← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σπανούδης, Αρ. Υπόθεσης: 9919/2016, 7/8/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σπανούδης, Αρ. Υπόθεσης: 9919/2016, 7/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9919/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Σπανούδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 7 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Ζαχαριάδου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/2000. 2. Παράλειψη οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος να συμμορφωθεί με την ένδειξη του κόκκινου φανού σε φωτεινούς σηματοδότες κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58

(2)(δ), 71 και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 66/
  1. Παράλειψη οδηγού μοτοσικλέτας να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι προστατευτικό κράνος, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 59
(2)
(3)και 72 της ΚΔΠ 66/84
  1. Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/
  2. Παράλειψη συμμόρφωσης σε οδηγίες Αστυνομικού με στολή κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(1)(κ) και 72 της ΚΔΠ 66/
  1. Χρήση μηχανοκινήτου οχήματος με ακυρωμένη εγγραφή κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 4
(1), 17
(1)(α)(β) και 72 της Κ.Δ.Π. 66/
  1. Απείθια κατά νόμιμων διαταγών κατά παράβαση των άρθρων 137 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Αλλαγή χρώματος μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 55
(1)και 72 της Κ.Δ.Π. 66/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες, ο Κατηγορούμενος την 15.1.2016 στην διασταύρωση της Λεωφόρου Λεμεσού με Αρμενίας, οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής XXXXX32 χωρίς προστατευτικό κράνος, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο και ενώ η εγγραφή του οχήματος είχε ακυρωθεί λόγω του ότι η άδεια κυκλοφορίας δεν ανανεώθηκε για τρία συναπτά έτη. Με βάση την 8η Κατηγορία, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε την ίδια μοτοσικλέτα, που έφερε χρώμα που δεν συνάδει με το πιστοποιητικό συμμόρφωσης, ήτοι έφερε σκούρο γκρίζο χρώμα αντί κόκκινο. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί σε οδηγίες αστυνομικού με στολή και να ακινητοποιήσει το όχημα του, παραβίασε κόκκινο σηματοδότη και οδήγησε το όχημα του αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, της χρήσης της οδού και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε ή που εύλογα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο. Τέλος, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι οδηγούσε το πιο πάνω όχημα κατά παράβαση διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 26425/15, το οποίο του στερούσε το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο από 13.1.2016 μέχρι 2.2.
  2. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι στην ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 26425/15, ο Κατηγορούμενος αποστερήθηκε του δικαιώματος του να κατέχει άδεια οδήγησης για την περίοδο από 13.1.2016 μέχρι 2.2.
  3. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος προέβη σε ανωμοτί δήλωση. Αστ.XXXXX8 XXXXX Κωνσταντίνου (ΜΚ1) Στις 15.1.2016 και ώρα 12:05, ενώ ο ΜΚ1 οδηγούσε την υπηρεσιακή του μοτοσυκλέτα στην Λεωφόρο Λεμεσού στην Λευκωσία, είδε μπροστά του σε απόσταση 2 - 3 μέτρων την μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX32 μάρκας Yamaha R1, χρώματος σκούρου γκρίζου. Ο οδηγός και ο συνοδηγός δεν έφεραν προστατευτικό κράνος και έτσι ο ΜΚ1 έκανε την χρήση φάρων και σειρήνας με σκοπό να την ανακόψει. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας σταμάτησε στα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης της Λεωφόρου Λεμεσού με Αρμενίας. Ο ΜΚ1 σταμάτησε δίπλα του, σε απόσταση 2 μέτρων και του είπε να σταματήσει αριστερά. Σύμφωνα με όσα ο ΜΚ1 ανέφερε στην κατάθεση του, ο οδηγός της μοτοσικλέτας φαινόταν 20 - 22 χρονών, είχε ξυρισμένο κεφάλι και ήταν λεπτής σωματικής διάπλασης με ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα. Κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που οδηγούσε την μοτοσικλέτα. Ακολούθως, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ1, το πρόσωπο που επέβαινε στην μοτοσικλέτα ως συνοδηγός κατέβηκε από αυτή και ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα, παραβίασε κόκκινο φωτεινό σηματοδότη στην πιο πάνω διασταύρωση και κινήθηκε με ευθεία πορεία προς τη Λευκωσία. Η τροχαία κίνηση εκείνη την στιγμή ήταν πυκνή και προκλήθηκε κίνδυνος, λόγω των αυτοκινήτων που κινούνταν σε άλλες κατευθύνσεις. Ο συνοδηγός παρέμεινε στο σημείο όπου έγινε το σήμα. Διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον XXXXXX Αδάμου, στον οποίο εκδόθηκε εξώδικο πρόστιμο για παράλειψη χρήσης προστατευτικού κράνους. Ακολούθως, ο Αδάμου μεταφέρθηκε με περιπολικό στον Αστυνομικό Σταθμό, όπου ανάφερε τόσο στον ΜΚ όσο και στην Αστ.XXXXX5 XXXXX Χαραλάμπους ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας ήταν ο Κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος σταμάτησε την μοτοσικλέτα στα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης για χρονικό διάστημα 2-3 δευτερολέπτων, εντός των οποίων είχε την ευκαιρία να δει το πρόσωπο του. Μίλησε μαζί του και είχε καθ' όλη την διάρκεια στραμμένη την προσοχή του σε αυτόν. Με τον συνοδηγό συνομίλησε μόνο μετά που αποχώρησε ο Κατηγορούμενος. Αρνήθηκε ότι ο χρόνος ήταν πολύ σύντομος, ώστε να μπορέσει να αποτυπώσει με σιγουριά το πρόσωπο του οδηγού. Είδε ξανά τον Κατηγορούμενο, όταν ήρθε για πρώτη φορά ως μάρτυρας στο Δικαστήριο και τον αναγνώρισε με βεβαιότητα ως το πρόσωπο που οδηγούσε την μοτοσικλέτα. Δεν συνδύασε την βεβαιότητα του με την δήλωση που είχε κάνει ο συνοδηγός. Αστ.XXXXX5 XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ2) Η ΜΚ2 ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Σύμφωνα με την μάρτυρα, όταν ο ΜΚ1 ήρθε στον σταθμό είχε μαζί του ένα άτομο που ανάφερε προφορικά ότι το πρόσωπο που οδηγούσε την μοτοσικλέτα ήταν ο Κατηγορούμενος. Η ΜΚ2 κάλεσε τον Κατηγορούμενο και του έλαβε ανακριτική κατάθεση μέσω της οποίας ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη. Σύμφωνα με την μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος είχε ξυρισμένο κεφάλι, ήταν λεπτής σωματικής διάπλασης με ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα. Η ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο έντυπο με στοιχεία ιδιοκτήτη οχήματος και στοιχεία του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX32 (βλ. Τεκμήριο 5). Σε αυτό αναφέρεται ότι η εν λόγω μοτοσικλέτα είναι χρώματος κόκκινου, η άδεια κυκλοφορίας της είχε λήξει στις 30.6.2012 ενώ το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με το οποίο καλυπτόταν είχε επίσης λήξει στις 6.6.
  4. Παρουσίασε επίσης κατάθεση της XXXXX Γεωργίου (βλ. Τεκμήριο 6) η οποία είναι φίλη με τον Κατηγορούμενο και ανέφερε ότι κατά την επίδικη μέρα είχε εξετάσεις. Στις 11:00 τέλειωσε την εξέταση και πήγε σπίτι του Κατηγορούμενου. Αργότερα ήρθε στο σπίτι ο Κατηγορούμενος. Ανωμοτί Δήλωση και Κατάθεση Κατηγορουμένου Μέσω της ανωμοτί δήλωσης του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η αλήθεια είναι αυτή που περιέγραψε στην κατάθεση του στην αστυνομία. Συγκεκριμένα, στην κατάθεση του, είπε ότι ενώ περπατούσε στο πάρκο, του τηλεφώνησε ένας φίλος του και του ανέφερε ότι κάτι συνέβη με την αστυνομία και του ζήτησε να πάει να τον πιάσει. Αντί αυτού, ο Κατηγορούμενος εκνευρίστηκε και θύμωσε στον φίλο του, ο οποίος εν τέλει του είπε ότι κάποιος αστυνομικός του είχε ζητήσει να του τηλεφωνήσει. Τότε, πήρε το τηλέφωνο ο αστυνομικός και τσακώθηκαν, επειδή ο τελευταίος επέμενε να πάει να παραλάβει τον φίλο του. Περί τις 11:30-12:00, ο Κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι του, όπου συνάντησε την φιλενάδα του. Υποστήριξε ότι δεν οδηγεί οποιαδήποτε μοτοσικλέτα καθότι του έχει αποστερηθεί η άδεια οδήγησης για 21 μέρες από 13.1.
  5. Κατά την δήλωση του ενώπιον του Δικαστηρίου, πρόσθεσε ότι δεν οδήγησε την μοτοσικλέτα την επίδικη μέρα και ότι είναι αθώος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης μαρτυρία και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, σημειώνω ότι και οι δύο μάρτυρες κατηγορίας ήταν σαφείς στις θέσεις τους και απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου καθίσταται σαφές ότι, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην ορθή αναγνώριση τόσο της μοτοσικλέτας με αρ. εγγραφής XXXXX32 όσο και του Κατηγορουμένου, ως του ατόμου που οδηγούσε την μοτοσικλέτα. Αναγνώριση ενώπιον Δικαστηρίου (Dock Identifiacetion) Η εξέταση της ποιότητας της αναγνώρισης στην οποία προέβη ο ΜΚ1 πρέπει να γίνει στα πλαίσια που έχει θέτει η νομολογία. Οι κατευθυντήριες γραμμές τέθηκαν στην R. v. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, η οποία έχει υιοθετηθεί σε αποφάσεις κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 και Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Προκύπτει από την νομολογία ότι, για να αποφασιστεί αν μπορεί να γίνει αποδεκτή η αναγνώριση ή όχι, λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα: (α) Για πόσο χρονικό διάστημα υπήρξε οπτική επαφή (β) από πόση απόσταση (γ) υπό ποιου είδους φωτισμό (δ) αν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στην ορατότητα (ε) το κατά πόσο ο μάρτυρας είχε ξαναδεί τον Κατηγορούμενο ή το όχημα του (στ) κατά πόσο η αναγνώριση στηρίζεται σε μία παροδική ματιά (fleeting glance); Αν η αναγνώριση, με βάση τα πιο πάνω, είναι καλής ποιότητας, τότε το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει με ασφάλεια και να κρίνει την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτής, έστω και στην απουσία μαρτυρίας προς υποστήριξη. Όταν, όμως, η αναγνώριση είναι κακής ποιότητας, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο αυτό, είναι το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, αφού αναφέρω ότι λαμβάνω σχετική προειδοποίηση περί του κινδύνου στήριξης με ασφάλεια στην αναγνώριση στην οποία προέβη ο ΜΚ1, θεωρώ ότι η ποιότητα της αναγνώρισης είναι επαρκής για να υπάρξει ασφαλής κατάληξη ότι η μοτοσικλέτα που εντοπίστηκε από τον ΜΚ1 να κινείται στην Λεωφόρο Λεμεσού ήταν η μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής XXXXX32. Επισημαίνω εξάλλου ότι η υπεράσπιση δεν έχει αμφισβητήσει τις συνθήκες αναγνώρισης (βλ. Σταυρινού Αντρέας ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 706). Η αντεξέταση του ΜΚ1 εστιάστηκε στο ότι το χρονικό διάστημα 2-3 δευτερολέπτων, εντός των οποίων ο ΜΚ1 είχε την ευκαιρία να δει το πρόσωπο του οδηγού, δεν ήταν αρκετό ώστε να μπορέσει να το αποτυπώσει. Ως προς αυτό, ο μάρτυρας ήταν σταθερός και απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Ήταν σαφής ότι εστίασε την προσοχή του στο πρόσωπο του οδηγού της μοτοσικλέτας και όχι στον συνοδηγό, με τον οποίο ασχολήθηκε μετά την αποχώρηση του πρώτου. Η οπτική επαφή με τον οδηγό έγινε από απόσταση 2 μέτρων κατά την διάρκεια της ημέρας και για χρονικό διάστημα 2-3 δευτερολέπτων. Επρόκειτο δηλαδή για συνεχή και όχι φευγαλέα παρατήρηση, από πολύ κοντινή απόσταση, σε συνθήκες καλού φωτισμού. Συνεπώς, θεωρώ ότι ο ΜΚ1 ήταν σε θέση να αποτυπώσει στο μυαλό του το πρόσωπο του οδηγού του επίδικου οχήματος. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον, η αναγνώριση στην οποία ο ΜΚ1 προέβη κατά την παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου, λίγους μήνες μετά το επίδικο περιστατικό, αλλά και ακόμα μεταγενέστερα κατά την μαρτυρία του στο εδώλιο του μάρτυρα, μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ευρήματος ότι όντως το πρόσωπο που είδε ο ΜΚ1 είναι ο Κατηγορούμενος. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση, των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ. 408, η αναγνώριση κατηγορούμενου από μάρτυρα κατηγορίας για πρώτη φορά στην αίθουσα του Δικαστηρίου είναι γενικώς ανεπιθύμητη και δεν πρέπει να επιτρέπεται, εκτός σε εξαιρετικές περιστάσεις. Και τούτου διότι τέτοια αναγνώριση εγκυμονεί κινδύνους πρόκλησης αδικίας, ένεκα του ότι κάποιος μάρτυρας μπορεί να επηρεασθεί από το γεγονός ότι βλέπει τον Κατηγορούμενο στο εδώλιο. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2002 παρ. 14-42 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «The practice of inviting a witness to identify a defendant for the first time when the defendant is in the dock has long been regarded as undesirable: see R. v. Cartwright, 10 Cr.App.R. 219, CCA. Although a trial judge retains a discretion to permit a dock identification, it is submitted that in practice the exercise of such discretion should not even be considered unless: (a) a defendant has refused to comply with a formal request to attend an identification parade, and (b) none of the other identification procedures has been carried out as a result of the defendant's default. As the police may adopt a satisfactory identification procedure in respect of a refractory defendant (see, for example, the method adopted in R. v. Kennedy, post, § 14-46), it is now difficult to conceive of circumstances in which a trial judge would permit a dock identification. Different considerations apply in summary trials: Barnes v. Chief Constable of Durham [1997] 2 Cr.App.R. 505, DC». Πρόσφατη αγγλική νομολογία ωστόσο, επισημαίνει ότι η αναγνώριση κατηγορούμενου στο εδώλιο δεν συνιστά αφ' εαυτής μη αποδεκτή μαρτυρία, ούτε η αποδοχή της γίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Ειδικότερα, στην Tido v. R.
(2011)2 Cr. App. R. 23 παρ. 21 λέχθηκαν τα εξής: «The board therefore considers that it is important to make clear that a dock identification is not inadmissible evidence per se and that the admission of such evidence is not to be regarded as permissible in only the most exceptional circumstances». Στην υπόθεση R. v. Horsham JJ. ex p. Buckari
(1982)74 Cr. App. R. 291 λέχθηκε ότι η μαρτυρία αναγνώρισης κατηγορουμένου στο εδώλιο είναι νομικώς αποδεκτή (legally admissible) και ότι η αποδοχή ή όχι τέτοιας μαρτυρίας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Holland v. HM Advocate
(2005)UKPC D1; 2005 1 SC (PC), τονίσθηκε ότι η αποδοχή αναγνώρισης εντός Δικαστηρίου δεν αποτελεί αφ' εαυτής ενέργεια η οποία παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμούνται για να διαπιστωθεί κατά πόσον ο κατηγορούμενος έτυχε δίκαιης δίκης συμπεριλαμβάνουν το κατά πόσο ο κατηγορούμενος εκπροσωπείτο από συνήγορο ο οποίος ήτο σε θέση να αμφισβητήσει την δεκτότητα της μαρτυρίας και να προβεί σε αντεξέταση των μαρτύρων, η σημασία της υπό αμφισβήτησης μαρτυρίας στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και κατά πόσο υπήρχε και άλλη μαρτυρία που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο και γενικότερα ο τρόπος που το Δικαστήριο χειρίστηκε τέτοια μαρτυρία δίδοντας δηλαδή στον εαυτό του τις κατάλληλες αυτοπροειδοποιήσεις. Περαιτέρω, σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα φαίνεται να υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ των υποθέσεων που εκδικάζονται σε Δικαστήρια συνοπτικής διαδικασίας και των υποθέσεων που εκδικάζονται σε Δικαστήρια με βάση κατηγορητήριο (trial on indictment). Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 παρ. F18.16: «Dock identification remains legally admissible, subject however to judicial powers of discretionary exclusion under the PACE 1984, s. 78 or at common law. At trial on indictment, this discretion would usually be exercised by a trial judge so as to exclude evidence of a dock identification (see Fergus
(1993)98 Cr App R 313), but different considerations may apply in respect of summary offences where the holding of an identity parade etc. will often be quite impracticable (Barnes v Chief Constable of Durham [1997] 2 Cr App R 505)». Στην υπόθεση Barnes v. Chief Constable of Durham (ανωτέρω) λέχθηκε ότι σε ένα Δικαστήριο συνοπτικής διαδικασίας, οι αναγνωρίσεις για πρώτη φορά στο εδώλιο, είναι συνηθισμένες εφόσον είναι αναγκαίες ώστε να αντιμετωπισθούν προβλήματα όπως σε περιπτώσεις τροχαίων αδικημάτων όπου οι κατηγορούμενοι ελλείψει αναγνώρισης υποβάλλουν ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι ήταν οι οδηγοί. Αναφέρθηκε δε περαιτέρω ότι η όλη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης σε Δικαστήρια συνοπτικής διαδικασίας θα εβλάπτετο σοβαρά εάν σε κάθε περίπτωση που αμφισβητείται η ταυτότητα του κατηγορούμενου, έπρεπε να γίνει αναγνωριστική παράταξη. Στρεφόμενος στην προκειμένη περίπτωση, επισημαίνω εξαρχής ότι έχω κατά νου τους κινδύνους που υπάρχουν από την αναγνώριση για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου και προσέγγισα με πολύ μεγάλη προσοχή την μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο ΜΚ1 είχε επαρκή χρόνο να αποτυπώσει στο μυαλό του το πρόσωπο του ανθρώπου που είδε κατά την επίδικη ημερομηνία και ώρα. Συνυπολογίζω ότι ο ΜΚ1 κατέγραψε στην κατάθεση του τα γενικά χαρακτηριστικά του προσώπου που είδε να οδηγεί το επίδικο όχημα, τα οποία συμπίπτουν με αυτά του Κατηγορουμένου καθώς και με αυτά που η ΜΚ2 αποτύπωσε στην κατάθεση της. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η επίδικη μοτοσικλέτα είναι ιδιοκτησίας του Κατηγορουμένου και ο Κατηγορούμενος δεν προέβαλε καμία εκδοχή όσον αφορά την οδήγηση της κατά την επίδικη ημερομηνία. Έχω επίσης κατά νου ότι η αναγνώριση έγινε λίγους μήνες μετά το επίδικο συμβάν, κατά την πρώτη παρουσία του μάρτυρα στο Δικαστήριο. Κατά την μαρτυρία του, ο ΜΚ1 ήταν απόλυτα σταθερός και δεν παρουσίασε κανένα δισταγμό όσον αφορά την αναγνώριση του Κατηγορουμένου. Αντεξετάστηκε εκτεταμένα σε σχέση με το ζήτημα αυτό, από τον συνήγορο υπεράσπισης, πλην όμως η αξιοπιστία του παρέμεινε ακλόνητη. Επίσης, ο μάρτυρας δεν είχε την ευκαιρία να προβεί προηγουμένως σε αναγνώριση του μάρτυρα σε αναγνωριστική παράταξη. Υπενθυμίζεται ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται από Δικαστήριο συνοπτικής διαδικασίας και ισχύουν οι παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στην υπόθεση Barnes (ανωτέρω). Κατά την κρίση μου, δεν έχει επηρεαστεί το δικαίωμα του Κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Συνεκτιμώντας όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και συνυπολογίζοντας την συνολική παρουσία των μαρτύρων κατηγορίας καταλήγω στην αποδοχή της μαρτυρίας τους περιλαμβανομένης της αναγνώρισης τόσο της μοτοσικλέτας με αρ. εγγραφής KNG332 όσο και του Κατηγορουμένου, ως του προσώπου που οδηγούσε την μοτοσικλέτα. Εξ ακοής μαρτυρία Ανεξάρτητα από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω σε σχέση με την αναγνώριση του Κατηγορουμένου, επισημαίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία με βάση την οποία, ο συνοδηγός που επέβαινε στην μοτοσικλέτα, ανάφερε τόσο στον ΜΚ1 όσο και στην ΜΚ2 ότι ο οδηγός της επίδικης μοτοσυκλέτας ήταν ο Κατηγορούμενος. Επισημαίνω εξ αρχής ότι ούτε ο ΜΚ1, ούτε η ΜΚ2 αντεξετάστηκαν σε σχέση με το κατά πόσον όντως έγινε η εν λόγω δήλωση. Εν πάση περιπτώσει, ένεκα της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων Κατηγορίας, δεν έχω αμφιβολία ότι η εν λόγω δήλωση έχει γίνει τόσο στην σκηνή, όσο και αργότερα στον αστυνομικό σταθμό. Με την κατάργηση του κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας, είναι δυνατή η κατάθεση δήλωσης που έγινε από πρόσωπο άλλο από αυτό που καταθέτει. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί σε τέτοια δήλωση, εξαρτάται από παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο 27 του Κεφ. 9. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι η απόφαση της Κατηγορούσας Αρχής να μην παρουσιάσει το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, ενώ θα μπορούσε να το είχε πράξει, έχει καταλυτικές συνέπειες ως προς την βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στην δήλωση. Δεν παραγνωρίζω ότι η δήλωση που έγινε από τον XXXXX Αδάμου, είναι πρώτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία, λήφθηκε αμέσως μετά το επίδικο συμβάν και επαναλήφθηκε για δεύτερη φορά την ίδια ημέρα, ενώπιον δύο αστυνομικών. Από την άλλη, όμως η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να μην παρουσιάσει το εν λόγω πρόσωπο να δώσει μαρτυρία, προβάλλοντας ως αιτιολογία ότι δεν ήταν πρόθυμος να βοηθήσει με την μαρτυρία του την Κατηγορούσα αρχή και ένεκα του ότι δεν υπήρχε γραπτή κατάθεση του εν λόγω πρόσωπου, ώστε η Κατηγορούσα Αρχή να είναι σε θέση να τον κηρύξει εχθρικό μάρτυρα. Η πιο πάνω προσέγγιση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή και γενικότερα στις διωκτικές αρχές να συλλέγουν την μαρτυρία που προτίθενται να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο για να αποδείξουν την υπόθεση τους. Έχω την άποψη ότι η παράλειψη λήψης κατάθεσης από ουσιαστικό μάρτυρα, δεν μπορεί να προβληθεί ως αιτιολογία για την μη παρουσίαση του αργότερα για σκοπούς μαρτυρίας. Θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την καλύτερη δυνατή μαρτυρία σε σχέση με την εξ ακοής δήλωση και συνεπώς δεν αποδίδω σε αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα. Επαναλαμβάνω ότι τα πιο πάνω αναφέρονται ανεξάρτητα από την κατάληξη μου όσον αφορά την αναγνώριση στην οποία προέβη ο ΜΚ1, η οποία κρίνεται ικανή από μόνη της να οδηγήσει σε εύρημα αναφορικά με την ταυτότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας. Ανωμοτί Δήλωση Κατηγορουμένου Σε σχέση με την επιλογή του Κατηγορουμένου να προβεί σε ανωμοτί δήλωση, πρέπει να λεχθεί ότι τούτο αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία τέτοιας δήλωσης, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η δήλωση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία (βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2015, ημερομηνίας 23.10.2015). Η δήλωση χωρίς όρκο, μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανωμοτί δήλωση. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Στην προκειμένη περίπτωση, η ανωμοτί δήλωση του Κατηγορουμένου δεν πρόσφερε οτιδήποτε όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτός, ανέφερε ότι κατά την επίδικη ημερομηνία περπατούσε στο πάρκο, όταν του τηλεφώνησε ένας φίλος του και του ανέφερε ότι κάτι συνέβη με την αστυνομία. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο τσακώθηκε τηλεφωνικώς με κάποιον αστυνομικό και στην συνέχεια πήγε στο σπίτι του. Η δήλωση του Κατηγορουμένου είναι ασαφής, αόριστη και δεν είναι ικανή να αντικρούσει αξιόπιστη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε ερώτηση για το που βρισκόταν στις 12:00 εκείνης της μέρας, ο Κατηγορούμενος πρόβαλε ως μοναδικό άλλοθι ότι βρισκόταν στο πάρκο. Στην συνέχεια ανέφερε γενικά και αόριστα ότι γύρω στις 11:30- 12:00 πήγε στο σπίτι του. Αξιολογώντας την ανωμοτί δήλωση του Κατηγορουμένου, υπό το φως των αρχών που έχω καταγράψει πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί σε αυτήν οποιαδήποτε ουσιαστική βαρύτητα καθότι είναι ασαφής, αόριστη και συγκρούεται με αξιόπιστη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με βάση την οποία ο Κατηγορούμενος στις 12:05 της επίδικης ημέρας οδηγούσε την μοτοσικλέτα του στην Λεωφόρο Λεμεσού. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την ανωμοτί δήλωση του Κατηγορουμένου καταλήγω στα εξής ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος την 15.1.2016 στην διασταύρωση της Λεωφόρου Λεμεσού με Αρμενίας στην Λευκωσία, οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX32 χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης που να αφορά την ευθύνη του έναντι τρίτου και ενώ η άδεια κυκλοφορίας του εν λόγω οχήματος δεν ανανεώθηκε για τρία συναπτά έτη. Η μοτοσικλέτα έφερε χρώμα γκρίζο αντί κόκκινο που είναι το χρώμα που αναφέρεται στο πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το πιο πάνω όχημα κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 26425/15, το οποίο του στερούσε το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο από 13.1.2016 μέχρι 2.2.2016. Ο ΜΚ1 έκανε την χρήση φάρων και σειρήνας της υπηρεσιακής του μοτοσικλέτας με σκοπό να ανακόψει τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα στα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης της Λεωφόρου Λεμεσού με Αρμενίας και ο ΜΚ1 σταμάτησε δίπλα του, σε απόσταση 2 μέτρων και του ζήτησε να σταματήσει αριστερά. Ακολούθως, ο συνοδηγός που επέβαινε στην μοτοσικλέτα κατέβηκε και αμέσως, ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα, παραβίασε κόκκινο φωτεινό σηματοδότη στην πιο πάνω διασταύρωση σε χρόνο κατά τον οποίο η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή. Κινήθηκε με ευθεία πορεία και εγκατέλειψε το σημείο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε σχέση με τα αδικήματα των Κατηγοριών 1, 2, 3, 7 και 8 δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Είναι εμφανές ότι στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των εν λόγω Κατηγοριών. Σε σχέση με την 2η Κατηγορία επισημαίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη ή την νομιμότητα της σήμανσης, ήτοι των φωτεινών σηματοδοτών στην διασταύρωση. Παρά το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι οι φωτεινοί σηματοδότες τοποθετήθηκαν με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia preasumuntur rite esse acta) έτσι ώστε το γεγονός ότι υπήρχαν στην εν λόγω διασταύρωση φώτα τροχαίας να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εν λόγω σήμανση τοποθετήθηκε νομίμως. (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 ΑΑΔ 780) και Γενικός Εισαγγγελέας ν. Ντίνου Φλωρίδη
(1999)2 Α.Α.Δ. 95) Όσον αφορά την 4η Κατηγορία επισημαίνω ότι, ως έχει νομολογηθεί, η επικίνδυνη οδήγηση δεν αποδεικνύεται απόλυτα μόνο με την ύπαρξη κάποιου λάθους. Το στοιχείο αυτό είναι το λιγότερο που θα πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά. Η λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη γραμματική ερμηνεία σημαίνει αυτό που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα. Σε σχέση με την απερίσκεπτη πράξη, σχετική είναι η υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All E.R. 974, στην οποία αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea), υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπ' όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Τέλος, «αλόγιστος» σύμφωνα με το λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' έκδοση, σελ. 127 είναι ενέργεια που δε στηρίζεται στη λογική, που ξεπερνά το μέτρο, που αγγίζει τα όρια της υπερβολής ή του παραλογισμού. Στην παρούσα υπόθεση, θεωρώ ότι τεκμηριώνεται επικίνδυνη αλλά και απερίσκεπτη οδήγηση από τον Κατηγορούμενο. Ενώ, η τροχαία κίνηση στην επίδικη διασταύρωση ήταν πυκνή και ενώ ο φωτεινός σηματοδότης για την πορεία του Κατηγορουμένου ήταν κόκκινος, ο Κατηγορούμενος εκκίνησε απότομα και με ιλιγγιώδη ταχύτητα εισήλθε στην διασταύρωση, δημιουργώντας εμφανώς μια επικίνδυνη κατάσταση. Η ενέργεια του Κατηγορουμένου ήταν τέτοια που περιείχε σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς. Επίσης, ο Κατηγορούμενος, παρέλειψε να λάβει υπ' όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνόησε. Η ενέργεια αυτή είναι απερίσκεπτη, ασχέτως του ευτυχούς γεγονότος ότι δεν προκλήθηκε εν τέλει τροχαίο ατύχημα. Σε σχέση την 5η Κατηγορία που αφορά την παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού, παραπέμπω στην Keane v. McSkimming 1983 S.C.C.R. 220 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην σελ. 223 (σε ελεύθερη μετάφραση): «Σε υπόθεση όπως η παρούσα, δεν είναι, ασφαλώς, για την Κατηγορούσα Αρχή να καταδείξει ότι οδηγός είδε το σήμα για να σταματήσει. Είναι επαρκές η Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία ότι έγινε σήμα σε χρόνο και κάτω από τέτοιες περιστάσεις ώστε αυτό να ήταν εμφανές σε προσεγγίζοντα οδηγό. Εάν παρουσιαστεί τέτοια μαρτυρία, τότε στην απουσία εξήγησης στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και εάν ο οδηγός όντως παραλείψει να αντιδράσει στο σήμα, τότε το Δικαστήριο, δύναται να καταδικάσει και η δίωξη της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον του οδηγού να επιτύχει.» Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο δεχθεί ότι με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής καταδείχθηκε ότι έγινε σήμα σε χρόνο και κάτω από περιστάσεις που θα έπρεπε να το καταστήσουν εμφανές σε οδηγό και αυτός δεν ανταποκριθεί, στην απουσία εξήγησης, δύναται να καταδικάσει τον οδηγό. Στην προκειμένη περίπτωση, στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, κρίνω ότι ο ΜΚ1 έκανε σήμα σε χρόνο και κάτω από περιστάσεις που θα έπρεπε να το καταστήσουν εμφανές στον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ1 χρησιμοποίησε τους φάρους και την σειρήνα της μοτοσικλέτας και από πολύ κοντινή απόσταση ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να σταματήσει. Στην απουσία εξήγησης από τον Κατηγορούμενο, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη κατάληξη πέραν από την ενοχή του και στην εν λόγω κατηγορία Όσον αφορά την 6η Κατηγορία το άρθρο 23Α
(1)του ν. 86/72 προνοεί ότι η εγγραφή μηχανοκίνητου οχήματος ακυρώνεται από τον Έφορο στις ακόλουθες περιπτώσεις: (β) Εφόσον ο Έφορος πεισθεί ότι . (ν) . δεν ανανεώθηκε η άδεια του οχήματος για τρία συνεχή έτη· Στην παρούσα περίπτωση, πέρα από το γεγονός ότι η άδεια κυκλοφορίας δεν ανανεώθηκε για τρία συναπτά έτη δεν έχει τεθεί ενώπιον μου απόφαση του Εφόρου Μηχανοκινήτων οχημάτων με την οποία να ακυρώνεται η εγγραφή του οχήματος. Η ακύρωση εγγραφής δεν προκύπτει αυτομάτως, αλλά απαιτείται πράξη του Εφόρου, που στην προκειμένη περίπτωση δεν φαίνεται να έχει γίνει. Στο Τεκμήριο 5 δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά κάτω από τους τίτλους «ημερομηνία ακύρωσης εγγραφής» και «λόγος ακύρωσης εγγραφής» κάτι που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η εγγραφή του οχήματος έχει όντως ακυρωθεί με πράξη του εφόρου. Εν όψει των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ένοχος στις Κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 7 και 8. Αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 6η Κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.