← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σχοινά, Αρ. Υπόθεσης: 21920/2016, 8/8/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σχοινά, Αρ. Υπόθεσης: 21920/2016, 8/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21920/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Σχοινά Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για Κατηγορούμενο: κ. Π. Σαββίδης Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι κοινό έδαφος ότι στις 26.5.2016 και περί ώρα 10:10 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στην Λεωφόρο Στασίνου στην Λευκωσία. Εμπλεκόμενα μέρη ήταν ο Κατηγορούμενος που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX04 και η πεζή XXXXX Χρίστου (MK3), η οποία τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Η Λεωφόρος Στασίνου είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Στο σημείο του δυστυχήματος, οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται μεταξύ τους με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Οι λωρίδες κυκλοφορίας της ίδιας κατεύθυνσης χωρίζονται μεταξύ τους με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπάρχουν πεζοδρόμια. Ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος και το όριο ταχύτητας 50ΧΑΩ. Το δυστύχημα συνέβη όταν το όχημα του Κατηγορουμένου που κινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσης του, κάτω από συνθήκες που θα διερευνηθούν πιο κάτω, κτύπησε την πεζή η οποία επιχειρούσε να διασταυρώσει τον δρόμο από αριστερά προς δεξιά, ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ν.86/72. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης μαρτυρία και να αξιολογήσω την εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή γνώσης, μνήμη, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, προκατάληψη, ανιδιοτέλεια ή αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο αξιολόγησης με βάση το περιεχόμενο και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με βάση μόνο την εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αστ.XXXXX6 XXXXX Μικελλίδης (ΜΚ1) O MK1 εργάζεται στο εργαστήριο φωτογραφίας, εικόνας και γραφικών της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών. Η μαρτυρία του αφορούσε μόνο την παρουσίαση και προβολή ενός ψηφιακού δίσκου (βλ. Τεκμήριο 2) όπου απεικονίζονται κάποιες σκηνές που αφορούν το επίδικο δυστύχημα. Αστ.XXXXX3 XXXXX Αγιώτης (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 επισκέφθηκε στις 10:30 την σκηνή του δυστυχήματος όπου ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο, στο οποίο σημείωσε κατόπιν υπόδειξης του Κατηγορουμένου, το σημείο επαφής του αυτοκινήτου με την πεζή. Ο Κατηγορούμενος υπέδειξε επίσης την πορεία της πεζής. Αργότερα, εξετάστηκε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και διαπιστώθηκε ότι η πορεία της πεζής και το σημείο επαφής της με το αυτοκίνητο, ήταν διαφορετικά από τα σημεία που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 σημείωσε στο σχέδιο την πραγματική πορεία και σημείο επαφής. Με αυτά συμφώνησε εν τέλει ο Κατηγορούμενος. Από την άλλη, η πεζή διαφώνησε τόσο με την πορεία της όσο και με το σημείο επαφής που ήταν σημειωμένα στο σχέδιο και ισχυρίστηκε ότι πέρασε από την διάβαση πεζών. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το σημείο επαφής του αυτοκινήτου με την πεζή ήταν σε απόσταση περίπου 3 μέτρων από τη διάβαση πεζών. Ο ΜΚ1 έλαβε υπόψη του ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου κινείτο με ταχύτητα 35ΧΑΩ κάτι που ο ΜΚ1 επιβεβαίωσε μέσω των ιχνών τροχοπέδησης που εντοπίστηκαν στην άσφαλτο. Έλαβε επίσης υπόψη ότι η πεζή διένυσε απόσταση 4,90 μέτρων από την άκρη του πεζοδρομίου μέχρι το σημείο επαφής. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, ο ΜΚ1 υπολόγισε ότι όταν η πεζή εισήλθε στο δρόμο, το αυτοκίνητο βρισκόταν 38,88 μέτρα πριν το σημείο επαφής. Λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο αντίδρασης ενός μέσου οδηγού κατά την διάρκεια της ημέρας και την απόσταση που θα χρειαζόταν ο Κατηγορούμενος για να ακινητοποιήσει το όχημα του από την στιγμή που εφάρμοζε τα φρένα, ο ΜΚ1 κατέληξε ότι ο Κατηγορούμενος θα χρειαζόταν απόσταση 21,38 μέτρων για να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο του. Έτσι, αν ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν την πεζή την ώρα που αυτή άρχισε να διασταυρώνει θα μπορούσε να σταματήσει σε απόσταση 17,50 μέτρων πριν την επαφή του με αυτή και θα απόφευγε το δυστύχημα. Αντί αυτού, όπως φαίνεται από τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την πεζή όταν βρισκόταν σε απόσταση 14,58 μέτρων πριν από το σημείο επαφής. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι τοποθέτησε το σημείο επαφής μετά που μελέτησε το βίντεο και είναι βέβαιος ότι η πεζή δεν διασταύρωνε από την διάβαση πεζών. Συμφώνησε ότι μπροστά από την πεζή πέρασαν αρκετά οχήματα πριν αυτή επιχειρήσει να διασταυρώσει. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου προς τα εμπρός ήταν περίπου 100 μέτρα, απόσταση από την οποία ο Κατηγορούμενος μπορούσε να αντιληφθεί οποιοδήποτε πεζό διασταύρωνε το δρόμο νοουμένου ότι δεν θα υπήρχε άλλο όχημα που να εμποδίζει την ορατότητα. Από την ώρα που ξεκίνησε η πεζή να διασταυρώνει μέχρι και την επαφή με το αυτοκίνητο, παρήλθαν τέσσερα δευτερόλεπτα, εντός των οποίων η πεζή δεν φαίνεται να ελάττωσε τον βηματισμό της πριν μπει στη δεξιά λωρίδα που κινείτο ο κατηγορούμενος. Θεωρώ ότι ο ΜΚ2 ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει την αλήθεια. Ένεκα της εμπειρίας και των προσόντων του, κρίνω ότι ήταν σε θέση να προβεί στους μαθηματικούς υπολογισμούς, στους οποίους προέβη. Όσον αφορά τους εν λόγω μαθηματικούς υπολογισμούς, έχω την άποψη ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια αναφορικά με το επίδικο δυστύχημα, με την άποψη ότι μπορεί να δώσει την γενική εικόνα των αποστάσεων εντός των οποίων ο Κατηγορούμενος όφειλε ή μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία της πεζής στον δρόμο και για τον χρόνο που αποφάσισε ότι πρέπει να αντιδράσει. Δεν παραγνωρίζω ότι οι αποστάσεις που χρησιμοποίησε ο μάρτυρας προκύπτουν από σημεία που τοποθετήθηκαν στο σχέδιο μετά από μελέτη του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης και όχι με βάση αντικειμενικά ευρήματα της σκηνής. Από την άλλη, με τα εν λόγω σημεία έχει συμφωνήσει ο Κατηγορούμενος και δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια ανατροπής τους μέσα από την αντεξέταση του ΜΚ
  1. Συνεπώς, αποδέχομαι ότι τα σημεία και ευρήματα που τοποθετήθηκαν στο σχέδιο που ετοίμασε ο ΜΚ2 είναι αυτά που αντιπροσωπεύουν τις συνθήκες του δυστυχήματος. Ενδεχόμενες μικρές διαφοροποιήσεις θα είναι ανεπαίσθητες και δεν μπορούν να ανατρέχουν την γενικότερη εικόνα, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος είχε ορατότητα 100 μέτρων προς το σημείο όπου στεκόταν η πεζή και ότι θα μπορούσε να την δει όταν άρχιζε να διασταυρώνει, περίπου 38 μέτρα πριν το σημείο επαφής. Αν αντιδρούσε σε εκείνο το σημείο θα μπορούσε να είχε αποφύγει την σύγκρουση. XXXXX Χρίστου (ΜΚ3) Η ΜΚ3 αντιμετώπισε την μαρτυρία της εμφανώς συναισθηματικά και με εμπάθεια έναντι του κατηγορουμένου, ο οποίος κατά την δική της άποψη, της προκάλεσε μεγάλο κακό. Στασίνου. Δεν ήταν όμως ιδιαίτερα κατατοπιστική ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ενώ στην κατάθεση της είχε αναφέρει ότι αφού έφτασαν με την ΜΚ4 στα φώτα τροχαίας, είδε ότι το σήμα για τους πεζούς ήταν πράσινο και άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο, στην συνέχεια, απαντώντας σε ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι όταν έφτασε στην διάβαση πεζών, σταμάτησε μαζί με την φίλη της και περίμεναν να ανάψει το πράσινο για του πεζούς. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι πριν διασταυρώσει πάτησε το κουμπί για να περάσει από τη διάβαση. Αρνήθηκε ότι πριν διασταυρώσει πέρασαν 4 ‑ 5 αυτοκίνητα από μπροστά της κάτι το οποίο διαψεύδεται από το οπτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, παρά το ότι ως ανέφερε η ίδια, η φίλη της είδε το όχημα του Κατηγορουμένου, εντούτοις η ίδια υποστήριξε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε αυτοκίνητο. Εν τέλει, η ΜΚ3 προσπάθησε να αιτιολογήσει την αποτυχία της να δει το όχημα του Κατηγορουμένου σε ψηλή ταχύτητα του τελευταίου κάτι το οποίο δεν τεκμηριώθηκε και αναφέρθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ να αντιληφθώ πως είναι δυνατόν η ΜΚ3 να μην είχε δει το όχημα του Κατηγορουμένου. Η μόνη λογική εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι ότι αυτή δεν ήταν παρατηρητική καθώς προσπαθούσε να διασταυρώσει, ή απλά δεν μπορούσε να αποτυπώσει με ακρίβεια όσα συνέβηκαν σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Όποιο από τα δύο τινά και να συμβαίνει, το σίγουρο είναι ότι από την μαρτυρία της δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. XXXXX Πολυκάρπου (ΜΚ4) Την ίδια γνώμη έχω σχηματίσει και σε σχέση με την μαρτυρία της ΜΚ4 η οποία είναι φίλη της ΜΚ
  2. Δεν φάνηκε να θυμάται με επαρκείς λεπτομέρειες τα γεγονότα που οδήγησαν στο επίδικο δυστύχημα. Ισχυρίστηκε μόνο ότι επιχείρησαν να διασταυρώσουν τον δρόμο ενώ το φως για τους πεζούς ήταν πράσινο. Δεν γνωρίζει όμως αν η ΜΚ3 είχε ελέγξει τον δρόμο προτού εισέλθει. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν θυμάται αν για να διασταυρώσουν τον δρόμο χρησιμοποίησαν την διάβαση πεζών. Ούτε θυμάται αν πριν κατεβεί η ΜΚ3 από το πεζοδρόμιο ήταν δίπλα της ή αν ΜΚ3 έτρεξε για να μπει στον δρόμο. Ισχυρίστηκε τέλος ότι δεν πέρασαν άλλα αυτοκίνητα από μπροστά τους πέρα από το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου κάτι το οποίο έρχεται σε αντίφαση με το περιεχόμενο του βίντεο. στο οποίο φαίνονται αρκετά αυτοκίνητα να περνούν μπροστά από τις δύο πεζές, πριν η ΜΚ3 εισέλθει στον δρόμο. Στην συνέχεια ανέφερε ότι δεν θυμάται αν υπήρχε κίνηση στον δρόμο προτού ξεκινήσουν να διασταυρώνουν. Κατηγορούμενος Ούτε ο Κατηγορούμενος με έπεισε ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με τις συνθήκες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι πλησιάζοντας την διασταύρωση, υπήρχε κάποιο αυτοκίνητο στην αριστερή λωρίδα περί τα 5 μέτρα μπροστά του. Τούτο έρχεται σε αντίφαση με όσα φαίνονται στο βίντεο, όπου το τελευταίο αυτοκίνητο πριν από το όχημα του Κατηγορουμένου περνά με 5 δευτερόλεπτα διαφορά από τον ίδιο. Τούτο ανατρέπει και την θέση του Κατηγορουμένου ότι είδε την πεζή μόνο όταν ήταν 2-3 μέτρα μακριά της, λόγω του ισχυριζόμενου προπορευόμενου αυτοκινήτου. Συν τοις άλλοις, με βάση την μαρτυρία του ΜΚ2, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ως προς τούτο, όπως φαίνεται από τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του, ο Κατηγορούμενος αποφάσισε να αντιδράσει όταν βρισκόταν σε απόσταση 14,58 μέτρων πριν από το σημείο επαφής. Συνεπώς, τουλάχιστον από αυτή την απόσταση είχε δει μπροστά του τον κίνδυνο. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι όταν έφθασε στη γραμμή στάσης, το φως για την πορεία του ήταν πράσινο και έτσι συνέχισε με ευθεία πορεία. Εκείνη την στιγμή δεν πρόσεξε οποιαδήποτε κίνηση από πεζούς, ούτε είδε οποιοδήποτε πρόσωπο να στέκεται στο πεζοδρόμιο. Η ταχύτητα του ήταν περίπου 30ΧΑΩ. Συνεχίζοντας την πορεία του, βρέθηκε στο ύψος της διάβασης πεζών που βρίσκεται μετά τη διασταύρωση και τότε είδε για πρώτη φορά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας μια πεζή να βρίσκεται κοντά στην διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και να διασταυρώνει το δρόμο. Ο Κατηγορούμενος θεώρησε ότι η πεζή θα σταματούσε στην πρώτη λωρίδα, πλην όμως αυτή συνέχισε να διασταυρώνει. Υποστήριξε ότι λόγω των οχημάτων που βρίσκονταν στην κατεύθυνση, ο ίδιος δεν μπόρεσε να κινηθεί δεξιά και έτσι μόλις αντιλήφθηκε ότι η πεζή θα συνέχιζε την πορεία της, πάτησε φρένα για να αποφύγει την επαφή μαζί της. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος ανέφερε έκανε κάποιο ελιγμό χωρίς όμως να επεξηγήσει με ποιο τρόπο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Η υποχρέωση της προσήκουσας επιμέλειας υπόκειται στην προϋπόθεση ότι και οι άλλοι οδηγοί ή πεζοί θα εκπληρώσουν το καθήκον τους για επιμέλεια και δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων (βλ. Χρ. Νικολαϊδης ν. Ρ. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο. (βλ. Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217, σελ. 223-4). Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Στην υπόθεση Βάσω Ανδρέου και Νίκος Ανδρέου ν. Άντρης Πηλέα, ανηλίκου, δια των ασκούντων τη γονική μέριμνα Μιχάλη Πηλέα, πατρός και Χρυστάλλας Πηλέα, μητρός αυτής
(2000)1 Α.Α.Δ. 459, η εφεσείουσα ξεπρόβαλε μέσα από μια σειρά σταθμευμένων οχημάτων και προσπάθησε να διασταυρώσει τρέχοντας το δρόμο από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος της εφεσίβλητης, το οποίο οδηγείτο με μια ταχύτητα 20 ΧΑΩ. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η γνώση της ύπαρξης υπεραγοράς και παιδότοπου δεν μπορούσε να οδηγήσει σε ένα αυξημένο επίπεδο επιμέλειας και προσοχής για την εφεσίβλητη. Στην παρούσα περίπτωση, στην βάση των αδιαμφισβήτητων γεγονότων που έχουν εκτεθεί στην αρχή της απόφασης και με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ2 σε συνδυασμό με τις παραδοχές που προκύπτουν από την ίδια την μαρτυρία του Κατηγορουμένου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του έχοντας ορατότητα 100 μέτρα προς την κατεύθυνση όπου στεκόταν η πεζή. Κινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσης του και ενώ βρισκόταν περί τα 38 μέτρα μακριά από το σημείο όπου στεκόταν η πεζή, η τελευταία ξεκίνησε να εισέρχεται στον δρόμο. Σε εκείνο το σημείο ξεκινά κατά την κρίση μου και το καθήκον του Κατηγορουμένου για αυξημένο επίπεδο φροντίδας και επιμέλειας. Και τούτο διότι πλέον υπάρχει ένας πεζός στην άσφαλτο, ο οποίος ασχέτως του γεγονότος ότι δεν εισήλθε ακόμα στην λωρίδα κυκλοφορίας όπου κινείτο ο Κατηγορούμενος, το ενδεχόμενο να το πράξει, είναι ένας εύλογα προβλεπτός κίνδυνος. Όπως ήδη επισημάνθηκε πιο πάνω, ο κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο. (Βλ. Murrel v. Aστυνομίας ανωτέρω). Στην υπόθεση Alevtyna Koptyakova v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού, Ποινική Έφεση 86/2017 ημερομηνίας 13.3.2018 στην οποία πεζός διασταύρωνε τον δρόμο σε σημείο όπου υπήρχε διάβαση πεζών, πλην όμως σε χρόνο που το φως για τα οχήματα ήταν πράσινο, επικροτήθηκε η αρχή ότι το κριτήριο εξέτασης της οδικής συμπεριφοράς ενός οδηγού, με βάση το άρθρο 8 του ν.86/72, είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό. Η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης, έναντι ευλόγως προβλεπτού κινδύνου από ένα συνετό οδηγό, είναι το μέτρο. Μεταξύ άλλων λέχθηκαν τα εξής: «Με τον έκτο λόγο έφεσης η εφεσείουσα παραπονείται ότι η κατάληξη του δικαστηρίου περί ύπαρξης ευλόγως προβλεπτού κινδύνου, ήταν λανθασμένη. Η εισήγηση αυτή δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Η εφεσείουσα οδηγούσε σε ένα πολυσύχναστο δρόμο, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας σε σχέση με την πορεία της, γνωρίζοντας περί της διάβασης πεζών, είδε ένα αυτοκίνητο τύπου Pajero, ψηλότερο από το δικό της, συνεπώς υπήρχε γι' αυτήν περιορισμένη ορατότητα, να είναι ακινητοποιημένο μπροστά από τη διάβαση πεζών, χωρίς ένδειξη περί προθέσεως του να στρίψει δεξιά. Ενόψει της ύπαρξης του εν λόγω αυτοκινήτου και της περιορισμένης ορατότητας που είχε, ορθώς έκρινε το δικαστήριο ότι εύλογα υπήρχε ένας προβλεπτός κίνδυνος να διασταυρώνει το δρόμο πεζός. Όπως σημειώνεται πρωτοδίκως, το κριτήριο εξέτασης της οδικής συμπεριφοράς ενός οδηγού, με βάση το άρθρο 8 του Ν. 86/72, είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό. Η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης, έναντι ευλόγως προβλεπτού κινδύνου από ένα συνετό οδηγό, είναι το μέτρο. Συνεπώς, ούτε αυτός ο λόγος έχει έρεισμα και απορρίπτεται.» Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, υπήρχε εντός του δρόμου ένα προβλεπτός κίνδυνος, έναντι του οποίου ο Κατηγορούμενος όφειλε να λάβει προφυλάξεις. Είναι αδιάφορο για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, το κατά πόσον η ίδια η πεζή ήταν αμελής. Δεν αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου τούτου να επιμερίσει ευθύνη ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, αν και νοιώθω την υποχρέωση έναντι του Κατηγορουμένου να πω ότι η πεζή στην προκειμένη περίπτωση επέδειξε πολύ μεγάλο βαθμό αμέλειας, αφού απέτυχε να εντοπίσει την παρουσία του οχήματος του Κατηγορουμένου. Παρά ταύτα, η υποχρέωση του Κατηγορουμένου έναντι της, έστω απρόσεκτης, πεζής, ήταν δεδομένη. Στην υπόθεση Κτωρίδης ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 455 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μπροστά και δεξιά από τον εφεσείοντα, δηλαδή στη δεξιά από τις δύο λωρίδες του δρόμου, οδηγούντο άλλα δύο αυτοκίνητα. Αυτά τα αυτοκίνητα ελάττωσαν ταχύτητα και σταμάτησαν πριν τη διάβαση πεζών, ενώ το φως της διάβασης ήταν πράσινο. Ο εφεσείων είδε ή όφειλε να είχε δει αυτές τις κινήσεις και επομένως έπρεπε να είχε υποπτευθεί ότι υπήρχε ενδεχομένως απρόσεκτος πεζός που διασταύρωνε. Ο εφεσείων, αντί να μεριμνήσει αναλόγως, προχώρησε ως να μη συνέβαινε οτιδήποτε, διατήρησε σταθερή την ταχύτητα των 40-50 μ.α.ω., που ο ίδιος είπε ότι είχε και, όταν πλέον εισήλθε στη διασταύρωση, ήταν αργά για να αποφύγει το κτύπημα, πάρα το ότι χρησιμοποίησε τα φρένα του και επεχείρησε να στρίψει αριστερά.» Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ2 είχε τον χρόνο και όφειλε να λάβει εκείνα τα μέτρα ώστε να αποφύγει την σύγκρουση. Μάλιστα, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος είπε ότι είχε δει την πεζή και δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα επειδή θεώρησε ότι η πεζή θα τον δει και θα σταματήσει. Δυστυχώς, η πεζή δεν το έπραξε. Τούτος όμως ήταν ένας εύλογα προβλεπτός κίνδυνος που έπρεπε να θέσει σε εγρήγορση τον Κατηγορούμενο. Αυτός θα μπορούσε να λάβει μέτρα είτε ελαττώνοντας την ταχύτητα του μέχρι να διαπιστώσει τις προθέσεις της πεζής, είτε με το να σταματήσει εντελώς το όχημα του. Σημασία για την παρούσα περίπτωση έχει το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος αδιαφόρησε προ ενός προβλεπτού κινδύνου και προχώρησε αμέριμνα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η υπόθεση έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.