Δημοκρατία ν. Μπουλούτα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23648/15, 2/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:35 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου ‑ Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23648/15 Δημοκρατία ν.
- XXXXX Μπουλούτα
- XXXXX Κουννή
- XXXXX Λυσάνδρου
- XXXXX Φόρου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 2 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Παπαγαπίου - Χρίστου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Χαβιαράς με κ. Ν. Θρασυβούλου και κ. Μ. Παναγίδη Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Μαππουρίδης με κ. Σ. Σπύρου Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Θ. Κορφιώτης με κ. Χ. Σταυρινό Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Μ. Πικής Κατηγορούμενοι 1-4 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 12.10.18 οι Κατηγορούμενοι 1-4 κρίθηκαν ένοχοι στις δύο κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς, κατά παράβαση των άρθρων 19, ως εξειδικεύεται από το άρθρο 20
(1)(γ), και 23
(3)(α), (β) και
(4)(α) του περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Ν.116(I)/05. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα των ψευδών και παραπλανητικών στοιχείων και πληροφοριών ή απόκρυψης, κατά παράβαση του άρθρου 40
(1)
(3),
(4)και
(6)του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Ν.190(I)/07. Ουσιαστικά η αξιόποινη ενέργεια των Κατηγορουμένων η οποία οδήγησε στη διάπραξη των αδικημάτων συνίσταται στο ότι αυτοί, μεταξύ 29.11.11 και 28.2.12, στη Λευκωσία, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, της οποίας οι τίτλοι ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, και γνώριζαν ότι υπήρχε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της Marfin Egnatia Bank στην Ελλάδα, η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον, παρέλειψαν να την περιλάβουν στην Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση της προαναφερόμενης εταιρείας για την εννιαμηνιαία περίοδο που έληξε στις 30.9.11 και η οποία δημοσιεύτηκε στις 29.11.11. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εκτίθενται αναλυτικά στην εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου. Για σκοπούς επιβολής ποινής κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν τα ακόλουθα: (
- i)Κατά τον ουσιώδη χρόνο έγκρισης των επίδικων οικονομικών καταστάσεων στη συνεδρία ημ. 29.11.11 του Διοικητικού Συμβουλίου, ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου της Marfin και ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ένας εκ των δύο Αναπληρωτών Διευθύνοντων Συμβούλων του Ομίλου, υπεύθυνος για την Κύπρο και την Ελλάδα. Ο Κατηγορούμενος 3 ήταν ο Πρόεδρος και ο Κατηγορούμενος 4 μέλος της Επιτροπής Ελέγχου η οποία ήταν η κατ΄ εξοχήν αρμόδια επιτροπή για απόφαση και σχετική εισήγηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο αναφορικά με την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων του Ομίλου. (
- ii)Κατά τον ουσιώδη χρόνο και οι τέσσερις Κατηγορούμενοι γνώριζαν για το οριακό και ευαίσθητο των παραδοχών οι οποίες είχαν περιληφθεί στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις του 2010 και είχαν λάβει μέρος στη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την οποία ενέκριναν τις εξαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις του 2011 οι οποίες επισκοπήθηκαν από τους εξωτερικούς ελεγκτές. Όλοι επίσης γνώριζαν διάφορα γεγονότα, ήτοι την επιδείνωση της Ελληνικής οικονομίας, την στήριξη της Τράπεζας από τον ELA και την ανακοίνωση του PSI+, καθώς επίσης και τη θέση τόσο της Οικονομικής Διευθύντριας όσο και των εξωτερικών ελεγκτών της Τράπεζας πως αυτά τα δεδομένα επέβαλλαν την υποχρέωση περίληψης της απομείωσης της υπεραξίας στις επίδικες οικονομικές καταστάσεις ούτως ώστε αυτές να είναι συμβατές με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. (iii) Και οι τέσσερις Κατηγορούμενοι τελικώς κατέληξαν στην απόφαση για τη μη περίληψη της απομείωσης της υπεραξίας στις επίδικες οικονομικές καταστάσεις. Αυτή η απόφαση ελήφθη από τους Κατηγορούμενους 3 και 4 κατά τη συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου στις 29.11.11 και ακολούθως από όλους τους Κατηγορούμενους στη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση του Δικαστηρίου, «επρόκειτο για μια πλήρως συνειδητή, σκόπιμη και στοχευμένη ενέργεια ή ορθότερα παράλειψη, στην οποία συμμετείχαν όλοι οι Κατηγορούμενοι» των οποίων «μοναδική επιδίωξη ήταν η μη περίληψη της εγγραφής της απομείωσης της υπεραξίας στις οικονομικές καταστάσεις και με άμεση και στοχευμένη συνέπεια την απόκρυψη και αποσιώπηση της ύπαρξης τέτοιας ζημιάς από τις επίδικες οικονομικές καταστάσεις». (
- iv)Πέραν της φύσης και σημασίας των οικονομικών καταστάσεων κρίθηκε επίσης ιδιαίτερης σημασίας και το όλο πλαίσιο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι καταστάσεις εγκρίθηκαν και δημοσιεύτηκαν. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση μας «Κατά την επίδικη ημερομηνία, ήτοι στις 29.11.11, εκτός από τη γενικότερη οικονομική κατάσταση που περιέβαλλε την Ελλάδα και την Τράπεζα, προστέθηκε και η αμφισβήτηση πλέον από τον αρμόδιο φορέα της ικανότητας και επάρκειας διαχείρισης της Τράπεζας από τον ανώτατο αξιωματούχο της, τον Κατηγορούμενο 1. Το αίτημα της ΚΤΚ αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στη συνεδρία του ΔΣ στις 29.11.11 όπου και το ΔΣ αποφάσισε ομόφωνα την στήριξη προς τον Κατηγορούμενο 1 και την αποστολή σχετικής επιστολής προς την ΚΤΚ για αναθεώρηση της απόφασης της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, συνάγεται χωρίς δυσκολία πως κατά τον ουσιώδη χρόνο και τη συγκεκριμένη μέρα εξέτασης και έγκρισης των οικονομικών αποτελεσμάτων, κύριο και πρωταρχικό μέλημα, σκοπός και επιθυμία των Κατηγορουμένων ήταν η παρουσίαση μιας καλής εικόνας της Τράπεζας η οποία θα αντικατόπτριζε και θα είχε αντίκτυπο στον τρόπο διοίκησης και διαχείρισης της από το ΔΣ και κυρίως από τον Διευθύνοντα της Σύμβουλο, καθώς επίσης και η διατήρηση του ενδιαφέροντος του επενδυτικού κοινού. Η μη εγγραφή στις επίδικες οικονομικές καταστάσεις της απομείωσης της υπεραξίας ουσιαστικά απέληγε στην απόκρυψη μέρους της ζημιάς η οποία υπήρχε, με αποτέλεσμα ο επενδυτής και χρήστης των οικονομικών καταστάσεων να μην ενημερωθεί και πληροφορηθεί για τούτο και έτσι να θεωρήσει πως δεν υφίσταται τέτοια ζημιά. Με αυτόν τον τρόπο σαφώς παρουσιάζεται μια ωραιοποιημένη και βελτιωμένη εικόνα της Τράπεζας, η οποία επηρεάζει θετικά τη φήμη και αξιοπιστία της, και έτσι διατηρεί το ενδιαφέρον των επενδυτών, γεγονός το οποίο επηρεάζει και διαμορφώνει την τιμή της μετοχής. Το ουσιώδες αυτό στοιχείο και χαρακτηριστικό ήταν αναμφίβολα εις γνώσιν των Κατηγορουμένων.» (
- v)Η όλη στάση των Κατηγορουμένων ως προς το θέμα κρίθηκε πως επρόκειτο καθαρά για μεθοδευμένη πρακτική με πρόθεση παραπλάνησης η οποία αποσκοπούσε στη διατήρηση της εντύπωσης περί καλής οικονομικής κατάστασης και εικόνας της Τράπεζας και συνακόλουθα στην προβολή μιας καλής διαχείρισης της και μέσω αυτής της ωραιοποιημένης εικόνας στην αθέμιτη διαμόρφωση των τιμών. Οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά τις ικανές αγορεύσεις για μετριασμό της ποινής όλοι οι συνήγοροι αρχικά εστιάστηκαν στην εφαρμογή του ηπιότερου νόμου και επικαλέστηκαν διάφορους παράγοντες οι οποίοι, κατά την εισήγηση τους, θα πρέπει να προσμετρήσουν ως μετριαστικοί. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσαν στην ίση μεταχείριση παραβατών, στην πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και το στάδιο επιβολής ποινής και στη μεταβολή των προσωπικών συνθηκών των Κατηγορουμένων, στις οποίες αναφέρθηκαν αναλυτικά. Ήταν η εισήγηση όλων των συνηγόρων ότι η κατάλληλη ποινή στην προκειμένη περίπτωση είναι η χρηματική, ενώ ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, συντρέχουν λόγοι για την αναστολή έκτισης αυτής. Τέλος, προβλήθηκε η θέση πως εάν το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει άμεση ποινή φυλάκισης, τότε θα πρέπει να διατάξει την έκτιση αυτής αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 4 στην Ελλάδα, ενόψει σχετικής δέσμευσης του έντιμου Γενικού Εισαγγελέως ως προς τούτο. Ι. Μέγιστη Ποινή - Αρχή του Ηπιότερου Νόμου (Lex Mitior) Είναι καλά γνωστή η αρχή ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής την οποία θα επιβάλει (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημ. 25.11.16). Η προβλεπόμενη στον τότε εν ισχύι Ν.116(Ι)/05 για το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς ήταν φυλάκιση μέχρι δέκα έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €100.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση του Δικαστηρίου, ο Ν.116(Ι)/05έχει καταργηθεί από τον περί Κατάχρησης της Αγοράς Ν.102(Ι)/
- Με τη θέσπιση του περί Ποινικών Κυρώσεων για την Κατάχρηση της Αγοράς Ν.136(Ι)/16, περιλήφθηκε το ποινικό αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €350.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Για το αδίκημα των ψευδών και παραπλανητικών στοιχείων ο Ν.190(Ι)/07 προνοεί ως μέγιστη ποινή τη φυλάκιση για 5 έτη ή τη χρηματική ποινή ύψους €341.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Αναφορικά με το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς και με βάση όσα αναφέρονται στην απόφαση μας, προκύπτει σαφώς πως για σκοπούς επιβολής ποινής τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του ηπιότερου νόμου. Αυτό το ζήτημα αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης στην απόφαση μας ημ. 12.10.18, σελ. 144-
- Κρίνουμε σκόπιμο να περιοριστούμε στην εκ νέου παραπομπή του σχετικού αποσπάσματος από την πρόσφατη ομόφωνη επί τούτου απόφαση στην υπόθεση Ηλιάδη κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 2 και 3/18, ημ. 12.9.18: «H στενότερη έννοια της αρχής που επιβάλλει την αναδρομική εφαρμογή του ηπιότερου ποινικού νόμου αφορά και περιορίζεται στο ζήτημα της ποινής: εάν, μετά τη διάπραξη του αδικήματος, περιληφθεί στο νόμο πρόνοια για επιβολή ελαφρότερης ποινής, ο κατηγορούμενος δύναται να επωφεληθεί της ελαφρότερης αυτής ποινής. Υπ΄ αυτή την έννοια η αρχή έχει ενσωματωθεί, με αυξημένη ισχύ, στο κυπριακό δίκαιο με την κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου περί Αστικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών δια το Ν. 14/1969(άρθρο 15
(1)). Έχει, υπό την ίδια έννοια, αναγνωριστεί από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-387/02, C-391/02 και C-403/02, Silvio Berlusconi κ.λ.π., [2005] ECR I-3565, παρ. 66-69, ως απορρέουσα από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και, επομένως, ως αποτελούσα γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, που έχει πλέον ενσωματωθεί στο άρθρο 49.1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχει επίσης, υπό την ίδια πάντα έννοια, αναγνωριστεί, ως εκδήλωση του άρθρου 7 της Σύμβασης, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Scoppola (10249/03)
(2010)51 E.H.R.R. 12 (ECHR), στην οποία το ΕΔΑΔ απέκλινε από τη μέχρι τότε νομολογία του (X v. Federal Republic of German (7900/77) 6 Μαρτίου, 1978). Εξετάζοντας την Scoppola, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας την προσέγγισε υπό περιοριστικό πρίσμα (R. V. Docherty [2016] UKSC 62). Δεν είναι αναγκαίο να επεκταθούμε. Αναφερόμενοι στην ουσία της απόφασης αρκεί να πούμε πως, ενώ η έννοια του lex mitior δεν αναγνωρίστηκε ρητά ως αρχή δικαίου, σημειώθηκε ότι, ως ζήτημα πάγιας πρακτικής, τα αγγλικά δικαστήρια, σε περίπτωση που το ανώτατο όριο ποινής μειωθεί από το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, επιβάλλουν ποινή με βάση το νέο όριο ποινής. Στην Κύπρο, ενόψει της ρητής πρόνοιας του άρθρου 15
(1)του Ν. 14/1969 η εφαρμογή της αρχής αναφορικά με ελαφρότερη ποινή δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε ερμηνευτικό πρόβλημα. Αντίθετα, ενισχύθηκε δια της ερμηνείας που δόθηκε στο Άρθρο 7 της ΕΣΔΑ στην Scoppola και της ερμηνείας του άρθρου 49.1 του Χάρτη στη Berlusconi.» Ως εκ τούτου μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους η θέση των συνηγόρων Υπεράσπισης πως στην υπό κρίση περίπτωση για το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς εφαρμόζεται το ανώτατο όριο ποινής φυλάκισης των πέντε ετών με βάση τον μεταγενέστερο ηπιότερο Ν.136(Ι)/
- Είναι γεγονός πως σύμφωνα με το νέο άρθρο 9 του Ν.136(Ι)/16, η χειραγώγηση της αγοράς συνιστά πλέον ποινικό αδίκημα μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις, εφόσον διαπράττεται εκ προθέσεως και είτε υπάρχει σοβαρός αντίκτυπος στην ακεραιότητα της αγοράς είτε στην περίπτωση διάδοσης πληροφοριών υπάρχει προσπορισμός οφέλους από τη διάδοση αυτών. Το αδίκημα των ψευδών και παραπλανητικών στοιχείων ή πληροφοριών για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση δημοσιοποίησης δυνάμει Νόμου ή Οδηγιών, με βάση το άρθρο 40 του Ν.190(Ι)/07, δεν δύναται πλέον να διαπραχθεί σε σχέση με εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις, καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η υποχρέωση δημοσιοποίησης τους προνοείτο τόσο από το άρθρο 12 του ίδιου Νόμου όσο και από την ΚΔΠ 326/09, ενώ το άρθρο 12 έχει καταργηθεί από τον μεταγενέστερο τροποποιητικό Ν.35(Ι)/16και η ΚΔΠ 326/09 έχει καταργηθεί από την ΚΔΠ 379/
- Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις μας, εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να αναφέρουμε πως οι όποιες αναφορές στα πλαίσια των αγορεύσεων για μετριασμό της ποινής αναφορικά με τα νέα συστατικά των αδικημάτων της χειραγώγησης της αγοράς και των ψευδών και παραπλανητικών στοιχείων και τη μη δυνατότητα καταδίκης των Κατηγορουμένων με βάση αυτά, δεν ενέχουν σημασία για σκοπούς επιβολής ποινής. Και τούτο καθότι, όπως τονίστηκε και στην απόφαση μας, η αρχή του ηπιότερου νόμου δεν εφαρμόζεται όσον αφορά το δίκαιο και το ουσιαστικό αδίκημα. ΙΙ. Σοβαρότητα Αδικημάτων - Νομολογία Είναι σαφές πως η Οδηγία 2003/6/ΕΚ (MAD) η οποία αποτέλεσε τη βάση για τη θέσπιση του Ν.116(Ι)/05 τονίζει την ανάγκη διασφάλισης μιας ενοποιημένης και αποτελεσματικής χρηματοπιστωτικής αγοράς η οποία προϋποθέτει την εξασφάλιση της ακεραιότητας της αγοράς. Ειδικότερα στην παρ.
(2)του Προοιμίου αναφέρεται πως «Η ομαλή λειτουργία των αγορών κινητών αξιών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού προς αυτές αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία. Η κατάχρηση αγοράς θίγει την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και την εμπιστοσύνη του κοινού στις κινητές αξίες και τα παράγωγα μέσα». Ο στόχος, όπως αυτός είχε προδιαγραφεί και μέσα από την Πρόταση της Επιτροπής, EE C 240 E της 28.8.01, σελ. 265, ήταν μεταξύ άλλων η παρεμπόδιση της διάδοσης ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών που μπορεί να δημιουργήσει παραπλανητική εντύπωση για τα χρηματοπιστωτικά μέσα. Όπως και πάλι αναφέρεται στο Προοίμιο της Οδηγίας, η χειραγώγηση της αγοράς εμποδίζει τη δημιουργία συνθηκών πλήρους διαφάνειας στην αγορά, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τις συναλλαγές όλων των οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται σε ενοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές - παρ.
(15). Ειδικότερα, για τη διάδοση πληροφοριών, στην παρ.
(24)αναφέρεται πως «Η ταχεία και αμερόληπτη δημοσιοποίηση των πληροφοριών ενισχύει την ακεραιότητα της αγοράς, ενώ αντίθετα η επιλεκτική πληροφόρηση από τους εκδότες μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της εμπιστοσύνης των επενδυτών στην ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών». Αυτά αντανακλούν με ακρίβεια την ανάγκη και σημασία διασφάλισης της ορθής λειτουργίας της χρηματοοικονομικής αγοράς με πλήρη διαφάνεια και συνακόλουθα με αποφάσεις και κινήσεις στην αγορά βασιζόμενες σε ένα ολοκληρωμένο, ακριβοδίκαιο και ορθό πλαίσιο. Αυτές οι πρόνοιες οδήγησαν στην ποινικοποίηση του αδικήματος της χειραγώγησης με τον Ν.116(Ι)/05, με σκοπό τη δημιουργία και διατήρηση μιας γνήσιας, υγιούς και ακέραιας αγοράς η οποία εμπνέει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και λειτουργεί με γνώμονα τις ορθές διαθέσιμες πληροφορίες. Η διαφάνεια στην πληροφόρηση από εκδότες κινητών αξιών σε ρυθμιζόμενη αγορά αποτελεί επίσης τον κυρίαρχο σκοπό θέσπισης του Ν.190(Ι)/07, στα πλαίσια εναρμόνισης με την Οδηγία 2004/109/ΕΚ και των συναφών μεταγενέστερων Οδηγιών, όπως αναφέρεται στο Προοίμιο του Νόμου. Αναμφίβολα κάθε μορφή παρέμβασης η οποία αποσκοπεί στην παραποίηση της ορθής και αληθούς εικόνας της αγοράς και κατ΄ επέκταση στην παραπληροφόρηση, παραπλάνηση του κοινού και σε τεχνητά διαμορφωμένες κινήσεις, πλήττει την ακεραιότητα της αγοράς και την εμπιστοσύνη του κοινού και κυρίως επεμβαίνει στην ομαλή διακύμανση των τιμών και λειτουργία της αγοράς. Αυτή ακριβώς η ίδια η φύση των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης προσδίδει σε αυτά ιδιαίτερη σοβαρότητα και συνηγορεί υπέρ της επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση R. v. Hayes
(2015)EWCA Crim 1944, η οποία αφορούσε συνωμοσία εξαπάτησης μέσω του LIBOR (London Interbank Offered Rates), σε υποθέσεις στις οποίες πρόσωπα ενεργούν ανέντιμα σε χρηματοπιστωτικές αγορές επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών ούτως ώστε να δίδεται το μήνυμα στους υπόλοιπους πως πρέπει να μένουν εκτός τέτοιας συμπεριφοράς η οποία θα έχει επιζήμιο αποτέλεσμα όχι μόνο στις αγορές αλλά και στη γενικότερη ευμάρεια και πρόοδο του κράτους. Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε: «High standards of probity are to be expected of those who operate in the banking system, whether they are bankers in dealing with deposits and the lending of money or traders in an investment banking context. What this case has shown is the absence of that integrity that ought to characterise banking.» Λόγω του ότι δεν υπάρχει νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί των συγκεκριμένων αδικημάτων, κρίνουμε χρήσιμη την άντληση καθοδήγησης από σχετική Αγγλική νομολογία, στην οποία παρέπεμψαν και οι συνήγοροι Υπεράσπισης. Η υπόθεση R. v. Mark O΄ Hanlon
(2007)EWCA Crim 3074 αφορούσε το αδίκημα των ψευδών και παραπλανητικών δηλώσεων δυνάμει του άρθρου 47 του Financial Services Act 1986 με μέγιστη την ποινή φυλάκισης 7 ετών. Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων ήταν ο Επικεφαλής Οικονομικός Διευθυντής (Chief Executive Officer) εισηγμένης εταιρείας. Παραδέχθηκε ότι προέβη σε έξι παραπλανητικές και ψευδείς δηλώσεις σχετικά με την επιχειρηματική κατάσταση της εταιρείας, οι πέντε εκ των οποίων εν γνώσει του πως ήταν αναληθείς ενώ η έκτη ως αποτέλεσμα απερισκεψίας, και οι οποίες οδήγησαν σε αύξηση της τιμής της μετοχής της εταιρείας και την πρόκληση ζημιάς σε επενδυτές κάποιοι εκ των οποίων έχασαν μεγάλα ποσά. Το Εφετείο επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 18 μηνών και αναφέρθηκε στους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες οι οποίοι λήφθηκαν υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Οι επιβαρυντικοί παράγοντες ήταν η ιδιότητα του εφεσείοντος και το γεγονός πως αυτός θεωρείτο ως αυθεντική πηγή πληροφόρησης από τους επενδυτές, ο αριθμός των δηλώσεων και ο άμεσος αντίκτυπος στην αυξημένη ζήτηση της μετοχής της εταιρείας και στην πρόκληση ζημιάς στους επενδυτές. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρήθηκαν το αυθόρμητο και η μικρή διάρκεια των σχετικών απαιτήσεων, η συνεργασία του εφεσείοντος με την αστυνομία μέσω διορθωτικής δήλωσης, η μη αποκόμιση οφέλους στον ίδιο, η απώλεια της εργασίας του και η ύπαρξη γνήσιας πεποίθησης εκ μέρους του για την τελική επιτυχία της εταιρείας. Το Εφετείο έλαβε επίσης υπόψιν την ηλικία του εφεσείοντος, 38 ετών, κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, τον καλό του χαρακτήρα, την πάροδο επτά ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής, την απώλεια της εργασίας του και την σημαντική μεταβολή των προσωπικών του συνθηκών. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε αναφορά στην υπόθεση R. v. Bailey and Rigby
(2006)2 Cr App R(S) 36, στην οποία η πρωτόδικη ποινή φυλάκισης των 3 ½ ετών μειώθηκε κατ΄ έφεση σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Εκεί οι εφεσείοντες, Πρόεδρος και Διευθύνων Οικονομικός Σύμβουλος της εταιρείας, καταδικάστηκαν για παραπλανητική δήλωση κατόπιν απερισκεψίας αναφορικά με τις εισπράξεις και τα κέρδη της εταιρείας κατά παράβαση του άρθρου 397
(1)(c) του Financial Services and Markets Act 2000 το οποίο επίσης προνοούσε ως μέγιστη ποινή τη φυλάκιση επτά ετών. Λίγο αργότερα της δήλωσης, η εταιρεία προέβη σε διορθωτικές ανακοινώσεις όμως η μετοχή είχε ήδη παρουσιάσει άνοδο της τιμής και επενδυτές είχαν ήδη απωλέσει χρήματα επηρεαζόμενοι από τη δήλωση. Σε αυτή την υπόθεση γίνεται μια διαφωτιστική ανάλυση της φύσης τέτοιων υποθέσεων και παράθεση των παραγόντων οι οποίο λαμβάνονται υπόψιν για τον καθορισμό της κατάλληλης ποινής, τονίζοντας βεβαίως πως κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της δεδομένα. Κατ΄ αρχάς το Εφετείο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στα εξής σχόλια του πρωτόδικου Δικαστηρίου: «. He said that the listing requirements to keep the market informed as to AIT's performance and expectations were aimed at preserving the reputation, integrity and fairness of the London Stock Exchange. If investors cannot trust the market, they will go elsewhere. Markets which are clean and fair attract investment and reduce the cost of capital to companies. All investors in the market are injured when the integrity of the market is damaged by the dissemination of misleading, false or deceptive information. . conduct of this nature by directors of a not-insignificant public company could not be treated lightly.» Επίσης λέχθηκαν τα εξής: «Each case will depend very much on its own facts. Amongst the matters to which the sentencing judge will have regard are: the degree of recklessness on the part of the offender; the financial context in which the statement was made; the financial consequences of the falsity of the statement; and whether the offender took any deliberate deceptive steps in the making of the statement. The judge will also have regard to the purpose lying behind the provision, which is to protect investors by reinforcing openness and integrity in financial markets. He will also have regard to the real personal responsibility that the offender had in the whole process involved in the making of the statement. . We agree with the sentencing judge that the appellants were convicted of a serious offence. They knew the importance that the three contracts had to the financial results of the company. They knew the reliance the market would place on the announcement. They also knew the appropriate accounting policy which was based on the concept of prudence. They knew the scantiness of the evidence that supported the proposition that these were binding contracts. The board and the auditors were misled. In our judgement, immediate custodial sentences on both counts were inevitable.» Με αναφορά σε αυτή την υπόθεση είναι χρήσιμη η παρατήρηση του Εφετείου στην υπόθεση O΄ Hanlon, πως μακρές ποινές φυλάκισης κρίνονται κατάλληλες σε περιπτώσεις εσκεμμένης και παρατεταμένης απάτης στους επενδυτές. Στην υπόθεση Bailey έγινε παραπομπή στην υπόθεση R v. Page and Others
(1996)Crim LR 821, στην οποία, κατόπιν ακρόασης, επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 30 μηνών η οποία μειώθηκε κατ΄ έφεση σε 9 μήνες, όπου και πάλι υπήρξε ζημιά συνεπεία της παραπλανητικής δήλωσης. Σημειώνουμε πως η υπόθεση Bailey υιοθετήθηκε και στην υπόθεση R. v. Raj Von Badlo
(2015)EWCA 1236, στην οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών για το ίδιο ακριβώς αδίκημα, κατόπιν παραδοχής, όπου υπήρξε και πάλι σημαντική ζημιά των επενδυτών. Εξίσου διαφωτιστική είναι και η παλαιότερη υπόθεση R. v. Feld
(1999)1 Cr App R(S) 1, η οποία αφορούσε εξασφάλιση κεφαλαίου διά ψευδών και παραπλανητικών δηλώσεων σχετικά με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 47 του Financial Services Act
- Εδώ επρόκειτο για συνολικά εννέα κατηγορίες για χρήση ψευδούς εγγράφου και τρεις για ψευδή δήλωση και εξασφαλίστηκε κεφάλαιο ύψους £20.6εκ. Ο εφεσείων ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 6 ετών η οποία επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Στην υπόθεση αυτή παρατέθηκαν οι ακόλουθοι παράγοντες οι οποίοι είναι σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής σε αδικήματα απάτης: · The amount involved and the manner in which the fraud is carried out · The period over which the fraud is carried out and the degree of persistence with which it is carried out · The position of the accused within the company and his measure of control over it · Any abuse of trust which is revealed · The consequences of the fraud · The effect on public confidence in the City and the integrity of commercial life · The loss to small investors, which will aggravate the fraud · The personal benefit derived by a defendant · The plea · The age and character of the defendant. ΙΙΙ. Συνθήκες Διάπραξης Αδικημάτων Στα πλαίσια διάπραξης των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση, είναι πρόδηλο πως η ευθύνη όλων των Κατηγορουμένων πηγάζει από την ιδιότητα τους ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας. Ταυτόχρονα βεβαίως, όπως αναλύεται και στην απόφαση μας, διαφαίνεται πως ο κάθε Κατηγορούμενος κατείχε και επιπρόσθετες ιδιότητες και καθήκοντα στην Τράπεζα τα οποία του παρείχαν διαφορετική γνώση και εμπλοκή στο υπό εξέταση ζήτημα. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας και επομένως βρισκόταν στο ανώτατο σημείο της ιεραρχίας στη διεύθυνση του Ομίλου. Τονίσαμε και στην απόφαση μας πως αυτός είχε τον ηγετικό και πρωταρχικό ρόλο να λαμβάνει γνώση και ενημερώνεται για τα της Τράπεζας, ήταν ο άμεσα προϊστάμενος της Οικονομικής Διευθύντριας (Μ.Κ.10) η οποία ήταν επιφορτισμένη με την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων και είχε πρωταρχικό, συμβουλευτικό αλλά και τον καθοδηγητικό ρόλο στην ετοιμασία των επίδικων οικονομικών καταστάσεων. Αυτός είχε πλήρη και συνεχή ενημέρωση και εμπλοκή στο όλο ζήτημα και ήταν ο καθοριστικός καθοδηγητής και εντολέας αναφορικά με το κατά πόσο οι εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις θα περιείχαν την απομείωση της υπεραξίας. Ο Κατηγορούμενος 2 με τη σειρά του ήταν ένας εκ των δύο Αναπληρωτών Διευθύνοντων Συμβούλων, υπεύθυνος για την Κύπρο και την Ελλάδα, γεωγραφικοί χώροι οι οποίοι είχαν τη σημασία τους αναφορικά με τις επίδικες οικονομικές καταστάσεις και την απομείωση της υπεραξίας της ΜΕΒ. Λόγω ακριβώς αυτής της ιδιότητας του, κατέστη γνώστης από τη Μ.Κ.10 του όλου ιστορικού της διαφωνίας μεταξύ της Μ.Κ10 και των εξωτερικών ελεγκτών, από τη μια, και του Κατηγορουμένου 1, από την άλλη, όσον αφορά την περίληψη της απομείωσης της υπεραξίας στις επίδικες οικονομικές καταστάσεις, μέχρι και τη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου στις 29.11.
- Ο Κατηγορούμενος 3 ήταν επίσης μέλος της Επιτροπής Διαχείρισης Κινδύνου και της Επιτροπής Αμοιβών και προέδρευσε της Επιτροπής Ελέγχου για μοναδική φορά στις 29.11.
- Ο Κατηγορούμενος 4 ήταν μέλος της Επιτροπής Ελέγχου. Η Επιτροπή Ελέγχου ήταν η αρμόδια για τη μελέτη και έγκριση των οικονομικών καταστάσεων και υποβολή της απόφασης της προς το Διοικητικό Συμβούλιο. Στα πλαίσια της συνεδρίας της Επιτροπής Ελέγχου στις 29.11.11, σαφώς οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 είχαν πλήρη γνώση της άποψης της Μ.Κ.10 και των εξωτερικών ελεγκτών και επομένως ανέλαβαν τον δικό τους σημαίνοντα ρόλο ως προς το επίμαχο ζήτημα, ήτοι η περίληψη ή μη της απομείωσης της υπεραξίας στις επίδικες οικονομικές καταστάσεις. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, καθίσταται σαφές πως ο Κατηγορούμενος 1 διαδραμάτισε πιο σημαίνοντα ρόλο ως προς τις επίδικες οικονομικές καταστάσεις σε σχέση με τους υπόλοιπους Κατηγορούμενους. Θεωρούμε πως ο Κατηγορούμενος 1 είχε τον πιο σημαντικό και καθοριστικό ρόλο εφόσον αυτός, ως εκ της ιδιότητας του, είχε πλήρη συνεχή ενημέρωση και εμπλοκή με το θέμα και αυτός είχε εξαρχής διαμορφώσει και διατυπώσει επανειλημμένα και επίμονα την άποψη περί μη περίληψης της απομείωσης της υπεραξίας και ήταν ο βασικός καθοδηγητής επί αυτού. Ο ρόλος των Κατηγορουμένων 2-4, αν και σημαντικός, ήταν διαφορετικός και υπό αυτή την έννοια σε κάποιο βαθμό υποδεέστερος σε σύγκριση με αυτόν του Κατηγορουμένου
- Ο Κατηγορούμενος 2 κατείχε επίσης ψηλή ιεραρχικά θέση στον Όμιλο, κατέστη πλήρως γνώστης της διαφωνίας που είχε προκύψει για το θέμα της υπεραξίας και ως ανώτερο στέλεχος της Τράπεζας όφειλε να παρέμβει επί του θέματος κατά τη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 ήταν οι κατ΄ εξοχή αρμόδιοι να μελετήσουν τις οικονομικές καταστάσεις και λάβουν απόφαση την οποία θα μετέφεραν ακολούθως στο Διοικητικό Συμβούλιο. Σαφώς γνώριζαν πως η εισήγηση τους ήταν βαρύνουσας, αν και όχι δεσμευτικής, σημασίας στο Διοικητικό Συμβούλιο. Θεωρούμε πως αφενός λόγω της ιδιότητας του Κατηγορουμένου 2 και της γνώσης του για το ζήτημα και αφετέρου λόγω της ιδιότητας των Κατηγορουμένων 3 και 4 και των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Ελέγχου, ο ρόλος του καθενός εκ των τριών αυτών προσώπων είναι εξίσου σημαντικός και δεν δύναται διαφοροποίησης μεταξύ τους, αλλά μόνο όλων εν σχέσει με τον Κατηγορούμενο
- Τα ευρήματα μας πως οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 κατείχαν ακαδημαϊκά προσόντα και εμπειρία επί του υπό κρίση θέματος, ενώ ο Κατηγορούμενος 3 δεν κατείχε οποιεσδήποτε εξειδικευμένες γνώσεις δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις μας ούτε και τον ρόλο του καθενός. Και τούτο καθότι η ύπαρξη γνώσεων για το ζήτημα επέβαλλε την κατάληξη στην ορθή απόφαση για την περίληψη της απομείωσης της υπεραξίας ενώ η έλλειψη γνώσεων απαιτούσε ακόμα πιο προσεκτική και ενδελεχή αξιολόγηση του όλου θέματος και κυρίως την αξιολόγηση της πρότασης και άποψης της Μ.Κ.10 για υποχρέωση περίληψης της απομείωσης της υπεραξίας ούτως ώστε οι οικονομικές καταστάσεις να ήταν συμβατές με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Καθίσταται επίσης σαφές μέσα από τα ευρήματα μας πως όλοι οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν για την υποχρέωση περίληψης της απομείωσης της υπεραξίας η οποία υπολογιζόταν πέραν των €250εκ. και η οποία, σύμφωνα με τον υπολογισμό του Μ.Κ.14, ανερχόταν τουλάχιστον στα €330εκ. και πως έλαβαν την συνειδητή απόφαση μη περίληψης αυτής. Ενήργησαν δε με πρόθεση απόκρυψης αυτής και με στόχο την παρουσίαση μιας βελτιωμένης εικόνας της Τράπεζας, μιας ωραιοποιημένης κατάστασης της διαχείρισης της και συνακόλουθα τη θετική επίδραση στη φήμη και αξιοπιστία της και τη διατήρηση του ενδιαφέροντος των επενδυτών. Ως εκ τούτου, οι όποιες εισηγήσεις των συνηγόρων των Κατηγορουμένων 2 και 3 πως οι τελευταίοι ενήργησαν επιπόλαια και βεβιασμένα ή ακόμα χωρίς πλήρη γνώση των γεγονότων δεν βρίσκουν έρεισμα στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, θεωρούμε πως οι παραπομπές των συνηγόρων σε αποσπάσματα της απόφασης έγιναν αποσπασματικά και στα πλαίσια αξιολόγησης των Κατηγορουμένων, ενώ η κατάληξη ήταν σαφώς διαφορετική αποδίδοντας σε όλους τους Κατηγορούμενους ειλημμένη και στοχευμένη απόφαση για τη μη περίληψη της απομείωσης της υπεραξίας. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 2 επισήμανε πως ο τελευταίος δεν γνώριζε γεγονότα ούτε και συμμετείχε σε συναντήσεις και συνεδρίες της Επιτροπής Ελέγχου από τη δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων του 2010 μέχρι και αρχές Νοεμβρίου του 2011 όταν πλέον του κοινοποιούνταν τα σχετικά ηλεκτρονικά μηνύματα μέσα από τα οποία συζητείτο η απομείωση της υπεραξίας στις επίδικες οικονομικές καταστάσεις. Παρά ταύτα, καταλήξαμε πως ο Κατηγορούμενος 2 λόγω ακριβώς της θέσης του, της συμμετοχής του στο Διοικητικό Συμβούλιο και της πλήρους ενημέρωσης του από τα μέσα Νοεμβρίου κατείχε επαρκή γνώση για το όλο ζήτημα η οποία του παρείχε κάθε δυνατότητα να ασχοληθεί με αυτό, στοιχείο το οποίο του αποδίδει τον ρόλο που περιγράφεται ανωτέρω. Η εισήγηση περί απερίσκεπτης συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου 2 αντιβαίνει στα ευρήματα μας και δεν γίνεται δεκτή. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 3 επισήμανε πως ο τελευταίος κλήθηκε να αποφασίσει για ένα τεχνικό θέμα εντός ολίγου χρόνου ενώ διεφάνη πως ο υπολογισμός της απομείωσης της υπεραξίας για σκοπούς περίληψης στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις του 2011 απαιτούσε εξειδικευμένη και χρονοβόρα μελέτη από ειδικούς, στην προκειμένη περίπτωση της Εrnst & Υoung. Σύμφωνα με την απόφαση μας, αυτό δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη συμμόρφωσης με την υποχρέωση περίληψης της απομείωσης στις επίδικες οικονομικές καταστάσεις, ειδικότερα εφόσον το θέμα είχε προκύψει, συζητείτο και απασχολούσε και την Επιτροπή Ελέγχου για μήνες και δεν ήταν ένα θέμα το οποίο εντελώς απρόβλεπτα και ξαφνικά προέκυψε την τελευταία στιγμή. Ούτε γίνεται δεκτή η εισήγηση του συνηγόρου του πως ο Κατηγορούμενος 3 ενήργησε έχοντας την γνήσια πεποίθηση περί τελικής επιτυχούς πορείας της Τράπεζας. Τέτοια θέση δεν προωθήθηκε στα πλαίσια της ακρόασης και εν πάση περιπτώσει δεν είναι σύμφωνη με τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε πως δεν θεωρούμε ως ελαφρυντικό στοιχείο την παρουσία του Επικεφαλής Οικονομικού Διευθυντή (Group Chief Financial Officer) και του Νομικού Συμβούλου του Ομίλου (External Legal Adviser) στην επίμαχη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου ημ. 29.11.11, ως η εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου
- Σύμφωνα με τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας, αυτοί ήταν παρόντες, όμως δεν διεφάνη να είχαν οποιονδήποτε λόγο ή ανάμειξη ή να εξέφρασαν οποιαδήποτε άποψη αναφορικά με τις επίδικες οικονομικές καταστάσεις. Ως εκ τούτου η παρουσία τους κατά την συζήτηση των επίδικων οικονομικών καταστάσεων δεν ισοδυναμεί με λήψη απόφασης επί τούτων κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και συμβουλής των νομικών συμβούλων, όπως ισχυρίστηκε ο κ. Χαβιαράς. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνουμε επίσης υπόψιν πως η διάδοση των πληροφοριών έγινε μέσω των οικονομικών καταστάσεων της Τράπεζας και αφορούσε το σημαντικό ποσό των €330εκ. Με βάση τη δοθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα μας, οι οικονομικές καταστάσεις αποτελούν και αντικατοπτρίζουν την εικόνα της οικονομικής κατάστασης της Τράπεζας. Αυτές αποτελούν το εργαλείο πληροφόρησης και ενημέρωσης του κοινού, επενδυτή και χρήστη αυτών, οι οποίοι ανατρέχουν σε αυτές για να διαμορφώσουν άποψη ως προς την εικόνα της Τράπεζας, την οικονομική της κατάσταση, τη διαχείριση της, την όποια προοπτική της και έτσι να εκτιμήσουν επενδυτικές ευκαιρίες και να πράξουν αναλόγως. Βασικά οι οικονομικές καταστάσεις είναι ο καθρέφτης της εικόνας της Τράπεζας και οποιαδήποτε απόκρυψη σημαντικής πληροφορίας αντανακλά δίχως άλλο μια μη έγκυρη, πραγματική και ορθή εικόνα της Τράπεζας η οποία (εικόνα) απολήγει σε παραπλάνηση και παραπληροφόρηση του κοινού. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, οφείλουμε επίσης να παρατηρήσουμε πως πρόκειται για τις εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις οι οποίες δεν περνούν από έλεγχο οποιασδήποτε μορφής από τους εξωτερικούς ελεγκτές. Αυτό βασικά εναποθέτει πλήρως την ευθύνη στο Διοικητικό Συμβούλιο να διασφαλίσει την παρουσίαση ορθών καταστάσεων και προς πλήρη συμμόρφωση με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Λόγω ακριβώς του ότι οι οικονομικές καταστάσεις ουσιαστικά ισοδυναμούν με δηλώσεις προερχόμενες από το Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο τις εγκρίνει και δημοσιοποιεί προς το επενδυτικό κοινό, σαφώς πρόκειται για δηλώσεις του Διοικητικού Συμβουλίου προς το κοινό και δεν υιοθετούμε την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 πως πρόκειται για απρόσωπη ανακοίνωση. Επίσης σαφώς ο κάθε χρήστης γνωρίζει και έχει υπόψιν πως πρόκειται για εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις οι οποίες ετοιμάζονται από τη Διεύθυνση και στις οποίες οι ελεγκτές δεν εκφέρουν οποιαδήποτε άποψη. Ως εκ τούτου παρόλο που στις εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις η Διεύθυνση είναι επιφορτισμένη με την παροχή έγκυρων πληροφοριών, εντούτοις αυτές οι καταστάσεις οι οποίες δεν υπόκεινται σε οποιασδήποτε μορφής ελέγχου από τους εξωτερικούς ελεγκτές, αποκτούν διαφορετική σημασία, βαρύτητα και αξιοπιστία. Ειρήσθω εν παρόδω ότι, όπως αναφέρεται στο Προοίμιο της τροποποιητικής Οδηγίας 2013/50/ΕΕ παρ.
(4)η οποία οδήγησε στη θέσπιση του τροποποιητικού Ν.35(Ι)/16, η υποχρέωση δημοσίευσης των τριμηνιαίων οικονομικών καταστάσεων, ήτοι για το πρώτο και τρίτο τρίμηνο κάθε έτους, καταργήθηκε λόγω της οικονομικής επιβάρυνσης που συνεπάγετο σε μικρούς και μεσαίους επενδυτές χωρίς η εν λόγω δημοσίευση να ήταν απαραίτητη για την προστασία των επενδυτών και λόγω της ενθάρρυνσης μακροπρόθεσμων επενδυτικών στρατηγικών και της αποθάρρυνσης βραχυπρόθεσμων αποδόσεων και βραχυπρόθεσμης πίεσης στους επενδυτές. Συνεκτιμούμε επίσης πως παρότι η παρούσα περίπτωση αφορά στην απομείωση της υπεραξίας η οποία δεν επηρεάζει τη δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων, εντούτοις παρουσιάζει την ύπαρξη ζημιάς ένος άυλου στοιχείου και λογικά συνεκτιμάται από τον επενδυτή, αφού δίδει μια αρνητική εικόνα για τις αποφάσεις της Τράπεζας στο να αγοράζει και επενδύει και κατ΄ επέκταση στις αποφάσεις και στον τρόπο διαχείρισης από τη Διοίκηση. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν πως η αξιόποινη συμπεριφορά των Κατηγορουμένων, όπως αντικατοπτρίζεται στις εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις, διήρκησε μόνο για μερικούς μήνες, ήτοι μεταξύ 29.11.11 μέχρι και τις 28.2.12, όπως αναφέρεται και στο κατηγορητήριο. Και τούτο λόγω του ότι η διάδοση των πληροφοριών διαρκούσε από τη δημοσίευση των επίδικων οικονομικών καταστάσεων μέχρι και τη δημοσίευση των ετήσιων και την ενδεχόμενη διαφοροποίηση της δοθείσας ήδη πληροφόρησης. Επί τούτου δεν δεχόμαστε την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 πως η δική του συμπεριφορά περιορίζεται μόνο μέχρι τις 5.12.11 όταν παραιτήθηκε από την Τράπεζα. Αυτή η εισήγηση αντίκειται στα ευρήματα μας με βάση τα οποία καταλήξαμε πως όλοι οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν για τη διάρκεια της περιόδου δημοσίευσης των επίδικων οικονομικών καταστάσεων για την οποία υπείχαν ευθύνη, συμπεριλαμβανομένου και του Κατηγορουμένου 1 ανεξαρτήτως του ότι αυτός είχε ήδη αποχωρήσει από την Τράπεζα. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψιν πως στις επόμενες, ήτοι στις ετήσιες, οικονομικές καταστάσεις του 2011 και οι οποίες τελούσαν υπό τον έλεγχο των εξωτερικών ελεγκτών, έγινε υπολογισμός και εγγραφή της απομείωσης της υπεραξίας, στοιχείο το οποίο ακριβώς τερμάτισε την προηγηθείσα εσφαλμένη πληροφόρηση. Ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων είναι πως δεν υπήρξε καμιά μαρτυρία ότι από την αξιόποινη συμπεριφορά των Κατηγορουμένων οποιοσδήποτε επενδυτής ή άλλο πρόσωπο υπέστη οποιαδήποτε ζημιά βασιζόμενος στις επίδικες οικονομικές καταστάσεις. Εξίσου σημαντικό στοιχείο είναι και το γεγονός πως ουδείς εκ των Κατηγορουμένων αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος από αυτή την αξιόποινη του ενέργεια. Σαφώς οι Κατηγορούμενοι ενήργησαν με πρόθεση, η οποία όμως δεν απέφερε οποιοδήποτε έμπρακτο πλεονέκτημα σε οποιονδήποτε εξ αυτών. Ειδικότερα οι δύο τελευταίοι παράγοντες αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπό κρίση περίπτωση καθότι, όπως αναφέρεται ανωτέρω, ο βασικός σκοπός της παρεμπόδισης και πάταξης της χειραγώγησης της αγοράς είναι ακριβώς η διαφύλαξη της ακεραιότητας της αγοράς και η διατήρηση της εμπιστοσύνης του επενδυτικού κοινού. Παρόλο που η απόκρυψη της απομείωσης της υπεραξίας στις επίδικες οικονομικές καταστάσεις ενέχει το στοιχείο της παραπλάνησης και οδηγεί στην αβεβαιότητα, αμφισβήτηση και έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού, εντούτοις το έσχατο δυσμενές αποτέλεσμα ευτυχώς δεν επετεύχθη στην παρούσα περίπτωση, υπό την έννοια πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε ζημιά σε επενδυτή αλλά ούτε και οποιοδήποτε όφελος στους Κατηγορούμενους. Και εδώ θεωρούμε πως χρήζει απλής αναφοράς η σημασία που αποδίδεται στην Οδηγία 2014/57/ΕΕ (MAD II), η οποία αποτέλεσε τη βάση για τη θέσπιση του Ν.136(Ι)/16, με την οποία αναγνωρίστηκε η ανάγκη για ενίσχυση του πλαισίου της προστασίας της ακεραιότητας της αγοράς και ειδικότερα για μια πιο ενοποιημένη, ομαλοποιημένη και ενισχυμένη αγορά και εμπιστοσύνη των επενδυτών (παρ.
(1)του Προοιμίου). Εξ ου και κρίθηκε αναγκαία η ποινικοποίηση των σοβαρών μορφών καταχρήσεων αγοράς ως απαράδεκτες - παρ.
(6). Σύμφωνα με τις παρ.
(7)και
(10)-
(12)η χειραγώγηση συνιστά ποινικό αδίκημα εφόσον διαπράττεται εκ προθέσεως και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρός αντίκτυπος στην αγορά, πρόκληση ζημιάς ή μεταβολή της αξίας του χρηματοπιστωτικού μέσου, στοιχεία τα οποία αποτελούν πλέον συστατικά του νέου αδικήματος της χειραγώγησης δυνάμει του Ν.136(Ι)/
- Αυτά τα αναφέρουμε ακριβώς για να καταδείξουμε πως ο επηρεασμός στην αγορά ή η αποκόμιση οφέλους, ως σημαντικά χαρακτηριστικά της χειραγώγησης, αναγνωρίζονται πλέον ρητώς ως συστατικά του αδικήματος και μάλιστα σοβαρής μορφής. Εδώ χρήζει σχολιασμού η αναφορά του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 3 πως η αξιόποινη συμπεριφορά των Κατηγορουμένων δεν συνδέεται με την οικονομική πορεία και κατάρρευση της Τράπεζας είτε γενικότερα με την οικονομία της Κύπρου. Έχουμε ήδη τονίσει και κατά την απόφαση μας και επαναλαμβάνουμε ξανά πως πράγματι η συγκεκριμένη αξιόποινη ενέργεια των Κατηγορουμένων ουδόλως σχετίζεται με τη γενικότερη οικονομική εξέλιξη της Τράπεζας και του τόπου μας. Αυτό άλλωστε προέκυψε σαφώς από τη μαρτυρία και ειδικότερα της Μ.Κ.
- Έτσι, θα πρέπει να διαχωριστεί η υπό κρίση περίπτωση ως μια ενέργεια η οποία περιορίζεται στις επίδικες οικονομικές καταστάσεις, αφορά στην απομείωση της υπεραξίας και για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και η οποία τελικώς δεν επέφερε οποιαδήποτε συνέπεια είτε αρνητική στους επενδυτές είτε θετική στους Κατηγορούμενους. Είναι επίσης ορθή η εισήγηση πως η παρούσα αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό, καθότι σύμφωνα με την υπάρχουσα μαρτυρία, αυτή ήταν η μοναδική φορά κατά την οποία προέκυψε διαφωνία ως προς τις οικονομικές καταστάσεις οι οποίες πάντοτε ήταν σύμφωνες με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. ΙV. Χρόνος Διάπραξης Αδικημάτων Είναι γεγονός πως η διάπραξη των αδικημάτων έλαβε χώρα περί τα τέλη του 2011 και το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στους Κατηγορούμενους 7 έτη αργότερα. Σύμφωνα με την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και τα ευρήματα μας, το έναυσμα για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης αποτέλεσε η έρευνα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η οποία διαβιβάστηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα με οδηγίες για διερεύνηση πιθανής διάπραξης ποινικών αδικημάτων σε σχέση με την απομείωση της υπεραξίας για τις εξαμηνιαίες και εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις του
- Η έρευνα της Επιτροπής ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε κατά το
- Οι έρευνες της Αστυνομίας από την τριμελή ανακριτική ομάδα ολοκληρώθηκαν στις αρχές Δεκεμβρίου του 2015, με τη διαβίβαση του φακέλου στον Γενικό Εισαγγελέα, τη λήψη διαβημάτων για ενδεχόμενη λήψη καταθέσεων από τους Κατηγορούμενους 1 και 4 οι οποίοι βρίσκονταν στην Ελλάδα και τελικώς την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης στις 21.12.15 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς παραπομπής στο Κακουργιοδικείο. Από τα πιο πάνω, προκύπτει πως από την ημέρα που ήρθε στην επιφάνεια η πιθανότητα διάπραξης αδικημάτων και ξεκίνησε η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, μέχρι και την καταχώριση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπήρξε καθυστέρηση. Αντιθέτως, λαμβανομένου υπόψιν της φύσης και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης και του όγκου της μαρτυρίας, θεωρούμε πως η όλη διερεύνηση ολοκληρώθηκε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ούτως ώστε να μην παρατηρείται καθυστέρηση στη διερεύνηση της υπόθεσης και καταχώριση της στο Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200, «Εκτός εάν συντρέχει βάσιμος λόγος περί του αντιθέτου, υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής είναι όπως προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων νοουμένου ότι στοιχειοθετείται υπόθεση εναντίον τους.» Επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, έγινε παραπομπή στην υπόθεση Μ & Μ Loizou Ltd κ.ά. v. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 στην οποία υποδείχθηκε πως η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, η υπόθεση παραπέμφθηκε στις 28.11.16 από το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 17.1.
- Ο χρόνος που μεσολάβησε από την καταχώριση στο Επαρχιακό Δικαστήριο μέχρι και την παραπομπή στο Κακουργιοδικείο οφειλέτο σε διάφορα διαδικαστικά ζητήματα που αφορούσαν τους Κατηγορούμενους 1 και 4 και ειδικότερα το θέμα της προσαγωγής τους ενώπιον του Δικαστηρίου και τη δυνατότητα έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης εναντίον τους. Είναι ορθή η θέση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 πως το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα αναλώθηκε σε διάφορες δικαστικές διαδικασίες συναφείς με τη νομιμότητα της έκδοσης των ενταλμάτων, με αποτέλεσμα τη δικαίωση των Κατηγορουμένων από το Ανώτατο Δικαστήριο πως η έκδοση των ενταλμάτων δεν ήταν η πρόσφορη και ορθή διαδικασία. Επομένως, παρά την παρατηρηθείσα καθυστέρηση, αδυνατούμε να αποδώσουμε αυτή (την καθυστέρηση) στην συμπεριφορά των Κατηγορουμένων 1 και 4 ενόσω αυτοί ασκούσαν τα νόμιμα δικαιώματα τους στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας. Κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 17.1.17, οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 ζήτησαν χρόνο για να υποβάλουν προδικαστικές ενστάσεις και ζήτησαν όπως η υπόθεση οριστεί εντός Απριλίου ενόψει οδηγιών από το Διαιτητικό Δικαστήριο στο Παρίσι στα πλαίσια διαδικασίας μεταξύ Ελλήνων επενδυτών και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το αίτημα βρήκε σύμφωνη και την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και έτσι η υπόθεση ορίστηκε στις 3.4.
- Κατ΄ εκείνη την ημερομηνία έγινε αλλαγή δικηγόρου του Κατηγορουμένου 2 και υπεβλήθη από τους συνηγόρους των Κατηγορουμένων 1, 2 και 4 αίτημα ορισμού της υπόθεσης σε τρεις μήνες, για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της Διαιτησίας, να υποβάλουν αίτημα για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και να εγείρουν τις προδικαστικές ενστάσεις. Δεν υπήρξε ένσταση από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση, με βάση το πρόγραμμα του, στις 11.9.
- Στις 11.9.17 πριν την απάντηση των Κατηγορουμένων, υπεβλήθη προδικαστική ένσταση εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 4 και κατόπιν της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, υπεβλήθη και αίτημα για λεπτομέρειες στο οποίο το Δικαστήριο εξέδωσε αυθημερόν απόφαση στις 12.10.17, ημερομηνία κατά την οποία οι Κατηγορούμενοι απάντησαν μη παραδοχή στις κατηγορίες και έτσι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 21.11.17, όταν και αυτή ξεκίνησε. Τα πιο πάνω δεδομένα καταδεικνύουν πως δεν υπήρξε μακρά καθυστέρηση μεταξύ της παραπομπής της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο και της έναρξης της υπόθεσης. Ο διαρρεύσας χρόνος κρίθηκε δικαιολογημένος και απαραίτητος λόγω της διαδικασίας της Διαιτησίας ενώ η διαδικασία αναφορικά με την προδικαστική ένσταση και το αίτημα για λεπτομέρειες διήρκησε μόνο ένα μήνα. Σημειώνουμε βεβαίως πως ο Κατηγορούμενος 3 δεν συμμετείχε ούτε και υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα και μάλιστα από τις 17.1.17 εξέφρασε την ανησυχία του για την καθυστέρηση που παρατηρείτο επισημαίνοντας πως η Διαιτησία δεν αφορούσε τον ίδιο. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατέθεσαν συνολικά μεγάλος αριθμός μαρτύρων, όγκος τεκμηρίων και δόθηκε μαρτυρία ειδικών εμπειρογνωμόνων. Συνολικά κατέθεσαν 15 μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή, 7 για την Υπεράσπιση, συμπεριλαμβανομένων των Κατηγορουμένων, ενώ κατατέθηκαν συνολικά 552 τεκμήρια. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε σε συνολικά 42 δικασίμους. Με γνώμονα τη φύση της υπόθεσης θεωρούμε πως η ακρόαση ολοκληρώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, και οφείλουμε εδώ να αναφέρουμε πως αυτό έγινε κατορθωτό με την συμβολή όλων των συνηγόρων, Κατηγορούσας Αρχής και Υπεράσπισης, οι οποίοι επέδειξαν συνεργασία και κάθε ετοιμότητα προς συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και με γνώμονα την όσο το δυνατόν πιο σύντομη ολοκλήρωση της υπόθεσης. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, θεωρούμε πως δεν υπήρξε αδικαιολόγητη και ή αχρείαστη καθυστέρηση στην όλη διαδικασία από την καταχώριση της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο μέχρι την καταχώριση αυτής στο Κακουργιοδικείο και την ολοκλήρωση της εκδίκασης της. Παρά ταύτα έχει νομολογηθεί πως η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και το στάδιο επιβολής ποινής είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψιν στην επιβολή ποινής καθότι ουσιαστικά μειώνει την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Εξ ου και έχει αναφερθεί πως εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρονικού διαστήματος από τη μέρα διάπραξης του αδικήματος. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 701, Γενικός Εισαγγελέας v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας v. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77. Κρίνουμε χρήσιμη την παραπομπή του ακόλουθου αποσπάσματος από την υπόθεση Αβραάμ (ανωτέρω): «Είναι γεγονός ότι υπάρχει αρκετή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Αβρααμίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617) με βάση την οποία η καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης εναντίον ενός προσώπου και/ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της, αποτελούν σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής, αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση. Για παράδειγμα ενώ η ποινή φυλάκισης κάτω από κανονικές συνθήκες θα ήταν η αρμόζουσα, ενόψει της καθυστέρησης αυτή δε θα έπρεπε να επιβληθεί ούτως ώστε να ήταν κατάλληλη και επαρκής άλλη ποινή, για παράδειγμα η χρηματική. Καταλήγει η νομολογία ότι εκτός όπου είναι απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολής ποινής φυλάκισης. Βασικός λόγος είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη μπορεί να έχουν αλλάξει.» V. Ίση Μεταχείριση Παραβατών Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος διασφαλίζει την ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον της δικαιοσύνης. Στην έκταση που καλύπτει την επιβολή ποινής είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να μεταχειρίζεται με ομοιόμορφο τρόπο όλους όσους βρίσκονται στην ίδια θέση. Αλλιώς η ανισότητα προκαλεί, δικαιολογημένα, αισθήματα αδικίας. Σχετική είναι η υπόθεση Φραγκίσκου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/14, ημ. 25.11.15. Στην υπόθεση Γερμανός κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 525, γίνεται εκτενής ανάλυση της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης παραβατών. Σε αυτή την υπόθεση γίνεται παραπομπή, μεταξύ άλλων, και στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κάττου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, το οποίο κρίνουμε άκρως διαφωτιστικό: «Το γεγονός ότι δεν ελέγχεται δικαστικά η άσκηση των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα βάσει του Άρθρου 113.2 δεν απαλλάττει τις δικαστικές αρχές από την υποχρέωση για αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, περιλαμβανομένης και της ισότητας που κατοχυρώνει το Άρθρο 28. Η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως (η μη δίωξη) ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλιας στη μεταχείρηση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείρηση. Η ισότητα στη μεταχείρηση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνήργησαν στο έγκλημα. Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείριση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος.» Είναι γεγονός πως με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος των δύο κατηγοριών αναφέρετο ότι οι Κατηγορούμενοι ενήργησαν μαζί με τη Marfin και ότι το Δικαστήριο προέβη σε ανάλογο εύρημα. Προβλήθηκε το επιχείρημα πως η μη ποινή δίωξη της Τράπεζας δημιουργεί άνιση μεταχείριση των παραβατών. Επί τούτου κατ΄ αρχάς επισημαίνουμε πως βρίσκουμε αβάσιμη τη θέση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 πως ο λόγος της μη δίωξης της ήταν το ότι η Τράπεζα «έκλεισε» σύμφωνα με δήλωση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Θεωρούμε πως αυτή η δήλωση στη σελ. 1309 των πρακτικών, ιδωμένη στο πλαίσιο στο οποίο λέχθηκε από την συνήγορο, δεν αποσκοπούσε ούτε και αφορούσε σε επίσημη δήλωση ως προς τον λόγο της μη δίωξης της Τράπεζας. Αυτή έγινε κατόπιν ένστασης της Υπεράσπισης ως προς τη σύγκρουση συμφέροντος της PWC η οποία, ενώ ήταν οι εξωτερικοί ελεγκτές της Τράπεζας η οποία με τη σειρά της θα μπορούσε να ήταν και κατηγορούμενη, υποβοηθούσε και παρείχε συμβουλές, μέσω υπαλλήλων της, προς την Κατηγορούσα Αρχή. Έχουμε απορρίψει αυτή τη θέση στα πλαίσια της απόφασης μας. Εν πάση περιπτώσει εκείνο το οποίο πρέπει να λεχθεί είναι πως η δήλωση της Κατηγορούσας Αρχής έγινε εις απάντηση της ένστασης και με σαφή συσχετισμό στη μη ύπαρξη σύγκρουσης συμφέροντος. Η σχετική αναφορά έχει ως εξής: «Καμιά σύγκρουση συμφερόντων δεν υπάρχει από τη βοήθεια που αιτήθηκε ο Γενικός Εισαγγελέας από τον συγκεκριμένο Οίκο, η Λαϊκή Τράπεζα δεν είναι κατηγορούμενη, η Λαϊκή Τράπεζα έκλεισε, οι εκπρόσωποι της PWC παρέχουν υπηρεσίες για υποβοήθηση του έργου της Κατηγορούσας Αρχής.» Θεωρούμε πως η μη προσαγωγή της Τράπεζας ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης δεν ενέχει σημασία και δεν δημιουργεί ανισότητα με τους Κατηγορούμενους καθότι είναι οι ενέργειες των ιδίων που αποδίδονται και ενδεχομένως δημιουργούν ποινική ευθύνη στην Τράπεζα. Επομένως οι Κατηγορούμενοι δεν δύνανται να αναζητούν ευνοϊκή μεταχείριση λόγω αυτού του γεγονότος. Αυτή η διαπίστωση μας βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε ό,τι αφορά τη θέση των εφεσειόντων ότι η Εταιρεία δεν ήταν κατηγορούμενη, είναι γεγονός ότι η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης εναντίον ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα, ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής, κατά τρόπο ώστε να απαμβλύνει την ανισοσκέλεια στη μεταχείριση των παραβατών και να μετριάζει το αίσθημα αδικίας το οποίο, αναπόφευκτα, προκαλεί η άνιση μεταχείριση. Στην προκείμενη περίπτωση όμως δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι η τυχόν δίωξη και συνακόλουθη ποινική ευθύνη της Εταιρείας θα αποτελούσε απόρροια των πράξεων των ίδιων των εφεσειόντων, ενεργούντων εκ μέρους της, και δεν είναι νοητό οι εφεσείοντες να επιδιώκουν τώρα να επωφεληθούν επικαλούμενοι τη μη δίωξη της εταιρείας ως ξεχωριστής νομικής οντότητας.» Αποτέλεσε εύρημα μας πως οι επίδικες οικονομικές καταστάσεις εγκρίθηκαν ομόφωνα από και τα 13 τότε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, από τα οποία μόνο οι τέσσερις Κατηγορούμενοι προσάχθηκαν ενώπιον της δικαιοσύνης γι΄ αυτή την αξιόποινη πράξη τους. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία των ανακριτών της υπόθεσης, κρίναμε πως οι έρευνες επικεντρώθηκαν στους τέσσερις Κατηγορούμενους λόγω της ιδιότητας και θέσης τους στην Τράπεζα και στις Επιτροπές και λόγω της ιδιαίτερης εμπλοκής και γνώσης τους επί του υπό κρίση ζητήματος, κάτι το οποίο αναμφίβολα επιβεβαιώνεται από όσα αναλύουμε στην απόφαση και παραθέτουμε και πιο πάνω σχετικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Επιγραμματικά μόνο επαναλαμβάνουμε την ιδιότητα των Κατηγορουμένων 1 και 2 στον Όμιλο, την ιδιότητα των Κατηγορουμένων 3 και 4 στην κατ΄ εξοχή αρμόδια Επιτροπή Ελέγχου και τη γνώση και εμπλοκή του καθενός στα γεγονότα. Είναι ακριβώς υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μας που καταλήξαμε πως οι έρευνες αναφορικά πάντοτε με τους Κατηγορούμενους διεξήχθησαν με αντικειμενικότητα. Οι πάνω διαπιστώσεις μας οδηγούν αναπόφευκτα στην περίπτωση του Μ.Κ.9, του δεύτερου Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου της Τράπεζας. Παρόλο που αυτός ήταν υπεύθυνος για τις υπόλοιπες χώρες του εξωτερικού, εντούτοις κατείχε εξίσου ψηλή θέση ως εκ της οποίας η Μ.Κ.10 απευθύνθηκε τόσο σε αυτόν όσο και στον Κατηγορούμενο 2 «επί ίσοις όροις», καθιστώντας και τους δύο γνώστες για τη διαφωνία και ευελπιστώντας στη δική τους εμπλοκή προς επίλυση του θέματος, ακριβώς λόγω της δικής τους θέσης στον Όμιλο. Ως εκ τούτου, θεωρούμε πως ο Μ.Κ.9 βρισκόταν στην ίδια θέση όπως και ο Κατηγορούμενος 2 αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Τελικώς ο Μ.Κ.9 δεν διώχθη αλλά χρησιμοποιήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας. Όπως ορθώς παρατήρησαν και οι συνήγοροι Υπεράσπισης, η δίωξη και ακόμα η επιλογή των μαρτύρων κατηγορίας, συμπεριλαμβανομένων και των εμπλεκόμενων στα αδικήματα, εμπίπτει εντός της απόλυτης προς τούτο εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέως. Σαφώς ο Γενικός Εισαγγελέας θεώρησε, ως είχε δικαίωμα, πως λόγω ακριβώς της ιδιότητας και εμπλοκής του Μ.Κ.9 στα γεγονότα, αυτός θα ήταν βασικός μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Βεβαίως, στα πλαίσια αξιολόγησης αυτού του μάρτυρος το Δικαστήριο δεν πείστηκε ούτε για την αντικειμενικότητα του ούτε και για την αξιοπιστία του και απέρριψε τη δική του εκδοχή των γεγονότων στον βαθμό που αυτά δεν προέκυπταν από κοινώς αποδεκτή μαρτυρία ή έγγραφα. Επομένως, θεωρούμε φυσιολογικό το αίσθημα αδικίας που αισθάνονται οι Κατηγορούμενοι, και ειδικότερα ο Κατηγορούμενος 2, εκπορευόμενο ακριβώς από αυτή την ανισότητα και διαφορετική μεταχείριση παραβατών, καθότι ο Μ.Κ.9 δεν έχει διωχθεί, χρησιμοποιήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας και έτσι αυτός δεν κλήθηκε να αντιμετωπίσει ενδεχομένως τις συνέπειες των δικών του πράξεων, σε αντιδιαστολή με τους Κατηγορούμενους. Έχει νομολογηθεί ότι εκεί όπου η μη δίωξη τρίτου προσώπου αναμεμειγμένου σε εγκληματική δράση οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την Κατηγορούσα Αρχή, μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο στο πλαίσιο της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών - Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ.
- Επιπλέον σημειώνουμε και τη θέση του κ. Μυλωνά ως πρότινος Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου και ως του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου στην επίδικη συνεδρία της 29ης Νοεμβρίου του
- Θεωρούμε πως αυτά τα δεδομένα ομιλούν αφ΄ εαυτών για τη δική του γνώση και σημαντική θέση στα όσα διαμείφθησαν αναφορικά με τις επίδικες οικονομικές καταστάσεις και την εγγραφή ή μη της απομείωσης της υπεραξίας. Ο ανακριτής της υπόθεσης, Μ.Κ.12, προέβαλε ως λόγο για τη μη δίωξη του την ηλικία του, υπό την έννοια πως επρόκειτο για ένα ευγενή υπερήλικα κύριο ο οποίος έχυσε τον καφέ κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης του και κτύπησε με το όχημα του, χωρίς να το αντιληφθεί, κατά την αναχώρηση μετά τη λήψη αυτής. Ο Μ.Κ.12 δήλωσε επίσης την άγνοια του κατά πόσο αυτός εξακολουθούσε να κατέχει θέσεις σε Διοικητικά Συμβούλια. Χωρίς να παραγνωρίζουμε την ηλικία του κ. Μυλωνά (85 ετών κατά τη λήψη της κατάθεσης του το 2015) και το αναφαίρετο δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέως όσον αφορά την ποινική δίωξη προσώπων, εντούτοις θεωρούμε πως και η παράλειψη δίωξης του ατόμου που μέχρι πρότινος προέδρευε της Επιτροπής Ελέγχου και είχε πλήρη γνώση των γεγονότων και που προέδρευσε της επίμαχης συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου δημιουργεί αίσθημα αδικίας στους Κατηγορούμενους ότι και αυτός δεν βρέθηκε αντιμέτωπος με τις ενδεχόμενες συνέπειες της απόφασης έγκρισης των επίδικων οικονομικών αποτελεσμάτων χωρίς την περίληψη της απομείωσης της υπεραξίας. Εδώ σημειώνουμε πως η αναφορά του Μ.Κ.12 στην εξιστόρηση από τον κ. Μυλωνά της όλης πορείας της Τράπεζας λόγω του ότι ήταν από τους πρώτους υπαλλήλους της, ισχύει και για τους Κατηγορούμενους 2 και 3 οι οποίοι επίσης βασικά ανάλωσαν όλη την επαγγελματική τους σταδιοδρομία στην Τράπεζα. Τέλος, παρόλο που έχει διαφανεί πως οι Κατηγορούμενοι και τα δύο προαναφερόμενα πρόσωπα, ήτοι ο Μ.Κ.9 και ο κ. Μυλωνάς, κατείχαν ιδιότητες και είχαν γνώσεις των γεγονότων που τους θέτουν σε ουσιώδη εμπλοκή σε αυτά, εντούτοις δεν παραγνωρίζουμε πως η έγκριση των επίδικων οικονομικών καταστάσεων αποτελούσε ζήτημα και ευθύνη όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι Μ.Κ.3 και 6 επίσης κλήθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας ενώ για τα υπόλοιπα μέλη δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς τον λόγο της μη δίωξης τους, ήτοι κατά πόσο κρίθηκε πως δεν υπήρχε μαρτυρία εναντίον τους που να στοιχειοθετεί τα αδικήματα ή κατά πόσο συνέτρεχε οποιοσδήποτε άλλος λόγος. Ως εκ τούτου, θεωρούμε πως η δίωξη των τεσσάρων Κατηγορουμένων ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου εύλογα δημιουργεί το αίσθημα αδικίας και ανισότητας στη μεταχείριση και αυτό είναι στοιχείο το οποίο θα συνεκτιμηθεί στα πλαίσια επιβολής ποινής. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Παναγή v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 115, η αρχή της ίσης μεταχείρισης παραβατών δεν περιορίζεται μόνο στην τιμωρία συγκατηγορουμένων αλλά επεκτείνεται σε κάθε γεγονός που έχει σχέση με τη δίωξη τους. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141, αυτός ο παράγοντας δεν συνεπάγεται βεβαίως την εξίσωση, όμως αναμφίβολα αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα ο οποίος θα έχει τη σημασία του κατά την επιμέτρηση της ποινής και στην παρούσα περίπτωση. VI. Επαγγελματική Πορεία Κατηγορουμένων - Συνέπειες από τη Διάπραξη των Αδικημάτων Για όλους τους Κατηγορούμενους λαμβάνουμε υπόψιν τα ακαδημαϊκά τους προσόντα και την επαγγελματική τους πορεία, όπως αυτά προέκυψαν μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας και ειδικότερα τις Γραπτές τους Δηλώσεις και παρατέθηκαν στα πλαίσια των αγορεύσεων για μετριασμό της ποινής, χωρίς αναγκαία την εκ νέου αναλυτική παράθεση τους. Αρκούμαστε να αναφέρουμε πως λαμβάνουμε υπόψιν τα ακαδημαϊκά προσόντα και την πολυετή επαγγελματική ενασχόληση του Κατηγορουμένου 1 στον τραπεζικό τομέα από το
- Ο Κατηγορούμενος 2 εργοδοτήθηκε στην Τράπεζα το 1980, κατά τη διάρκεια της εργασίας του συνέχιζε τις σπουδές του και σταδιακά ανελίχθηκε μέχρι και τη θέση του Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου. Ο Κατηγορούμενος 3 επίσης ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία στην Τράπεζα το 1972, κατέχοντας διάφορες θέσεις. Ο Κατηγορούμενος 4 κατείχε θέσεις στον εμπορικό τομέα στο εξωτερικό και στην Ελλάδα, και ως της θέσης του στον Όμιλο Χανδρή ο οποίος κατείχε ποσοστό μετοχών της Marfin διορίστηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και της Επιτροπής Ελέγχου της Τράπεζας. Ο Κατηγορούμενος 4 εργαζόταν για 40 έτη ως στον Όμιλο Χανδρή κατέχοντας τη θέση ενός εκ των δύο Οικονομικών Διευθυντών (CEO). Ταυτόχρονα συνεκτιμούμε πως οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατείχαν και άλλες θέσεις οι οποίες καταδεικνύουν την συνεισφορά τους στην επιχειρηματική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή του τόπου μας. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος 2 επί σειρά ετών διετέλεσε μέλος του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου και μεταξύ Ιουλίου του 2011 και Ιουνίου του 2012 Πρόεδρος αυτού, για πολλά έτη μέχρι και το 2016 διετέλεσε μέλος του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου και ήταν επίσης εκπαιδευτής στον τομέα εξειδικευμένων σεμιναρίων και προγραμμάτων σε θέματα δανειοδοτήσεων μεγάλων επιχειρήσεων και οργανισμών και συνεργάτης στο Τμήμα Προσωπικού της Τράπεζας για διενέργεια συνεντεύξεων και προσλήψεις προσωπικού. Ο Κατηγορούμενος 3 ήταν για περίοδο 20 ετών βασικός συντελεστής ως εκπρόσωπος της Τράπεζας στη διοργάνωση του Ραδιομαραθωνίου για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ήταν για 4 ½ έτη μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΠΑΣΥΚΑΦ, διετέλεσε για δύο έτη μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και για επτά έτη Πρόεδρος της Ένωσης Νέων Τραστ και για δέκα έτη μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΓΣΠ. Αποτελεί εύρημα μας πως τελικώς ο Κατηγορούμενος 1 αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την Τράπεζα λίγες μέρες μετά την έγκριση των επίδικων οικονομικών αποτελεσμάτων, ήτοι στις 5.12.11, γεγονός το οποίο δεν οφείλεται ούτε συνδέεται με την αξιόποινη συμπεριφορά του στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Μέσα από την απόφαση μας διαφαίνεται πως το ζήτημα προέκυψε ενωρίτερα και αποτέλεσε συγκυριακά αίτημα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στις 29.11.
- Οι υπόλοιποι Κατηγορούμενοι αποχώρησαν λίγους μήνες αργότερα, ο Κατηγορούμενος 2 αποχώρησε τον Σεπτέμβριο του 2012, ο Κατηγορούμενος 3 αποχώρησε τον Μάιο του 2012 ενώ ο Κατηγορούμενος 4 παραιτήθηκε από την Επιτροπή Ελέγχου στις 14.12.11 και από το Διοικητικό Συμβούλιο τον Ιούνιο του
- Ούτε και αυτών η αποχώρηση ήταν απότοκο της εν λόγω αξιόποινης συμπεριφοράς τους. Εδώ σημειώνουμε επίσης πως, μέσα από τη μαρτυρία, διεφάνη πως με την αποχώρηση τους οι Κατηγορούμενοι 1-3 έλαβαν ωφελήματα, ο Κατηγορούμενος 1 κατόπιν συμφωνίας με την Τράπεζα ενώ οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 τα νόμιμα δικαιώματα και ωφελήματα τους. Με βάση τη μαρτυρία, το ποσό που δικαιούτο ο Κατηγορούμενος 2 δόθηκε στην Τράπεζα προς εξόφληση των υποχρεώσεων του, ήτοι δανείων τα οποία είχε συνάψει για αγορά μετοχών της Τράπεζας. Προς απόδειξη τούτου ο συνήγορος του κατέθεσε αποδείξεις αγοράς συνολικά 500.000 μετοχών μεταξύ χρονικής περιόδου 3.3.11-23.5.11 έναντι ποσού €402.561,57 - Τεκμήριο
- Ο δε Κατηγορούμενος 3 το επένδυσε σε αξιόγραφα και μετοχές της Τράπεζας χωρίς όφελος ή κέρδος, και το οποίο τελικώς απώλεσε λόγω της κατάρρευσης της. Παρά την πολυετή ενασχόληση του Κατηγορουμένου 1 στον τραπεζικό τομέα, συνεκτιμούμε πως αυτός δεν εργάζεται στον τραπεζικό τομέα, πως για σκοπούς της παρούσας ποινικής υπόθεσης και της υποχρέωσης συχνής παρουσίας του στο Δικαστήριο παρέμεινε εκτός εργασίας και πως η καταδίκη του στερεί πλέον την όποια δυνατότητα εργασίας του σε αυτόν τον τομέα που είναι και ο μοναδικός για τον οποίο κατέχει προσόντα και γνώσεις. Με την αποχώρηση του Κατηγορουμένου 2 από την Τράπεζα και λόγω της παρούσας υπόθεσης και καταδίκης του, δεν μπορεί να δραστηριοποιηθεί στον τραπεζικό τομέα και απασχολείται στο λογιστικό και ελεγκτικό γραφείο του γιου του. Ο Κατηγορούμενος 3, με τη συνταξιοδότηση του, δεν εργάζεται ούτε και τίθεται ζήτημα πρόσληψης ή ενασχόλησης του στον τομέα αυτό. Συνεπεία της ποινικής δίωξης, από τον Απρίλιο του 2016 ο Κατηγορούμενος 4 αναγκάστηκε σε παραίτηση από τον Όμιλο MIG όπου ήταν μέλος της Διοικητικού Συμβουλίου και από τη βασική του εργασία στον Όμιλο Χανδρή, χάνοντας πλήρως τις μηνιαίες απολαβές του και χωρίς προοπτική εργοδότησης του. Έκτοτε είναι άνεργος συνταξιούχος. Παρόλο που η απώλεια προοπτικής εργασίας των Κατηγορουμένων στον τραπεζικό τομέα σχετίζεται με την ίδια τη δική τους αξιόποινη συμπεριφορά, εντούτοις αυτό είναι στοιχείο το οποίο προσμετρά σε κάποιο βαθμό ως μετριαστικός παράγοντας ως επιπρόσθετη και εξωδικαστηριακή συνέπεια αυτής της συμπεριφοράς τους. Στα ίδια πλαίσια συνεκτιμούμε τον αρνητικό αντίκτυπο και το πλήγμα στη φήμη τους ως επαγγελματιών, τα οποία οι Κατηγορούμενοι βιώνουν ως συνέπεια της αξιόποινης συμπεριφοράς τους. Εδώ κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε πως τα δημοσιεύματα κατά τη διάρκεια της δίκης τα οποία κατέθεσε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 2, Τεκμήριο 4, είναι εξωγενής παράγοντας ο οποίος δεν λαμβάνεται υπόψιν ούτε και έχει θέση στα πλαίσια επιβολής ποινής, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σουτζιής v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424. Το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος 2 κατέβαλε το συνολικό ποσό των €570.000 κατά τα έτη 2014 και 2017, για διοικητικές παραβάσεις οι οποίες δεν αφορούν ούτε σχετίζονται με την υπό κρίση αξιόποινη συμπεριφορά του, Τεκμήριο 6, δεν ενέχει σημασία και δεν προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Σημειώνουμε ακόμα πως εναντίον των σχετικών αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς εκκρεμούν Προσφυγές. VII. Λευκό Ποινικό Μητρώο Κατηγορουμένων - Διαγωγή μετά τη Διάπραξη Αδικημάτων Το λευκό ποινικό μητρώο όλων των Κατηγορουμένων, σε συνάρτηση και με την ηλικία τους (στην οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω) είναι γεγονός που δείχνει την παλαιότερη στάση τους απέναντι στον Νόμο και τους δίδει το δικαίωμα να κριθούν με μεγαλύτερη επιείκεια. Σχετικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 και Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252. Αναμφίβολα συνεκτιμούμε πως και μετά τη διάπραξη των αδικημάτων αυτοί δεν επέδειξαν οποιουδήποτε είδους παραβατική συμπεριφορά. VΙΙI. Μη Παραδοχή Όλοι οι Κατηγορούμενοι είχαν δηλώσει μη παραδοχή και έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε σε πλήρη ακρόαση. Παρόλο που είναι αναφαίρετο δικαίωμα ενός κατηγορουμένου να μην παραδέχεται ενοχή, στάση η οποία ουδόλως εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας, εντούτοις θεωρούμε πως υπό τις ανωτέρω περιστάσεις οι Κατηγορούμενοι δεν δικαιούνται να τύχουν του ευεργετήματος της έκπτωσης της ποινής όπως θα αναμένετο σε περίπτωση εξαρχής παραδοχής (βλ. υπόθεση Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). IX. Προσωπικές Περιστάσεις Κατηγορουμένων Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψιν πως ο Κατηγορούμενος 1 είναι 57 ετών, παντρεμένος και πατέρας δύο θυγατέρων οι οποίες φοιτούν σε Πανεπιστήμια. Η σύζυγος του αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας, όπως επιμαρτυρείται στην Ιατρική Έκθεση ημ. 22.10.14, και δεν εργάζεται, σύμφωνα με σχετικό Πιστοποιητικό ημ. 28.8.15, Τεκμήριο
- Όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Κατηγορουμένου 1 είναι δεσμευμένα στα πλαίσια Αγωγής που εκκρεμεί ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι 62 ετών, παντρεμένος με τρία παιδιά, δύο θυγατέρες και ένα γιο. Η μια θυγατέρα και ο γιος είναι παντρεμένοι και έχουν από δύο παιδιά. Ο ίδιος κατάγεται από την Καλοψίδα της Αμμοχώστου και ο πατέρας του δολοφονήθηκε όταν ήταν πέντε ετών. Είναι ο δεύτερος από τα πέντε παιδιά της οικογένειας και έζησε τα παιδικά του χρόνια σε συνθήκες μεγάλης φτώχιας. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Αμμοχώστου και μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας μετέβη στην Ελλάδα για σκοπούς φοίτησης. Κατά τη φοίτηση του εργαζόταν για κάλυψη των σπουδαστικών αναγκών του. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα για ένα έτος όταν και συνέχισε τις σπουδές του ενώ και κατά την εργασία του στην Τράπεζα συνέχισε αυτές. Στα πλαίσια της εργασίας του στο γραφείο του γιου του λαμβάνει μηνιαίο εισόδημα €1.
- Πέραν της κατακράτησης του εφάπαξ του από την Τράπεζα έναντι δανείων του, όπως αναφέρεται ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος 2 έχει και άλλα δάνεια ύψους €1.150.000 τα οποία έχουν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου με εξασφάλιση μεταξύ άλλων και της ιδιοκτήτης του κατοικίας. Εκτός από τις διοικητικές υποθέσεις που αφορούν τα ανωτέρω διοικητικά πρόστιμα, εναντίον του Κατηγορουμένου 2 εκκρεμούν σωρεία πολιτικών Αγωγών που αφορούν αξιόγραφα. Ο Κατηγορούμενος 3, 72 ετών, είναι νυμφευμένος και έχει ένα γιο, 40 ετών επίσης νυμφευμένο με ένα παιδί. Ο γιος του διαμένει στη Λεμεσό. Η σύζυγος του Κατηγορουμένου 3 αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας και χρήζει παρακολούθησης στην Κύπρο και στο εξωτερικό τα τελευταία είκοσι έτη. Η σοβαρότητα της κατάστασης της συζύγου του αποτυπώνεται στην Ιατρική Έκθεση ημ. 9.5.18, Τεκμήριο 9, από την οποία διαφαίνεται πως η παρουσία και στήριξη του συζύγου της είναι απαραίτητη για σταθεροποίηση της κατάστασης της και αποφυγή υποτροπής. Μαζί με τον Κατηγορούμενο 3 και την σύζυγο του, διαμένει και η αδελφή της τελευταίας η οποία πάσχει από εκ γενετής ασθένεια, σύμφωνα με σχετικές Βεβαιώσεις ημ. 5.1.15 και 24.9.18, Τεκμήριο
- Λόγω της κατάστασης της η αδελφή δεν μπορεί να διαχειριστεί αυτόνομα οποιαδήποτε κατάσταση και έτσι ο Κατηγορούμενος 3 είναι ο μοναδικός προστάτης και των δύο, οι οποίες είναι απολύτως εξαρτώμενες από αυτόν για την καθημερινή τους διαβίωση και έλεγχο της κατάστασης τους. Ο Κατηγορούμενος 4 είναι 70 ετών, νυμφευμένος με τρεις θυγατέρες. Η μια σπούδασε Graphic Art & Design και είναι άνεργη. Οι άλλες δύο διαμένουν μαζί με τους γονείς τους. Η μια τελείωσε φέτος τις σπουδές της στον κλάδο των Ξενοδοχειακών και εργάζεται εποχιακά ως βοηθός Υποδοχής, ενώ η άλλη πάσχει από ανίατη σοβαρή ασθένεια από το 2012, σύμφωνα με Ιατρικά Πιστοποιητικά, Τεκμήριο
- Επιπλέον, κατόπιν ενός ατυχήματος στις 26.6.17, η σύζυγος του αντιμετωπίζει επίσης σοβαρότατα προβλήματα υγείας, όπως αυτά επεξηγούνται στις Ιατρικές Γνωματεύσεις ημ. 7.9.17 και 15.10.18, Τεκμήριο
- Όπως αναφέρεται σε αυτές, η σύζυγος του η οποία δεν αυτοεξυπηρετείται, χρήζει συνεχούς παρουσίας οικείων προσώπων και κυρίως του συζύγου της ο οποίος έχει αναλάβει προσωπικά την επιτήρηση της και την πλήρη κάλυψη των αναγκών της. Τυχόν απουσία του δυσχεραίνει σοβαρά την πορεία της βραδείας αποκατάστασης της και είναι επικίνδυνη για την υγεία της. Λόγω δε της κατάστασης της συζύγου του, ο Κατηγορούμενος 4 ανέλαβε εξ ολοκλήρου και τη φροντίδα της κόρης τους, η παρουσία και στήριξη του οποίου διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο για την κατάσταση της ίδιας. Ο Κατηγορούμενος 4 λαμβάνει μηνιαία σύνταξη ύψους €1.460, η οποία αναμένεται να μειωθεί κατά 18% από τον Ιανουάριο του
- Έχει χρέος για την κατοικία του ύψους €233.000 για το οποίο η μηνιαία δόση ανέρχεται στα €1.
- Η σύζυγος του αναγκάστηκε να πωλήσει ακίνητο για να εξασφαλίσει την κατάθεση τραπεζικής εγγύησης ύψους €200.000 ως όρο για την παρουσία του Κατηγορουμένου 4 στα πλαίσια της παρούσας δίκης, ενώ το ατύχημα που επεσυνέβη τον υποχρέωσε να ζητήσει μείωση αυτής κατά €50.000 λόγω άμεσης ανάγκης κάλυψης των αναγκών της συζύγου του. Χ. Κατάληξη Στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής όλοι οι πιο πάνω παράγοντες έχουν αξιολογηθεί και τους έχει δοθεί η ανάλογη βαρύτητα. Εκείνο το οποίο απομένει είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το είδος και το ύψος της ποινής στην προκειμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει αφενός την εγγενή σοβαρότητα της υπόθεσης και τα μηνύματα προς τους επίδοξους παραβάτες και αφετέρου την εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε να αρμόζει στην παρούσα περίπτωση. Χωρίς να παραγνωρίζουμε ούτε και να υποβαθμίζουμε την σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής τέτοιας ποινής η οποία θα δίδει το μήνυμα πως οποιουδήποτε είδους ανέντιμης και μεθοδευμένης παραπλάνησης από πλευράς αξιωματούχων και επαγγελματιών τραπεζικών δεν χωρεί σε ένα τραπεζικό και οικονομικό σύστημα αλλά ούτε και σε ένα ευνομούμενο κράτος δικαίου, οφείλουμε ταυτόχρονα να λάβουμε υπόψιν πως η εγγενής αυτή απαξία των αδικημάτων μετριάζεται στην παρούσα περίπτωση από τη μη πρόκληση ζημιάς στους επενδυτές και τη μη αποκόμιση οποιουδήποτε οφέλους από τους παραβάτες. Σημειώνουμε πως αυτό το στοιχείο ήταν καθοριστικής σημασίας όσον αφορά την ποινή στις προαναφερόμενες Αγγλικές υποθέσεις στις οποίες υπήρξε επηρεασμός στην αγορά και σημαντική ζημιά σε επενδυτές εξ ου και η ποινή φυλάκισης κρίθηκε ως η μόνη κατάλληλη ποινή. Πέραν αυτών των δύο ιδιαίτερα σημαντικών στοιχείων συνεκτιμούμε και άλλους παράγοντες οι οποίοι προσμετρούν προς όφελος των Κατηγορουμένων στην παρούσα περίπτωση. Όλοι μαζί συνοψίζονται ως εξής: § H μη πρόκληση έστω και της παραμικρής ζημιάς στους επενδυτές § H μη αποκόμιση οποιουδήποτε οφέλους στους Κατηγορούμενους § Το μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και το στάδιο επιβολής ποινής § Η μη ποινική δίωξη άλλων εμπλεκομένων στην υπόθεση § Η περιορισμένη διάρκεια της αξιόποινης ενέργειας § Η αποχώρηση όλων των Κατηγορουμένων από την Τράπεζα § Η απώλεια κάθε δυνατότητας ενασχόλησης τους στον τραπεζικό τομέα § Η μη ύπαρξη δυνατότητας διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον § Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων και η καλή διαγωγή τους μετά τη διάπραξη αυτών § Η ηλικία και ο καλός χαρακτήρας τους § Οι προσωπικές τους περιστάσεις και ειδικότερα τα προβλήματα υγείας ατόμων του στενού περιβάλλοντος τους τα οποία καθιστούν αυτούς ως βασικούς προστάτες § Η μεταβολή των προσωπικών τους περιστάσεων από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι το στάδιο επιβολής ποινής. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες συνηγορούν υπέρ της επιβολής τέτοιας ποινής η οποία θα αντανακλά μεν τη σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και όλες τις συνθήκες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με όλα τα πιο πάνω και με γνώμονα την αρχή πως η ποινή φυλάκισης επιβάλλεται εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή κρίνεται πως δεν εξυπηρετεί τον σκοπό της και δεν αρμόζει στην υπό κρίση περίπτωση, καταλήγουμε πως η κατάλληλη ποινή με βάση το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι η χρηματική, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Λόγω του ότι τα γεγονότα των δύο κατηγοριών είναι ταυτόσημα θεωρούμε ορθό και δίκαιο όπως επιβληθεί ποινή μόνο στη μια κατηγορία, και δη στη δεύτερη η οποία επιφέρει αυστηρότερη ποινή, καθότι τυχόν επιβολή ποινής και στις δύο θα ισοδυναμούσε με διπλή τιμωρία - Pefkos v. others v. Republic
(1961)2 C.L.R. 340 και Alexandrou v. Director of Customs
(1985)2 C.L.R.47. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, «εκεί που τα ίδια γεγονότα στοιχειοθετούν κατηγορίες πέραν της μιας, το δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλλει ποινή μόνο στη μια από αυτές, συνήθως την σοβαρότερη, και όχι σε όλες τις κατηγορίες για τις οποίες απλώς καταχωρεί καταδίκη». Ως εκ τούτου επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή. Στη δεύτερη κατηγορία επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1 χρηματική ποινή €150.000. Στον Κατηγορούμενο 2 χρηματική ποινή €120.000. Στον Κατηγορούμενο 3 χρηματική ποινή €120.000. Στον Κατηγορούμενο 4 χρηματική ποινή €120.000. Λόγω του ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 κατάγονται και διαμένουν στην Ελλάδα, και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 118
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, διατάζουμε όπως οι χρηματικές ποινές οι οποίες έχουν επιβληθεί στους Κατηγορούμενους 1 και 4 είναι άμεσα καταβλητέες. (Υπ). ....... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ). ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ). ....... Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο