ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΜΩΥΣΕΩΣ, Αρ. Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης: 8/18, 22/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ Αρ. Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης: 8/18 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133
(1)/2004 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ XXXXX ΜΩΥΣΕΩΣ ή XXXXX -------------------------- Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Γενικό Εισαγγελέα: κα. Ο. Σοφοκλέους. Για τον Εκζητούμενο: κ. Μ. Κιτρομιλίδης. Εκζητούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η
- Στις 12/1/2017 η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών εξέδωσε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης («ΕΕΣ») σε σχέση με τον εκζητούμενο. Το ένταλμα εκτελέστηκε στις 14/9/2018 και ο προσήχθη την ίδια μέρα ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει των προνοιών του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου, Ν. 113(Ι)/2004(«Ν. 113(Ι)/2004»).
- Το Δικαστήριο αφού βεβαιώθηκε για την ταυτότητα του συλληφθέντα, ότι δηλαδή είναι ο εκζητούμενος, το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται το ΕΕΣ, βάσει των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον του και βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης, τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του ΕΕΣ, ως επίσης για το δικαίωμα του να προσφύγει στις υπηρεσίες δικηγόρου, στην Κύπρο και στην Ελλάδα, δικαίωμα το οποίο είχε ασκήσει.
- Ο εκζητούμενος δεν συγκατατέθηκε στην έκδοση του, οπότε και έγινε ακρόαση. Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα παρουσίασε δύο μάρτυρες, τον Αστ. XXXXX5, XXXXX Χαραλάμπους (ΜΑ 1) και τον κ. XXXXX Χίντικο (ΜΑ 2). Κατατέθηκαν δεκατρία τεκμήρια. Ο εκζητούμενος δεν παρουσίασε μάρτυρες.
- Η βασική θέση του συνηγόρου του εκζητουμένου είναι ότι δεν αυτός δεν πρέπει να εκδοθεί καθ' ότι το ΕΕΣ δεν περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τη συμμετοχή ή το ρόλο του εκζητουμένου στις εγκληματικές πράξεις που του αποδίδονται. Επομένως δεν υπήρξε συμμόρφωση με το άρθρο 4
(1)(ε) του Ν. 113(Ι)/
- Ο ΜΑ 1 ήταν ο αστυφύλακας που συνέλαβε τον εκζητούμενο (Τεκμήριο 5 - η Αστυνομική του κατάθεση) και ο οποίος του έδωσε αντίγραφο των δικαιωμάτων του στα Ελληνικά (Τεκμήριο 6). Το ΕΕΣ (Τεκμήριο 1Β) είχε παραληφθεί ηλεκτρονικά μέσω της Interpol (Τεκμήριο 1Α αντίγραφο του ηλ. μηνύματος ημερ. 17/4/2017), αρχικά από το ΤΑΕ Λευκωσίας. Μετά τον Αύγουστο του 2018 προωθήθηκε στο ΤΑΕ Αρχηγείου όπου και υπηρετεί. Η θέση του ήταν ότι υπήρχε πρόβλημα εντοπισμού του εκζητουμένου στις διευθύνσεις που είχαν καταχωρισμένες (Τεκμήρια 2, 3 και 4 - αντίγραφα ημερολογίων ενεργείας). Ο συνήγορος αντεξέτασης αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση ότι υπήρξε πρόβλημα στον εντοπισμό του εκζητουμένου. Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας αυτό δεν έχει σημασία οπότε και δεν το εξέτασα περεταίρω.
- Σύμφωνα με το ΕΕΣ (Τεκμήριο 1Β) ζητείται η παράδοση του εκζητουμένου στις Ελληνικές Αρχές για να δικαστεί σε σχέση με συμμετοχή του σε εγκληματική οργάνωση κατά παράβαση των άρθρων 26 Παρ. 1Α, 27, 187 Παρ. 1 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, τιμωρούμενα με ποινές φυλάκισης από πέντε έως δέκα έτη. Στις σελ. 2 - 5, κάτω από τον τίτλο {Ε} ΑΞΙΟΠΟΙΝΗ {-ΕΣ} ΠΡΑΞΗ {-ΕΙΣ} δίδονται οι λεπτομέρειες των περιστάσεων τέλεσης των αξιόποινων πράξεων. Κρίνω σκόπιμο να τις παραθέσω (παραλείπονται ονόματα και αρ. των συμβολαιογραφικών πράξεων): «Ο εκζητούμενος κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι στην Αθήνα, τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του έτους 2002 έως τουλάχιστον και το Δεκέμβριο του 2013, με πρόθεση εντάχτηκε και παρέμεινε ενταγμένος, ως μέλος, σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα, από περισσότερα από τρία
(3)άτομα, που επιδίωκαν τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 187 ΠΚ. Ειδικότερα, εντάχτηκε στην ομάδα που οι συγκατηγορούμενοι του [.], με πρόθεση συγκρότησαν, εντάχθηκαν και διεύθυναν, (από τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2010) από κοινού, στην Αθήνα, τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του έτους
- Στην εν λόγω ομάδα, εκτός από τον εκζητούμενο και τους ως άνω διευθύνοντες, εντάχθηκαν, κατά καιρούς, μεταξύ άλλων και τα πρόσωπα που αναφέρονται (ενδεικτικά) παρακάτω, είτε ατομικά, είτε ως εκπρόσωποι διαφόρων εταιρειών, ήτοι οι [.]. Επρόκειτο δε για ομάδα με ιεραρχία και υπακοή των μελών στις εντολές των διευθυνόντων αυτή, με διαφορετική σύνθεση των μελών της κατά χρονικά διαστήματα, η οποία (ομάδα) πληρούσε τα ποιοτικά, ποσοτικά και χρονικά χαρακτηριστικά εγκληματικής οργάνωσης, δηλαδή ήταν ιεραρχικώς δομημένη, πολυμελής, με διακριτούς ρόλους των μελών της που επιδίωκαν ως κοινό σκοπό την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων και δη αυτών που παρακάτω ενδεικτικά αναφέρονται και περιλαμβάνονται στη διάταξη του άρθρου 187 ΠΚ, όπως η ψευδής βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, από την οποία το όφελος του δράστη ή άλλων και η βλάβη τρίτου υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ [ΠΚ 242 παρ. 1,3], η εκβίαση [ΠΚ 385 παρ. 1β], η πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος υπερβαίνει, κατά περίπτωση, το ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ (άρθρ. 13στ, 98, 216§§1-3 ΠΚ), η απάτη, τετελεσμένη και σε απόπειρα, από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος των δραστών και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε σε βάρος της περιουσίας ιδιωτών, Τραπεζών που εδρεύουν στην ημεδαπή και του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει, κατά περίπτωση, τα ποσά των 30.000 ευρώ, 120.000 ευρώ και 150.000 ευρώ, το δε αντικείμενο του εγκλήματος σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, την εκτέλεση του οποίου οι υπαίτιοι εξακολούθησαν επί μακρό χρόνο, υπερβαίνει, κατά πολύ, το ποσό των 150.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας [ΠΚ 13στ, 42 παρ.1, 45, 98, 386 παρ. 3-1 και άρθρο 1 του ν.1608/1950]. Η δράση της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης, στην οποία εντάχτηκε, ο εκζητούμενος ήταν διαρκής, είχε δε σκοπό, ο εκζητούμενος, οι διευθύνοντες αυτήν και τα καιρούς μέλη της, την αποκόμιση από τους εκάστοτε παθόντες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή το Ελληνικό Δημόσιο ή το ΙΚΑ) παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη ισόποση ζημία αυτών ή απειλούμενη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, των Τραπεζών που εδρεύουν στην ημεδαπή ή του ΙΚΑ. Ο εκζητούμενος στα πλαίσια του ρόλου του στην εγκληματική δραστηριότητα της ως άνω οργάνωσης, προέβη, κατόπιν συναπόφασης δικής του και των διευθυνόντων την εν λόγω ομάδα, στη σύσταση, ενδεικτικά, των εταιρειών: α) [.], που συστάθηκε μεταξύ του ίδιου και του [.], με το υπ' αριθ. [.] συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιά [.], β) [.]», που συστάθηκε μεταξύ του ίδιου και του [.], με το υπ' αριθ. [.] συμβόλαιο της πιο πάνω Συμβολαιογράφου Πειραιά (η ως άνω εταιρεία μετονομάστηκε σε [.], με το υπ' αριθ. [.] συμβόλαιο της ίδιας Συμβολαιογράφου), των ως άνω δύο εταιρειών ο Μωυσής Πίττας ορίστηκε διαχειριστής και γ) [.], που συστάθηκε μεταξύ του ίδιου και του [.], με το υπ' αριθ. [.] συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω Συμβολαιογράφου (της ως άνω εταιρείας διαχειριστής ορίστηκε ο [.]). Προέβη δε στη σύσταση των ως άνω εταιρειών εικονικά, ήτοι, κατά το φαινόμενο μόνο, χωρίς βούληση να έχουν αυτές (οι εταιρείες) καμιά νόμιμη εμπορική ή εν γένει επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά μόνο για την εξυπηρέτηση των παράνομων σκοπών της εγκληματικής οργάνωσης, όπως, ενδεικτικά, για την επιδίωξη παράνομης χρηματοδότησης από τις Τράπεζες (μέσω δανειακών συμβάσεων και συμβάσεων χορήγησης πιστωτικών καρτών), για την έκδοση εικονικών τιμολογίων και ακάλυπτων επιταγών, μέσω των οποίων, πλην άλλων, γινόταν η επιδίωξη της ως άνω τραπεζικής χρηματοδότησης, δια της εξαπατήσεως των τραπεζικών εταιρειών, για την τέλεση του αδικήματος της λαθρεμπορίας και για την κατάρτιση εικονικών συμβάσεων μίσθωσης ακινήτων, μέσω των οποίων αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του είτε καταλάμβαναν και εκμεταλλεύονταν παράνομα «ορφανά» ακίνητα, δηλαδή ακίνητα των οποίων οι ιδιοκτήτες απουσίαζαν στο εξωτερικό ή είχαν αποβιώσει ή ακίνητα που ανήκαν σε σχολάζουσες κληρονομίες, είτε εκβίαζαν ή επιχειρούσαν να εκβιάσουν τους αληθείς ιδιοκτήτες των ακινήτων, είτε εξαπατούσαν ή επιχειρούσαν να εξαπατήσουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα.»
- Ο ΜΑ 2 ανέφερε ότι είναι λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και στα καθήκοντα του εμπίπτουν ζητήματα που αφορούν ΕΕΣ. Μετά την παραλαβή του ΕΕΣ ζητήθηκαν από τις Αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας, ότι σε περίπτωση καταδίκης του εκζητουμένου, αυτός θα μπορεί να εκτίσει την ποινή του στην Κύπρο (Τεκμήριο 7 η σχετική επιστολογραφία ημερ. 18/9/2018 και 21/9/2018). Ζητήθηκαν επίσης, προς ικανοποίηση αιτήματος του συνηγόρου του εκζητουμένου, περαιτέρω λεπτομέρειες «ως προς τον χρόνο και τόπο τέλεσης των αδικημάτων . τη μορφή συμμετοχής του στις αξιόποινες πράξεις, καθώς επίσης και ποια ήταν η ιδιότητα του στις εμπλεκόμενες εταιρείες.» (Τεκμήριο 8 επιστολή ημερ. 21/9/2018 του ΜΑ 2). Οι Ελληνικές Αρχές τον παρέπεμψαν (Τεκμήριο 9 - επιστολή 24/9/2018) στο υπ. Αρ. 1143 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Αυτό, όπως φαίνεται, στα πλαίσια άλλης διαδικασίας έκδοσης ΕΕΣ (6/2017 - Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας/Αμμοχώστου) δόθηκε σε συνήγορο άλλου εκζητουμένου χωρίς να κρατηθεί αντίγραφο (Τεκμήρια 10 και 13 - επιστολές του ΜΑ 2). Ο ΜΑ 2 ανέφερε ότι το έγγραφο ήταν σε ψηφιακή μορφή και αριθμούσε πέραν των χιλίων σελίδων. Οι Ελληνικές Αρχές εν τέλει ανταποκρίθηκαν σε νέα επιστολή του (Τεκμήριο 11) με επιστολή ημερ. 9/10/2018 (Τεκμήριο 12) στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Σε απάντηση του ως άνω σχετικού εγγράφου σας, σας γνωρίζουμε ότι ο εν θέματι, σύμφωνα με το υπ. αριθμ. 1143/2016 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, κατηγορείται και παραπέμπεται στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την πράξη της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση στην Αθήνα στο διάστημα από 1/2002 έως 12/2013, στα πλαίσια της οποίας ίδρυσε στην Αθήνα, το 2003 και το 2004, τρείς
(3)εικονικές εταιρείες που χρησιμοποιήθηκαν από την οργάνωση για την παράνομη χρηματοδότηση της, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο ως άνω Βούλευμα.»
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνώριζε περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με το τι περιείχε το Βούλευμα ούτε αν ήταν αναγκαίο να δοθούν περεταίρω λεπτομέρειες στον εκζητούμενο.
- Δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων που κατέθεσαν. Το τί παρέλαβαν και το τί έπραξαν δεν αμφισβητείται. Η ένσταση του εκζητουμένου αφορά συγκεκριμένο ζήτημα. Το γεγονός ότι ζητήθηκαν κάποιες περαιτέρω εξηγήσεις από το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν καθιστά την περιγραφή των λεπτομερειών των αξιόποινων πράξεων ανεπαρκή. Είναι ζήτημα που θα κριθεί από το Δικαστήριο. Αυτό που θα εξεταστεί επομένως είναι αν το ΕΕΣ τηρεί τις προϋποθέσεις που επιβάλλονται δυνάμει του Ν. 113(Ι)/
- Ανάλογη ένσταση, όπως αυτή που ήγειρε ο συνήγορος του εκζητουμένου, αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στα πλαίσια της Αναφορικά με το Θωμά Πέτρου, ECLI:CY:AD:2018:A10, Πολ. Έφεση 421/2017, 11/1/
- Ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4
(1)(ε) του Ν.113(Ι)/2004 αναφέρθηκαν τα εξής (Δ. Οικονόμου): «Η απόφαση-πλαίσιο και ο Νόμος προσδιορίζουν το περιεχόμενο και τον τύπο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (Άρθρο 8 και άρθρο 4, αντίστοιχα). Ειδικότερα οι πρόνοιες του Άρθρου 8
(1)(ε) και του άρθρου 4
(1)(ε), οι οποίες αντανακλούνται στο θεσμοθετημένο Τύπο του Εντάλματος (βλ. Παράρτημα του Νόμου) επιβάλλουν όπως περιλαμβάνεται στο Ένταλμα: «Περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος εκτέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη.» ... Ό,τι απαιτείται είναι τέτοια περιγραφή ώστε η δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης να είναι σε θέση να διαπιστώνει κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για τη μη εκτέλεση του εντάλματος. Η προσέγγιση αυτή υποστηρίζεται και από τις επεξηγηματικές σημειώσεις που έχουν εκδοθεί από την Επιτροπή αναφορικά με την έκδοση και εκτέλεση ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, όπου, σε σχέση με την απαιτούμενη περιγραφή, το ζήτημα περιορίζεται ως εξής και πάντοτε σε συνάρτηση, όπως προκύπτει, με κάποιο λόγο ένστασης που θα μπορούσε να εγείρει ο εκζητούμενος: «The factual description should consist only of a short summary and not of a full transcript of whole pages of the file. However, in more complex cases, and in particular where double criminality applies (not listed offences), a longer description might be necessary in order to document the main aspects of the facts. In those cases, include the data which is essential for a decision on the EAW by the executing judicial authority, in particular to identify any possible grounds for non-execution or with a view to application of the rule of specialty. » Αυτόδηλο δε είναι πως απαιτείται εν πάση περιπτώσει τέτοια περιγραφή, ώστε να εκπληρώνεται η υποχρέωση, με αντίστοιχο δικαίωμα του καταζητουμένου, όπως τούτο αναγνωρίζεται από το Άρθρο 11 της απόφασης-πλαίσιο, για ενημέρωσή του ως προς το περιεχόμενο του εντάλματος, υπό την έννοια της πληροφόρησής του για τους λόγους που συνελήφθη και κατηγορείται, όπως απαιτείται από το Άρθρο 5.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Άρθρο 11.4 του Συντάγματος. Είναι η παραπάνω έννοια, διασυνδεδεμένη με τους σκοπούς της διαδικασίας για έγκριση ή μη της εκτέλεσης, που πρέπει να αποδοθεί στην υποχρέωση για «περιγραφή των περιστάσεων της αξιόποινης πράξης», όπως και αποδόθηκε όπως προκύπτει και στην υπόθεση Anthony Joannides v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A337, Πολιτική Έφεση αρ. 226/2017, ημερομηνίας 5.10.2017. Έχουμε μάλιστα εντοπίσει και την απόφαση του Αρείου Πάγου υπ' αρ. 2.149/2005, ΠοινΔικ 2006, 169, η οποία αφορούσε στην εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε στην Αγγλία για τα εγκλήματα της απαγωγής και την ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Παρά το ότι στο ένταλμα δεν αναγραφόταν ο τόπος και ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος, ούτε διευκρινιζόταν ο βαθμός συμμετοχής του εκζητουμένου σ' αυτό, ο Άρειος Πάγος επεκύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για εκτέλεση του εντάλματος, αποδεχόμενος ότι ο εκζητούμενος θα είχε πρόσβαση στη δικογραφία και σαφέστερη περιγραφή της πράξης, στα πλαίσια της δίκης του.» 11. Στην προκειμένη περίπτωση έχω ικανοποιηθεί ότι στις λεπτομέρειες που παρατίθενται στο ένταλμα προσδιορίζεται επαρκώς η φύση των αδικημάτων, ο τρόπος εμπλοκής του εκζητουμένου και η χρονική περίοδος στην οποία του καταλογίζονται οι αξιόποινες πράξεις. Το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο 12 δεν διαφοροποιεί ούτε συγκρούεται με τα όσα αναφέρονται στο ΕΕΣ. Αποτελούν, κατά την άποψη μου, εξηγήσεις που δόθηκαν εκ του περισσού. Ούτε μπορεί να υπεισέλθει το παρόν Δικαστήριο σε ζητήματα που άπτονται του Ελληνικού Δικαίου, όπως η ποινική ευθύνη μελών εταιρειών ή νομικών προσώπων. Είναι ζητήματα που θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης από το Ελληνικό Δικαστήριο που θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Ως εκ τούτου το επιχείρημα του συνηγόρου του εκζητουμένου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. 12. Έχω ικανοποιηθεί ότι:
(1)το ΕΕΣ περιέχει τα όσα καθορίζει το άρθρο 4
(1)του Ν. 113(Ι)/2004·
(2)πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 12 του Ν. 113(Ι)/2004, ότι αφορά αδίκημα ή αδικήματα για το οποίο δύναται να διαταχθεί η παράδοση του εκζητουμένου· και
(3)ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποτελεί λόγο για μη εκτέλεση του ΕΕΣ σύμφωνα με τα άρθρα 2, 13 και 14 του Ν. 113 (Ι)/
- Ως εκ τούτου διατάσσεται η εκτέλεση του ΕΕΣ και η παράδοση του εκζητούμενου στις Αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας εντός 10 ημερών από σήμερα ως η προθεσμία που προνοεί το άρθρο 29 του Ν. 113(Ι)/2004 (Άρθρο 29).
- Ο εκζητούμενος μέχρι την παράδοση του να παραμείνει υπό κράτηση.
- Η απόφαση του Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί στη Δικαστική Αρχή έκδοσης του εντάλματος σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 28 του Ν.133(Ι)/2004, καθώς και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Υπ.).................................................. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο