματα ο Κατηγορούμενος της ανέφερε ότι επιθυμούσε να μεταβεί στην Αγγλία για να τη συναντήσει ενώ η ίδια τον προέτρεπε να μην το πράξει αφού, ως του είχε πει, είχε υποχρεώσεις με το Πανεπιστήμιο. Στις 31.7.17 η παραπονούμενη μετέβη στην οικία της φίλης της XXXXX Πρωτοπαπά, Μ.Κ.3 επί του κατηγορητηρίου, για επίσκεψη και εκεί βρίσκονταν οι XXXXX Γαβριήλ και XXXXX Γεωργίου, Μ.Κ.2 και 6 επί του κατηγορητηρίου αντίστοιχα. Γύρω στη μία τα ξημερώματα της 1.8.17 μετέβηκαν στον φούρνο «Πανδώρα» που βρίσκεται στην οδό Διγενή Ακρίτα 22, Λευκωσία, για να αγοράσουν παγωτό. Κάθισαν σε τραπέζι έξω από τον φούρνο όπου συνάντησαν τυχαία τον Κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν εκεί με την παρέα του. Ο Κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη να μιλήσουν και τη ρώτησε πότε είχε έρθει στην Κύπρο και ποια η σχέση της με τα άτομα που ήταν μαζί της. Της ζήτησε να μην φύγει μαζί τους και την απείλησε ότι εάν έφευγε μαζί τους θα πήγαινε κάτω από το σπίτι της και θα την περίμενε. Η παραπονούμενη έφυγε με την παρέα της και τους ζήτησε να την πάρουν στο σπίτι. Μόλις έφθασαν εκεί, οι τρεις φίλοι της παραπονούμενης την περίμεναν να εισέλθει στην οικία της όταν ξαφνικά έφθασε στο μέρος ο Κατηγορούμενος ο οποίος κατέβηκε από το όχημα του και άρχισε να της φωνάζει. Ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να τον ανακόψει για να μην πλησιάσει την παραπονούμενη, λέγοντας του να ηρεμήσει και να μην φωνάζει. Τότε ο Κατηγορούμενος, με απειλητικό ύφος, απευθυνόμενος στους Μ.Κ.2, 3 και 6, τους απείλησε ότι θα τους σκότωνε εάν δεν απομακρύνονταν από το μέρος, ενώ απείλησε ταυτόχρονα την παραπονούμενη ότι εάν δεν τον πλησίαζε να συνομιλήσουν θα τη σκότωνε. Τα πρόσωπα που τη συνόδευαν είδαν τον Κατηγορούμενο να έχει στην κατοχή του και συγκεκριμένα στην τσέπη του παντελονιού του ένα άγνωστο μεταλλικό αντικείμενο. Η παραπονούμενη πλησίασε τον Κατηγορούμενο και αυτός της ζήτησε να μπει μέσα στο αυτοκίνητο του για να μιλήσουν. Ο Κατηγορούμενος μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο και επέμενε όπως η ίδια τον ακολουθήσει ενώ αυτή προσπαθούσε να τον ηρεμήσει πλησιάζοντας το παράθυρο του οδηγού του οχήματος. Καθώς η ίδια έσκυψε προς το παράθυρο, ο Κατηγορούμενος την άρπαξε από το δεξί της χέρι και την τράβηξε απότομα προς το μέρος του. Τότε η παραπονούμενη ένιωσε έντονο πόνο σαν κάψιμο στο στήθος, χωρίς να μπορέσει να καταλάβει πώς προκλήθηκε. Αμέσως μετά ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να οδηγεί το αυτοκίνητο του με όπισθεν ταχύτητα τραβώντας, όχι σέρνοντας, την παραπονούμενη μαζί του για απόσταση περί τα 10 μέτρα μέχρι που κατάφερε να την απομακρύνει ο Μ.Κ.
- Η παραπονούμενη τότε έτρεξε προς το σπίτι της ενώ ο Κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα του προς το μέρος της και των Μ.Κ.2, 3 και 6, οι οποίοι ανέβηκαν πάνω στο πεζοδρόμιο για να τον αποφύγουν και για να μην κτυπηθούν από το αυτοκίνητο του. Αφού ο Κατηγορούμενος έκανε διάφορους ελιγμούς με το όχημα του στη συνέχεια έφυγε από τη σκηνή. Η μητέρα της παραπονούμενης έτρεξε κάτω να δει τι συνέβαινε αφού άκουσε θόρυβο και εντόπισε την κόρη της με αίματα να παραπονείται ότι δεν ανέπνεε καλά. Ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στη σκηνή λίγα λεπτά αργότερα και ο πατριός της παραπονούμενης τον ρώτησε τι έκανε και του ζήτησε να φύγει. Ο Κατηγορούμενος φώναζε συνεχώς «Ήρτε Κύπρο τζιαι περιπαίζει με, εγώ ενόμιζα ότι ήταν Αγγλία τζιαι εν Κύπρο». Η παραπονούμενη με τη μητέρα της και τους Μ.Κ.2, 3 και 6 μετέβηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου όπου υπέβαλαν καταγγελία και έλαβαν ιατρικό έντυπο για εξέταση της παραπονούμενης. Μετέβηκαν στο Απολλώνειο Νοσοκομείο, όπου η παραπονούμενη εξετάστηκε από τη Δρα XXXXX Πατριώτου, Μ.Κ.10 επί του κατηγορητηρίου, η οποία διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη έφερε ανοικτό τραύμα ακανόνιστων άκρων στη δεξιά κλείδα από νύσσον - τέμνον όργανο και μώλωπα στον δεξιό βραχίονα. Έγινε ακτινογραφία θώρακος και κλήθηκε να την εξετάσει ο θωρακοχειρούργος Δρ XXXXX Πολυδώρου, Μ.Κ.5 επί του κατηγορητηρίου. Ο Δρ Πολυδώρου διαπίστωσε ότι το τραύμα που έφερε η παραπονούμενη είχε σημείο εισόδου ξένου σώματος περίπου ενός εκατοστού, με φορά προς τα κάτω και έσω. Η πορεία του τραύματος σταματούσε χιλιοστά από την άνω κοίλη φλέβα, τραυματισμός της οποίας πιθανότατα να ήταν θανατηφόρος λόγω αιμορραγίας. Συνολικά η πορεία του τραύματος υπολογίστηκε περί τα 8-10 εκ. καθιστώντας το τραύμα ως τραύμα μεγάλης ισχύος. Η παραπονούμενη παρουσίαζε πνευμοθώρακα, το οποίο υποδήλωνε τραυματισμό του πνεύμονα. Ο πνεύμονας παρουσίαζε εκτεταμένη αιμορραγική περιοχή. Περαιτέρω η παραπονούμενη παρουσίαζε εκτεταμένη λοίμωξη στο τραύμα και η πιθανότητα νέκρωσης και αφαίρεσης τμήματος του πνεύμονα δεν μπορούσε αρχικά να αποκλειστεί. Κρατήθηκε για νοσηλεία λόγω της σοβαρότητας του τραύματος και στις 6.8.17 υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση. Σχετικά είναι Πιστοποιητικό Αξονικής Τομογραφίας ημ. 3.8.17 του Απολλώνειου Νοσοκομείου και δύο καταθέσεις ημ. 1.8.17 και 6.8.17 του Δρος Πολυδώρου, Τεκμήριο Α. Ο Ιατροδικαστής XXXXX Σοφοκλέους, Μ.Κ.15 επί του κατηγορητηρίου, εξέτασε την παραπονούμενη την 1.8.17 και διαπίστωσε ότι έφερε τραύμα ενός εκ. στη δεξιά υποκλείδια χώρα και εντυπώματα δακτύλων στη δεξιά πρόσθια χώρα του δεξιού βραχίονα. Μετά το περιστατικό ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον αδελφό της παραπονούμενης, Μ.Κ.4, και του είπε ότι κάτι είχε συμβεί με την παραπονούμενη αλλά αρνήθηκε ότι την κτύπησε. Ήθελε να μάθει για την υγεία της και ρωτούσε εάν είναι καλά. Μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν στο Απολλώνειο Νοσοκομείο όπου η παραπονούμενη τους ανέφερε ότι είχε τραυματιστεί από τον Κατηγορούμενο. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του και ένταλμα έρευνας της οικίας και του οχήματος του. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη από τον Αστ. XXXXX5 XXXXX Τριάντο, Μ.Κ.23 επί του κατηγορητηρίου, την 1.8.17 και ώρα 17:40 έξω από την οικία του στην περιοχή Δευτεράς, και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο απάντησε «Δεν έχω να πω κάτι». Σε έρευνα που διενεργήθηκε στο όχημα του Κατηγορουμένου, στην παρουσία του, ανευρέθηκε και παραλήφθηκε ένα κατσαβίδι. Κατόπιν επίστησης ο Κατηγορούμενος απάντησε «Έχω πολλά». Ακολούθησε έρευνα της οικίας του κατά την οποία ο Κατηγορούμενος παρέδωσε τα ρούχα που φορούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς επίσης και κάποιες μεταλλικές μύτες που εφαρμόζουν σε κατσαβίδια. Ακολούθως, κατόπιν δικής του επιθυμίας, ο Κατηγορούμενος προέβη σε υποδείξεις σκηνών όπου σε χωράφι πλησίον της οικίας της παραπονούμενης εντοπίστηκε ένα κατσαβίδι μήκους 19 εκ. Κατόπιν επίστησης ο Κατηγορούμενος απάντησε «Είναι το κατσαβίδι που εχτύπησα κατά λάθος την Μαρία». Στο κατσαβίδι εντοπίστηκε γενετικό υλικό της παραπονούμενης. Στη συνέχεια στο ΤΑΕ Λευκωσίας λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε ότι με το συγκεκριμένο κατσαβίδι κτύπησε την παραπονούμενη τη στιγμή που αυτή βρισκόταν στο παράθυρο του οδηγού του οχήματος του και προέβαλε τους δικούς του ισχυρισμούς για το περιστατικό. Ο Κατηγορούμενος εξετάστηκε από τον Δρα XXXXX Σαμαρτζή, Μ.Κ.22 επί του κατηγορητηρίου, ο οποίος διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος δεν πάσχει από ψυχωσική διαταραχή, ξεχωρίζει το νόμιμο από το άνομο και η κριτική του ικανότητα δεν είναι επηρεασμένη. Σύμφωνα με τον Δρα Σαμαρτζή, ο Κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται τις κατηγορίες και δύναται να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία. Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγουμένη καταδίκη στην υπόθεση υπ΄ αρ. 505/14 Ε. Δ. Λευκωσίας, ως αναφέρεται ανωτέρω. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορουμένου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης αυτών, αποδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην απουσία προσχεδιασμού και στη συναισθηματική φόρτιση του Κατηγορουμένου. Ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν την άμεση παραδοχή και μεταμέλεια του Κατηγορουμένου, τη συνεργασία του με την Αστυνομία, την αποκατάσταση των σχέσεων του με την παραπονούμενη και τις προσωπικές του συνθήκες. Τέλος, εισηγήθηκε ότι συντρέχουν λόγοι για τη μη ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης και ζήτησε όπως ο Κατηγορούμενος τύχει της μέγιστης δυνατής επιείκειας. Είναι καλά γνωστή η αρχή ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής την οποία θα επιβάλει (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημ. 25.11.16). Σύμφωνα με το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι επτά έτη ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα της απειλής βάσει του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, ενώ το αδίκημα για αμελείς και απερίσκεπτες πράξεις δυνάμει του άρθρου 236(α) του Κεφ. 154 θωρείται πλημμέλημα το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 35 του Κεφ. 154, επιφέρει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.1.500 (€2.562), ή και τις δύο αυτές ποινές. Αναμφίβολα το σοβαρότερο αδίκημα της παρούσας υπόθεσης είναι αυτό της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, και τούτο αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής καθώς επίσης και από την ίδια τη φύση του αδικήματος εφόσον εμπεριέχει τη χρήση βίας κατά του ανθρώπου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95, το Εφετείο έδωσε το στίγμα της σοβαρότητας αυτού του αδικήματος στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ότι τέτοιας φύσης αδίκημα αντιμετωπίζεται με αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, που είναι συνήθως η ποινή φυλάκισης, η οποία κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι και 6 έτη. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Αεροπόρος v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275, Ηλιάδης v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 6, Θεοκλείτου v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 164, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 241, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 463, Γενικός Εισαγγελέας v. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639, Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 414, Πέτρου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 800, Αχτάρ κ.ά. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397, Σακαρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 272, Πουλλαΐδης v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 427 και Urgur v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 189. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας βρίσκουν έρεισμα και στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 463, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Δεν υποστηρίζεται από τη νομολογία η άποψη ότι για το αδίκημα του άρθρου 231 υπάρχει η οροφή των 3 ή 4 ετών. Ας σημειωθεί ότι, κατ΄ ανώτατο όριο, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Demetris M. Kontos v. The Police
(1965)2 C.L.R.115, που ήταν περίπτωση διανοητικά ανισόρροπου εγκληματήσαντος με προηγούμενα, επικυρώθηκε φυλάκιση 6 ετών. Από ένα γενικό βλέμμα στη νομολογία, μπορεί να διαπιστωθεί πως οι ποινές φυλάκισης κυμαίνονται από μερικούς μήνες μέχρι 6 χρόνια. Υπήρχαν περιπτώσεις που αγγίζουν ουσιαστικά το ανώτατο όριο. Σημασία για το μέγεθος της ποινής έχουν οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης...» Παρόλο που οι προαναφερόμενες υποθέσεις δύνανται να αποτελέσουν καθοδήγηση, εντούτοις ταυτόχρονα λαμβάνουμε υπόψιν τη νομολογιακή αρχή πως προηγούμενες αποφάσεις είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη - βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, κρίνουμε χρήσιμη την παραπομπή σε κάποιες από τις πιο πάνω υποθέσεις αναλυτικά. Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 241, ο εφεσείων, 73 ετών, μάζευε χαρούπια από χωράφι το οποίο δεν του ανήκε και το οποίο βρισκόταν υπό τη μίσθωση του Χριστάκη Παφίτη οικοδόμου, 27 ετών, νυμφευμένου και πατέρα δύο μικρών παιδιών. Διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των δύο αντρών κατά τη διάρκεια της οποίας ο εφεσείων κτύπησε τον Παφίτη με σιδερένια σωλήνα που βρισκόταν στο έδαφος προκαλώντας του θλαστικά τραύματα στο μέτωπο και κάτω από αυτά ρωγμώδη κατάγματα του κρανίου, τα οποία συνιστούσαν βαριά σωματική βλάβη αλλά δεν αποτελούσαν κίνδυνο για τη ζωή του θύματος. Το θύμα, τελώντας υπό κατάσταση σύγχυσης, προχώρησε προς τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού και στην προσπάθειά του να τον διασταυρώσει κτυπήθηκε από διερχόμενο αυτοκίνητο και υπέστη θανατηφόρα τραύματα τα οποία επέφεραν τον θάνατο του μερικές μέρες αργότερα. Κατόπιν παραδοχής, το πρωτόδικο Δικαστήριο διατύπωσε την άποψη ότι οι αρχικές ενέργειες του κατηγορουμένου - εφεσείοντος οδήγησαν το θύμα να ενεργήσει όπως ενήργησε με αποτέλεσμα να βρει τον θάνατο. Το Εφετείο αποδέχθηκε την εισήγηση του εφεσείοντος ότι στην απόφαση του Δικαστηρίου επέδρασε εξωγενής παράγων ο οποίος επηρέασε την επιμέτρηση της ποινής με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί έκδηλα υπερβολική και μείωσε την ποινή φυλάκισης από 4 σε 3 έτη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Evans (ανωτέρω), έξω από μπυραρία στην Αγία Νάπα κατά τις πρωινές ώρες, ο παραπονούμενος άρχισε να υποβάλλει ερωτήσεις στον εφεσίβλητο για το εάν ήταν ομοφυλόφιλος, με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος να αντιδράσει και να τον σπρώξει, φτύνοντας τον στο πρόσωπο. Όταν ο εφεσίβλητος προσπάθησε να απομακρυνθεί αντιλήφθηκε τον παραπονούμενο να κινείται προς το μέρος του με κατεβασμένο παντελόνι και εσώρουχο. Ο εφεσίβλητος έχασε τη ψυχραιμία του, τον γρονθοκόπησε στο στήθος και στο πρόσωπο και όταν ο παραπονούμενος έπεσε στο έδαφος, πριν τραπεί σε φυγή, του έτριψε με το πόδι το πρόσωπο στο έδαφος. Ο παραπονούμενος υπέστη πολλά τραύματα σοβαράς μορφής. Η κατάσταση του παρέμεινε εξαιρετικά κρίσιμη, μέχρι τη μεταφορά του, με ειδικό ασθενοφόρο αεροπλάνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο, για περαιτέρω θεραπεία. Μια από τις συνέπειες του τραυματισμού του παραπονούμενου ήταν και η μείωση της διανοητικής του ικανότητας από υψηλής σε μέσου όρου. Απώλεσε επίσης τη δυνατότητα ενασχόλησης του με το ποδόσφαιρο και συνέχισης των σπουδών του ως ψυχολόγος. Ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε ενοχή, ήταν νεαρής ηλικίας και λευκού ποινικού μητρώου. Το Εφετείο έκρινε ότι η πρόκληση δεν ήταν τέτοια που να «δικαιολογούσε την κτηνώδη αντίδραση του εφεσίβλητου, έστω κι΄ αν αυτός τελούσε υπό την επήρρεια οινοπνεύματος» χαρακτηρίζοντας την πράξη του εφεσίβλητου ως πράξη ωμής και αχρείαστης βίας, και αύξησε την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκιση των 14 μηνών σε ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην υπόθεση Αντωνίου v. Αστυνομίας (ανωτέρω), ο παραπονούμενος ήταν με παρέα στην οποία ήταν και η πρώην φιλενάδα του εφεσείοντος. Ο εφεσείων, αστυνομικός, ο οποίος έτρεφε ακόμα ερωτικό πάθος προς αυτήν, κτύπησε τον παραπονούμενο με κόπτη όταν ο τελευταίος επενέβη στην προσπάθεια του πρώτου να προσεγγίσει την πρώην φιλενάδα του όχι με αγαθές προθέσεις. Το τραύμα που υπέστη ο παραπονούμενος δεν ήταν πολύ σοβαρό, αλλά τέτοιας μορφής που ενέπιπτε στην κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Ο εφεσείων δεν παραδέχθηκε αρχικά ενοχή και στη συνέχεια με την άδεια του Δικαστηρίου άλλαξε την απάντηση στην κατηγορία, στην οποία και παραδέχθηκε. Το Εφετείο, με πλειοψηφία, χαρακτήρισε την ποινή φυλάκισης των 2 ετών ως αυστηρή αλλά όχι έκδηλα υπερβολική και την επικύρωσε. Στην υπόθεση Σακαρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), οι εφεσείοντες και οι παραπονούμενοι που δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, ενεπλάκησαν στην τουριστική περιοχή Γερμασόγειας, στη Λεμεσό για ασήμαντη αφορμή. Μεταξύ των πολλών τραυμάτων που υπέστη ο ένας παραπονούμενος ήταν και συντριπτικό κάταγμα ρινικού οστού, τρία κατάγματα στους μετωπιαίους κόλπους δεξιά και μικρό κάταγμα κρανίου. Υπεβλήθη σε εγχείρηση από ειδικό νευροχειρούργο και χειρουργήθηκε από ειδικό ωτορινολαρυγγολόγο. Από τους υπόλοιπους δύο παραπονούμενους, ο ένας υπέστη παρόμοιους τραυματισμούς και ο άλλος ελαφρύτερους. Στους εφεσείοντες, κατόπιν παραδοχής, επιβληθήκαν ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Το Εφετείο μείωσε τις ποινές σε 18 μήνες λόγω του ότι έκρινε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε τον παράγοντα πρόκληση, το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων (23 ετών) και το λευκό ποινικό μητρώο τους. Τέλος, στην υπόθεση Urgur v. Αστυνομίας (ανωτέρω), ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή σε τέσσερις κατηγορίες, μεταξύ των οποίων δύο κατηγορίες για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, στις οποίες του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ετών. Τα πραγματικά γεγονότα αφορούσαν σε δύο επεισόδια βίας που άσκησε ο εφεσείων εναντίον του παραπονούμενου προσώπου, προκαλώντας του βαριές σωματικές βλάβες. Ο τελευταίος ήταν ο πρώην συμβίος γυναίκας, από την οποία εφεσείων και παραπονούμενος, ανέμεναν να επιλέξει με ποιον από τους δύο θα συζούσε. Κατά το πρώτο επεισόδιο ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε κάταγμα κάτω γνάθου αριστερά, κάταγμα ζυγωματικού αριστερά, καθώς και εκχυμώσεις σε διάφορα μέρη του σώματός του. Κρατήθηκε για νοσηλεία στο χειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου από το οποίο εξήλθε λίγες μέρες αργότερα. Στο δεύτερο επεισόδιο ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε θλαστικό τραύμα στον τράχηλο δεξιά, τραυματισμό γλώσσας, αποκόλληση δοντιών, οίδημα και εκχυμώσεις τραχήλου, οίδημα αριστερού αυτιού, αιμάτωμα στη βάση της γλώσσας και στοματικές κακώσεις. Διαπιστώθηκε επίσης επιπλοκή στα κατάγματα που είχε υποστεί κατά το προηγούμενο επεισόδιο. Το Εφετείο θεώρησε τις ποινές επιεικείς όμως απέρριψε την έφεση κατά των ποινών, προβαίνοντας στις ακόλουθες επισημάνσεις: «Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλλοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής.» Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης κυρίαρχο στοιχείο είναι η φύση και σοβαρότητα του τραυματισμού τον οποίο ο Κατηγορούμενος προκάλεσε στην παραπονούμενη. Πρόκειται για ένα βάναυσο και αποτρόπαιο τρόπο δράσης εφόσον ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε κατσαβίδι, το μοναδικό εργαλείο που βρισκόταν στην κατοχή και διάθεση του για χρήση, για να τραυματίσει την παραπονούμενη. Με την αξιόποινη ενέργεια του να περάσει το κατσαβίδι στο σώμα της παραπονούμενης, στο ύψος του στήθους, ο Κατηγορούμενος προκάλεσε εκτεταμένο υποδόριο εμφύσημα στο δεξιό ανώτερο ημιθωράκιο με οίδημα και αιμάτωμα, και κυρίως τραύμα και αιμάτωμα στον πνεύμονα, με σοβαρό ενδεχόμενο τη νέκρωση και αφαίρεση τμήματος του πνεύμονα και την ύπαρξη μόνιμης βλάβης μέχρι και τον θάνατο. Ευτυχώς τα χειρότερα τελικώς αποφεύχθηκαν και παρόλο που δεν παρέμειναν μόνιμα κατάλοιπα, εντούτοις τόσο η φύση του τραυματισμού όσο και η επικινδυνότητα αυτού, σε συνδυασμό με τον πόνο, την ταλαιπωρία και την αγωνία που πέρασε η παραπονούμενη κατά τη νοσηλεία και θεραπεία της, είναι παράγοντες οι οποίοι προσδίδουν ιδιαίτερη σοβαρότητα στην παρούσα υπόθεση. Η Υπεράσπιση κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν πως το επεισόδιο του τραυματισμού διήρκεσε δευτερόλεπτα και πως ο τραυματισμός επήλθε από ένα μοναδικό κτύπημα. Χωρίς να παραγνωρίζουμε αυτά τα στοιχεία, θεωρούμε πως αυτά δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, όπου φαίνεται ξεκάθαρα πως η μια και μοναδική ενέργεια του Κατηγορουμένου ήταν ικανή να προκαλέσει σοβαρό, επώδυνο και επικίνδυνο τραυματισμό στην παραπονούμενη. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας η σχέση του Κατηγορουμένου με την παραπονούμενη, ήτοι πως αυτοί παλαιότερα διατηρούσαν δεσμό κατά τη διάρκεια του οποίου αντιμετώπιζαν διάφορα προβλήματα, με διακοπές και επανασυνδέσεις μεταξύ τους. Όπως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, τα προβλήματα προκαλούνταν λόγω της ζήλιας που ο Κατηγορούμενος ένιωθε προς την παραπονούμενη και της επιθετικής του στάσης προς αυτή. Δυστυχώς σε τέτοιες φάσεις η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου λάμβανε διάφορες μορφές και επεκτείνετο σε διάφορα πρόσωπα, πέραν των εμπλεκομένων στον δεσμό, καθότι ο Κατηγορούμενος φώναζε και απειλούσε την παραπονούμενη αλλά και πήγαινε στο σπίτι της εκστομίζοντας απειλές στην οικογένεια της, προκαλώντας φασαρία καθώς επίσης και υλικές ζημιές. Σαφώς πρόκειται για μια προβληματική κατάσταση η οποία οδήγησε σε αρκετές καταγγελίες, στην καταχώριση ποινικής υπόθεσης και στην καταδίκη του Κατηγορουμένου καθώς επίσης και στην έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος εναντίον του. Η ίδια δύσκολη κατάσταση ακολούθησε και μετά τον Ιανουάριο του 2017, όταν επήλθε ο οριστικός χωρισμός του Κατηγορουμένου και της παραπονούμενης, εφόσον αυτός συνέχισε να της στέλνει απειλητικά μηνύματα. Κατόπιν συνάντησης τους αρχικά φάνηκε πως ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε τον χωρισμό τους, πλην όμως τα γεγονότα που ακολούθησαν κατέδειξαν πως τελικώς, ευκαιρίας δοθείσης, ο Κατηγορούμενος παρέμεινε στην ίδια στάση του έναντι στην παραπονούμενη. Αυτός επιδίωξε να πάει στην Αγγλία να τη συναντήσει, ενώ η παραπονούμενη τον απέτρεπε χωρίς όμως να του αποκαλύψει πως είχε ήδη έρθει στην Κύπρο. Εδώ είναι σημαντικό να τονίσουμε πως η αναφορά στο όλο ιστορικό της σχέσης Κατηγορουμένου και παραπονούμενης γίνεται για σκοπούς απόδοσης της πλήρους εικόνας και καλύτερης αντίληψης των γεγονότων, έχοντας όμως παράλληλα συνεχώς υπόψιν πως σαφώς το Δικαστήριο καλείται και θα επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο μόνο για τις αξιόποινες πράξεις του οι οποίες αφορούν τις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης. Έτσι, όταν την επίδικη μέρα τυχαίως και απρόσμενα για τον ίδιο, ο Κατηγορούμενος συνάντησε την παραπονούμενη έξω από τον φούρνο με την παρέα της, τότε αμέσως αυτός άρχισε να την πιέζει να μιλήσουν απειλώντας την πως εάν δεν το έπραττε, τότε θα πήγαινε στο σπίτι της να την περιμένει. Παρόλο που η συνάντηση μεταξύ του Κατηγορουμένου και της παραπονούμενης ήταν εντελώς συμπτωματική, εντούτοις για ακόμα μια φορά ο Κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να διατηρήσει τη ψυχραιμία του και να τηρήσει απόσταση σεβόμενος πλέον τον χωρισμό τους. Μάλιστα, είναι αξιοσημείωτο πως, σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος ανέφερε στους φίλους του πως η παραπονούμενη βρισκόταν στην Αγγλία και πως με την επιστροφή της στην Κύπρο υπήρχε το ενδεχόμενο επανασύνδεσης τους. Έχουμε ήδη επισημάνει πως η συνάντηση του Κατηγορουμένου με την παραπονούμενη ήταν τυχαία και, δεδομένου του ιστορικού των δύο τους, θεωρούμε μεν δικαιολογημένη την έκπληξη του Κατηγορουμένου και την ντροπή που ένιωσε ότι αυτή τον παραπλάνησε και κοροΐδεψε, όμως σε καμία περίπτωση αυτά τα αισθήματα του δικαιολογούσαν την επιμονή του να μιλήσει με την παραπονούμενη και κυρίως τελικώς τη χρήση τέτοιας ωμής και απρόκλητης βίας εναντίον της. Λαμβάνουμε υπόψιν πως σε εκείνο το στάδιο ο Κατηγορούμενος δεν σεβάστηκε ούτε δέχθηκε την επιθυμία της παραπονούμενης να μην του μιλήσει αλλά πως, σύμφωνα με τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης, αυτός ζήτησε από τους φίλους του να τον οδηγήσουν στο σπίτι του για να πάρει το όχημα του και κατευθυνθεί προς το σπίτι της παραπονούμενης. Εκεί ο Κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει και στην προσπάθεια όλων να τον απομακρύνουν και του Μ.Κ.2 να τον ηρεμήσει, αυτός εκστόμισε απειλές προς όλους τους παρευρισκόμενους ότι θα τους σκότωνε, καταδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο άγριες και επιθετικές διαθέσεις. Όταν η παραπονούμενη προσέγγισε το όχημα και προσπάθησε να ηρεμήσει τον Κατηγορούμενο, ο οποίος είχε ήδη μπει στο όχημα του, τότε αυτός την άρπαξε και την τραυμάτισε με το κατσαβίδι στον θώρακα. Λαμβάνουμε υπόψιν, σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση της Υπεράσπισης, πως το συγκεκριμένο κατσαβίδι όπως και ακόμα ένα βρίσκονταν στο αυτοκίνητο του λόγω του ότι την προηγούμενη βοήθησε μια φίλη του να συναρμολογήσει ένα έπιπλο. Είναι όμως σημαντικό το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, τη δεδομένη στιγμή, δεν δίστασε και πήρε το κατσαβίδι, όπως ανέφερε ο συνήγορος του με πρόθεση να κτυπήσει τον Μ.Κ.2 ο οποίος πλησίαζε το όχημα, και τελικώς κατέληξε να κτυπήσει την παραπονούμενη η οποία όπως και ο Μ.Κ.2 δεν είχαν απειλητικές διαθέσεις προς τον Κατηγορούμενο αλλά αντιθέτως προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να φύγει τραβώντας την παραπονούμενη μαζί του μέχρι που ο Μ.Κ.2 κατάφερε να την απομακρύνει. Ενώ η παραπονούμενη έτρεξε προς το σπίτι της, ο Κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα του προς το μέρος της και όλων των υπολοίπων οι οποίοι ανέβηκαν στο πεζοδρόμιο για να τον αποφύγουν. Τέτοια ενέργεια αποκαλύπτει μια επικίνδυνη συμπεριφορά έναντι ατόμων τα οποία βρέθηκαν πεζοί και αντιμέτωποι με το όχημα του Κατηγορουμένου, χωρίς περιθώριο ή δυνατότητα προστασίας τους και χωρίς πρόβλεψη του τι θα μπορούσε να συμβεί. Είναι ευτύχημα πως τελικώς δεν προκλήθηκε οποιοσδήποτε τραυματισμός από την επικίνδυνη αυτή οδήγηση. Τα πιο πάνω γεγονότα σαφώς καταδεικνύουν πως το όλο επεισόδιο και η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου δεν ενέχει το στοιχείο του προσχεδιασμού και πως αυτός ενήργησε υπό συναισθηματική φόρτιση της στιγμής με παρορμητικότητα λόγω των αισθημάτων του, και της ζήλιας του, προς την παραπονούμενη όταν βρέθηκε αντιμέτωπος μαζί της και τους φίλους της και ενόσω μάλιστα αυτός βρισκόταν με την εντύπωση πως η παραπονούμενη ήταν ακόμα στην Αγγλία. Στην υπόθεση Αχτάρ κ.ά. v. Αστυνομίας (ανωτέρω), η απουσία ουσιαστικού προσχεδιασμού αναγνωρίστηκε από το Εφετείο ως ελαφρυντικός παράγων ο οποίος, ανάμεσα και σε άλλους, δεν είχε εκτιμηθεί ορθά από το πρωτόδικο Δικαστήριο εξ ου και προέβη σε μείωση των ποινών. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603 η οποία αφορούσε ανθρωποκτονία, η συναισθηματική φόρτιση και ένταση από την οποία διακατέχεται ο δράστης του εγκλήματος όταν διαπράττει ένα έγκλημα συνιστά παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Ο λόγος έγκειται στην αποδυνάμωση, κάτω από την ένταση, των μηχανισμών αυτοελέγχου που τείνουν να καταστείλουν την οργή και να μετριάσουν το πάθος. Επισημαίνουμε πως είναι μόνο υπό αυτή την έννοια που το στοιχείο της συναισθηματικής φόρτισης λαμβάνεται υπόψιν, καθότι κάτι τέτοιο δεν δύναται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να αποτελέσει βάσιμη δικαιολογία για την καταφυγή στο έγκλημα και ειδικότερα στον τραυματισμό προσώπου. Δεν μας διαφεύγει ακόμα πως υπήρξε συμφιλίωση μεταξύ του Κατηγορουμένου και της παραπονούμενης. Συγκεκριμένα, όπως βεβαιώνεται σε σχετική δέσμη εγγράφων την οποία παρουσίασε ο συνήγορος Υπεράσπισης, Τεκμήριο Β, η παραπονούμενη επισκέφθηκε τρεις φορές τον Κατηγορούμενο στις Κεντρικές Φυλακές κατά την κράτηση του ως υπόδικου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, ήτοι στις 31.8.17, 18.9.17 και 29.10.17. Επίσης η παραπονούμενη απέστειλε επιστολή ημ. 1.2.18 προς τον Γενικό Εισαγγελέα στην οποία εξέφραζε την πεποίθηση της ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να την τραυματίσει ή να της κάνει κακό και πως επειδή ξεπέρασε κάθε κίνδυνο με την υγεία της και δεν θέλει να φέρει το βάρος καταδίκης λόγω του ότι είναι η βασική μάρτυρας - παραπονούμενη στην υπόθεση, επιθυμεί να αποσυρθεί. Σε Δήλωση της ημ. 2.5.18 η παραπονούμενη αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος της έχει απολογηθεί για τον τραυματισμό της και ότι η ίδια δεν επιθυμεί να καταθέσει εναντίον του στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327, η συμφιλίωση του δράστη με το θύμα μπορεί να δικαιολογήσει επέμβαση στο ύψος αλλά όχι στο είδος της ποινής, και έτσι αποδίδουμε την ανάλογη σημασία σε αυτόν τον παράγοντα. Βεβαίως, δεν πρέπει ποτέ να λησμονείται πως η επιθυμία ενός προσώπου και δη παραπονούμενου να μην καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης και να τερματιστεί μια ποινική υπόθεση είναι σεβαστή αλλά ξεφεύγει της δικής του εξουσίας εφόσον είναι ο Γενικός Εισαγγελέας, εκ μέρους της Δημοκρατίας, που εγείρει τις ποινικές υποθέσεις για το δημόσιο συμφέρον και την προστασία του συνόλου της κοινωνίας. Άλλωστε στην προκειμένη περίπτωση, παρόλο που η Κασιουρή είναι η βασική παραπονούμενη, υπάρχουν και άλλοι παραπονούμενοι. Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων της κυρίως υπόθεσης και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιας φύσης αδικήματα, εντούτοις το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Σε αυτά τα πλαίσια λαμβάνουμε αρχικά υπόψιν την παραδοχή του Κατηγορουμένου τόσο στην Αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου για τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Δεν μας διαφεύγει πως αυτός, μετά το επίδικο συμβάν, δεν ανέφερε ούτε στον πατριό ούτε και στον αδελφό της παραπονούμενης ότι την τραυμάτισε και κατά τη σύλληψη του δεν ανέφερε οτιδήποτε. Όμως, στη συνέχεια της ίδιας μέρας αυτός με δική του επιθυμία προέβη σε υπόδειξη σκηνής όπου εντοπίστηκε και αναγνώρισε το κατσαβίδι που χρησιμοποίησε και ακολούθως προέβη σε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε ότι τραυμάτισε την παραπονούμενη με το κατσαβίδι. Υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρούμε πως παρά την αρχική του αντίδραση και άρνηση, εντούτοις η παραδοχή του προς την Αστυνομία επήλθε σε πολύ αρχικό στάδιο και δύναται να θεωρηθεί άμεση, καθώς επίσης και λαμβάνουμε υπόψιν τη συνεργασία του με την Αστυνομία. Θεωρούμε επίσης πως και η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν άμεση εφόσον αυτή έγινε αμέσως με την αναστολή των δύο σοβαρότερων κατηγοριών για τα αδικήματα της απόπειρας φόνου και της εκ προθέσεως πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.» Η παραδοχή του στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο αποτελούν ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας, η οποία βεβαίως φαίνεται να επήλθε αμέσως μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης, αμέσως μετά το συμβάν ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον αδελφό της παραπονούμενης και ρώτησε για την κατάσταση της ενώ μετά μετέβηκε και στο Απολλώνειο Νοσοκομείο για να επισκεφθεί την παραπονούμενη, όμως αναγκάστηκε να φύγει λόγω της παρουσίας του πατέρα της παραπονούμενης εκεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Δήλωση της παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος απολογήθηκε και στην ίδια προσωπικά. Λαμβάνουμε υπόψιν και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος είναι 26 ετών και πως πριν την κράτηση του διέμενε με τη μητέρα του και συντηρείτο οικονομικά από τους γονείς του επειδή δεν είχε εργασία. Κατάγεται από τη Λευκωσία και προέρχεται από οικογένεια μέτριας κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του είναι 57 ετών, κατάγεται από τη Λάπηθο και είναι Αστυνομικός. Η μητέρα του είναι 50 ετών, κατάγεται από τη Λευκωσία και εργάζεται ως υπάλληλος σε υπεραγορά. Έχει ένα μεγαλύτερο αδελφό ο οποίος διαμένει με τη συμβία του και εργάζεται στην ΜΤΝ. Οι γονείς του Κατηγορουμένου χώρισαν όταν αυτός ήταν 16 ετών και μετά το διαζύγιο η μητέρα του ανέλαβε τη φροντίδα του ενώ ο ίδιος διατηρούσε συστηματική επικοινωνία με τον πατέρα του. Είναι απόφοιτος Λυκείου και πήρε απαλλαγή για την εκτέλεση της στρατιωτικής του θητείας λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα εργάστηκε ως μηχανικός αυτοκινήτων και ως υπάλληλος σε μάντρα αυτοκινήτων για κάλυψη των αναγκών του ενώ τα τελευταία τρία έτη είναι άνεργος. Αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία στο σχετικά νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου, στα προβλήματα που αντιμετωπίζει καθώς επίσης και στα όσα επεσήμανε ο συνήγορος του, ήτοι πως ο Κατηγορούμενος, κατά την εφηβεία του, βίωσε συστηματικούς καβγάδες μεταξύ των γονιών του με αποτέλεσμα τον χωρισμό τους και πως η σχέση μεταξύ των γονιών του είναι ακόμα τεταμένη, γεγονός που του προκαλεί θλίψη. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη η οποία μάλιστα αφορά το ίδιο αδίκημα των αμελών και απερίσκεπτων πράξεων και με θύμα την ίδια παραπονούμενη, αδικήματα τα οποία έλαβαν χώρα το 2013 και η ποινή επιβλήθηκε το 2015. Δυστυχώς παρά την προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορουμένου, αυτός δεν συνετίστηκε αλλά επέδειξε βίαιη και επικίνδυνη συμπεριφορά έναντι στην παραπονούμενη. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο, το ποινικό μητρώο δεν σημαίνει πως ο Κατηγορούμενος θα τιμωρηθεί για δεύτερη φορά για τα παλαιότερα αδικήματα του, πλην όμως η προηγουμένη καταδίκη του περιορίζει την επιείκεια που θα μπορούσε να επιδείξει το Δικαστήριο υπό άλλες περιστάσεις. Σχετική είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ.
- Τέλος συνεκτιμούμε τη χρονική διάρκεια των 9 μηνών που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τον δικηγόρο του, βοήθησε τον Κατηγορούμενο να αναλογιστεί τις πράξεις του και τις συνέπειες αυτών. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν την αδιαμφισβήτητη θέση του συνηγόρου του ότι αυτός επιδεικνύει καλή διαγωγή και έχει άψογη συνεργασία με το προσωπικό των Φυλακών και τους συγκρατούμενους του. Σχετική είναι η υπόθεση Κιλινκαρίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 233/13, ημ. 22.4.
- Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, θεωρούμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες οι οποίοι εκτίθενται ανωτέρω, και ειδικότερα η έλλειψη προσχεδιασμού, η συναισθηματική φόρτιση, η συμφιλίωση και η έμπρακτη μεταμέλεια, δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής, όμως θα αντανακλούνται στην έκταση αυτής. Ως εκ τούτου στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην τέταρτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Στην πέμπτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Στην έκτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Στην έβδομη κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Στην όγδοη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ενόψει του ύψους της επιβληθείσας ποινής επιβάλλεται η εξέταση του κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της άμεσης έκτισης της, παρόλο που δεν έγινε σχετική εισήγηση. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα ήταν κατά πόσο οι προσωπικές περιστάσεις ήταν τέτοιες που ισοζυγίζοντας τις θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει και όπως έχει λεχθεί: «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε κατ΄ έφεσιν πως η επιείκεια του Δικαστηρίου για βαριά σωματική βλάβη με πυροβολισμούς είχε εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής, τυχόν δε αναστολή θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα για αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Η υπόθεση Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 περιέχει το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Η καταλληλότητα της περίπτωσης εξετάζεται πρώτα βεβαίως σε συνάρτηση με το αν η ποινή εμπίπτει στα πλαίσια που ο Νόμος ορίζει, και σαφώς οι ποινές αυτές εμπίπτουν στα πλαίσια εκείνα ώστε να μπορούσε να είχε δοθεί η αναστολή αν ήταν πρέπουσα περίπτωση. Το Δικαστήριο φαίνεται όμως να περιόρισε εαυτό στο αποτρεπτικό, όπως το ίδιο ανέφερε, της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, επεκτείνοντας αυτό και στο γεγονός της αναστολής. Πέραν τούτου, περιόρισε εαυτό και όσον αφορά τη σημασία των ελαφρυντικών παραγόντων, και δη του νεαρού της ηλικίας, του λευκού ποινικού μητρώου και της δεδομένης, όπως το ίδιο διαπίστωσε, έμπρακτης μεταμέλειας. Θεώρησε δηλαδή ότι αυτοί οι παράγοντες ναι μεν είχαν σημασία ως προς τον καθορισμό της έκτασης της ποινής φυλάκισης αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος αναστολής. Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις πιο πρόσφατες υποθέσεις Γεωργίου κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/16 ημ. 19.7.16 και Παπαπαντελή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/16, ημ. 17.10.16. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνουμε υπόψιν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τις συνθήκες διάπραξης αυτών. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψιν τη φύση του τραυματισμού και την επικινδυνότητα αυτού. Χωρίς να παραγνωρίζουμε την έλλειψη προσχεδιασμού και τη συναισθηματική φόρτιση, θεωρούμε ότι αυτά τα στοιχεία δεν δικαιολογούν τη χρήση ωμής και επικίνδυνης μορφής βίας έναντι συνανθρώπου του. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψιν την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου, τη συμφιλίωση του με την παραπονούμενη καθώς επίσης και τη μεταμέλεια που ο ίδιος επιδεικνύει για τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Επίσης λαμβάνουμε υπόψιν το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη καθώς επίσης και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, όπως αυτές αναλύονται εκτενώς ανωτέρω. Θεωρούμε όμως πως οι περιστάσεις της υπόθεσης και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου στο σύνολο τους δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Δεδομένης της επιβολής ποινής φυλάκισης, εγείρεται τώρα η εξέταση του κατά πόσο δικαιολογείται η ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο στην προαναφερόμενη υπόθεση που αποτελεί την προηγούμενη καταδίκη του, καθότι η διάπραξη των αδικημάτων που αφορά την παρούσα υπόθεση έγινε εντός της τριετούς περιόδου αναστολής της προηγούμενης καταδίκης του. Το άρθρο 4
(1)του περί της Υφ΄ όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε, δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο, την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του διατάγματος ή να μη λάβει κανένα μέτρο σχετικά με την ανασταλείσα ποινή. Στην υπόθεση Λουκά v. Αστυνομίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 141, λέχθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση των όρων της αναστολής, το πρωταρχικό ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιστάσεων. Η ενεργοποίηση δεν συνδέεται με την ομοιότητα των αδικημάτων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52, η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής διατάσσεται κατά κανόνα εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο, λαμβανομένων υπόψιν όλων των περιστάσεων. Ακόμα, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν ότι η συνολική ποινή, δηλαδή η ποινή για τη βασική υπόθεση και η ενεργοποιημένη ποινή, δεν πρέπει να είναι υπερβολική - βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 546. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Βασιλειάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 και Χριστοφίδης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Παπαχρίστου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι θεμελιωμένη αρχή της επιβολής ποινών ότι όταν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς την δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, το καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή είναι να βεβαιωθεί πως το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (Δέστε: Bocskei [1970] 54 Cr. App. R. 519). Το επιβάλλον ποινή Δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του αδικήματος και της ποινής. Σε κάθε περίπτωση η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς το αδίκημα που διέπραξε. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης διαδοχικά προς την επιβαλλόμενη ποινή. Και πάλιν σε τέτοια περίπτωση το τελικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό και αν είναι υπερβολικό να το μειώσει έτσι ώστε να είναι δίκαιο για τον κατηγορούμενο (Δέστε: Rafferty, 23.11.71, 2800/B/71, η οποία αναφέρεται στο σύγγραμμα D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd Ed., p. 255).» Ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε πως η συναισθηματική φόρτιση υπό την οποία ενήργησε ο Κατηγορούμενος, η απουσία προσχεδιασμού, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη διάπραξη των αδικημάτων της προγενέστερης υπόθεσης και αυτών της παρούσας και η επιλογή του Κατηγορουμένου να παραδεχθεί γνωρίζοντας το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της προηγούμενης ανασταλείσας ποινής, συνηγορούν υπέρ της μη ενεργοποίησης της. Υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, δεν μας διαφεύγει ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ της διάπραξης των αδικημάτων των δύο υποθέσεων, η παραπλάνηση του Κατηγορουμένου για το ότι η παραπονούμενη δεν βρισκόταν στην Κύπρο, η απουσία προσχεδιασμού και η συναισθηματική φόρτιση του. Ταυτόχρονα όμως λαμβάνουμε υπόψιν πως η καταδίκη του Κατηγορουμένου επήλθε στις 9.7.15 και αυτός εντός της περιόδου αναστολής επέδειξε παρόμοια στάση και προέβη σε βίαιη και επικίνδυνη συμπεριφορά έναντι στην ίδια παραπονούμενη, και μάλιστα πολύ πιο σοβαρής μορφής. Θεωρούμε πως μέσω της προηγούμενης ποινής είχε δοθεί η ευκαιρία στον Κατηγορούμενο να αντιληφθεί τη φύση και τις συνέπειες της τότε αξιόποινης συμπεριφοράς του και να παραμείνει εκτός άλλης παράνομης συμπεριφοράς, αλλά δυστυχώς αυτός δεν παραδειγματίστηκε και δεν εκμεταλλεύτηκε αυτή την ευκαιρία επαναλαμβάνοντας με πιο βάναυσο τρόπο την εγκληματική του δραστηριότητα έναντι στην παραπονούμενη αλλά και στην παρέα της. Θεωρούμε πως δεν συντρέχει καλός λόγος που να δικαιολογεί αποφυγή της ενεργοποίησης της ανασταλείσας ποινής και πως τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος στην κυρία υπόθεση είναι αρκετά σοβαρά. Με γνώμονα την αρχή της συνολικότητας της ποινής, κρίνουμε πως δικαιολογείται η ενεργοποίηση ολόκληρης της ποινής που είχε επιβληθεί στην προηγούμενη υπόθεση, μη καθιστώντας την υπερβολική στο σύνολο της, υπό τις περιστάσεις. Ως εκ τούτου ενεργοποιείται η φυλάκιση των 4 μηνών η οποία είχε επιβληθεί στην Υπόθεση αρ. 505/14 Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία να εκτιθεί μετά την έκτιση της ποινής στην κύρια υπόθεση. Η έκτιση της ποινής των δύο ετών θα αρχίζει από τις 10.8.17 που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. Τα τεκμήρια να καταστραφούν. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο