Δημοκρατία ν. Μπουλούτα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23648/15, 12/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:33 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σ. Χριστοδουλίδου ‑ Μέσσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23648/15 Δημοκρατία ν.
- XXXXX Μπουλούτα
- XXXXX Κουννή
- XXXXX Λυσάνδρου
- XXXXX Φόρου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Παπαγαπίου - Χρίστου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Χαβιαράς με κ. Ν. Θρασυβούλου και κ. Μ. Παναγίδη Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Μαππουρίδης με κ. Σ. Σπύρου Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Θ. Κορφιώτης με κ. Χ. Σταυρινό Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Μ. Πικής Κατηγορούμενοι 1-4 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση οι Κατηγορούμενοι 1-4 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς, κατά παράβαση των άρθρων 19, ως εξειδικεύεται από το άρθρο 20
(1)(γ), και 23
(3)(α), (β) και
(4)(α) του περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Ν.116(I)/05 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Στις λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται ότι οι Κατηγορούμενοι, μαζί με τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd, μεταξύ των ημερομηνιών 29.11.11 και 28.2.12, στη Λευκωσία, χειραγώγησαν την αγορά, δηλαδή, ενώ αυτοί ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της προαναφερόμενης εταιρείας, της οποίας οι τίτλοι ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, διέδωσαν πληροφορίες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο κοινό που έδιναν παραπλανητικές ενδείξεις, δηλαδή ενώ γνώριζαν ότι υπήρχε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερόμενης εταιρείας στην Ελλάδα, Marfin Egnatia Bank, η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον, παρέλειψαν να την περιλάβουν στην Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση της προαναφερόμενης εταιρείας για την εννιαμηνιαία περίοδο που έληξε 30 Σεπτεμβρίου 2011, και η οποία δημοσιεύτηκε στις 29.11.
- Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα των ψευδών και παραπλανητικών στοιχείων και πληροφοριών ή απόκρυψης, κατά παράβαση του άρθρου 40
(1)
(3),
(4)και
(6), του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Ν.190(I)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι Κατηγορούμενοι, μαζί με την προαναφερόμενη εταιρεία, μεταξύ 29.11.11 και 28.2.12, στη Λευκωσία, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας, προέβηκαν σε παραπλανητική ανακοίνωση, δηλαδή στις 29.11.11 δημοσιοποίησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου την Συνοπτική Ενδιάμεση Ενοποιημένη Οικονομική Κατάσταση για την εννιαμηνιαία περίοδο που έληξε 30 Σεπτεμβρίου 2011, αποκρύβοντας την απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της προαναφερόμενης εταιρείας στην Ελλάδα, Marfin Egnatia Bank, η οποία ανερχόταν στα 330 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς παραπομπής στο Κακουργιοδικείο, στις 21.12.
- Λόγω διάφορων διαδικαστικών ζητημάτων που αφορούσαν τους Κατηγορούμενους 1 και 4, τελικώς στις 28.11.16 το Επαρχιακό Δικαστήριο παρέπεμψε τους Κατηγορούμενους σε απ΄ ευθείας δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στις 17.1.
- Πριν την απάντηση των Κατηγορουμένων στο κατηγορητήριο, το Κακουργιοδικείο εξέδωσε ενδιάμεσες αποφάσεις επί προδικαστικής ένστασης και ακολούθως άλλου αιτήματος εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1 και
- Όταν οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν να απαντήσουν στις κατηγορίες, δήλωσαν μη παραδοχή και έτσι η υπόθεση προχώρησε σε πλήρη ακρόαση. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν συνολικά 15 μάρτυρες κατηγορίας. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και με βάση την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 21.3.18, αφού οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλουν την υπεράσπιση τους, αυτοί έδωσαν ένορκη μαρτυρία. Για τον Κατηγορούμενο 1 κλήθηκαν επίσης ακόμα 3 μάρτυρες υπεράσπισης. Κρίνεται σκόπιμο να τονίσουμε εξαρχής πως η παρούσα υπόθεση αφορά ουσιαστικά σε συγκεκριμένη παράλειψη η οποία αποδίδεται στους Κατηγορούμενους, ήτοι τη μη συμπερίληψη της απομείωσης της υπεραξίας των εργασιών της ΜΕΒ στις εννιαμηναίες οικονομικές καταστάσεις του
- Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, το σύνολο της μαρτυρίας που προσάχθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης περιστράφηκε κυρίως σε αυτό το ζήτημα, παρόλο που αναπόφευκτα η μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένων και τεκμηρίων, επεκτάθηκε και σε κάποια άλλα παρεμφερή θέματα τα οποία, κυρίως, άπτονται γενικότερα της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Ως εκ τούτου, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, το Δικαστήριο θα προβεί σε εκτενή αναφορά και ανάλυση της μαρτυρίας επί των ουσιωδών θεμάτων που αφορούν στην υπόθεση και, όπου και σε όποιον βαθμό κρίνεται αναγκαίο, θα παρεμβάλλεται αναφορά και αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Όσον αφορά τη μαρτυρία, η παρούσα απόφαση χωρίζεται σε κεφάλαια τα οποία με τη σειρά τους χωρίζονται σε ενότητες. Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει μια σύνοψη της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε από όλες τις πλευρές, το δεύτερο αφορά σε διάφορα θέματα σε σχέση με την Τράπεζα, τη δομή και την οργάνωση της, τα οποία ως επί το πλείστο αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα ή κοινό έδαφος μεταξύ όλων των πλευρών, το τρίτο αναφέρεται στο ιστορικό των γεγονότων μέχρι και μετά τη δημοσίευση των επίδικων ενναιμηνιαίων οικονομικών καταστάσεων, με ειδική αναφορά στα κρίσιμα γεγονότα που οδήγησαν στην έγκριση των επίδικων οικονομικών καταστάσεων και το τέταρτο αφορά στο καίριο ζήτημα της υπόθεσης, ήτοι κατά πόσο υπήρχε υποχρέωση συμπερίληψης της απομείωσης της υπεραξίας των εργασιών της ΜΕΒ στις επίδικες εννιαμηνιαίες καταστάσεις. Νοείται πως η παράθεση και η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν θα γίνει ενιαία και αυτοτελώς για καθένα μάρτυρα, αλλά αυτό το έργο θα γίνεται ανά θέμα, σε κάθε κεφάλαιο ή ενότητα, όπου θα γίνεται αναφορά και παρεμβολή όλης της σχετικής μαρτυρίας. Ι. Σύνοψη Μαρτυρίας Ακολουθεί αναφορά σε όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με μια σύντομη σύνοψη της μαρτυρίας του καθενός: Ι.Α. Μάρτυρες Κατηγορούσας Αρχής 1) Λοχίας ... ΧΧ, Μ.Κ.
- Αυτός ήταν ένας εκ των τριών μελών της ανακριτικής ομάδας για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Αναφέρθηκε στον τρόπο έναρξης της ποινικής έρευνας και στις ενέργειες στις οποίες προέβη στα πλαίσια των ερευνών, ήτοι λήψη καταθέσεων και παραλαβή και μελέτη διαφόρων εγγράφων. 2) ΑΑ, Μ.Κ.
- Η Μ.Κ.2 είναι Λειτουργός στο Τμήμα Αγοράς και Εισαγωγής Αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (εφεξής καλούμενο «ΧΑΚ»). Αναφέρθηκε στις υποχρεώσεις των εισηγμένων στο ΧΑΚ εταιρειών αναφορικά με την κοινοποίηση και δημοσίευση στο ΧΑΚ διαφόρων εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών καταστάσεων, και παρέδωσε στην ανακριτική ομάδα αριθμό τέτοιων ανακοινώσεων της Marfin Popular Bank Public Co Ltd (εφεξής καλούμενη «Marfin»). 3) ΠΛ, Μ.Κ.
- Ήταν μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Marfin κατά τα έτη 2010 και
- Περιέγραψε τη διαδικασία ετοιμασίας, παρουσίασης και έγκρισης από το Διοικητικό Συμβούλιο (εφεξής καλούμενο το «ΔΣ») των οικονομικών αποτελεσμάτων της Τράπεζας. Αναφέρθηκε επίσης στη συνεδρία του ΔΣ ημ. 29.11.11 κατά την οποία το ΔΣ ενέκρινε ομόφωνα τις επίδικες οικονομικές καταστάσεις για την εννιαμηναία περίοδο που έληξε στις 30.9.
- 4) ΑΚ, Μ.Κ.
- Μεταξύ των ετών 2007-2013 ήταν Διευθύντρια Διαθεσίμων (Treasury) Κύπρου στον Όμιλο Marfin ενώ σήμερα είναι Αναπληρωτής Ομιλική Διευθύντρια Διαθεσίμων (Treasury) στην Τράπεζα Κύπρου. Παρέδωσε πίνακα στον οποίο αποτύπωσε τη χορήγηση της ρευστότητας στη Marfin Egnatia Bank (εφεξής καλούμενη «MEB») από τις 31.12.07 μέχρι και τις 15.3.
- 5) ΣΧ, Μ.Κ.
- Ήταν ο Γραμματέας της Τράπεζας και εν συνεχεία του Ομίλου από το 1999 μέχρι και τον Ιούλιο του
- Αφυπηρέτησε από την Τράπεζα τον Οκτώβριο του
- Ανέλυσε τη δομή της Τράπεζας και αναφέρθηκε στις διάφορες Επιτροπές και στα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες των διαφόρων Επιτροπών και στελεχών της Τράπεζας. Εξήγησε τα καθήκοντα του ως Γραμματέα, με επίκεντρο την ετοιμασία της ημερησίας διάταξης για τις διάφορες συνεδρίες των Επιτροπών και του ΔΣ της Τράπεζας και την τήρηση και ετοιμασία των πρακτικών των εν λόγω συνεδριών. Επανέλαβε τη διαδικασία που ακολουθείτο από το στάδιο ετοιμασίας των οικονομικών καταστάσεων μέχρι και την έγκριση τους από το ΔΣ. Αναφέρθηκε στη συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου ημ. 29.11.11, όπου εξετάστηκαν αρχικά οι εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις του 2011 μέχρι και τη συνεδρία του ΔΣ ημ. 29.11.11 όπου αυτές εγκρίθηκαν. 6) ΣΣ, Μ.Κ.
- Ήταν υπάλληλος της Λαϊκής Χρηματοδοτήσεις, θυγατρικής της Τράπεζας, και από το 2000 ήταν αποσπασμένος στην Συντεχνία των Τραπεζικών Υπαλλήλων ΕΤΥΚ. Ως εκπρόσωπος των εργαζομένων συμμετείχε ως μη εκτελεστικό μέλος στο ΔΣ της Τράπεζας. Και αυτός με τη σειρά του αναφέρθηκε στη διαδικασία παρουσίασης και έγκρισης από το ΔΣ των οικονομικών αποτελεσμάτων του Ομίλου της Τράπεζας και στη συνεδρία του ΔΣ ημ. 29.11.
- 7) ΣΛ, Μ.Κ.
- Είναι Λειτουργός Α στο Γραφείο Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους του Υπουργείου Οικονομικών. Κατέθεσε αναφορικά με την οικονομική πορεία της Κύπρου κατά τα έτη 2010 και 2011 με παραπομπή σε διάφορες Εκθέσεις Αξιολόγησης από Διεθνείς Οίκους. 8) ΣΙ, Μ.Κ.
- Είναι Διευθύνων Σύμβουλος του ελεγκτικού οίκου Grant Thornton (εφεξής καλούμενος «GT») Κύπρου, ο οποίος μαζί με τη Price Waterhouse Coopers (εφεξής καλουμένη «PWC») ήταν οι εξωτερικοί ελεγκτές της Marfin. Διευκρίνισε πως το θέμα της υπεραξίας χειριζόταν αποκλειστικά η PWC, θέμα για το οποίο η GT πάντοτε συμφωνούσε με τον χειρισμό της PWC. Ο Μ.Κ.8 ανέλυσε το θέμα της υπεραξίας και έδωσε την ερμηνεία του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου (εφεξής καλούμενο «ΔΛΠ») 36 το οποίο αφορά στον έλεγχο της απομείωσης της υπεραξίας. Αναφέρθηκε επίσης σε διάφορες συναντήσεις με στελέχη της Τράπεζας τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα κατά τις οποίες ήταν παρών και λάμβανε σημειώσεις, καθώς επίσης και σε συνεδρίες του ΔΣ της Τράπεζας, σε σχέση πάντοτε με το θέμα της υπεραξίας. 9) ΧΣ, Μ.Κ.
- Κατά τα έτη 2010 και 2011 διετέλεσε Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος Διεθνών Δραστηριοτήτων του Ομίλου Marfin καθώς επίσης και εκτελεστικό μέλος του ΔΣ. Στις 5.12.11 διορίστηκε ως Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου μέχρι και τις 28.2.
- Αναφέρθηκε στα δικά του καθήκοντα, στη δομή και στα καθήκοντα άλλων στελεχών της Τράπεζας και γενικά στη διαδικασία μέχρι και την έγκριση από το ΔΣ των οικονομικών αποτελεσμάτων. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στα όσα έλαβαν χώρα κατά τον Νοέμβριο του 2011 αναφορικά με τα εννιαμηνιαία οικονομικά αποτελέσματα, τη δική του γνώση και ανάμειξη γι΄ αυτό το θέμα και τι διημήφθη κατά τη συνεδρία του ΔΣ στις 29.11.
- 10) ΑΦ, Μ.Κ.
- Ήταν η Οικονομική Διευθύντρια της Τράπεζας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η μαρτυρία της αφορούσε τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες της, την όλη διαδικασία αναφορικά με την ετοιμασία των οικονομικών αποτελεσμάτων, την εμπλοκή και τον ρόλο των εξωτερικών ελεγκτών καθώς επίσης και την εξέλιξη των γεγονότων μέχρι και την έγκριση από το ΔΣ των εννιαμηνιαίων οικονομικών αποτελεσμάτων στις 29.11.
- Η Μ.Κ.10 εξέφρασε επίσης τη δική της άποψη και εισήγηση αναφορικά με το θέμα της εγγραφής της απομείωσης της υπεραξίας της ΜΕΒ στις εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις με αναφορά στην ερμηνεία και εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. 11) ΑΠ, Μ.Κ.
- Εργάζεται στον ελεγκτικό οίκο Ernst & Young (εφεξής καλούμενος «EY») και συμμετείχε στην ετοιμασία της Συμβουλευτικής Έκθεσης Αποτίμησης της αξίας του Ομίλου της Marfin ημ. 29.2.12, η οποία χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς υπολογισμού της απομείωσης της υπεραξίας της ΜΕΒ όπως αυτή ενεγράφη στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας για το έτος
- 12) Ανώτερος Υπαστυνόμος ΜΝ, Μ.Κ.
- Ήταν ο υπεύθυνος της ανακριτικής ομάδας στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Αναφέρθηκε σε διάφορες ενέργειες οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, με ειδική αναφορά στη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 4 και στον λόγο για τον οποίο δεν λήφθηκαν καταθέσεις από αυτούς, καθώς επίσης και στην απόφαση του Γενικού Εισαγγελέως για την ποινική δίωξη μόνο τεσσάρων, ήτοι των Κατηγορουμένων, μελών του ΔΣ της Τράπεζας. 13) ΕΕ, Μ.Κ.
- Είναι Διευθύνων Σύμβουλος της PWC στην Κύπρο. Αναφέρθηκε στον ρόλο των εξωτερικών ελεγκτών όσον αφορά τις οικονομικές καταστάσεις του Ομίλου Marfin και σε όλη την εξέλιξη των γεγονότων για το ίδιο θέμα από τα τέλη του 2010 μέχρι και τα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα του Ομίλου για το
- Επικεντρώθηκε στη γνώμη και υπόδειξη τους, ως εξωτερικοί ελεγκτές, προς την Τράπεζα για την απομείωση της υπεραξίας της ΜΕΒ και εξέφρασε τη δική του άποψη για το θέμα με παραπομπή στα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. 14) ΡΧ, Μ.Κ.
- Διορίστηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ως ερευνών λειτουργός για ενδεχόμενες παραβιάσεις από τη Marfin αναφορικά με την υπεραξία των εργασιών της ΜΕΒ σε σχέση με το ΔΛΠ
- Προέβη σε Έκθεση - Πόρισμα αναφορικά με το ύψος της απομείωσης της υπεραξίας των εργασιών της ΜΕΒ, το οποίο έπρεπε, κατά την άποψη του, να συμπεριληφθεί στις εννιαμηναίες οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας για την περίοδο που έληγε στις 30.9.
- 15) ΚΚ, Μ.Κ.
- Ήταν Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου του Ομίλου της Marfin. Εξήγησε τα καθήκοντα του και συγκεκριμένα τη διαδικασία κοινοποίησης και ενημέρωσης προς τους αρμόδιους της Τράπεζας των Εκθέσεων των εξωτερικών ελεγκτών. Ήταν παρών κατά τη συνεδρία του ΔΣ στις 29.11.11, όμως δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τι έλαβε χώρα εκεί παρά μόνο παρέπεμπε στα σχετικά πρακτικά. Ι.Β. Μάρτυρες Υπεράσπισης 1) Κατηγορούμενος 1, . Μπουλούτας, Μ.Υ.
- Ο Κατηγορούμενος 1 διετέλεσε Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας από τις 14.2.08 μέχρι και την παραίτηση του στις 5.12.
- Αναφέρθηκε με τη σειρά του στη δομή της Τράπεζας και στο όλο ιστορικό μέχρι και την έγκριση από το ΔΣ των εννιαμηνιαίων αποτελεσμάτων στις 29.11.
- Εξήγησε και αιτιολόγησε τη δική του άποψη πως η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε αναγνώριση απομείωσης υπεραξίας στα εν λόγω αποτελέσματα, την οποία μετέφερε και στο ΔΣ κατά την επίδικη συνεδρία, ακολουθώντας και υιοθετώντας την πρακτική των Ελληνικών Τραπεζών, και προέβαλε τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψη του, η Έκθεση - Πόρισμα του Μ.Κ.14 βασίζεται και καταλήγει σε εντελώς λανθασμένο αποτέλεσμα. 2) ΜΜ, Μ.Υ.
- Είναι Διευθυντής στην Τράπεζα της Ελλάδος. Κατόπιν αιτήματος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, ο Μ.Υ.2 συνέταξε Έκθεση αναφορικά με τη μη διενέργεια απομείωσης της υπεραξίας της ΜΕΒ στις οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας για την περίοδο μέχρι και τις 30.9.
- Κατέληξε πως δεν συνέτρεχαν εκείνες οι προϋποθέσεις οι οποίες έθεταν υποχρέωση για υπολογισμό και εγγραφή της απομείωσης της υπεραξίας στα επίδικα οικονομικά αποτελέσματα. 3) ΒΚ, Μ.Υ.
- Είναι ορκωτός ελεγκτής, λογιστής και ιδρυτικό μέλος της Grant Thornton (GT) Ελλάδος. Ανέφερε πως η GT Ελλάδος διενεργούσε τους ελέγχους των οικονομικών καταστάσεων της MEB για τα έτη 2007-
- Αναφέρθηκε στην οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα κατά το 2011, στις διάφορες συναντήσεις που έλαβαν χώρα όσον αφορά την κατάρτιση των εννιαμηνιαίων οικονομικών αποτελεσμάτων των Ελληνικών Τραπεζών του 2011, καθώς επίσης μετέφερε και τη δική του γνώμη αναφορικά με την ερμηνεία των ΔΛΠ και τη μη υποχρέωση συμπερίληψης της απομείωσης της υπεραξίας της ΜΕΒ στα εννιαμηνιαία οικονομικά αποτελέσματα της Marfin του
- 4) ΑΡ, Μ.Υ.
- Είναι Καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και διετέλεσε Πρόεδρος της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (ΕΛΤΕ) που είναι η Εποπτική Αρχή Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών Ελλάδος. Ανέλυσε τον σκοπό δημοσίευσης των οικονομικών καταστάσεων και την ερμηνεία των ΔΛΠ, καταλήγοντας πως ορθώς η Τράπεζα δεν αναγνώρισε απομείωση υπεραξίας στα εννιαμηνιαία οικονομικά αποτελέσματα του
- Υπέδειξε επίσης σφάλματα στην όλη διεργασία του Μ.Κ.14 τα οποία, ήταν η θέση του, οδήγησαν σε αυθαίρετα και λανθασμένα συμπεράσματα. 5) Κατηγορούμενος 2, . Κουννής, Μ.Υ.
- Διετέλεσε Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος για τις Δραστηριότητες του Ομίλου στην Κύπρο και για κάποια χρονική περίοδο εντός του 2011 και στην Ελλάδα. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στη δομή της Τράπεζας και στα δικά του καθήκοντα και αρμοδιότητες, εμμένοντας πως ήταν μόνο διοικητικά προϊστάμενος της Μ.Κ.10 η οποία λειτουργικά υπαγόταν απ΄ ευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο, αρνούμενος και σχολιάζοντας εκτεταμένα τη μαρτυρία του Μ.Κ.9 με βάση την οποία έθετε τον Μ.Υ.5 ως τον κατ΄ εξοχήν προϊστάμενο της Μ.Κ.
- Αναφέρθηκε επίσης στα όσα διαδραματίστηκαν στη συνεδρία του ΔΣ στις 29.11.
- 6) Κατηγορούμενος 3, . Λυσάνδρου, Μ.Υ.
- Ήταν μέλος της Επιτροπής Ελέγχου της Τράπεζας κατά τα έτη 2009-2012, μέλος της Επιτροπής Διαχείρισης Κινδύνου και της Επιτροπής Αμοιβών. Ήταν επίσης μέλος του ΔΣ. Κατά το 2011 ήταν μέλος της Επιτροπής Ελέγχου και διετέλεσε Πρόεδρος της μόνο κατά τη συνεδρία στις 29.11.
- Παρευρέθηκε ως μέλος στη συνεδρία του ΔΣ της ίδιας μέρας. Αναφέρθηκε στα όσα έλαβαν χώρα στις δύο αυτές συνεδρίες και πώς η Επιτροπή Ελέγχου κατέληξε στην απόφαση και εισήγηση στο ΔΣ για τη μη συμπερίληψη της απομείωσης της υπεραξίας των εργασιών της ΜΕΒ στα επίδικα εννιαμηνιαία αποτελέσματα. 7) Κατηγορούμενος 4, . Φόρος, Μ.Υ.
- Ήταν ανεξάρτητο μη εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της Τράπεζας και μέλος της Επιτροπής Ελέγχου. Και αυτός με τη σειρά του αναφέρθηκε στα γεγονότα μέχρι και την απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου για τα εννιαμηναία οικονομικά αποτελέσματα και κυρίως τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή κατέληξε στη συγκεκριμένη απόφαση, και ακολούθως στα όσα διαμείφθηκαν στη συνεδρία του ΔΣ. II. Η Τράπεζα ΙΙ.Α. Ιστορικό Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως κατά το 2011 η Marfin Popular Bank Public Cο Ltd (Marfin) ήταν Τράπεζα με έδρα την Κύπρο και διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες. Όπως επιμαρτυρεί το Τεκμήριο 431, Ιδρυτικό Έγγραφο της Τράπεζας του 1972, αυτή ήταν εταιρεία με το όνομα «Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ» δεόντως εγγεγραμμένη με έδρα την Κύπρο και διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες. Σύμφωνα με τα Πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 400, κατά το 2005 η Τράπεζα μετονομάστηκε σε «Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ», το 2006 μετονομάστηκε σε «Marfin Popular Bank Public Cο Ltd» ενώ το 2012 άλλαξε όνομα σε «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd». Με βάση την ΚΔΠ 94/13, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως Αρχή Εξυγίανσης, με την από κοινού απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών, εξέδωσε διάταγμα πώλησης των εργασιών της Τράπεζας, με ισχύ από τις 25.3.
- Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος, όπως καταγράφεται και στα πρακτικά συνεδρίας ημ. 5.12.06 του ΔΣ της Τράπεζας, Τεκμήριο 406, και σε σχετικές ανακοινώσεις του Ομίλου της Τράπεζας ημ. 7.7.06 προς το ΧΑΚ, Τεκμήριο 328, και ημ. 3.7.07, Τεκμήριο 329, πως στις 30.6.07 ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες της λειτουργικής συγχώνευσης των Τραπεζών Εγνατία Τράπεζα, Marfin Bank και Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) Α.Ε., ενώ η νομική συγχώνευση ολοκληρώθηκε στις 29.6.07, και πως από τις 2.7.07 αυτές ήταν πλέον μια τράπεζα με την επωνυμία Marfin Egnatia Bank (ΜΕΒ) η οποία ήταν θυγατρική της Marfin. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.5, σε συνεδρία ημ. 15.9.09 το ΔΣ της Marfin αποφάσισε τη συγχώνευση της Marfin με τη ΜΕΒ. Αυτή η διασυνοριακή συγχώνευση εγκρίθηκε στις 23.12.09 από τη Γενική Συνέλευση και στις 15.12.10 εκδόθηκε σχετικό διάταγμα από το Δικαστήριο δυνάμει του οποίου η ισχύς της συγχώνευσης άρχιζε στις 31.3.
- Το διάταγμα Δικαστηρίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σχετική είναι η ανακοίνωση ημ. 30.3.11, Τεκμήριο 322 έγγραφο με Α/Α
- Στην εν λόγω Ανακοίνωση γίνεται αναφορά στην εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου και πως από την 1η Απριλίου 2011 η ΜΕΒ «παύει να υφίσταται και διαγράφεται από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών .» και «. θα λειτουργεί ως υποκατάστημα της Marfin . στην Ελλάδα». Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο πως κατά το 2011 οι τίτλοι της Τράπεζας ήταν εισηγμένοι στο ΧΑΚ (Κύρια Αγορά) και στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (εφεξής καλούμενο «ΧΑΑ»), όπως άλλωστε καταγράφεται και στην Ανακοίνωση της Τράπεζας ημ. 16.5.11, Τεκμήριο 322, έγγραφο με Α/Α
- ΙΙ.Β. Δομή και Οργάνωση Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του Μ.Κ.5, η λειτουργία της Τράπεζας, η οργανωτική δομή, η εσωτερική διακυβέρνηση και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου διέποντο από τη σχετική Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (εφεξής καλούμενη «ΚΤΚ») η οποία κατατέθηκε σε ενοποιημένη, ανεπίσημη μορφή ως Τεκμήριο 392, και περιλαμβάνει τις ΚΔΠ 460/06, 348/09, 253/10 και 13/
- Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως η Τράπεζα συμμορφώνετο με και διέπετο από τον Κώδικα Εταιρικής Διακυβέρνησης ο οποίος εκδίδεται από το ΧΑΚ. Κατά το 2011 ίσχυε ο Κώδικας Εταιρικής Διακυβέρνησης, 3η έκδοση (Aναθεωρημένη), Μαρτίου 2011, Τεκμήριο
- Επίσης η δομή και η οργάνωση της Τράπεζας καθορίζετο από το Οργανόγραμμα της Τράπεζας, όπως αυτό ίσχυε κατά καιρούς. Προς τούτο κατατέθηκαν τα Οργανογράμματα, ημ. 3.7.07, Τεκμήριο 407, και ημ. 13.4.10, Τεκμήριο
- Δεχόμαστε πως κατά το 2011 ίσχυε το Οργανόγραμμα, Τεκμήριο
- Δεχόμαστε επίσης την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Μ.Κ.5 πως από τις 30.3.10 ίσχυαν επίσης οι Όροι Αναφοράς των διάφορων Επιτροπών όπως αυτοί περιέχονται στο Έγγραφο Μαρτίου 2010 «Group Committees - Terms of Reference», Τεκμήριο 393, το οποίο εγκρίθηκε στη συνεδρία του ΔΣ ημ. 30.3.10, Τεκμήριο
- Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα πιο πάνω τεκμήρια και την από κοινού μαρτυρία, προκύπτει πως από τον Μάρτιο του 2010 και καθ΄ όλη τη διάρκεια του 2011 η δομή της Τράπεζας είχε ως ακολούθως: (i) Διοικητικό Συμβούλιο Όπως εξήγησε και ο Μ.Κ.5, το ανώτατο σώμα της Τράπεζας ήταν το ΔΣ το οποίο αποτελείτο, μεταξύ άλλων, από τον Πρόεδρο, ο οποίος το 2010 ήταν ο κ. ΑΒ μη Εκτελεστικός, τους δύο Αντιπροέδρους, τον κ. ... Λυσάνδρου - Κατηγορούμενο 3 και τον κ. ΒΘ (μη Εκτελεστικό Αντιπρόεδρο), τον κ. ... Μπουλούτα, Κατηγορούμενο 1, Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου και εκτελεστικό μέλος του ΔΣ, και τους κκ. ... Κουννή (Κατηγορούμενο 2) και ΧΣ (Μ.Κ.9), οι οποίοι ήταν Αναπληρωτές Διευθύνοντες Σύμβουλοι και εκτελεστικά μέλη του ΔΣ. Σημειώνεται πως, σύμφωνα με το Τεκμήριο 334, πρακτικά συνεδρίας του ΔΣ ημ. 8.2.07, ο Κατηγορούμενος 3 διορίστηκε ως Αντιπρόεδρος του ΔΣ, θέση την οποία κατείχε βασικά μέχρι το 2012, και ως εκ τούτου εν τη απουσία του Προέδρου, ο Κατηγορούμενος 3, ως Αντιπρόεδρος, εκτελούσε καθήκοντα Προέδρου. Όπως καταγράφεται στην Οικονομική Έκθεση για την εξαμηνία που έληξε στις 30.6.11, Τεκμήριο 5, κατά τον Ιούνιο του 2011 το ΔΣ του Ομίλου αποτελείτο από 14 μέλη ως ακολούθως: · κ. ΑΒ · κ. ... Λυσάνδρου · κ. ΒΘ · κ. ... Μπουλούτας · κ. ... Κουννής · κ. ΧΣ · κ. EΧ · κ. ΠΛ · κ. ... Φόρος · κ. KΜ · κ. ΣΣ · κ. ΗQ · κ. FA · κ. AJ Στις 4.11.11, όπως φαίνεται στο πρακτικό συνεδρίας του ΔΣ ίδιας ημερομηνίας, Τεκμήριο 36, ο κ. ΑΒ παραιτήθηκε από Πρόεδρος του ΔΣ και ανέλαβε αυτή τη θέση ο κ. ΚΜ. Σύμφωνα με τα πρακτικά συνεδρίας του ΔΣ ημ. 12.11.11, Τεκμήριο 41, οι κκ. Σ και Π διορίστηκαν ως νέα μέλη του ΔΣ και ο κ. Σ εκλέγηκε ως ο νέος Πρόεδρος του ΔΣ από την 1.1.
- Όπως καταγράφεται στην Ετήσια Έκθεση του 2011, Τεκμήριο 3, Πρόεδρος του ΔΣ ήταν ο κ. ΜΣ, ενώ είχαν αποχωρήσει οι κκ. ... Μπουλούτας, ΕΧ και ΑJ, και νέα μέλη του ΔΣ ήταν οι κκ. ΚΠ και PB. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 καθώς επίσης και ο Μ.Κ.9 ήταν εκτελεστικά μέλη του ΔΣ. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.5, τα εκτελεστικά μέλη και η εκτελεστική διεύθυνση της Τράπεζας διαχειρίζονταν τις εργασίες της Τράπεζας σε καθημερινή βάση, δηλαδή δανεισμούς, αγορές, τα καταστήματα της Τράπεζας και τα σημαντικά θέματα, όπως αυτά καθορίζονται από την ΚΤΚ, τα οποία μεταφέρουν στο ΔΣ το οποίο σε πλήρη σύνθεση λαμβάνει τις σημαντικές αποφάσεις. (ii) Διευθύνων Σύμβουλος Ομίλου Σύμφωνα με το Οργανόγραμμα, Τεκμήριο 404, ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου. Δεχόμαστε την αναντίλεκτη θέση του Κατηγορουμένου 1 πως αυτός κατείχε τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου από τις 14.2.08 μέχρι και τις 5.12.11 όταν υπέβαλε την παραίτηση του και ο Μ.Κ.9 ανέλαβε ως Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως κατά τη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος 1 προέβαλε τη θέση ότι κατείχε τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου μέχρι ουσιαστικά τις 29.11.11 και ότι η 5η Δεκεμβρίου του 2011 ήταν η ημερομηνία τυπικής παραίτησης του. Επί αυτού του θέματος θα ασχοληθούμε κατωτέρω στα πλαίσια εξέλιξης των γεγονότων εκείνης της χρονικής περιόδου. (iii) Αναπληρωτές Διευθύνοντες Σύμβουλοι Ο Κατηγορούμενος 2 διορίστηκε Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος για τις εργασίες του Ομίλου στην Κύπρο και μέλος του ΔΣ στις 3.7.
- Κατόπιν απόφασης του ΔΣ ημ. 10.11.11, Τεκμήριο 37, ο Κατηγορούμενος 2 ανέλαβε από τις 10.11.11 και καθήκοντα Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου Ελλάδος, σε αντικατάσταση του κ. ΗΚ, θέση την οποία κατείχε μέχρι και τις 30.12.11 όταν αντικαταστάθηκε από την κα ΡΧ, Τεκμήριο
- Αποχώρησε από την Τράπεζα τον Σεπτέμβριο του
- Ο ΧΣ, Μ.Κ.9, ήταν Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος Διεθνών Δραστηριοτήτων του Ομίλου από τον Ιούλιο του 2007 μέχρι και τις 5.12.11 όταν ανέλαβε Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου μετά την αποχώρηση του Κατηγορουμένου
- Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του, αυτός είχε την εποπτεία, διεύθυνση και διαχείριση των θυγατρικών του Ομίλου, εκτός Κύπρου και Ελλάδας, ήτοι στην Αυστραλία, Μάλτα, Γκέρνσεϋ, Ρωσία, Ουκρανία, Σερβία και Ηνωμένο Βασίλειο. Παρόλο που θα ασχοληθούμε εκτενέστερα με τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου 1 κατωτέρω, εντούτοις εδώ αναφέρουμε πως η θέση του κατά την κυρίως εξέταση, μέσω της Γραπτής του Δήλωσης, Έγγραφο 29, πως στις 27.6.11 ανέθεσε στον Μ.Κ.9 αυξημένα καθήκοντα σε σχέση με την επίβλεψη της Οικονομικής Διεύθυνσης για θέματα, μεταξύ άλλων, λογιστικές εγγραφές σε ισολογισμούς είτε για ομόλογα είτε για άλλα στοιχεία ενεργητικού, δεν γίνεται δεκτή. Αυτή προβλήθηκε στο καθυστερημένο στάδιο της δικής του μαρτυρίας και δεν τέθηκε στον Μ.Κ.9 και στη Μ.Κ.10 την οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου 1, ο τελευταίος είχε ενημερώσει σχετικά, για να θέσουν και αυτοί τη δική τους άποψη επί τούτου. Επιπλέον, τα πρακτικά της συνεδρίας του ΔΣ ημ. 10.11.11, Τεκμήριο 37, τα οποία ο Κατηγορούμενος 1 επικαλέστηκε προς επιβεβαίωση αυτής της θέσης του, δεν περιέχουν οποιαδήποτε αναφορά ως προς τούτο. Στα εν λόγω πρακτικά γίνεται αναφορά μόνο σε εξουσιοδότηση του ΔΣ προς τον Κατηγορούμενο 1, ως υπεύθυνου της μόνιμης και γενικής επίβλεψης των Ελληνικών εργασιών να εξουσιοδοτεί άλλα πρόσωπα να ενεργούν εκ μέρους του, πλην όμως τέτοια ανάθεση προς τον Μ.Κ.9 δεν προκύπτει από το εν λόγω έγγραφο. Η μόνη μαρτυρία η οποία υπάρχει είναι τα πρακτικά της κοινής συνεδρίας ημ. 11.11.11 της Επιτροπής Ελέγχου και της Επιτροπής Διαχείρισης Κινδύνων, Τεκμήριο 513, στα οποία αναφέρεται η πληροφόρηση από τον Μ.Κ.9 προς την Επιτροπή ότι του ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο 1 να εξετάσει διάφορες επιλογές για την ενδυνάμωση της κεφαλαιακής βάσης της Τράπεζας και να ασχοληθεί με τα θέματα που προκύπτουν από το γεγονός πως η τιμή της μετοχής της Τράπεζας είναι πολύ χαμηλότερη της ονομαστικής της αξίας. Αυτή η ανάθεση ουδόλως ισοδυναμεί με τα αυξημένα καθήκοντα στα οποία έκανε αναφορά ο Κατηγορούμενος
- Όπως φαίνεται στο Οργανόγραμμα, Τεκμήριο 404, και στους όρους Αναφοράς, Τεκμήριο 393, το ΔΣ είχε την εξουσία και διόριζε Επιτροπές, μεταξύ των οποίων ήταν οι ακόλουθες: § Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων Αυτή αποτελείτο από τουλάχιστον τρία μέλη του ΔΣ, εκ των οποίων το ένα ανεξάρτητο και μη εκτελεστικό και το άλλο εκτελεστικό. Κατά το 2011 Πρόεδρος της εν λόγω Επιτροπής ήταν ο Κατηγορούμενος 3 (μη εκτελεστικό μέλος) και μέλη ο Κατηγορούμενος 4 (ανεξάρτητο και μη εκτελεστικό μέλος) και ο Μ.Κ.9 (εκτελεστικό μέλος). Οι όροι εντολής της Επιτροπής αυτής περιγράφονται αναλυτικά στις σελ. 11-13 του Τεκμηρίου 393 και βασικά αφορούν στην επίβλεψη όλων των δραστηριοτήτων του Ομίλου σχετικά με τη διαχείριση κινδύνων με σκοπό την αναγνώριση, εκτίμηση και διαχείριση όλων των ουσιωδών κινδύνων. Υπήρξε κάποια διαφορά απόψεων μεταξύ των μαρτύρων αναφορικά με το κατά πόσο το θέμα της υπεραξίας εμπίπτει εντός των αρμοδιοτήτων αυτής της Επιτροπής. Επί αυτού ο Μ.Κ.3 δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί. Ο Μ.Κ.9 ήταν απόλυτος πως η Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων δεν ασχολείτο με τον υπολογισμό και ή την υπεραξία και πως υπεύθυνη επί αυτού ήταν η Οικονομική Διεύθυνση, ο Διευθυντής Στρατηγικής Ομίλου και η Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, ενώ η Επιτροπή Ελέγχου ήταν αρμόδια για τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων. Διευκρίνισε πως η Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων εξέταζε τους κινδύνους οι οποίοι υφίστανται στις κινητές αξίες και ενέκρινε συγκεκριμένα όρια για ανάληψη αυτών των κινδύνων από την Τράπεζα, προσθέτοντας πως η ρευστότητα δεν έχει άμεσο συσχετισμό με την υπεραξία. Αντίθετη ήταν η άποψη του Κατηγορουμένου 2 ο οποίος ανέφερε ότι το θέμα της υπεραξίας ήταν αποκλειστικό θέμα της Οικονομικής Διευθύντριας και της Επιτροπής Διαχείρισης Κινδύνων επεξηγώντας πως η εν λόγω Επιτροπή μελετούσε τα ρίσκα της Τράπεζας για να εντοπίσει τις επιπτώσεις των ενδεχόμενων κινδύνων στην κεφαλαιουχική επάρκεια της Τράπεζας και επομένως μελετώντας το credit risk όφειλε να ασχοληθεί και με την υπεραξία. Επί τούτου θεωρούμε πως οι δύο αυτοί μάρτυρες δεν κατέθεσαν με απόλυτη ειλικρίνεια. Κατ΄ αρχάς αναφέρουμε πως οι θέσεις του Κατηγορουμένου 2 διαψεύδονται από τους όρους εντολής για τις αρμοδιότητες της κάθε Επιτροπής, βάσει των οποίων εναποτίθεται στην Επιτροπή Ελέγχου βασική αρμοδιότητα σε σχέση με τις οικονομικές καταστάσεις, την εγκυρότητα και τη συμβατότητα τους με τα ΔΛΠ. Όσον αφορά τον Μ.Κ.9, είναι κατάλληλο το στάδιο να τονίσουμε εξαρχής πως λόγω της ιδιότητας του εν λόγω μάρτυρος ως μέλους του ΔΣ και της συμμετοχής του στη συνεδρία του ΔΣ στις 29.11.11 κατά την οποία τα επίδικα οικονομικά αποτελέσματα εγκρίθηκαν, αυτός θεωρείτο ως ύποπτος για τυχόν διάπραξη ποινικών αδικημάτων, εξ ου και του λήφθηκαν ανακριτικές καταθέσεις κατόπιν της σχετικής επίστησης. Επομένως, κατά την αξιολόγηση αυτού του μάρτυρος, έχουμε συνεχώς υπόψιν την ιδιότητα και εμπλοκή του και τον αντιμετωπίζουμε με ιδιαίτερη προσοχή καθότι δεν παραγνωρίζουμε καθόλου τους εγγενείς κινδύνους που ενέχει η μαρτυρία τέτοιου μάρτυρος ο οποίος έχει συμφέρον και πιθανόν να αλλοιώσει γεγονότα ή να προσφέρει διαφορετική μαρτυρία στα πλαίσια επιδίωξης του είτε για μείωση του δικού του ρόλου είτε για εξασφάλιση επιεικέστερης μεταχείρισης. Σημειώνουμε πως ο Μ.Κ.9 χρησιμοποιήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας και το όνομα του περιλαμβάνετο εξαρχής στον κατάλογο μαρτύρων στο κατηγορητήριο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Zacharia v. The Republic
(1962)C.L.R. 52, Ευαγγέλου v. Αστυνομίας (Αρ.1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 24, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628 και Χατζημάρκου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482. Σε αυτά τα πλαίσια η γενική εντύπωση που προκάλεσε ο Μ.Κ.9 ήταν πως δεν κατέθεσε με πλήρη αντικειμενικότητα και ουδετερότητα και δεν έπεισε για την αλήθεια όλων όσων έλεγε. Ήταν εμφανές πως κατέθετε με ζήλο να αποποιηθεί οποιασδήποτε τυχόν δικής του ευθύνης αναφορικά με την έγκριση των επίδικων οικονομικών καταστάσεων και συνάμα να εναποθέσει την ευθύνη σε άλλα μέλη του ΔΣ και αξιωματούχους της Τράπεζας, προβάλλοντας θέσεις οι οποίες δεν ήταν πειστικές ή παρέμειναν μετέωρες και δεν υποστηρίχθηκαν από άλλους εμπλεκόμενους μάρτυρες. Χαρακτηριστικό αυτής της στάσης του ήταν και η θέση του αναφορικά με το ποια Επιτροπή ήταν αρμόδια για το θέμα της υπεραξίας και επιπλέον η δική του ανάμειξη και γνώση γι΄ αυτό. Παρόλο που διαφαίνεται πως η Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων δεν είχε οποιαδήποτε αρμοδιότητα στον υπολογισμό της υπεραξίας, η υπεραξία ήταν ένα ζήτημα το οποίο σαφώς και λογικά προέκυπτε κατά την εξέταση των κινδύνων της Τράπεζας και ως τέτοιο απασχολούσε την Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων. Επιπλέον, λόγω της ιδιότητας του Μ.Κ.9 ως μέλους του ΔΣ, σαφώς είχε γνώση για το θέμα της υπεραξίας η οποία προέκυψε από την τριπλή συγχώνευση, κάτι το οποίο άλλωστε και ο ίδιος αναγνώρισε. Έτσι, η απάντηση στην κατάθεση του, Έγγραφο 13, πως ουδέποτε ασχολήθηκε με το θέμα της υπεραξίας δεν είναι ορθή και δημιουργεί την εντύπωση πως αυτός ήθελε να απαλλαγεί από οποιαδήποτε σχέση με το θέμα. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 2, ανέφερε πως με την απάντηση του εννοούσε ότι ουδέποτε ασχολήθηκε με την ερμηνεία και το μοντέλο για τον υπολογισμό της υπεραξίας. Πράγματι η σχετική ερώτηση
(5), αφορούσε την ερμηνεία του όρου «υπεραξία», όμως και πάλι η όλη του τοποθέτηση επί αυτού δεν κρίνεται πειστική και βάσιμη, εφόσον παραδέχεται ότι σε κατοπινή ερώτηση
(9)κατονομάζει παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν την υπεραξία και οι οποίοι εμπίπτουν εντός των αρμοδιοτήτων τόσο της Επιτροπής Ελέγχου όσο και της Επιτροπής Διαχείρισης Κινδύνων, καταδεικνύοντας έτσι πως είχε γνώση και επαφή με το θέμα της υπεραξίας, την οποία προσπάθησε να αποκρύψει από το Δικαστήριο. Επίσης παραδέχθηκε ότι στην Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων συζητήθηκε και το θέμα της απομείωσης των ΟΕΔ, καθώς επίσης και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και η ρευστότητα, θέματα τα οποία περιλαμβάνονται στο credit risk (στο οποίο αναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος 2), κάτι το οποίο εύλογα αφήνει να νοηθεί πως και η απομείωση της υπεραξίας εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Όσον αφορά άλλες θέσεις του οι οποίες επιβεβαιώνουν αυτή τη μη πειστική εικόνα του Μ.Κ.9, αναφορά σε αυτές θα γίνεται ανά θέμα στο κατάλληλο στάδιο. § Επιτροπή Ελέγχου Αυτή αποτελείτο από μη εκτελεστικά μέλη του ΔΣ, η πλειοψηφία των οποίων έπρεπε να είναι ανεξάρτητα μέλη. Κατά το 2011 ο Πρόεδρος της εν λόγω Επιτροπής ήταν ο ΚΜ (ανεξάρτητο και μη εκτελεστικό μέλος) και μέλη οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 (ο τελευταίος ως ανεξάρτητο μέλος). Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στις 4.11.11, μετά την παραίτηση του ΑΒ και ενόψει του ότι ο ΚΜ ανέλαβε προσωρινά χρέη Προέδρου του ΔΣ, αποχώρησε από την Επιτροπή Ελέγχου. Έτσι στις 29.11.11 ο Κατηγορούμενος 3 προέδρευσε της Επιτροπής Ελέγχου για μια και μοναδική φορά με μέλος της Επιτροπής τον Κατηγορούμενο 4. Ο Κατηγορούμενος 3 αποχώρησε από την Τράπεζα τον Μάιο του 2012 και ο Κατηγορούμενος 4 παραιτήθηκε από την Επιτροπή Ελέγχου στις 14.12.11 και από το ΔΣ τον Ιούνιο του 2012. Οι αρμοδιότητες της εν λόγω Επιτροπής εκτίθενται αναλυτικά στις σελ. 3-5 του Τεκμηρίου 393. Μεταξύ αυτών είναι η πρόταση για τον διορισμό, παύση και αμοιβή των εξωτερικών ελεγκτών, η επισκόπηση με την Οικονομική Διεύθυνση, τον Εσωτερικό Ελεγκτή και την Ανώτερη Εκτελεστική Ομάδα του Ομίλου, των ενδιάμεσων ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων και της ετήσιας έκθεσης της Τράπεζας ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι αυτές περιέχουν δίκαιες και ορθές πληροφορίες και ότι ετοιμάστηκαν σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (International Financial Reporting Standards - IFRS) και την υποβολή στο ΔΣ όλων των απαραίτητων διαβεβαιώσεων για την εγκυρότητα των οικονομικών πληροφοριών και καταστάσεων οι οποίες ετοιμάζονται από τον Όμιλο. Επίσης η Επιτροπή αυτή έχει το καθήκον να διαβουλεύεται με τους εξωτερικούς ελεγκτές επί όλων των θεμάτων που αφορούν τον έλεγχο και οποιαδήποτε λογιστικά θέματα προκύπτουν, καθώς επίσης και να αξιολογεί την έκθεση-επιστολή (Management Letter) η οποία υποβάλλεται στη Διεύθυνση από τους εξωτερικούς ελεγκτές και την απάντηση της Διεύθυνσης επί της έκθεσης-επιστολής. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω και την υπόλοιπη μαρτυρία, καθίσταται σαφές, και συνακόλουθα εύρημα του Δικαστηρίου, πως η κατ΄ εξοχήν αρμόδια Επιτροπή αναφορικά με τις οικονομικές καταστάσεις του Ομίλου ήταν η Επιτροπή Ελέγχου, ούτως ώστε αυτή ασχολείτο και με το θέμα της υπεραξίας το οποίο αφορούσε άμεσα τις οικονομικές καταστάσεις, ήτοι τον υπολογισμό και την πιθανή εγγραφή της απομείωσης της υπεραξίας στις οικονομικές καταστάσεις. § Επιτροπή Εσωτερικής Διακυβέρνησης Αυτή αποτελείτο από μη εκτελεστικά μέλη ένα εκ των οποίων ανεξάρτητο. Κατά το 2011 Πρόεδρος ήταν ο Μ.Κ.3 και μέλη οι Κατηγορούμενοι 3 και 4. Οι αρμοδιότητες της περιγράφονται στις σελ. 6 και 7 του Τεκμηρίου 393 και περιλαμβάνουν βασικά την κάλυψη κενών θέσεων στο ΔΣ και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του ΔΣ. (
- iv)Διευθύνσεις με Ομιλική εποπτεία Όπως απεικονίζεται στο Οργανόγραμμα, Τεκμήριο 404, υπήρχαν κάποιες Διευθύνσεις με αστερίσκο ο οποίος καθορίζει Ομιλική εποπτεία. Ανάμεσα σε αυτές είναι οι δύο ακόλουθες Διευθύνσεις: Ø Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.15, ΚΚ, αυτός εργοδοτήθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα το 1972 μέχρι και την αφυπηρέτηση του το Καλοκαίρι του 2012. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας, η οποία ήταν μεν ανεξάρτητη Διεύθυνση και δεν υπαγόταν σε Εκτελεστικό Μέλος, όπως απαιτούσε η ΚΤΚ, αλλά υπαγόταν στην Επιτροπή Ελέγχου του Ομίλου και προς στον μη Εκτελεστικό Αντιπρόεδρο, τότε τον Κατηγορούμενο 3, όπως φαίνεται στο Οργανόγραμμα, Τεκμήριο 404, ενώ αναγνώρισε ότι το αστεράκι υποδηλοί ότι ο ίδιος είχε ευθύνη για τον Όμιλο. Η μαρτυρία του Μ.Κ.15, ως Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, επικεντρώθηκε κυρίως στις αρμοδιότητες και στον ρόλο της εν λόγω Διεύθυνσης. Ο Μ.Κ.15 κατέθεσε με σαφήνεια, συνέπεια και πληρότητα αναφορικά με θέματα τα οποία ήταν εν γνώσει του ή βασιζόμενος σε διάφορα έγγραφα. Η μαρτυρία του επί αυτού του ζητήματος δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση και η αντεξέταση του αφορούσε μόνο διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ως εκ τούτου αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του κρίνεται δεκτό από το Δικαστήριο και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του. Με βάση το περιεχόμενο της κατάθεσης του Μ.Κ.15 η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, Έγγραφο 28, δεχόμαστε πως τα καθήκοντα του ως Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου του Ομίλου Marfin ήταν η διεξαγωγή ελέγχων για εξακρίβωση της τήρησης των εποπτικών οδηγιών και εσωτερικών κανονισμών, καθώς και της ύπαρξης ολοκληρωμένου συστήματος εσωτερικού ελέγχου για προστασία των συμφερόντων της Τράπεζας. Δεχόμαστε επίσης πως η εν λόγω Διεύθυνση δεν ήταν αρμόδια για την ετοιμασία και δημοσίευση των οικονομικών καταστάσεων του Ομίλου, ούτε και ασχολήθηκε με το θέμα της μη απομείωσης της υπεραξίας της ΜΕΒ στα επίδικα εννιαμηνιαία οικονομικά αποτελέσματα. Δεχόμαστε την αδιαμφισβήτητη του θέση πως η εμπλοκή που είχε η Διεύθυνση του αναφορικά με το θέμα της υπεραξίας ήταν μόνο κατόπιν αλλαγής της σχετικής Οδηγίας της ΚΤΚ, όταν ζητήθηκε από το Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου να αξιολογήσει και τοποθετηθεί γι΄ αυτό το θέμα. Ειδικότερα, τον Ιανουάριο του 2012 η ΚΤΚ έστειλε εγκύκλιο στην οποία αναφέρετο ότι μέσα στην ετήσια έκθεση (του 2011) ανέμενε ότι ο Όμιλος θα τοποθετείτο σε σχέση με διάφορα θέματα, μεταξύ των οποίων και η υπεραξία. Ως εκ τούτου η Διεύθυνση προέβη σε αξιολόγηση η οποία έγινε από τον συνάδελφο του ΚΓ, εγκεκριμένο λογιστή-ελεγκτή, Τεκμήριο 205. Ως προϊστάμενος του Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου ο Μ.Κ.15 παρέλαβε το πόρισμα του συναδέλφου του και το κοινοποίησε σε αρμόδιους αξιωματούχους, ήτοι στα Εκτελεστικά Στελέχη της Τράπεζας και στα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου, στις 5.4.12. Η έρευνα ήταν πολύ εξειδικευμένη και σύμφωνα με τα Διεθνή πρότυπα όπως τον είχε διαβεβαιώσει ο συνάδελφος του ΚΓ. Η έκθεση αξιολόγησης στάληκε στην Κεντρική Τράπεζα περί τον Απρίλιο του 2012. Δεχόμαστε επίσης την αναντίλεκτη του θέση πως η Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου ήταν αυτή που παραλάμβανε ηλεκτρονικά την επιστολή (Management Letter) από τους εξωτερικούς ελεγκτές μετά τη συμπλήρωση του ετήσιου ελέγχου, την κοινοποιούσε στα αρμόδια όργανα της Τράπεζας και διαβίβαζε την απάντηση της Τράπεζας στους εξωτερικούς ελεγκτές. Σε αυτά τα πλαίσια ανέφερε πως, ως η πρακτική, η επιστολή (Management Letter) των εξωτερικών ελεγκτών για το 2010, το Τεκμήριο 288 (στο οποίο θα γίνει αναφορά κατωτέρω), αποστέλλετο στα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου που ήταν και οι επίσημοι παραλήπτες της καθώς επίσης και στους εκτελεστικούς, στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου, ήτοι τον Κατηγορούμενο 1, τον Κατηγορούμενο 2 και τον Μ.Κ.9. Ø Οικονομική Διεύθυνση του Ομίλου Η Οικονομική Διευθύντρια του Ομίλου ήταν η ΑΦ, Μ.Κ.10. Τα ακαδημαϊκά προσόντα και η εμπειρία της, όπως αυτά περιγράφονται στο Βιογραφικό της Σημείωμα, Έγγραφο 16, ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση και ως εκ τούτου γίνονται πλήρως δεκτά. Έτσι δεχόμαστε πως αυτή κατέχει το Δίπλωμα BSc Economics με ειδίκευση στο Accounting & Finance του London School of Economics, είναι Chartered Accountant και μέλος του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου από το 2000, πως αρχικά εργάστηκε σε ελεγκτικό οίκο και ακολούθως στη Λαϊκή όταν το 2002 ανέλαβε τη θέση της Οικονομικής Διευθύντριας του Ομίλου μέχρι και τον Μάρτιο του 2013 όταν έγινε υπεύθυνη εργασιών Ελλάδας της Τράπεζας Κύπρου. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο πως η Οικονομική Διεύθυνση του Ομίλου ήταν υπεύθυνη για τη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων της Τράπεζας στην Κύπρο και για την ετοιμασία των οικονομικών αποτελεσμάτων του Ομίλου. Όσον αφορά τα έτη 2009, 2010 και 2011, δεχόμαστε την αναντίλεκτη θέση της Μ.Κ.10 πως στο τέλος κάθε τριμήνου οι Οικονομικοί Διευθυντές των διαφόρων θυγατρικών της Τράπεζας ανά τον κόσμο, ήτοι Ρωσία, Ουκρανία, Αυστραλία, Ελλάδα, κ.λπ., υπέβαλλαν στην Οικονομική Διεύθυνση τα λεγόμενα πακέτα ενοποίησης, τα οποία περιείχαν τον ισολογισμό, τον λογαριασμό αποτελεσμάτων και τις σημειώσεις στις Οικονομικές Καταστάσεις της κάθε Τράπεζας στο εξωτερικό. Τα στοιχεία για τη μητρική Τράπεζα στην Κύπρο αντλούνταν από τα συστήματα της Διεύθυνσης στην Κύπρο. Όλα τα στοιχεία τα οποία μαζεύονταν εισάγονταν στο σύστημα ενοποίησης στην Οικονομική Διεύθυνση του Ομίλου, γίνονταν οι απαλοιφές ενοποίησης και όλες οι λογιστικές εγγραφές ενοποίησης, ετοιμαζόταν ο ενοποιημένος ισολογισμός, λογαριασμός αποτελεσμάτων και σημειώσεις, τα οποία για το εξάμηνο και τέλος του κάθε έτους υπόκειντο και στον έλεγχο των εξωτερικών ελεγκτών του Ομίλου, PWC και GT. Επί αυτού αναφέρουμε πως εκτενής αναφορά στη διαδικασία μέχρι και την έγκριση από το ΔΣ των οικονομικών καταστάσεων θα γίνει σε ξεχωριστό κεφάλαιο κατωτέρω. Επαναλαμβάνουμε πως και αυτή η Διεύθυνση φέρει αστερίσκο ο οποίος υποδηλοί Ομιλική εποπτεία. Είναι γεγονός πως στο Οργανόγραμμα φαίνεται πως η Οικονομική Διεύθυνση Ομίλου υπάγεται στον Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο για την Κύπρο, ο οποίος κατά το 2011 ήταν ο Κατηγορούμενος 2. Τόσο η Μ.Κ.10 όσο και ο Κατηγορούμενος 2 ανέφεραν πως η Οικονομική Διεύθυνση υπαγόταν μόνο διοικητικά στον Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο ενώ λειτουργικά υπαγόταν απ΄ ευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο. Αυτή η θέση εν μέρει επιβεβαιώθηκε και από τον Μ.Κ.5 ο οποίος ανέφερε πως η Μ.Κ.10 υπαγόταν στον Κατηγορούμενο 2 αλλά και ως Ομιλική Διευθύντρια υπαγόταν «σε μεγάλο βαθμό» και στον Διευθύνοντα Σύμβουλο. Δεχόμαστε αυτή τη θέση η οποία προέρχεται από τους κατ΄ εξοχήν αρμόδιους επί αυτού. Επί τούτου κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε πως ο Μ.Κ.9 ήταν ιδιαίτερα εμφατικός και κατηγορηματικός πως η Οικονομική Διευθύντρια ήταν υπόλογη και διοικητικά και λειτουργικά στον Κατηγορούμενο 2. Θεωρούμε πως και αυτή η αναφορά του δεν είναι ακριβής εφόσον διαψεύδεται από τους προαναφερόμενους μάρτυρες. (
- v)Στρατηγική Ανάπτυξη Τέλος, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στη Στρατηγική Ανάπτυξη, με τότε υπεύθυνο τον κ. ΔΣ στην Ελλάδα (αποβιώσαντα), η οποία φαίνεται να υπαγόταν απ΄ ευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου, Κατηγορούμενο 1, με βάση το Τεκμήριο 404. ΙΙ.Γ. Εξωτερικοί Ελεγκτές Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του Μ.Κ.13, δεχόμαστε πως η PWC ήταν από το 2002 οι εξωτερικοί ελεγκτές της Λαϊκής Τράπεζας και πως μετά την τριπλή συγχώνευση των Τραπεζών στην Ελλάδα από το 2007 ανέλαβε επίσης ως συνελεγκτές και η GT. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως από το 2007 μέχρι και το 2010 η GT Ελλάδος ήταν οι εξωτερικοί ελεγκτές της ΜΕΒ. Ο Μ.Κ.13 είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος της PWC και ο Μ.Κ.8 ο Διευθύνων Σύμβουλος της GT. Τα ακαδημαϊκά προσόντα και η εμπειρία των δύο αυτών μαρτύρων, όπως άλλωστε περιγράφεται και στα αντίστοιχα Βιογραφικά Σημειώματα τους, Έγγραφα 22 και 10, ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση και έτσι γίνονται πλήρως δεκτά από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με την κοινή και αναντίλεκτη μαρτυρία τους, προκύπτει πως αυτοί οι δύο ήταν οι υπεύθυνοι συνέταιροι για σκοπούς ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της Τράπεζας. Τα βασικά στελέχη της ομάδας της PWC ήταν ο κ. ΓΚ, ο κ. ΣΚ και ο κ. ΜΣ, υπεύθυνος για τα θέματα της υπεραξίας. Εκ μέρους της GT υπεύθυνος ήταν ο Μ.Κ.8 μαζί με τον κ. ΑΛ ως υπεύθυνο διευθυντή και κάποια άλλα άτομα. Προκύπτει επίσης πως οι δύο ελεγκτικοί οίκοι είχαν διαχωρίσει τα πεδία ελέγχου προς αποφυγή διπλού ελέγχου και υπήρχε πλήρης αλληλοενημέρωση του ελέγχου του κάθε οίκου. Το θέμα της υπεραξίας χειριζόταν πάντα η PWC. Μέχρι και το 2010 η GT Ελλάδος απέστελλε στη PWC την έκθεση της αναφορικά με τη ΜΕΒ, την οποία η PWC λάμβανε υπόψιν στη δική της έκθεση για τα ενοποιημένα οικονομικά αποτελέσματα του Ομίλου. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως οι εξωτερικοί ελεγκτές επισκοπούσαν τις εξαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις και διενεργούσαν έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων. Όπως εξήγησε προφορικά ο Μ.Κ.13, δεχόμαστε ότι ο έλεγχος των ετήσιων οικονομικών αποτελεσμάτων είναι μια πολύ μεγαλύτερη σε έκταση και βάθος εργασία, σύμφωνα με τα ΔΛΠ, και ο σκοπός είναι να μπορέσουν οι εξωτερικοί ελεγκτές να εκφράσουν γνώμη κατά πόσο οι οικονομικές καταστάσεις οι οποίες ετοιμάστηκαν από τη Διοίκηση δίνουν μια αληθή και δίκαιη εικόνα της οικονομικής κατάστασης του Ομίλου. Η επισκόπηση είναι μια πολύ πιο μικρή σε έκταση εργασία η οποία περιλαμβάνει κυρίως συζήτηση με τη Διοίκηση και κάποιες αναλύσεις και συγκρίσεις για να μπορέσουν οι εξωτερικοί ελεγκτές να δώσουν έκθεση προς το ΔΣ ότι δεν έχουν εντοπίσει οτιδήποτε το οποίο να μην συνάδει με τα διεθνή οικονομικά πρότυπα. Για σκοπούς της πιο πάνω εργασίας τους, αποτελεί επίσης κοινή και αναντίλεκτη θέση των Μ.Κ.13 και 8 πως είχαν συζητήσεις με την Οικονομική Διευθύντρια, τη Διεύθυνση Διαχείρισης Κινδύνων, την Επιτροπή Ελέγχου, την Επιτροπή Εσωτερικού Ελέγχου και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο. Επίσης οι δύο εξωτερικοί ελεγκτικοί οίκοι παρευρίσκοντο στις συνεδρίες της Επιτροπής Ελέγχουν κατά την παρουσίαση και συζήτηση των εξαμηνιαίων και ετήσιων οικονομικών καταστάσεων. ΙΙ.Δ. Υποχρέωση Τράπεζας για ετοιμασία και δημοσίευση οικονομικών αποτελεσμάτων Αποτελεί κοινό έδαφος πως κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά το έτος 2011, βρισκόταν εν ισχύι η ΚΔΠ 326/09. Σύμφωνα με το άρθρο 5.3.1.1.(β) αυτής, η Τράπεζα είχε την υποχρέωση να καταρτίζει και δημοσιοποιεί τριμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις κάθε έτους, οι οποίες θα ετοιμάζονται σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως κατά το 2011 η Τράπεζα είχε την υποχρέωση δημοσιοποίησης των τριμηνιαίων οικονομικών αποτελεσμάτων εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήξη του τριμήνου (άρθρο 12 του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Ν.190(I)/07), ενώ για τα ετήσια υπήρχε υποχρέωση δημοσιοποίησης τους εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από τη λήξη του έτους. Δεχόμαστε επίσης την αναντίλεκτη θέση του Μ.Κ.5 πως μετά την έγκριση τους τα οικονομικά αποτελέσματα κοινοποιούνταν από τον ίδιο ως Γραμματέα, στο ΧΑΚ και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προς ενημέρωση των μετόχων και του κοινού. Όπως ανέφεραν οι Μ.Κ.5 και 2, αμέσως με την αποστολή των ανακοινώσεων στο ΧΑΚ, είτε μέσω τηλεομοιότυπου είτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την ίδια ή την επομένη μέρα αυτές αναρτώνταν στην επίσημη ιστοσελίδα του ΧΑΚ όπου και παραμένουν μέχρι και σήμερα. Σημειώνεται επίσης πως πέραν της εμπλοκής και του ρόλου των εξωτερικών ελεγκτών αναφορικά με τις εξαμηνιαίες και ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, όπως επεξηγείται ανωτέρω, το ΔΣ είχε υποχρέωση να υπογράφει μόνο αυτές, ενώ για τις τριμηνιαίες και εννιαμηνιαίες δεν απαιτείτο η υπογραφή τους από το ΔΣ παρά μόνο απαιτείτο η υπογραφή από το ΔΣ του πρακτικού έγκρισης τους. Κρίνεται επίσης σκόπιμο να αναφερθεί πως δυνάμει της ΚΔΠ 379/14, άρθρο 5.2.4., η υποχρέωση για τη δημοσίευση τριμηνιαίων και εννιαμηνιαίων οικονομικών αποτελεσμάτων έχει πλέον καταργηθεί από τις 8.8.14, και η εν λόγω υποχρέωση παραμένει μόνο για τα εξαμηνιαία και ετήσια οικονομικά αποτελέσματα. Σημειώνεται επίσης πως και το άρθρο 12 του Ν.190(Ι)/07 έχει καταργηθεί από τον τροποιητικό Ν.35(Ι)/16. ΙΙ.Ε. Διαδικασία που ακολουθείτο στην Τράπεζα αναφορικά με την ετοιμασία, έγκριση και δημοσίευση των οικονομικών καταστάσεων κατά τα έτη 2010 και 2011 Αποτελεί κοινό έδαφος πως οι οικονομικές καταστάσεις ετοιμάζονταν από την Οικονομική Διεύθυνση του Ομίλου και παρουσιάζονταν σε συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου η οποία και λάμβανε απόφαση επί αυτών. Ακολουθούσε συνεδρία του ΔΣ κατά την οποία γινόταν παρουσίαση των οικονομικών αποτελεσμάτων, συνήθως από την Οικονομική Διευθύντρια και ή τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, και η Επιτροπή Ελέγχου διαβίβαζε την απόφαση της με εισήγηση για έγκριση των αποτελεσμάτων, αναφέροντας επίσης τυχόν θέματα τα οποία έχρηζαν προσοχής από το ΔΣ. Κατόπιν συζήτησης το ΔΣ λάμβανε απόφαση επί των οικονομικών καταστάσεων. ΙΙΙ. Εξέλιξη γεγονότων από τις ετήσιες Οικονομικές Καταστάσεις του 2010 μέχρι και τις ετήσιες Οικονομικές Καταστάσεις του 2011 Στο παρόν κεφάλαιο περιλαμβάνεται αναφορά στα επίδικα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην έγκριση και δημοσίευση των οικονομικών αποτελεσμάτων για την εννιαμηνιαία περίοδο που έληξε στις 30.9.11. Για σκοπούς πληρότητας και πιο ολοκληρωμένης αντίληψης των επίδικων γεγονότων, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στα γεγονότα τα οποία προέκυψαν από τη δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών αποτελεσμάτων του 2010 μέχρι και την έγκριση και δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών αποτελεσμάτων του 2011. ΙΙΙ.Α. Υπεραξία και Απομείωση Υπεραξίας Λόγω του ότι επίκεντρο της αναφοράς και παραπομπής στις οικονομικές καταστάσεις και στην εξέλιξη των γεγονότων είναι η απομείωση της υπεραξίας, κρίνεται σκόπιμο να δοθεί εξαρχής ο βασικός ορισμός της υπεραξίας και της απομείωσης της υπεραξίας. Σημειώνεται πως εκτενέστερη αναφορά και ανάλυση αυτού του θέματος θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω. Επί τούτου κρίνουμε ιδιαίτερα χρήσιμη και καθοδηγητική τη σχετική αναφορά της Μ.Κ.10 στην κατάθεση της, Έγγραφο 17, η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ όλων των πλευρών. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.10, κατά την τριπλή συγχώνευση που έγινε στις 31.12.06, ήτοι την εξαγορά από τη Λαϊκή των Ομίλων Marfin Financial Group και Egnatia Group με έκδοση μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας, προέκυψε υπεραξία (goodwill) αφού τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία των δύο Ομίλων στην Ελλάδα ήταν χαμηλότερα από την αξία που πληρώθηκε με την έκδοση των μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας. Όπως ερμήνευσε η Μ.Κ.10, η υπεραξία υπολογίζεται ως η διαφορά του τιμήματος εξαγοράς αφαιρώντας τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται. Για παράδειγμα, όταν κάποιος αγοράσει μια εταιρεία για το ποσό του €1δις. και η αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας είναι €600εκ., τότε τα €400εκ. αποτελούν υπεραξία και άυλα περιουσιακά στοιχεία, όπως το όνομα της εταιρείας, το πελατολόγιο κ.λπ. Η υπεραξία, δηλαδή, αποτελεί τη δύναμη της κερδοφορίας η οποία αποκτήθηκε με την εξαγορά στο διηνεκές. Κατά τη διαδικασία ελέγχου αποτίμησης της υπεραξίας, γίνεται αποτίμηση της αξίας των εργασιών που αποκτήθηκαν βάσει διεθνών αναγνωρισμένων μοντέλων και μεθοδολογιών που περιλαμβάνουν διάφορες παραμέτρους και εκτιμήσεις (παραδοχές) οι οποίες αποφασίζονταν από την Τράπεζα και πάλι στο διηνεκές. Το αποτέλεσμα των εκτιμήσεων συγκρίνεται με τη λογιστική αξία της υπεραξίας στα βιβλία της εταιρείας και εάν η αξία που εκτιμήθηκε βάσει του μοντέλου είναι χαμηλότερη από τη λογιστική αξία, τότε η διαφορά θεωρείται ως απομείωση και χρεώνεται στον λογαριασμό αποτελεσμάτων. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου η κοινώς αποδεκτή θέση της Μ.Κ.10 πως από το 2007, η Τράπεζα χρησιμοποιούσε το μοντέλο της EY το οποίο βασιζόταν στην αξία λόγω χρήσης (value in use). Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως από το 2007 η Τράπεζα προέβαινε σε έλεγχο απομείωσης της υπεραξίας μια φορά ετησίως, όπως προέβλεπε το ΔΛΠ 36, με ημερομηνία αναφοράς τις 30 Σεπτεμβρίου και ο οποίος περιλαμβανόταν στα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα. ΙΙΙ.Β. Γεγονότα από τη δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών αποτελεσμάτων του 2010 μέχρι και τη δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών αποτελεσμάτων του 2011 Τα γεγονότα αυτά προέρχονται κυρίως από διάφορα έγγραφα, ήτοι καταστάσεις, πρακτικά και σημειώματα, τα οποία έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια καθώς επίσης και από την αναντίλεκτη και κοινή μαρτυρία των εξωτερικών ελεγκτών, Μ.Κ.13 και 8. Επομένως, αυτά αποτελούν κοινώς αποδεκτή μαρτυρία από όλες τις πλευρές και έτσι υιοθετούνται ως ευρήματα του Δικαστηρίου. Μόνο όπου υπάρχουν κάποια σημεία επί των οποίων υπήρχε διαφωνία μεταξύ των μαρτύρων, θα γίνεται ειδική αναφορά και κατάληξη επί ευρημάτων κατόπιν της ανάλογης αξιολόγησης. Η ετήσια έκθεση του 2010 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη και κοινή μαρτυρία των Μ.Κ.13 και 8, στα πλαίσια του ελέγχου των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων για το 2010, το αποτέλεσμα του υπολογισμού της αξίας χρήσης ο οποίος έγινε από την Τράπεζα ήταν οριακό και σχετικά μικρές αλλαγές στις παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν οδηγούσαν σε απομείωση της υπεραξίας της ΜΕΒ, όπως γνωστοποιήθηκε σε σχετική Σημείωση στις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις, σελ. 82, παρ. 3(γ). Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, οι παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν από την Τράπεζα αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης μεταξύ της ομάδας της PWC και της Οικονομικής Διεύθυνσης της Τράπεζας και παρόλο που κρίθηκαν αισιόδοξες, εντούτοις ήταν εντός του εύρους αποδεκτών παραμέτρων. Οι παραδοχές αυτές εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Ελέγχου στη συνεδρία ημ. 8.2.11. Σχετικά είναι τα πρακτικά, Τεκμήριο 6. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη και κοινή μαρτυρία των Μ.Κ.13 και 8, σε συνάντηση της PWC με την Επιτροπή Ελέγχου στις 23.2.11 η PWC παρουσίασε τα ζητήματα που προέκυψαν από τον έλεγχο των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων και ενημέρωσε την Επιτροπή πως τα μοντέλα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πολύ ευαίσθητα σε αρνητικές αλλαγές στις βασικές παραδοχές που υιοθετήθηκαν, κάτι το οποίο θα οδηγούσε σε απομείωση, όπως φαίνεται στην παρουσίαση της PWC ημ. 23.2.11. Σχετικά είναι τα πρακτικά της συνεδρίας της Επιτροπής Ελέγχου, Τεκμήριο 7. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός πως αυτή η αναφορά καταγράφεται επίσης και στο σημείο 8 της επιστολής (Management Letter) ημ. 25.5.11 της PWC, Τεκμήριο 288, στην οποία προβαίνει σε διάφορες εισηγήσεις προς την Τράπεζα κατόπιν του ελέγχου των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων. Ανάμεσα σε αυτές είναι η εισήγηση για έλεγχο απομείωσης υπεραξίας σε τριμηνιαία βάση. Είναι γεγονός ότι σε αυτή την επιστολή αναγράφονται κάτω από τον τίτλο «Management's response» πως «. we consider it more meaningful to do the impairment testing for goodwill on a six-monthly basis, since conditions do not change significantly within 3 months.» Δεχόμαστε την αναντίλεκτη θέση της Μ.Κ.10 πως αυτή η απάντηση δόθηκε από την Οικονομική Διεύθυνση του Ομίλου, και ειδικότερα τη Μ.Κ.10, και πως το περιεχόμενο αυτής της επιστολής ήταν σε γνώση του Διευθύνοντος Συμβούλου εφόσον αυτή (η επιστολή), ως θέμα πρακτικής, αποστέλλετο στον ίδιο σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.15. Όπως φαίνεται από τα πρακτικά της συνεδρίας του ΔΣ ημ. 26.5.11, Τεκμήριο 25, το ΔΣ ενέκρινε τα οικονομικά αποτελέσματα για το πρώτο τρίμηνο του 2011. Οι εν λόγω δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις, όπως και άλλες κατατέθηκαν από τη Μ.Κ.2, η μαρτυρία της οποίας περιορίστηκε στα όσα περιήλθαν σε γνώση της λόγω της ιδιότητας της. Αυτή ουσιαστικά αναφέρθηκε στις υποχρεώσεις των εισηγμένων στο ΧΑΚ εταιρειών και κατέθεσε τις ανακοινώσεις και τις οικονομικές καταστάσεις όπως αυτές στάληκαν από την Τράπεζα προς το ΧΑΚ. Η μαρτυρία της δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης παρά μόνο η αντεξέταση της περιορίστηκε σε κάποιες επιπρόσθετες πληροφορίες και διευκρινίσεις και ως εκ τούτου η μαρτυρία της γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Σε αυτά τα πλαίσια η Μ.Κ.2 κατέθεσε τις δημοσιευμένες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις του πρώτου τριμήνου του 2011, τις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις του πρώτου εξάμηνου του 2011, τις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις του τρίτου τριμήνου του 2011 και τις δημοσιευμένες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις του 2011 σε ηλεκτρονική μορφή, ήτοι σε ψηφιακό δίσκο σε pdf, Τεκμήριο 386, ο οποίος είναι ο ίδιος με τον ψηφιακό δίσκο Τεκμήριο 322 τον οποίο είχε παραδώσει στην Αστυνομία κατά την κατάθεση της. Κατέθεσε επίσης την Ανακοίνωση με τις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις του τρίτου τριμήνου του 2011 σε έντυπη μορφή, Τεκμήριο 387. Σύμφωνα επίσης με την κοινή και αναντίλεκτη μαρτυρία των Μ.Κ.13 και 8, στα πλαίσια της επισκόπησης των οικονομικών αποτελεσμάτων για το εξάμηνο του 2011 η PWC ζήτησε από την Οικονομική Διεύθυνση να διενεργήσει έλεγχο της απομείωσης υπεραξίας. Σχετικό είναι το Σημείωμα ημ. 27.6.11 της PWC προς τη Μ.Κ.10, Τεκμήριο 166. Παρόμοιες θέσεις εκφράστηκαν και σε συνάντηση της Οικονομικής Διευθύντριας με τους εξωτερικούς ελεγκτές την 1.7.11, όπου αναφέρθηκε πως το ζήτημα θα συζητείτο με την Επιτροπή Ελέγχου στις 7.7.11 και με τη Διεύθυνση στις 27.7.11, όπως καταγράφεται σε σχετικό Σημείωμα των εξωτερικών ελεγκτών, Τεκμήριο 111. Πράγματι, ακολούθησε η συνάντηση με την Επιτροπή Ελέγχου στις 7.7.11, στην οποία οι εξωτερικοί ελεγκτές ζήτησαν από την Οικονομική Διεύθυνση να προβεί σε έλεγχο απομείωσης υπεραξίας, λόγω της επιδείνωσης της οικονομίας στην Ελλάδα, κατά τις 30.6.11 αντί στις 30.9.11, και η Επιτροπή Ελέγχου ανέλαβε να συζητήσει το ζήτημα με τη Διεύθυνση. Σχετικό είναι το Σημείωμα των εξωτερικών ελεγκτών, Τεκμήριο 109. Στις 26.7.11 η Μ.Κ.10 απέστειλε Σημείωμα προς τον Κατηγορούμενο 1, με κοινοποίηση μεταξύ άλλων στον κ. ΔΣ, Τεκμήριο 304, στο οποίο επεξηγεί πως εάν η Τράπεζα δεν χρησιμοποιούσε κάποιες παραδοχές για το 2011 τότε θα προέκυπτε υπεραξία των εργασιών της ΜΕΒ στις 30.6.11, και πως με αυτό το δεδομένο η ίδια αναμένει να υπάρχει μεγάλη πίεση από τους εξωτερικούς ελεγκτές στη συνάντηση της επόμενης μέρας για να γίνει εγγραφή της απομείωσης της υπεραξίας για τις Ελληνικές εργασίες. Ακολούθησαν μεταξύ άλλων δύο συναντήσεις των εξωτερικών ελεγκτών με, μεταξύ άλλων, τον Κατηγορούμενο 1, τη Μ.Κ.10 και τον κ. Σ στην Αθήνα, στις 27.7.11 και στις 24.8.11. Ο Μ.Κ.8 ετοίμασε σχετικά Σημειώματα, Τεκμήρια 261 και 112 αντίστοιχα. Στην πρώτη οι εξωτερικοί ελεγκτές ανέφεραν πως οι παραδοχές για το 2010 έπρεπε να τύχουν αναθεώρησης και σαφώς όχι βελτιωμένες, λόγω των δυσμενών συνθηκών, και πως η Διεύθυνση της Τράπεζας είχε τη θέση ότι αυτό ήταν θέμα για το τέλος του έτους και αφού γίνει ο έλεγχος της απομείωσης τον Σεπτέμβριο. Στη δεύτερη συνάντηση, ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε πως λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν, οι προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας δεν ήταν ορατές και υπήρχε επικείμενο κούρεμα Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου (εφεξής καλούμενα «ΟΕΔ»), και επειδή υπήρχε και η εσωτερική αναδιάρθρωση της Τράπεζας με τη διασυνοριακή συγχώνευση, υπήρχε αδυναμία εξέτασης απομείωσης και εισηγήθηκε όπως η εξέταση απομείωσης γίνει με αναφορά τις 30.9.11 όπου αναμένετο να υπάρχει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των οικονομικών συνθηκών για τις Ελληνικές δραστηριότητες. Όπως καταγράφεται και στο Σημείωμα, οι συνελεγκτές εξέφρασαν την έντονη επιθυμία τους για υπολογισμό της απομείωσης της υπεραξίας στις 30.6.11 παρόλο που αντιλαμβάνονταν πλήρως τη θέση της Διεύθυνσης. Έτσι, στις 30.8.11 οι εξωτερικοί συνελεγκτές ετοίμασαν και υπέβαλαν έκθεση, Τεκμήριο 296, προς την Επιτροπή Ελέγχου, στην οποία στη σελ. 5 γίνεται ανάλυση της απομείωσης της υπεραξίας και ρητή αναφορά για τη διαβεβαίωση της Διεύθυνσης ότι θα έκανε έλεγχο απομείωσης με ημ. αναφοράς τις 30.9.11. Επαναλαμβάνεται επίσης η θέση των εξωτερικών ελεγκτών ότι οι παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν στις 31.12.10 ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητες και ότι τυχόν αρνητικές αλλαγές σε αυτές θα οδηγούσαν σε απομείωση. Η Μ.Κ.10 ανέφερε πως η δέσμευση της Διεύθυνσης για τον υπολογισμό της απομείωσης υπεραξίας με ημ. αναφοράς στις 30.9.11 προήλθε από τον Διευθύνοντα Σύμβολο, θέση την οποία δεχόμαστε εφόσον την υιοθέτησε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 στη Γραπτή του Δήλωση, Έγγραφο 29. Δεχόμαστε πως η δέσμευση αφορούσε τον υπολογισμό με ημ. αναφοράς τις 30.9.11. Η θέση του Κατηγορουμένου 1 πως αυτή η δέσμευση αφορούσε τα ετήσια αποτελέσματα του 2011 θα τύχει αξιολόγησης κατωτέρω. Οι εξαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις απασχόλησαν τη συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου ημ. 30.8.11 κατά την οποία αναφέρθηκε πως αυτές δεν περιείχαν απομείωση της υπεραξίας και πως η Διεύθυνση του Ομίλου διαβεβαίωσε τους ελεγκτές πως θα γινόταν υπολογισμός της απομείωσης της υπεραξίας με ημ. αναφοράς στις 30.9.11. Σχετικά είναι τα πρακτικά, Τεκμήριο 11. Σε συνεδρία της ίδιας ημερομηνίας του ΔΣ, αυτό ενέκρινε την εισήγηση της Επιτροπής Ελέγχου για συμπερίληψη απομείωσης των ΟΕΔ στα €178.6εκ. κατόπιν αποκοπής φόρου, και ενέκρινε τα εξαμηνιαία οικονομικά αποτελέσματα. Σχετικά είναι τα πρακτικά, Τεκμήριο 32. Οι οικονομικές καταστάσεις για το εξάμηνο του 2011 κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήριο 5. Σε αυτές περιλαμβάνεται εγγραφή της απομείωσης της υπεραξίας των ΟΕΔ στο 21%. Εδώ είναι επίσης χρήσιμο να αναφέρουμε πως αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός η ανακοίνωση του Eurogroup τον Ιούλιο του 2011 για κούρεμα των ΟΕΔ στο 21% (PSI). Στις 23.8.11 η Ελληνική Κυβέρνηση εξέδωσε έγγραφο με τις τέσσερις επιλογές αναφορικά με το PSI, η μια εκ των οποίων μάλιστα ήταν επωφελής για τον Όμιλο, δηλαδή θα απέφερε κέρδος λόγω του ότι τα πλείστα ΟΕΔ που κατείχε η Τράπεζα ήταν κοντινής λήξης και χαμηλού επιτοκίου. Είναι γεγονός πως εντός της Τράπεζας και περί τα τέλη Αυγούστου 2011, πριν τη δημοσίευση των εξαμηνιαίων οικονομικών αποτελεσμάτων, υπήρξε εισήγηση για την πιθανότητα ανακατανομής της υπεραξίας λόγω της διασυνοριακής συγχώνευσης με βάση το ΔΛΠ 36 παρ. 87, η οποία θα μελετείτο περαιτέρω με τους εξωτερικούς ελεγκτές, όπως προκύπτει από το Σημείωμα, Τεκμήριο 108. Αποτελεί επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός πως στις 26.10.11 εκδόθηκε Ανακοίνωση του Euro Summit, Τεκμήριο 421, για δεύτερο κούρεμα των ΟΕΔ, το λεγόμενο PSI+, στο 50%. Εδώ είναι κατάλληλο στάδιο να αναφέρουμε πως, σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του Μ.Κ.13, η επιστολή της ΚΤΚ ημ. 24.8.11, Τεκμήριο 48, προς την Τράπεζα, στην οποία γίνεται αναφορά για την κεφαλαιακή επάρκεια και τις προβλέψεις επί του δανειακού χαρτοφυλακίου της ΜΕΒ, περιήλθε σε γνώση των εξωτερικών ελεγκτών στις 4.11.11 από τον Μ.Κ.15, κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας και αιτήματος. Δεχόμαστε επίσης τη θέση του Μ.Κ.13 πως οι εκτιμήσεις της ΚΤΚ σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια και τις προβλέψεις επί του δανειακού χαρτοφυλακίου της ΜΕΒ έχουν αντίκτυπο στην εκτίμηση της αξίας της υπεραξίας της Τράπεζας, πλην όμως δεν ήταν κάτι το οποίο ο ίδιος έχει αξιολογήσει και έτσι δεν μπορούσε να αναφέρει οτιδήποτε περαιτέρω επί τούτου. Όσον αφορά τις εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις του 2011, η Μ.Κ.10 τις ετοίμασε και απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στον Κατηγορούμενο 1 και στον κ. Σ στις 8.11.11. Όπως φαίνεται στο εν λόγω μήνυμα, Τεκμήριο 306, η Μ.Κ.10 περιέλαβε απομείωση των ΟΕΔ στο 50% αλλά δεν περιέλαβε απομείωση της υπεραξίας των Ελληνικών εργασιών. Επί αυτού η Μ.Κ.10 αναφέρει πως η απομείωση της υπεραξίας ανέρχεται μεταξύ €600-€900εκ., τονίζοντας πως αυτή είναι μια καλή ευκαιρία για τη διαγραφή μεγάλου μέρους της υπεραξίας και πως στην ίδια μέθοδο προέβη η Credit Agricole σε σχέση με την πλήρη διαγραφή της υπεραξίας της Εμπορικής στις 30.6.11. Δεχόμαστε την αδιαμφισβήτητη θέση της Μ.Κ.10 πως ο Κατηγορούμενος 1 δεν απάντησε στο εν λόγω μήνυμα και έτσι σε τηλεφωνική επικοινωνία τους ο Κατηγορούμενος 1 της υπέδειξε τη διαφωνία του για το ύψος της απομείωσης και συμφώνησαν όπως η ίδια μιλήσει με τους εξωτερικούς ελεγκτές για την άποψη τους. Μετά από επικοινωνία της Μ.Κ.10 με τον Μ.Κ.13, αυτός στις 18.11.11 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο την ενημερώνει πως κατόπιν δικών του υπολογισμών, «back of the envelope» όπως τους αποκάλεσε, και χρησιμοποιώντας τις παραδοχές της Τράπεζας στις 30.6.11, οι οποίες ήταν αισιόδοξες, καταλήγει σε ποσό απομείωσης της τάξης του €1,126δις. Μάλιστα ο ίδιος υποδεικνύει ότι χρησιμοποίησε τη μονάδα 1 ως την αξία χρήσης (Price to Book Value), ενώ επισυνάπτει κατάσταση στην οποία φαίνεται ότι η μονάδα είναι αρκετά χαμηλότερη του 1. Ειδικότερα, η συνημμένη κατάσταση είναι μια συγκριτική ανάλυση ημ. 7.11.11 μεταξύ Ελληνικών, Κυπριακών και άλλων Ευρωπαϊκών Τραπεζών, με πηγή το Bloomberg, στην οποία καταδεικνύεται πως ο μέσος όρος της αξίας χρήσης (Price to Book Value) είναι 0,56%. Επίσης εκφράζει την ισχυρή του πεποίθηση πως η Τράπεζα θα πρέπει να προβεί σε απομείωση της υπεραξίας πριν τη μείωση κεφαλαίου για να μην υποστεί ζημιές. Την ίδια μέρα η Μ.Κ.10 κοινοποιεί το εν λόγω μήνυμα στον Κατηγορούμενο 1, στον Κατηγορούμενο 2 και στον Μ.Κ.9, Τεκμήριο 307. Σχετικό είναι επίσης το εσωτερικό Σημείωμα της PWC ημ. 17.11.11, του κ. ΜΣ προς τον Μ.Κ.13, στο οποίο φαίνεται η διενέργεια του υπολογισμού της απομείωσης της υπεραξίας της ΜΕΒ στις 30.6.11, Τεκμήριο 262. Και πάλι δεχόμαστε την αδιαμφισβήτητη θέση της Μ.Κ.10 πως σε τηλεφωνική επικοινωνία της με τον Κατηγορούμενο 1, ο τελευταίος ήταν αρνητικός στην εισήγηση της ίδιας και των εξωτερικών ελεγκτών για διενέργεια απομείωσης υπεραξίας στα προβαλλόμενα ποσά και συζητούσε για εγγραφή κάποιας μερικής απομείωσης αλλά όχι τέτοιου ύψους. Έτσι η ίδια έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία προσχεδίου οικονομικών καταστάσεων με απομείωση των ΟΕΔ στο 50% και υπεραξίας της τάξης των €250εκ., τις οποίες απέστειλε στους εξωτερικούς ελεγκτές για σχόλια. Δεχόμαστε επίσης τη θέση της Μ.Κ.10 πως κατέληξε στο ποσό των €250εκ., θεωρώντας το ως το ελάχιστο ποσό που θα έπρεπε να γίνει ως απομείωση υπεραξίας, βασιζόμενη σε χονδρικούς υπολογισμούς. Στις 22.11.11 ο Μ.Κ.13 αποστέλλει ακόμα ένα ηλεκτρονικό μήνυμα προς τη Μ.Κ.10, στο οποίο επισημαίνει πως αυτή περιέλαβε ένα ποσό απομείωσης υπεραξίας της τάξης των €250εκ. στους εννιαμηνιαίους λογαριασμούς, πως αυτό το ποσό δεν είναι επαρκές και πως οι ίδιοι (οι εξωτερικοί ελεγκτές) θα ζητήσουν σημαντική αύξηση αυτού του ποσού στα πλαίσια των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων. Η Μ.Κ.13 και πάλι κοινοποίησε το μήνυμα στους Κατηγορούμενους 1 και 2 και στον Μ.Κ.9 αυθημερόν, Τεκμήριο 308. Στις 24.11.11 το πρωί ο Κατηγορούμενος 1 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στη Μ.Κ10, με κοινοποίηση στον Μ.Κ.9 και τον κ. Σ, με το οποίο την πληροφορεί πως σε συνάντηση την προηγούμενη μέρα των πέντε μεγαλύτερων ελεγκτικών οίκων στην Ελλάδα και της Επιτροπής Ελέγχου Προτύπων (Accounting Standards Committee), αποφασίστηκε πως οι Ελληνικές Τράπεζες δεν θα περιλάβουν στις εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις τους την απομείωση των ΟΕΔ και απλώς θα γίνει μια λεπτομερής αναφορά σε Σημείωση στις καταστάσεις ενώ πλήρης απομείωση θα γίνει στα ετήσια αποτελέσματα. Η Μ.Κ.10 κοινοποιεί το μήνυμα στον Μ.Κ.13 ζητώντας τη δική του άποψη, ενόψει της ευθύνης της να ετοιμάζει λογαριασμούς σύμφωνα με τα Λογιστικά Πρότυπα για τον Όμιλο με έδρα την Κύπρο. Ο Μ.Κ.13 της απαντά πως θα μάθει κατά πόσο αυτή είναι η κατάσταση στην Ελλάδα και προβαίνει σε γενικό σχόλιο πως οι ίδιοι δεν δεσμεύονται από τις αποφάσεις των οίκων στην Ελλάδα. Η Μ.Κ.10 επανέρχεται προς τον Μ.Κ.13 αναμένοντας επειγόντως απάντηση, ειδικότερα για το κατά πόσο η μη συμπερίληψη απομείωσης των ΟΕΔ βάσει του PSI+ συνάδει με τα Λογιστικά Πρότυπα. O M.K.13 της απαντά ότι για να είναι συμβατές οι οικονομικές καταστάσεις με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (IFRS) θα πρέπει να αναγνωριστεί απομείωση των ΟΕΔ στο 50% και ότι μίλησε με τον κ. ΜΨ, Διευθύνοντα Σύμβουλο της PWC Ελλάδος, ο οποίος έχει την ίδια άποψη. Έτσι η Μ.Κ.10 στέλνει όλη την επικοινωνία της με τον Μ.Κ.13 στον Κατηγορούμενο 1 με κοινοποίηση στον Κατηγορούμενο 2, τον Μ.Κ.9 και τον κ. Σ. Η Μ.Κ.10 επισημαίνει πως οι λογαριασμοί δεν θα είναι συμβατοί με τα ΔΛΠ και πως οι δύο Κυπριακές Τράπεζες, Τράπεζα Κύπρου και Ελληνική, αποφάσισαν να αναγνωρίσουν απομείωση στο 50% στα εννιαμηνιαία αποτελέσματα τους. Ο Κατηγορούμενος 1 απαντά στη Μ.Κ.10 με κοινοποίηση στους υπόλοιπους, παραπέμποντας την σε ένα δημοσίευμα της εφημερίδας Καθημερινή, Τεκμήριο 433, στην οποία καταγράφεται το σκεπτικό πίσω από την απόφαση των Ελληνικών Τραπεζών. Ο Κατηγορούμενος 1 αναφέρει επίσης πως η Τράπεζα Κύπρου προέβη σε απομείωση λόγω του ότι θα κάνει αύξηση κεφαλαίου, ενώ οι Ελληνικές Τράπεζες ανέβαλαν την αύξηση κεφαλαίου. Εισηγείται την συμπερίληψη Σημείωσης στην οποία να αναφέρεται η έκθεση της Τράπεζας και η πιθανή απομείωση. Αναγνώρισε μεν την άποψη του κ. Ψ πλην όμως σημείωσε πως οι υπόλοιπες Τράπεζες στην Ελλάδα με ελεγκτές την PWC αναβάλλουν την απομείωση. Εξέφρασε τη θέση πως όταν υπάρχει διαθέσιμο το τελικό σχέδιο του PSI+ τότε θα είναι δυνατή η εγγραφή της απομείωσης και ζήτησε ένα προσχέδιο των εννιαμηνιαίων λογαριασμών με τα πιθανά «μετακινούμενα μέρη» («moving parts»). Αυτή η επικοινωνία αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 425. Στις 25.11.11 το πρωί, στις 08:50, η Μ.Κ.10 στέλνει ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο 309, στον Κατηγορούμενο 1, με κοινοποίηση στον Κατηγορούμενο 2 και στον Μ.Κ.9, στο οποίο επισυνάπτει τις εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις οι οποίες περιλαμβάνουν την απομείωση των ΟΕΔ στο 50% της ονομαστικής τους αξίας και απομείωση της υπεραξίας στα €250εκ. Την ίδια μέρα, και στις 09:51, ο Κατηγορούμενος 1 απαντά στη Μ.Κ.10, με κοινοποίηση στους προαναφερόμενους, ζητώντας της να ετοιμάσει λογαριασμούς χωρίς την απομείωση των ΟΕΔ και της υπεραξίας, λέγοντας πως η απομείωση της υπεραξίας πρέπει να συμβαδίζει με την απομείωση των ΟΕΔ και πως θα πρέπει να διοριστεί ένας μεγάλος λογιστικός οίκος για μελέτη επί τούτου και πως κατά την άποψη του η απομείωση της υπεραξίας θα πρέπει να είναι της τάξης τουλάχιστον €300-€500εκ. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 310. Στις 16:15 της ίδιας μέρας η Μ.Κ.10 στέλνει ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο 311, στον Κατηγορούμενο 1, με κοινοποίηση στους Κατηγορούμενους 2, Μ.Κ.9 και κ. Σ, στο οποίο επισυνάπτει οικονομικές καταστάσεις χωρίς τις δύο απομειώσεις, αναφέροντας πως αυτές είναι σύμφωνα με τις οδηγίες του Κατηγορουμένου 1 όπως τις ετοιμάσει αμέσως για να τις συζητήσει στο ΔΣ. Επισημαίνει επίσης πως η άποψη της ίδιας και των εξωτερικών ελεγκτών παραμένει ότι αυτή η εκδοχή των οικονομικών καταστάσεων δεν είναι σύμφωνη με τα ΔΛΠ. Στις 16:31 της ίδιας μέρας ο Μ.Κ.5 αποστέλλει ηλεκτρονικό μήνυμα, μέρος του Τεκμηρίου 314, στον Κατηγορούμενο 3, με κοινοποίηση στον Κατηγορούμενο 1 και στη Μ.Κ.10, στο οποίο αναφέρει πως η συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου ορίζεται για τις 29.11.11 και ώρα 11:00, με μοναδικό θέμα προς συζήτηση την εξέταση των εννιαμηνιαίων οικονομικών αποτελεσμάτων τα οποία θα τους σταλούν μόλις είναι διαθέσιμα. Στις 19:19 της ίδιας μέρας ο Μ.Κ.5 αποστέλλει ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο 410, προς τα μέλη του ΔΣ με αναφορά στη συνεδρία του ΔΣ στις 29.11.11 και ώρα 14:00. Σε αυτό επισυνάπτει προσχέδιο των εννιαμηνιαίων οικονομικών καταστάσεων το οποίο θα παρουσιαστεί στη συνεδρία, χωρίς περαιτέρω απομείωση των ΟΕΔ, με τη Σημείωση 10 για το θέμα, και χωρίς απομείωση υπεραξίας. Στο εν λόγω μήνυμα ο Μ.Κ.5 επισημαίνει πως οι καταστάσεις δεν περιλαμβάνουν απομείωση των ΟΕΔ και πως αυτός φαίνεται να είναι ο τρόπος με τον οποίο οι Ελληνικές Τράπεζες θα χειρίζονταν το θέμα στις δικές τους καταστάσεις. Στις 28.11.11 το απόγευμα η κα ΕΒ, Επικεφαλής των Επενδυτικών Σχέσεων του Ομίλου στην Ελλάδα, αποστέλλει στους Κατηγορούμενο 1, κ. Σ και Μ.Κ.10 δύο εκδοχές των οικονομικών αποτελεσμάτων, η μια χωρίς απομείωση των ΟΕΔ και υπεραξίας και η άλλη με τις δύο απομειώσεις, Τεκμήρια 312 και 313, για να ελέγξει (η Μ.Κ10) την ορθότητα των αριθμών και στις δύο παρουσιάσεις. Η Μ.Κ.10 εξέφρασε την πεποίθηση της πως η κα Β ενήργησε κατόπιν οδηγιών του Κατηγορουμένου 1, και παρόλο που αυτή κρίνεται καθόλα βάσιμη και λογική, αδυνατούμε να τη δεχθούμε εφόσον αυτή αποτελεί απλώς μια εκτίμηση της Μ.Κ.10 η οποία δεν επιβεβαιώθηκε από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Τελικώς στις 29.11.11 στις 10:14 η Μ.Κ.10 αποστέλλει στον Μ.Κ.5 και στον Κατηγορούμενο 3, με κοινοποίηση στον Κατηγορούμενο 1 και στον Μ.Κ.15, ηλεκτρονικό μήνυμα, μέρος του Τεκμηρίου 314, στο οποίο αναφέρει ότι ενόψει της συνεδρίας της Επιτροπής Ελέγχου στις 11:00 επισυνάπτει τις εννιαμηνίαιες οικονομικές καταστάσεις οι οποίες περιέχουν απομείωση των ΟΕΔ στο 50% για να είναι συμβατές με τα ΔΛΠ, όπως επιβεβαιώνουν και οι εξωτερικοί ελεγκτές PWC, και οι οποίες περιέχουν απομείωση υπεραξίας €250εκ. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να παρεμβάλουμε τη μαρτυρία της Μ.Κ.10 πως ο λόγος κοινοποίησης της σχετικής αλληλογραφίας αναφορικά με τις εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις στους Μ.Κ.9 και Κατηγορούμενο 2, ήταν ακριβώς λόγω της ιδιότητας τους ως Αναπληρωτών Διευθύνοντων Συμβούλων των οποίων ήθελε τη στήριξη ενόψει της διαφωνίας που προέκυψε μεταξύ της και του Διευθύνοντος Συμβούλου του Ομίλου για τις εν λόγω καταστάσεις. Έχουμε ήδη δεχθεί πως ο Κατηγορούμενος 2 ήταν μόνο διοικητικά προϊστάμενος της Μ.Κ.10, απορρίπτοντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.9 επί τούτου. Επισημαίνουμε πως ούτε και η ίδια η Μ.Κ.10 συνέδεσε ειδικά τον Κατηγορούμενο 2 ως άμεσα προϊστάμενο της σε σχέση με τον λόγο κοινοποίησης της συγκεκριμένης αλληλογραφίας, θέτοντας και τους δύο Αναπληρωτές Διευθύνοντες Συμβούλους ακριβώς στην ίδια θέση λόγω της ιδιότητας τους. Ως εκ τούτου δεχόμαστε αυτή τη μαρτυρία της καθώς επίσης και τη θέση της πως δεν κοινοποίησε τη σχετική αλληλογραφία στα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου ενόσω οι οικονομικές καταστάσεις ήταν υπό συζήτηση μέχρι και λίγες ώρες πριν τη συνεδρία της Επιτροπής και πως εν πάση περιπτώσει διαβίβασε τη σαφή της τοποθέτηση προς την Επιτροπή κατά τη συνεδρία της για το ότι οι οικονομικές καταστάσεις δεν θα ήταν σύμφωνες με τα ΔΛΠ εάν δεν περιείχαν τις απομειώσεις. Στην κατάθεση της ημ. 12.10.15, Έγγραφο 17, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, η Μ.Κ.10 ανέφερε πως δεν είχε οποιαδήποτε συζήτηση ή επικοινωνία είτε με τον Μ.Κ.9 είτε με τον Κατηγορούμενο 2, καθ΄ όλον τον χρόνο κοινοποίησης των πιο πάνω μηνυμάτων και πως εξ΄ όσον θυμόταν δεν είχε οποιαδήποτε αντίδραση εκ μέρους τους. Αντίθετη θέση εξέφρασε ο Μ.Κ.9, τόσο στην κατάθεση του ημ. 15.11.15, Έγγραφο 13, όσο και κατά την προφορική του μαρτυρία, αναφέροντας πως ο ίδιος, μετά τη λήψη των μηνυμάτων στις 18 και 22.11.11, στις 23.11.11, εξ όσον θυμόταν, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη Μ.Κ.10, της ανέφερε πως αυτός δεν ήταν αρμόδιος για τα θέματα της υπεραξίας της ΜΕΒ και τη συμβούλευσε και προέτρεψε να ενημερώσει άμεσα τα μέλη του ΔΣ και τον Πρόεδρο του, κ. Μ. Στην κατάθεση του ημ. 21.11.15, Έγγραφο 14, ο Μ.Κ.9 επαναλαμβάνει πως σε τηλεφωνική του επικοινωνία με τη Μ.Κ.10 τη συμβούλευσε εμφατικά όπως ενημερώσει έγκαιρα την Επιτροπή Ελέγχου και τον Πρόεδρο του ΔΣ. Και στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο Μ.Κ.9 εξέφρασε βεβαιότητα για τα όσα ανέφερε, πλην όμως δεν δεχόμαστε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του ως αξιόπιστο. Έχουμε ήδη αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν έχουμε ικανοποιηθεί πως η μαρτυρία του Μ.Κ.9 δεν κρίνεται αντικειμενική και ανεξάρτητη και θεωρούμε πως αυτή η αναφορά του αντικατοπτρίζει σε αποκαλυπτικό βαθμό τον ζήλο και την προσπάθεια του να μειώσει ή εξαλείψει τη δική του ευθύνη και να αποδώσει ευθύνες σε άλλους και κυρίως στον Κατηγορούμενο 2, αποδίδοντας του ρόλο προϊσταμένου της Μ.Κ.10, τον οποίο η ίδια η Μ.Κ10 ουδέποτε αναγνώρισε αλλά αντίθετα έθεσε τους δύο Αναπληρωτές Συμβούλους επί ίσοις όροις όσον αφορά τον σκοπό της ενημέρωσης τους για το ζήτημα. Εδώ είναι επίσης σημαντικό να παρεμβάλουμε και την αναφορά του Μ.Κ.9 πως ο ίδιος δεν ενεπλάκη στο θέμα της διαφωνίας λόγω της δικής του αρμοδιότητας ως υπεύθυνος για τις ξένες χώρες και όχι για την Κύπρο και την Ελλάδα και λόγω του ότι αυτός βρισκόταν σε ρήξη με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και δεν θα κατάφερνε να επηρεάσει ή πείσει για το θέμα αυτό. Πράγματι μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων και των Κατηγορουμένων, διαφαίνεται η ρήξη και διαμάχη μεταξύ του Μ.Κ.9 και των Κατηγορουμένων 1 και 2, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από τη διαδοχή του Μ.Κ.9 ως Διευθύνοντος Συμβούλου μετά την αποχώρηση του Κατηγορουμένου 1. Αυτή όμως η αναφορά του Μ.Κ9 δεν δύναται να θεωρηθεί ως επαρκής δικαιολογία για την όποια άρνηση του ιδίου να εμπλακεί στο θέμα της διαφωνίας, καλυπτόμενος πίσω από την ιδιότητα του όσον αφορά τις ξένες χώρες και διαγράφοντας πλήρως την ιδιότητα του ως μέλους του ΔΣ και μάλιστα ενώ ο ίδιος παρουσιάζει εαυτόν ως ιδιαίτερα ευσυνείδητο και ευαίσθητο όσον αφορά την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του και κυρίως έναντι του επενδυτικού κοινού. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του πως δεν ήθελε να εμπλακεί στο ζήτημα για να μην εκθέσει τον Διευθύνοντα Σύμβουλο με τον οποίο ταυτόχρονα, όπως ο ίδιος παραδέχεται, βρισκόταν ήδη σε ρήξη και έντονη αντιπαράθεση, κυρίως μετά τη συνεδρία του ΔΣ στις 21.11.11, και μάλιστα προβάλλοντας ως επιπρόσθετο λόγο τα βεβαρημένα του καθήκοντα. Επιπλέον δήλωσε πως δεν ασχολήθηκε με το μήνυμα της 25.11.11 όταν αποστάληκαν οικονομικές καταστάσεις με τις δύο απομειώσεις επειδή θεώρησε πως αυτές στάληκαν ως απλή κοινοποίηση, θέση την οποία θεωρούμε επιπόλαιη και αβάσιμη, εφόσον ήταν πλήρως γνώστης του όλου ιστορικού και της έντονης διαφωνίας απόψεων μεταξύ της Μ.Κ.10 και του Κατηγορουμένου 1. Κρίνουμε πως αυτή η τοποθέτηση αποσκοπεί αποκλειστικά στην κάλυψη και αποφυγή των δικών του ευθυνών και στην εναπόθεση αυτών σε άλλους. Ως εκ τούτου δεχόμαστε τη θέση της Μ.Κ.10 πως μαζί της δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία είτε ο Μ.Κ.9 είτε ο Κατηγορούμενος 2. Πράγματι στις 29.11.11 και στις 11:00 συνήλθε η Επιτροπή Ελέγχου με Πρόεδρο τον Κατηγορούμενο 3 και μέλος τον Κατηγορούμενο 4 ο οποίος συμμετείχε μέσω τηλεφωνοδιάσκεψης. Παρόντες ήταν επίσης ο Μ.Κ.5, Γραμματέας, ο Μ.Κ.15 και η Μ.Κ.10. Όπως καταγράφεται στα Πρακτικά, Τεκμήριο 13, και είναι κοινώς παραδεκτό, η Επιτροπή Ελέγχου αποφάσισε την εισήγηση στο ΔΣ της έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων χωρίς απομειώσεις των ΟΕΔ και της υπεραξίας προσθέτοντας ότι ήταν προτιμότερο να αναγραφόταν σε Σημείωση το υπολογιζόμενο εύρος της απομείωσης παρά ένας συγκεκριμένος αριθμός λόγω της ασάφειας των όρων του PSI+. Αργότερα την ίδια μέρα στις 14:00 έλαβε χώρα η συνεδρία του ΔΣ όπου συζητήθηκαν τα εννιαμηνιαία οικονομικά αποτελέσματα. Όπως καταγράφεται στα Πρακτικά, Τεκμήριο 39, εκ μέρους του ΔΣ παρόντες στη συνεδρία ήταν ο κ. Μ, οι Μ.Κ.3, 6 και 15, οι Κατηγορούμενοι 1-4, και οι κκ. Χ, A, Q και B. Σημειώνεται πως και πάλι η συμμετοχή του Κατηγορουμένου 4 ήταν μέσω τηλεφωνοδιάσκεψης. Παρόντες ήταν επίσης ο Μ.Κ.5 ως Γραμματέας, οι κκ. Κ και Ι, νομικοί σύμβουλοι, ο κ. Σ και η Μ.Κ.10. Σύμφωνα με τα Πρακτικά, όπως είναι κοινώς παραδεκτό, η Επιτροπή Ελέγχου προέβη στη σχετική εισήγηση προς το ΔΣ το οποίο ομόφωνα δέχθηκε την εισήγηση και ενέκρινε τις εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις. Οι εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4. Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.5 απέστειλε Ανακοίνωση για τα εν λόγω αποτελέσματα και τα ίδια τα αποτελέσματα προς το ΧΑΚ, Τεκμήριο 387. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση της Μ.Κ.2, η Ανακοίνωση και τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα του ΧΑΚ είτε στις 29 είτε στις 30.11.11. Το Δελτίο Τύπου της Τράπεζας ημ. 29.11.11 για τα αποτελέσματα του Γ΄ τριμήνου 2011 του Ομίλου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 420. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός πως με επιστολή της ημ. 29.11.11, Τεκμήριο 395, η ΚΤΚ ζητούσε την άμεση απομάκρυνση του Κατηγορουμένου 1 από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου του Ομίλου. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στη συνεδρία του ΔΣ στις 29.11.11. Όπως καταγράφεται στα πρακτικά, Τεκμήριο 39, επί τούτου τα μέλη του ΔΣ εξέφρασαν την υποστήριξη τους προς τον Κατηγορούμενο 1 και συμφώνησαν να αποστείλουν επιστολή προς την ΚΤΚ ζητώντας την αναθεώρηση της απόφασης της. Πράγματι, τέτοια επιστολή αποστάληκε στις 30.11.11, Τεκμήριο 396, πλην όμως η ΚΤΚ με επιστολή της ημ. 1.12.11, Τεκμήριο 398, επέμενε στην απόφαση της για την απομάκρυνση του Κατηγορουμένου 1. Στη συνεδρία του ΔΣ ημ. 5.12.11, το ΔΣ αποφάσισε την αποδοχή της παραίτησης του Κατηγορουμένου 1 και τον διορισμό του Μ.Κ.9 ως Διευθύνοντος Συμβούλου του Ομίλου. Σχετικά είναι τα πρακτικά, Τεκμήριο 40. Αποτελεί επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός πως μετά την ανάληψη του Μ.Κ.9 ως Διευθύνοντος Συμβούλου, λήφθηκε επιστολή ημ. 8.12.11, Τεκμήριο 211, από τους εξωτερικούς ελεγκτές, η οποία αφορούσε τις οικονομικές καταστάσεις του εννιαμήνου του 2011 και αναφερόταν σε διάφορα θέματα. Μεταξύ αυτών γινόταν σχολιασμός για την απομείωση των ΟΕΔ και για την υπεραξία των εργασιών στην Ελλάδα, με παραπομπή στην επιστολή των εξωτερικών ελεγκτών ημ. 24.11.11, στην οποία ανέφεραν ότι η Ανακοίνωση του PSI+ ήταν αρκετά σαφής ώστε να έπρεπε να είχε γίνει εγγραφή απομείωσης στα εννιαμηνιαία οικονομικά αποτελέσματα σύμφωνα με τα ΔΛΠ. Ενόψει αυτής της επιστολής ημ. 8.12.11, η Τράπεζα προσέλαβε την EY για να ετοιμάσει συμβουλευτική έκθεση αποτίμησης αναφορικά με την αξία των εργασιών του Ομίλου Marfin για τον σκοπό υπολογισμού της απομείωσης της υπεραξίας της ΜΕΒ. Ανάμεσα στα άτομα της ΕΥ που ετοίμασαν αυτή την έκθεση είναι ο Μ.Κ.11, τα προσόντα και η ειδικότητα του οποίου περιλαμβάνονται στο Βιογραφικό του Σημείωμα, Έγγραφο 18, και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης και ως τέτοια γίνονται πλήρως δεκτά από το Δικαστήριο. Σημειώνουμε επίσης πως τόσο η εργασία της ΕΥ όσο και η μαρτυρία του Μ.Κ.11 αποτέλεσαν κοινό έδαφος από όλες τις πλευρές και ο μάρτυρας δεν αντικρούστηκε ως προς την εγκυρότητα της εργασία της ΕΥ, παρά μόνο του ζητήθηκαν επεξηγήσεις και οι επιστημονικές του απόψεις επί διαφόρων ζητημάτων που άπτονται του τρόπου υπολογισμού της απομείωσης της υπεραξίας. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και υιοθετείται στο σύνολο της. Σε αυτό το στάδιο κρίνεται σκόπιμο να αναφέρουμε πως η Έκθεση της ΕΥ η οποία ετοιμάστηκε αποτελείται από τα Τεκμήρια 302 και 303. Το Τεκμήριο 303 αφορά ειδικά τη ΜΕΒ. Δεχόμαστε πως η εργασία στηρίχθηκε στη μεθοδολογία Dividend Discount Model (DDM) η οποία είναι μια από τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση μιας τράπεζας και έγινε βάσει των όρων εντολής για αποτίμηση της ΜΕΒ ως υποκατάστημα της Marfin Popular Bank και της Marfin Bank of UK ως μια μονάδα παραγωγής ταμειακών ροών (single cash generating unit) για τα έτη 2011-2020. Όπως εξήγησε ο Μ.Κ.11, η μεθοδολογία DDM λαμβάνει υπόψιν τα μερίσματα τα οποία δίδονται στους μετόχους και όχι τα κεφάλαια τα οποία απαιτούνται από την Κεντρική Τράπεζα να κρατούνται με βάση το ρίσκο της κάθε τράπεζας. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο πως η Τράπεζα χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο μοντέλο για σκοπούς υπολογισμούς της απομείωσης της υπεραξίας της ΜΕΒ στα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα του 2011, Τεκμήριο 3, τα οποία εγκρίθηκαν από το ΔΣ στις 30.4.12, όπως φαίνεται στα πρακτικά, Τεκμήριο 409, και στα οποία (αποτελέσματα) αναγνωρίστηκε απομείωση ύψους €759.865, σελ. 108. Σημειώνεται πως σε συνεδρία του ΔΣ ημ. 28.2.12 το ΔΣ είχε εγκρίνει τα προκαταρκτικά ετήσια αποτελέσματα τα οποία και δημοσιεύτηκαν και τα οποία περιλάμβαναν απομείωση της υπεραξίας ύψους €796εκ. Σχετικά είναι τα πρακτικά, Τεκμήριο 45. ΙΙΙ.Γ. Συνεδρίες της Επιτροπής Ελέγχου και του ΔΣ στις 29.11.11 Στην πιο πάνω παράθεση του ιστορικού των γεγονότων, σκόπιμα γίνεται μια επιγραμματική αναφορά στις δύο συνεδρίες που έλαβαν χώρα στις 29.11.11, της Επιτροπής Ελέγχου και του ΔΣ. Και τούτο καθότι αυτές οι δύο συνεδρίες είναι καθοριστικές όσον αφορά τις επίμαχες εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις και επομένως το τι ακριβώς διημήφθη σε καθεμιά εξ αυτών αποτελεί σημαντικό μέρος των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Υπήρχε διάσταση θέσεων μεταξύ Κατηγορούσας Αρχής και Υπεράσπισης ως προς το τι ελέχθη σε αυτές, και επομένως στα πλαίσια ενασχόλησης με αυτό το ζήτημα καθίσταται αναγκαία η αξιολόγηση των εμπλεκόμενων σε αυτές μαρτύρων. (
- i)Χειρόγραφες Σημειώσεις και Πρακτικά Συνεδριών Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο Μ.Κ.5, ως ο Γραμματέας, λάμβανε πρόχειρες χειρόγραφες σημειώσεις κατά τις συνεδρίες των Επιτροπών και του ΔΣ τις οποίες αργότερα χρησιμοποιούσε και ετοίμαζε τα πρακτικά τα οποία δακτυλογραφούσε η γραμματέας του. Εν συνεχεία κοινοποιούνταν στους ενδιαφερόμενους, ήτοι τα μέλη της κάθε Επιτροπής ή του ΔΣ, για μελέτη και έλεγχο, μέχρι την επόμενη συνεδρία της κάθε Επιτροπής ή του ΔΣ για υπογραφή. Τα πρακτικά των δύο προαναφερόμενων συνεδριών προφανώς υπήρχαν εξαρχής στα χέρια των ανακριτών της υπόθεσης εξ ου και κατατέθηκαν την πρώτη κιόλας δικάσιμο από τον Μ.Κ.1. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 13 και 39 αντίστοιχα. Κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Κ.3, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παρουσίασε αντίγραφο των χειρόγραφων σημειώσεων του Μ.Κ.5 αναφορικά με τη συνεδρία του ΔΣ ημ. 29.11.11, οι οποίες σε εκείνο το στάδιο κατατέθηκαν ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α και έγιναν Τεκμήριο 399 κατόπιν αναγνώρισης τους από τον συντάξαντα αυτών, τον Μ.Κ.5. Σημειώνεται πως με βάση κοινές δηλώσεις των συνηγόρων, αυτό το έγγραφο παραδόθηκε στη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1. Κατά τη δικάσιμο της 21ης Μαΐου του 2018, και πριν ξεκινήσει η αντεξέταση του Κατηγορουμένου 2 από την Κατηγορούσα Αρχή, κατατέθηκαν από κοινού η Διαταγή Παρουσίασης Εγγράφων η οποία εκδόθηκε στις 11.5.18 προς τον Ειδικό Διαχειριστή της Cyprus Popular Bank Public Company Ltd, Τεκμήριο 548 και η κατάθεση ημ. 14.5.18 - Τεκμήριο 549 - του ΓΛ, ο οποίος εργάζεται στο Γραφείο του Διαχειριστή και παρέδωσε συνολικά πέντε έγγραφα, τα οποία είναι χειρόγραφες σημειώσεις του Μ.Κ.5. Αυτές κατατέθηκαν εκ συμφώνου για το γεγονός ότι όσα αναγράφονται σε αυτές έχουν πράγματι λεχθεί στις αντίστοιχες συνεδρίες. Πρόκειται για χειρόγραφες σημειώσεις που αφορούν τις εξής: v Συνεδρία του ΔΣ ημ. 3.11.11 - Τεκμήριο 543 v Συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου ημ. 11.11.11 - Τεκμήριο 544 v Συνεδρία του ΔΣ ημ. 21.11.11 - Τεκμήριο 545 v Συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου ημ. 29.11.11 - Τεκμήριο 546 v Συνεδρία του ΔΣ ημ. 29.11.11 - Τεκμήριο 547 Σύμφωνα με τις δηλώσεις των συνηγόρων προκύπτει πως κατά την παραλαβή από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής προσχεδίου της Γραπτής Δήλωσης του Κατηγορουμένου 2 στην οποία γινόταν αναφορά σε χειρόγραφες σημειώσεις του Μ.Κ.5 οι οποίες βρίσκονταν στην κατοχή της Υπεράσπισης, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής έλαβε τα δέοντα μέτρα για τον εντοπισμό τέτοιων σημειώσεων. Δεν χωρεί αμφιβολία πως η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τις εν λόγω συνεδρίες μέχρι και την κατάθεση των μαρτύρων στις ανακριτικές αρχές (το 2015) και ακόμα περισσότερο μέχρι και τη μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου (το 2017 και 2018), εύλογα δικαιολογεί αδυναμία μνήμης και ανάκλησης γεγονότων με ακρίβεια και ή καθόλου. Άλλωστε αρκετοί μάρτυρες επικαλέστηκαν τέτοια αδυναμία και βασικά αντλούσαν γνώση για το τι έλαβε χώρα στις συνεδρίες από τα ίδια τα πρακτικά. Έτσι τόσο οι χειρόγραφες σημειώσεις όσο και τα πρακτικά αποτελούν ένα χρήσιμο οδηγό ως βάση για τις σχετικές αναφορές των μαρτύρων αλλά και για την άντληση του ιδίου του Δικαστηρίου πληροφόρησης για το τι ελέχθη στις εν λόγω συνεδρίες. Είναι επίσης κοινώς παραδεκτό, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.5, αλλά και όλων των υπόλοιπων μαρτύρων συμπεριλαμβανομένων και των Κατηγορουμένων, πως τόσο οι χειρόγραφες σημειώσεις όσο και τα πρακτικά δεν καταγράφουν με ακρίβεια και πληρότητα όλα όσα λέχθηκαν στις εν λόγω συνεδρίες, παρά μόνο «τις κυριότερες απόψεις και τελικά τις αποφάσεις που λαμβάνονταν» όπως ανέφερε ο Μ.Κ.5. Όπως εύκολα διαπιστώνεται από μια απλή ανάγνωση και αντιπαραβολή των δύο αυτών αντίστοιχων εγγράφων, προκύπτει επίσης πως τα πρακτικά δεν αποτυπώνουν όλα όσα καταγράφονται στις χειρόγραφες σημειώσεις καθώς επίσης πως δεν είναι ξεκάθαρη η ερμηνεία κάποιων καταγραφών στις χειρόγραφες σημειώσεις, όπως π.χ. κάποιες μονολεκτικές αναφορές ή η απλή σύνδεση αναφορών με τόξο. Όπως αναφέρεται και πιο κάτω, ούτε και ο ίδιος ο Μ.Κ.5 ήταν σε θέση να ερμηνεύσει τα δικά του γραφόμενα. Περαιτέρω είναι κοινώς αποδεκτό πως κατά κανόνα τα πρακτικά των συνεδριών ετοιμάζονταν από τον Μ.Κ.5 πολύ καθυστερημένα, λόγω φόρτου εργασίας. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των Μ.Κ.5 και του Κατηγορουμένου 3, πως κατόπιν παράκλησης του τελευταίου, μετά τη λήξη της συνεδρίας της Επιτροπής Ελέγχου στις 29.11.11, ο Μ.Κ.5 ετοίμασε άμεσα ένα Σημείωμα για την εν λόγω συνεδρία το οποίο και ο Κατηγορούμενος 3 ανάγνωσε αυτολεξεί κατά τη συνεδρία του ΔΣ και το οποίο τελικώς κατέληξε να αποτελεί με το ίδιο περιεχόμενο τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας της Επιτροπής Ελέγχου. Σύμφωνα δε με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.5, τα συγκεκριμένα πρακτικά της Επιτροπής Ελέγχου φέρουν την υπογραφή του Μ.Κ.5 και του Κατηγορουμένου 3 ενώ δεν αποστάληκαν στον Κατηγορούμενο 4 ο οποίος είχε ήδη τότε αποχωρήσει από την Τράπεζα. Όσον δε αφορά τα πρακτικά του ΔΣ ημ. 29.11.11, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ όλων των πλευρών πως αυτά αποστάληκαν στα μέλη της του ΔΣ αρκετά αργοπορημένα εντός του 2012, ίσως και το Καλοκαίρι του 2012, όταν κάποια μέλη είχαν ήδη αποχωρήσει εξ ου και δεν υπέγραψαν. Τα πρακτικά του ΔΣ φέρουν μόνο την υπογραφή του κ. Μ, του Μ.Κ.3 και των Κατηγορουμένων 3 και 4, και παρόλο που είχαν διαβιβαστεί και στα υπόλοιπα μέλη, λόγω των καταστάσεων που ακολούθησαν με την αποχώρηση κάποιων στελεχών, δεν υπάρχουν άλλες υπογραφές. Εδώ δεχόμαστε την αναντίλεκτη θέση του Μ.Κ.6 πως αυτός δεν υπέγραψε τα εν λόγω πρακτικά, όπως και πολλά άλλα, λόγω του ότι στάληκαν όλα μαζί για υπογραφή μετά από αρκετό καιρό και αφού είχε αλλάξει η σύνθεση του ΔΣ και πως η θέση του ήταν ότι δεν ήταν δυνατό να τα επικυρώσει μετά από πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, καθότι ήταν η πάγια θέση και αίτημα του προς το ΔΣ όπως τα πρακτικά αποστέλλοντο έγκαιρα για επικύρωση. (
- ii)Συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου ημ. 29.11.11 Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως κατά τη συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου η Μ.Κ.10 παρουσίασε τα εννιαμηνιαία οικονομικά αποτελέσματα με τις απομειώσεις των ΟΕΔ στο 50% και της υπεραξίας στα €250εκ. Με γνώμονα πάντα το περιεχόμενο των χειρόγραφων σημειώσεων, η Μ.Κ.10 παρουσίασε τα αποτελέσματα στην Επιτροπή και ανέφερε πως αυτά ήταν σύμφωνα με τα ΔΛΠ. Ο Κατηγορούμενος 4 ανέφερε πως οι Ελληνικές Τράπεζες δεν προέβηκαν σε απομείωση των ΟΕΔ ενώ η Μ.Κ.10 ανέφερε πως οι Κυπριακές Τράπεζες το έχουν πράξει, και ειδικά η Τράπεζα Κύπρου. Ο Κατηγορούμενος 4 διερωτήθηκε τι νούμερο να περιλάβουν εφόσον οι όροι του PSI+ δεν έχουν οριστικοποιηθεί και η Μ.Κ.10 απάντησε πως σύμφωνα με τα ΔΛΠ, έστω και αν δεν ξέρουν το ακριβές ποσό, θα πρέπει να γράψουν το πλησιέστερο, πως η PWC συστήνει να γίνουν σύμφωνα με τα ΔΛΠ και πως για την Τράπεζα αρμόδια είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ο Κατηγορούμενος 4 εισηγήθηκε να ρωτήσουν την ΚΤΚ. Εδώ ακριβώς υπάρχει ασάφεια για το ποιος μίλησε, εφόσον τόξο συνδέει τις λέξεις «Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς» (στην οποία αναφέρθηκε η Μ.Κ.10) με την επόμενη καταγραφή αμέσως μετά την εισήγηση του Κατηγορουμένου 4, ότι μίλησε με τον Πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και υπάρχει κατ΄ αρχήν «κατανόηση». Η Μ.Κ.10 ανέφερε ότι και οι ελεγκτές στην Ελλάδα δεν συμφώνησαν και ο Κατηγορούμενος 4 διερωτήθηκε γιατί να περιλάβουν το ποσό των €250εκ. λέγοντας ότι θα πρέπει να γίνει ένας πιο ακριβής υπολογισμός που θα βγάλει πιο ψηλά το ποσό. Ο Κατηγορούμενος 3 συμφωνεί και η Μ.Κ.10 αναφέρει ότι ο Μ.Κ.13 μίλησε για €1δις. Ο Κατηγορούμενος 4 ανέφερε ότι ικανοποιούν οι λογαριασμοί επειδή υπάρχει η Σημείωση στη σελ. 14 και ότι θα πρέπει να υπάρξει διευκρίνιση κατά πόσο είναι πριν ή μετά τη φορολογία, καθώς επίσης και ότι το εύρος ενισχύει τη θέση πως δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια. Ο Μ.Κ.15 μίλησε για την επιδότηση στην Ελλάδα και αναγράφεται επίσης ότι η υπεραξία θα συζητηθεί περαιτέρω ενώ ακολούθως η Μ.Κ.10 ανέφερε ότι πιθανόν να διορίσουν και συμβούλους. Στα πρακτικά, Τεκμήριο 13, αναφέρεται πως μετά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων από τη Μ.Κ.10, τα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου σημείωσαν όπως αυτά περιλάβουν την απομείωση των ΟΕΔ όπως περιέχεται στα εξαμηνιαία αποτελέσματα χωρίς περαιτέρω απομείωση του 50% της Συμφωνίας 26.10.11. Η Μ.Κ.10 ενημέρωσε την Επιτροπή Ελέγχου πως οι λογαριασμοί δεν είναι σύμφωνοι με τα ΔΛΠ επειδή δεν περιέχουν περαιτέρω απομείωση η οποία συμφωνήθηκε τον Οκτώβριο και πως οι εξωτερικοί ελεγκτές PWC και GT είχαν την ίδια άποψη, καθώς επίσης και πως άλλες Κυπριακές Τράπεζας περιέλαβαν πλήρη απομείωση των ΟΕΔ. Σε άλλη παράγραφο αναφέρεται ότι από την άλλη οι Ελληνικές Τράπεζες οι οποίες επηρεάστηκαν από τη νέα απομείωση σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό δεν θα προβούν σε περαιτέρω απομείωση με το σκεπτικό πως οι όροι του PSI+ δεν είναι ακόμα σαφείς και ότι είναι προτιμότερο να περιληφθεί η απομείωση στα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα. Τα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου ανέφεραν ότι η αβεβαιότητα των όρων της απομείωσης (PSI+) επεξηγείται στη Σημείωση 10 των οικονομικών αποτελεσμάτων η οποία δίδει ένα υπολογισμό της επιπρόσθετης απομείωσης. Επομένως, τα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου συμφώνησαν να εισηγηθούν στο ΔΣ έγκριση των οικονομικών αποτελεσμάτων όπως αυτά παρουσιάστηκαν στο ΔΣ και πρόσθεσαν ότι είναι προτιμότερο να δείξουν στη Σημείωση το υπολογιζόμενο εύρος αντί ένα ακριβές ποσό ούτως ώστε να αντικατοπτρίζεται η αβεβαιότητα των όρων. Πέραν των όσων καταγράφονται στα δύο αυτά έγγραφα, έδωσαν μαρτυρία οι παρευρισκόμενοι στην εν λόγω συνεδρία, ήτοι οι Μ.Κ.5, Μ.Κ.10, Μ.Κ.15 και Κατηγορούμενοι 3 και 4. Όσον αφορά τον Μ.Κ.5, θεωρούμε πως αυτός κατέθεσε με ειλικρίνεια αναφορικά με τα καθήκοντα του ως Γραμματέας και για όσα γεγονότα ήταν σε θέση να θυμηθεί. Ικανοποιούμαστε πως ήταν αντικειμενικός μάρτυρας, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνέπεια και ευθύτητα και δεν δίστασε να δηλώσει αδυναμία μνήμης για κάποια ζητήματα, ακόμα και την ερμηνεία των δικών του χειρόγραφων σημειώσεων. Επαναλαμβάνουμε επίσης πως η μαρτυρία αυτού δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση η οποία απλώς του έθεσε διευκρινιστικές ερωτήσεις ζητώντας βασικά περισσότερες πληροφορίες αναφορικά μα τα διαδραματιζόμενα στις εν λόγω συνεδρίες. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του Μ.Κ.5 κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Η Μ.Κ.10 με τη σειρά της επίσης άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Πέραν του ότι δεχόμαστε πως αυτή είναι εμπειρογνώμονας λόγω των προσόντων και της εμπειρίας της, θεωρούμε πως κατέθεσε με ευθύτητα, συνέπεια, πληρότητα και εμπεριστατωμένα για τα γεγονότα της υπόθεσης και κυρίως για τη δική της επιστημονική θέση επί της ερμηνείας των ΔΛΠ και των οικονομικών καταστάσεων, θέμα για το οποίο θα γίνει εκτενής αναφορά σε ξεχωριστό κεφάλαιο κατωτέρω. Είναι σημαντικό να λεχθεί πως η Μ.Κ.10 παρέμεινε καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της σταθερή αναφορικά με τις επίδικες εννιαμηνιαίες καταστάσεις, θέση η οποία ενδυναμώνεται τόσο μέσα από την εξέλιξη των γεγονότων και τα διάφορα έγγραφα όπως αυτά περιγράφονται ανωτέρω, αλλά κυρίως και μέσα από τη συνεχή επικοινωνία της με τους εξωτερικούς ελεγκτές στην προσπάθεια της να έχει και την επαγγελματική γνώμη αυτών, γεγονός αποκαλυπτικό του επαγγελματισμού και της ψηλής αίσθησης ευθύνης της ως Οικονομικής Διευθύντριας στην ορθή ετοιμασία των οικονομικών αποτελεσμάτων του Ομίλου και στην τήρηση των ΔΛΠ. Καθόλη τη μακρά και επίμονη αντεξέταση της, αυτή κατέθεσε με ένα χαρακτηριστικό και αφοπλιστικό αυθορμητισμό, αντικρούοντας με βάσιμες και επαρκείς απαντήσεις τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης. Χωρίς ποτέ να υποβαθμίζει τη δική της ιδιότητα και ευθύνη, ήταν έτοιμη να διαχωρίσει την ιδιότητα των ανωτέρων της στην Τράπεζα και ειδικότερα του Διευθύνοντος Συμβούλου έναντι της δικής της, και τις δυσκολίες της στο να επιμένει και προωθήσει τις δικές της απόψεις στα μέλη του ΔΣ. Ήταν επίσης ευδιάκριτη και η επιθυμία της να μην επιμένει σε γεγονότα για τα οποία δεν τη βοηθούσε η μνήμη της, δηλώνοντας ευθαρσώς την αδυναμία της. Ειδικότερα, κατά την αντεξέταση της έγινε προσπάθεια επίρριψης ευθυνών προς την ίδια τόσο για το θέμα πιστής τήρησης των αρμοδιοτήτων της όσο και για τη στάση της στις συνεδρίες της Επιτροπής Ελέγχου και του ΔΣ στις 29.11.11. Η Μ.Κ.10 παρέμεινε ευθύς και πλήρως σταθερή, δίδοντας λογικές και πειστικές απαντήσεις. Αναφορικά με το κατά πόσο η ίδια, ως Οικονομική Διευθύντρια, τηρούσε την υποχρέωση της να συλλέγει «ακριβή στοιχεία» και να υποβάλει στο ΔΣ «συμβουλευτικό έγγραφο» το οποίο να τονίζει τις συνέπειες της οικονομικής επιλογής, όπως προνοείται στον Κώδικα Εταιρικής Διακυβέρνησης, παρ. Γ.3.4, Τεκμήριο 330, αυτή έδωσε την καθόλα βάσιμη απάντηση πως πάντοτε εκείνο το οποίο παρουσίαζε ήταν οι οικονομικές καταστάσεις και επεξηγούσε την άποψη της, χωρίς ποτέ να παρουσιάσει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. Αυτή η πρακτική δεν έχει αντικρουστεί με οποιονδήποτε τρόπο μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας και δεν έχει διαφανεί πως σε οποιοδήποτε στάδιο στα τόσα χρόνια της υπηρεσίας της Μ.Κ.10 ως Οικονομικής Διευθύντριας, εζητείτο ή αναμένετο από αυτή να παρουσιάσει οτιδήποτε περαιτέρω πέραν αυτούσιων των οικονομικών καταστάσεων. Παρά την προσπάθεια της Υπεράσπισης να αμφισβητήσει τη γνησιότητα και επιμονή των θέσεων της Μ.Κ.10 σε σχέση με την υποχρέωση συμπερίληψης των δύο απομειώσεων, θεωρούμε πως η όλη επικοινωνία της τόσο με τον Κατηγορούμενο 1, τον Μ.Κ.13 όσο και με τους δύο Αναπληρωτές Διευθύνοντες Συμβούλους αντικατοπτρίζει με ακρίβεια τα όσα η ίδια μετέφερε τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο για τη βεβαιότητα και επιμονή στις θέσεις της. Χωρίς να παραγνωρίζουμε την ιδιότητα της ως Οικονομικής Διευθύντριας, θεωρούμε καθόλα βάσιμη τη θέση της πως εξακολουθούσε να είναι κατώτερη ιεραρχικά του Διευθύνοντος Συμβούλου, Κατηγορουμένου 1, και όφειλε σε κάποιο βαθμό να εκτελεί και υπακούει και στις δικές του εντολές και οδηγίες όσον αφορά την προετοιμασία και καταστάσεων χωρίς τις δύο απομειώσεις. Το γεγονός πως αυτή τελικά προώθησε στην Επιτροπή Ελέγχου καταστάσεις με τις δύο απομειώσεις δείχνει ακριβώς τη συνέπεια της και την εκπλήρωση του δικού της καθήκοντος στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Επομένως, δεν διατηρούμε οποιαδήποτε επιφύλαξη αναφορικά με την αξιοπιστία της Μ.Κ.10 της οποίας τη μαρτυρία κρίνουμε αποδεκτή. Έχουμε ήδη δεχθεί τη μαρτυρία του Μ.Κ.15 αναφορικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του στην Τράπεζα. Όσον αφορά την παρουσία του στην εν λόγω συνεδρία, αυτός σαφώς στην κατάθεση του ημ. 15.10.15, Έγγραφο 28, δήλωσε αδυναμία να θυμηθεί οτιδήποτε, ακόμα και την ίδια την παρουσία του, παρά μόνο παράπεμψε στα πρακτικά. Ως εκ τούτου δεχόμαστε πως και επί αυτού του θέματος ο Μ.Κ.15 κατέθεσε με κάθε ειλικρίνεια, πλην όμως η μαρτυρία του δεν προσφέρει οποιαδήποτε διαφώτιση επί του θέματος. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3, αρχικά επισημαίνουμε πως στην κατάθεση του ημ. 28.10.15, Τεκμήριο 379, πέραν της αναφοράς στην επαγγελματική του σταδιοδρομία και την ιδιότητα του στις Επιτροπές και το ΔΣ, αυτός δεν έδωσε οποιαδήποτε άλλη απάντηση στις ερωτήσεις, ασκώντας το δικαίωμα της σιωπής. Στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν εμφανής η τοποθέτηση του πως η μνήμη του για τα επίδικα γεγονότα προέρχεται κυρίως από τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν στη δίκη, λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος που παρήλθε και λόγω του ότι δεν είναι ελεγκτής και δεν κατέχει εξειδικευμένες γνώσεις για το θέμα της υπεραξίας. Θεωρούμε τις θέσεις του αυτές καθόλα λογικές. Ταυτόχρονα όμως ήταν διάχυτη η συνεχής έμφαση σε αυτή την έλλειψη γνώσης για να δικαιολογήσει την όλη του στάση και ειδικότερα την ετοιμότητα και αποδοχή της εισήγησης του Κατηγορουμένου 4 για τις εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις, ενόσω η Μ.Κ.10 εξέφραζε αντίθετη άποψη και τόνιζε ότι αυτές δεν ήταν συμβατές με τα ΔΛΠ. Πέρα της ερμηνείας του Κατηγορουμένου 3 ως προς το περιεχόμενο των σημειώσεων του Μ.Κ.5 για το τι ελέχθη αναφορικά με το θέμα της υπεραξίας, την οποία δεν δεχόμαστε όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω, προκαλεί εντύπωση και αναπάντητα ερωτηματικά γιατί ο Κατηγορούμενος 3 να μην επιμείνει και ενδιαφερθεί για τη θέση της Μ.Κ.10 για την απομείωση των ΟΕΔ και να δεχθεί χωρίς ιδιαίτερη περίσκεψη και προβληματισμό τη θέση του Κατηγορουμένου 4. Το γεγονός πως για πρώτη φορά προέδρευε της Επιτροπής Ελέγχου, η έλλειψη γνώσεων και ειδικότερα η σημασία της συνεδρίας εφόσον αφορούσε τις οικονομικές καταστάσεις σε μια κρίσιμη οικονομική περίοδο αναφορικά με το μείζον θέμα των ΟΕΔ, όπου για πρώτη φορά υπήρξε διαφωνία μεταξύ της Μ.Κ.10 και των μελών της Επιτροπής, δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα των θέσεων του Κατηγορουμένου 3 και περαιτέρω την εντύπωση πως αυτός υιοθέτησε μια ανεξήγητα επιπόλαιη και βεβιασμένη στάση για το όλο ζήτημα, χωρίς πλήρη συνείδηση του βάρους και της ευθύνης του ως Προέδρου της Επιτροπής και ως μέλους του ΔΣ. Με άλλα λόγια, ο Κατηγορούμενος 3 δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις γιατί δεν ασχολήθηκε με τη διαφωνία της Μ.Κ.10 και του Κατηγορουμένου 4 αναφορικά με την απομείωση των ΟΕΔ, γεγονός που καθιστά τρωτή και τη μαρτυρία του αναφορικά με το θέμα της απομείωσης της υπεραξίας. Όσον δε αφορά το θέμα της απομείωσης της υπεραξίας, τόσο αυτός όσο και ο Κατηγορούμενος 4 προέβαλαν την ίδια εκδοχή, δίδοντας ακριβώς την ίδια ερμηνεία με παραπομπή στις χειρόγραφες σημειώσεις. Ήταν η θέση τους πως η παράλειψη αναφοράς σε αυτές για την όποια διαφωνία της Μ.Κ.10 για το θέμα της απομείωσης της υπεραξίας, εν αντιθέσει με το θέμα της απομείωσης των ΟΕΔ, καταδεικνύει πως τελικώς η Μ.Κ.10 συμφώνησε με τη μη συμπερίληψη στις καταστάσεις της απομείωσης της υπεραξίας και τη γνώμη για πιθανό διορισμό συμβούλων. Εδώ αρχικά επισημαίνουμε πως στις χειρόγραφες σημειώσεις γίνεται αναφορά για συζήτηση περί της απομείωσης της υπεραξίας, κάτι το οποίο παραλείπεται εντελώς από τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας, επιβεβαιώνοντας τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών εγγράφων. Έχουμε επίσης υπόψιν πως οι συγκεκριμένες χειρόγραφες σημειώσεις δεν παρουσιάστηκαν στους Μ.Κ.5 και 10 για να τοποθετηθούν επί τούτων παρά μόνο υπάρχει αναφορά μόνο από τους δύο αυτούς Κατηγορούμενους. Ερωτηθείς ο Μ.Κ.5 στην κατάθεση του αναφέρει πως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει γιατί δεν γίνεται αναφορά στα πρακτικά της συνεδρίας της Επιτροπής Ελέγχου στο θέμα της απομείωσης της υπεραξίας ενώ δήλωσε πως το κυριότερο θέμα που τους απασχολούσε και ήταν πολύ σημαντικό ήταν η απομείωση των ΟΕΔ για την οποία γίνεται λεπτομερής καταγραφή. Επομένως η εκτίμηση του Κατηγορουμένου 3 πως προφανώς η μη ύπαρξη διαφωνίας της Μ.Κ.10 για την υπεραξία να ήταν ο λόγος για την παράλειψη καταγραφής από τον Μ.Κ.5 επί αυτού στα πρακτικά της συνεδρίας της Επιτροπής δεν βρίσκει έρεισμα στη θέση του ιδίου του Μ.Κ.5 και δεν γίνεται δεκτή. Επίσης είναι σαφές πως η απομείωση των ΟΕΔ θεωρείτο ως βασικότερο ζήτημα και ήταν κοινή τοποθέτηση των Κατηγορουμένων 3 και 4 πως γι΄ αυτούς η απομείωση της υπεραξίας ήταν συναρτημένη με την απομείωση των ΟΕΔ. Ως εκ τούτου το γεγονός ότι και η Μ.Κ.10 επικεντρώθηκε στην προσπάθεια να πείσει για την εγγραφή της απομείωσης των ΟΕΔ ήταν απολύτως λογικό και φυσιολογικό καθότι αυτό ουσιαστικά συνεπαγόταν και την εγγραφή της απομείωσης της υπεραξίας. Ως εκ τούτου δεν θεωρούμε ως βάσιμη τη θέση των Κατηγορουμένων 3 και 4 πως τελικώς η Μ.Κ.10 εγκατέλειψε τη θέση της για το θέμα της απομείωσης της υπεραξίας κατά την εν λόγω συνεδρία. Αντιθέτως, εκείνο που προκύπτει από τις χειρόγραφες σημειώσεις είναι πως αυτή αντιλήφθηκε ότι με την απόφαση της Επιτροπής για τη μη συμπερίληψη της απομείωσης των ΟΕΔ συμπαρασύρετο και η συμπερίληψη της απομείωσης της υπεραξίας, και έτσι το μόνο που ανέφερε επί τούτου ήταν ο πιθανός διορισμός συμβουλών έχοντας υπόψιν την πάγια θέση της Διεύθυνσης αλλά και την πρακτική της Τράπεζας για υπολογισμό της απομείωσης στα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα. Όσον δε αφορά τον Κατηγορούμενο 4, πέραν του ότι δεν δεχόμαστε την εκδοχή του ως προς τη στάση της Μ.Κ.10 για το θέμα της υπεραξίας, δεν ικανοποιούμαστε για την αξιοπιστία του. Αυτός κατείχε ακαδημαϊκά προσόντα και εμπειρία που του έδιδαν γνώση για το αντικείμενο συζήτησης στην Επιτροπή, πλην όμως θεωρούμε αφελή και επιπόλαιη τη θέση του πως δέχθηκε την πληροφόρηση που είχε από τον εργοδότη του κ. Χ για τη στάση των Ελληνικών Τραπεζών, χωρίς καν να ρωτήσει τον ίδιο για περισσότερες πληροφορίες και χωρίς καν να ενδιαφερθεί από μόνος του να αναζητήσει τέτοιες πληροφορίες από άλλη πηγή. Θεωρούμε άστοχη και μη πειστική τη θέση του πως δεν ζητά εξηγήσεις από τον εργοδότη και ανώτερο του, εφόσον διαφαίνεται πως είχε πολυετή και μακρά συνεργασία του με τον Όμιλο Χανδρή και κατείχε ψηλή θέση η οποία εύλογα του επέτρεπε να ρωτήσει για κάτι το οποίο μάλιστα δεν αφορούσε τον Όμιλο Χανδρή αλλά το ευρύτερο οικονομικό Ελλαδικό πλαίσιο. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, αδυνατούμε επίσης να δεχθούμε τη λογική της επιλογής απόρριψης της θέσης της Μ.Κ.10 και της υιοθέτησης της πληροφόρησης του κ. Χ, από τη στιγμή μάλιστα που και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 4 αναγνώριζε ότι υπήρχε απομείωση υπεραξίας και μεγαλύτερη των €250εκ. Και τούτο, εφόσον οι χειρόγραφες σημειώσεις αποκαλύπτουν πως ο Κατηγορούμενος 4 εξέφραζε κάποιες θέσεις τις οποίες όμως αντέκρουε η Μ.Κ.10 ως η αρμόδια για τα ισχύοντα στην Κύπρο, τονίζοντας ακόμα πως αυτή ήταν η θέση και των εξωτερικών ελεγκτών της Τράπεζας στην Κύπρο και των ελεγκτών της Ελλάδος. Θα ανέμενε κανείς αυτή τουλάχιστον η αναφορά της Μ.Κ.10 να κέντριζε το ενδιαφέρον και αύξανε τον προβληματισμό του Κατηγορουμένου 4. Όσον δε αφορά τη θέση του πως, σύμφωνα με τις χειρόγραφες σημειώσεις, αυτός ρώτησε ποια ήταν η στάση της ΚΤΚ και είναι η Μ.Κ.10 που απάντησε πως είχε μιλήσει με τον Πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και πως υπήρχε κατ΄ αρχήν κατανόηση, θεωρούμε πως αυτή η ερμηνεία δεν προκύπτει από τα εκεί γραφόμενα εφόσον δεν επιβεβαιώνεται από μαρτυρία περί οποιασδήποτε επικοινωνίας της Μ.Κ.10 με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τυχόν τοποθέτησης της Επιτροπής επί του θέματος. Αντιθέτως, έχουμε την εντύπωση πως αυτή η ερμηνεία, όπως και για το θέμα της υπεραξίας, έγινε στα πλαίσια της προσπάθειας του Κατηγορουμένου 4 να αποκρύψει την πραγματική εικόνα των όσων έλαβαν χώρα και να δημιουργήσει εσφαλμένη εντύπωση προς το Δικαστήριο. Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγουμε πως κατά τη συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου παρουσιάστηκαν τα εννιαμηνιαία οικονομικά αποτελέσματα από τη Μ.Κ.10 με την συμπερίληψη απομείωσης των ΟΕΔ στο 50% και απομείωσης της υπεραξίας της ΜΕΒ στο ποσό των €250εκ. Δεχόμαστε επίσης πως η Μ.Κ.10 ανέφερε σαφώς ότι η μη συμπερίληψη τόσο της απομείωσης των ΟΕΔ όσο και της απομείωσης της υπεραξίας θα καθιστούσε τα οικονομικά αποτελέσματα μη σύμφωνα με τα ΔΛΠ. Σε αναφορά του Κατηγορουμένου 4 πως οι Ελληνικές Τράπεζες δεν προέβηκαν σε απομείωση των ΟΕΔ λόγω της ασάφειας των όρων του PSI+ και πως η επιπρόσθετη απομείωση θα γινόταν στα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα, η Μ.Κ.10 ανέφερε πως οι Κυπριακές Τράπεζες το έπραξαν και πως αυτό έκανε και η Τράπεζα Κύπρου. Σε θέση του Κατηγορουμένου 4 πως οι όροι δεν είχαν οριστικοποιηθεί και ποιο ποσό θα έπρεπε να περιληφθεί και πάλι η Μ.Κ.10 ανέφερε ότι σύμφωνα με τα ΔΛΠ θα έπρεπε να γράψουν το πλησιέστερο ποσό, ότι και οι εξωτερικοί ελεγκτές έχουν την ίδια άποψη ούτως ώστε τα αποτελέσματα να είναι συμβατά με τα ΔΛΠ και ότι στην Κύπρο αρμόδια για το ζήτημα είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ενώ ο Κατηγορούμενος 4 εισηγήθηκε να ρωτήσουν την ΚΤΚ. Η Μ.Κ.10 ανέφερε επίσης πως ούτε και οι ελεγκτές στην Ελλάδα συμφώνησαν με την πρακτική των Ελληνικών τραπεζών. Όσον αφορά την απομείωση της υπεραξίας ο Κατηγορούμενος 4 αναρωτήθηκε για το ποσό των €250εκ. λέγοντας ότι πρέπει να γίνει πιο ακριβής υπολογισμός και πως το ποσό θα ήταν ψηλότερο, κάτι με το οποίο συμφώνησε και ο Κατηγορούμενος 3 ενώ η Μ.Κ.10 ανέφερε πως οι εξωτερικοί ελεγκτές μίλησαν για €1δις. Αφού ο Κατηγορούμενος 4 ανέφερε πως η Σημείωση στα αποτελέσματα είναι επαρκής, αναφέρθηκε ακολούθως πως το θέμα της υπεραξίας έπρεπε να συζητηθεί περαιτέρω και τότε η Μ.Κ.10 ανέφερε πως πιθανόν να έπρεπε να διορίσουν συμβούλους, χωρίς όμως ποτέ να δεχθεί η ίδια πως τα αποτελέσματα χωρίς τις εγγραφές των δύο απομειώσεων, έστω και με τη Σημείωση, ήταν σύμφωνα με τα ΔΛΠ. (iii) Συνεδρία του ΔΣ ημ. 29.11.11 Στις χειρόγραφες σημειώσεις, Τεκμήριο 547, αναγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος 1 παρουσίασε τις οικονομικές καταστάσεις με αναφορά στην απομείωση στα εξαμηνιαία αποτελέσματα και ότι αυτή ανήλθε στο ποσό των €86εκ. για το τρίμηνο. Γίνεται παραπομπή στη σελ. 1 και στο PSI+ για τους επενδυτές με ζημιά €1,3δις και να δείξουν απομείωση στα ετήσια αποτελέσματα. Είπε επίσης πως έγινε ενδελεχής έρευνα για την απομείωση της υπεραξίας για τις Ελληνικές εργασίες με τους εξωτερικούς ελεγκτές και πως θα πρέπει να κάνουν απομείωση στο τέλος του έτους, πιθανόν με τη βοήθεια συμβουλών η οποία υπολογίζεται στα €400εκ. Στα πρακτικά, Τεκμήριο 39, αναφέρεται πως ο Κατηγορούμενος 1, η Μ.Κ10 και ο κ. Σ παρουσίασαν τα εννιαμηνιαία οικονομικά αποτελέσματα όπως αυτά περιήλθαν σε γνώση των μελών του ΔΣ. Ακολουθεί πλήρης αντιγραφή των πρακτικών της συνεδρίας της Επιτροπής Ελέγχου και καταλήγει πως τα μέλη του ΔΣ συμφώνησαν με την εισήγηση της Επιτροπής Ελέγχου και ζήτησαν όπως γίνει η ανάλογη τροποποίηση στα οικονομικά αποτελέσματα, δηλαδή στη Σημείωση να καταγράφεται ένα υπολογιζόμενο εύρος της απομείωσης, αντί ένα ακριβές ποσό, για να αντικατοπτρίζει την ασάφεια των όρων του PSI+. Αναφέρεται τέλος επί του θέματος ότι κατόπιν συζήτησης μεταξύ των μελών του ΔΣ αυτά ενέκριναν τα αποτελέσματα με την προαναφερόμενη τροποποίηση και εξουσιοδότησαν τη Διεύθυνση για τη δημοσίευση τους. Κατά τη εν λόγω συνεδρία παρόντες ήταν οι Μ.Κ.5, Μ.Κ.9, Μ.Κ.10 και οι Κατηγορούμενοι 3 και 4, για τους οποίους έχουμε ήδη προβεί σε αξιολόγηση. Παρόντες επίσης ήταν οι Μ.Κ.3, Μ.Κ.6 και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2. Είναι γεγονός πως και οι Μ.Κ.3 και 6, λόγω της ιδιότητας τους ως μελών του ΔΣ, θεωρήθηκαν ύποπτοι για ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων εξ ου και τους λήφθηκαν ανακριτικές καταθέσεις κατόπιν σχετικής επίστησης. Έχοντας συνεχώς υπόψιν αυτή την ιδιότητα τους και αξιολογώντας τους με κάθε δυνατή επιφύλαξη και προσοχή, καταλήγουμε πως αυτοί κατέθεσαν με ειλικρίνεια αναφέροντας όλα όσα μπορούσαν να θυμηθούν χωρίς να διαφανεί οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους τους να αποκρύψουν ή περιορίσουν τον δικό τους ρόλο ή ευθύνη ως μέλη του ΔΣ. Αντιθέτως, η γενική εντύπωση που αποκομίσαμε ήταν πως αυτοί κατέθεσαν τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο με γνώμονα την αποκάλυψη όλων όσων ήξεραν. Σημειώνεται ακόμα η αδυναμία τους να θυμηθούν τα πλείστα γεγονότα εξ ου και τα όσα ήταν σε θέση να αναφέρουν βασίζονταν στα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας. Επί τούτου είναι σημαντικό να τονιστεί πως ούτε και η Υπεράσπιση αμφισβήτησε με οποιονδήποτε τρόπο τη μαρτυρία ή την αξιοπιστία αυτών των δύο μαρτύρων. Η αντεξέταση του Μ.Κ.3 από όλους τους συνήγορους Υπεράσπισης ήταν σύντομη και αποσκοπούσε σε κάποιες επιπλέον πληροφορίες ενώ ο Μ.Κ.6 αντεξετάστηκε πάρα πολύ περιορισμένα μόνο από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 2. Ειδικότερα για τον Μ.Κ.3, αυτός κατέθεσε με ευθύτητα πως ο λόγος που ενέκρινε τις εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις, παρά τη διαφωνία της Μ.Κ.10 για τα ΟΕΔ, ήταν επειδή επρόκειτο για προσωρινές, κατά κάποιο τρόπο, καταστάσεις και ακολούθησε την εισήγηση της Επιτροπής Ελέγχου, ενώ εάν είχε έστω και την παραμικρή υποψία για τα υπό συζήτηση γεγονότα δεν θα προχωρούσε σε επενδύσεις των μερισμάτων που λάμβανε από την Τράπεζα στο κεφάλαιο της. Ως εκ τούτου και εφόσον το Δικαστήριο δεν διατηρεί οποιαδήποτε αμφιβολία για την ειλικρίνεια και αξιοπιστία αυτών των μαρτύρων, δέχεται τη μαρτυρία τους στην ολότητα της. Ο Κατηγορούμενος 1 με τη σειρά του γενικά δεν άφησε θετική εντύπωση. Αυτός σαφώς, λόγω των ακαδημαϊκών προσόντων και της εμπειρίας του, ήταν σε θέση να γνωρίζει τα τεκταινόμενα στην Τράπεζα και γενικότερα στην Ελληνική και Κυπριακή οικονομία και θεωρούμε πως, σκόπιμα, προσπάθησε να υποβαθμίσει τον ρόλο και τη θέση του στην Τράπεζα και ειδικότερα κατά την επίδικη ημερομηνία, ήτοι στις 29.11.11. Ορθώς αναφέρθηκε στο μεγάλο μέγεθος του Ομίλου, όσον αφορά αριθμό προσωπικού σε αριθμό χωρών, και στον Κώδικα Εταιρικής Διακυβέρνησης στον οποίο καθορίζονται τόσο τα καθήκοντα του Διευθύνοντος Συμβούλου όσο και των Αναπληρωτών Διευθυνόντων Συμβούλων και των Ομιλικών Διευθυντών. Ταυτόχρονα όμως από την αρχή της Γραπτής του Δήλωσης, επισήμανε πως δεν ήταν αυτός που αποφάσιζε πώς θα συντάσσονταν και δημοσιεύονταν και με βάση ποιους κανόνες οι οικονομικές καταστάσεις, παρόλο που είχε εμπλοκή, λέγοντας ταυτόχρονα πως υπήρχαν όρια και κανονισμοί ευθύνης στην Τράπεζα. Αυτό δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα η οποία διαφαίνεται μέσα από το ιστορικό αναφορικά με τις επίδικες οικονομικές καταστάσεις. Παρόλο που η Οικονομική Διεύθυνση είχε την υποχρέωση ετοιμασίας αυτών και τη διασφάλιση συμμόρφωσης τους με τα ΔΛΠ, εντούτοις ο ρόλος του Κατηγορουμένου 1 σε αυτές δεν περιορίστηκε σε αυτόν του απλού θεατή και συμβούλου αλλά επεκτάθηκε σε αυτόν του καθοριστικού καθοδηγητή και εντολέα αναφορικά τόσο με το περιεχόμενο αυτών όσο και με το θέμα της συμμόρφωσης τους με τα ΔΛΠ. Ακόμα ένα στοιχείο που ενδυναμώνει αυτή τη διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι η αναφορά του πως βασικά αυτός από τις 7-11.11.11 γνώριζε, μέσω του Κατηγορουμένου 2, την επιθυμία και πρόθεση του τότε Διοικητή της ΚΤΚ, κ. ΑΟ, για την απομάκρυνση του από την Τράπεζα και επομένως θεωρούσε εαυτόν ότι δεν μπορούσε να δρα εκτελεστικά παρά μόνο διοικητικά. Σαφώς οι ενέργειες του αναφορικά με το θέμα των επίδικων λογαριασμών και η άμεση και ενεργή συμμετοχή σε αυτό αποδεικνύουν το αντίθετο. Ως εκ τούτου θεωρούμε πως αυτές οι αναφορές του Κατηγορουμένου 1 δεν είναι αληθείς αλλά ήταν στοχευμένες να καταδείξουν τη σταδιακή απεμπλοκή του στη διεύθυνση της Τράπεζας κατά τον Νοέμβριο του 2011 και την αποποίηση οποιασδήποτε ευθύνης του. Ως εκ τούτου αδυνατούμε να δεχθούμε τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Ο Κατηγορούμενος 2 επικεντρώθηκε κυρίως στα δικά του καθήκοντα και αρμοδιότητες, αντικρούοντας με πολύ έντονο και σφοδρό τρόπο τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.9. Ήταν εμφανέστατη η απαρέσκεια στο πρόσωπο του Μ.Κ.9 και ειδικότερα στα όσα ο τελευταίος προσπάθησε να του αποδώσει και αυτό το ζήτημα ήταν το επίκεντρο της μαρτυρίας του. Παρόλο που έχουμε δεχθεί τη θέση του Κατηγορουμένου 2 αναφορικά με τα καθήκοντα του εντούτοις δεν έδωσε ορθή θέση αναφορικά με το ποια Επιτροπή ήταν αρμόδια για την υπεραξία, και γενικά η όλη μαρτυρία και στάση του κατέδειξε μια προσπάθεια απαλλαγής της δικής του ευθύνης ως μέλους του ΔΣ για το θέμα των επίδικων λογαριασμών και παραγνωρίζοντας πλήρως το ότι ήταν παραλήπτης των ηλεκτρονικών μηνυμάτων και γνώστης της διαφωνίας που είχε προκύψει αναφορικά με το θέμα των δύο απομειώσεων. Η δε αναφορά του πως δεν διάβαζε όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία απλώς του κοινοποιούνταν, λόγω του μεγάλου όγκου μηνυμάτων που λάμβανε καθημερινά, χαρακτηρίζεται ως μια επιπόλαιη θέση η οποία δεν αποτελεί βάσιμη και πειστική δικαιολογία για την παράλειψη ενημέρωσης και ενασχόλησης του για το σημαντικό ζήτημα των επίδικων οικονομικών καταστάσεων τις οποία όφειλε και είχε ευθύνη να μελετήσει και εγκρίνει. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2 δεν κρίνεται αξιόπιστη και δεν γίνεται δεκτή. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγουμε πως κατά τη συνεδρία του ΔΣ ημ. 29.11.11, πέραν των όσων καταγράφονται στις χειρόγραφες σημειώσεις και τα πρακτικά έλαβαν χώρα τα ακόλουθα. Εκεί παρουσιάστηκαν τα εννιαμηνιαία οικονομικά αποτελέσματα με την απομείωση των ΟΕΔ όπως αυτή καταγραφόταν στις 30.6.11 και χωρίς απομείωση της υπεραξίας. Η παρουσίαση έγινε από τους Κατηγορούμενο 1, Μ.Κ.10 και κ. Σ. Ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι κατά τη συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου που έλαβε χώρα λίγο ενωρίτερα η Επιτροπή εξέτασε τις οικονομικές καταστάσεις και ανάγνωσε τα πρακτικά της συνεδρίας. Η Μ.Κ.10 ανέφερε και στο ΔΣ ότι οι οικονομικές καταστάσεις χωρίς την περαιτέρω απομείωση των ΟΕΔ δεν ήταν σύμφωνες με τα ΔΛΠ και ότι αυτή ήταν η άποψη και των εξωτερικών ελεγκτών PWC και GT, προσθέτοντας ότι οι Κυπριακές Τράπεζες περιέλαβαν αυτή την απομείωση στις εννιαμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις τους. Δεχόμαστε επίσης πως η ίδια, με αυτή τη στάση της, ουδέποτε συμφώνησε ή δέχθηκε πως η συμπερίληψη Σημείωσης για τα ΟΕΔ ήταν επαρκής και καθιστούσε τις καταστάσεις σύμφωνες με τα ΔΛΠ εφόσον η ίδια μιλούσε σαφώς για εγγραφή απομείωσης στις καταστάσεις. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως στην εν λόγω συνεδρία για το θέμα της υπεραξίας λέχθηκαν τα όσα καταγράφονται στις χειρόγραφες σημειώσεις και τα οποία παραλείπονται εντελώς από τα πρακτικά. Δεχόμαστε πως σε εκείνη τη συνεδρία η Μ.Κ.10 δεν ανέφερε συγκεκριμένα και ρητά ότι η μη εγγραφή της απομείωσης της υπεραξίας στις εν λόγω καταστάσεις καθιστούσαν αυτές μη συμβατές με τα ΔΛΠ, παρά μόνο η αναφορά της για τα ΔΛΠ περιορίστηκε σε σχέση με την απομείωση των ΟΕΔ. Κάποιοι μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να θυμηθούν τι ακριβώς ελέχθη από τη Μ.Κ.10 για την υπεραξία, κάποιοι, συμπεριλαμβανομένων του Μ.Κ.9 και των Κατηγορουμένων δήλωσαν με βεβαιότητα πως δεν έγινε τέτοια αναφορά. Στηριζόμαστε όμως στη μαρτυρία της Μ.Κ.10 η οποία κρίθηκε καθόλα αξιόπιστη, κατά την οποία ενώ αρχικώς η ίδια θεωρούσε πως μίλησε για τη συμβατότητα των καταστάσεων με τα ΔΛΠ σε σχέση και με τα ΟΕΔ και με την υπεραξία, τελικώς ανέφερε σαφώς πως δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί επακριβώς τι είπε επί αυτού όσον αφορά την υπεραξία. Άλλωστε, επαναλαμβάνουμε την εύλογη θέση της πως στο μυαλό όλων οι δύο απομειώσεις ήταν απολύτως συναρτώμενες, όπως άλλωστε δέχθηκαν και οι Κατηγορούμενοι, και επομένως επικεντρώθηκε στα ΟΕΔ καθότι εάν κατάφερνε να πείσει για την περαιτέρω απομείωση του 50% των ΟΕΔ θα μπορούσε ακολούθως να πείσει και για την απομείωση της υπεραξίας. Εδώ παρεμβάλλουμε επίσης τη θέση του Μ.Κ.9, η οποία εκφράστηκε μόνο κατά τη δεύτερη του κατάθεση, πως κατά τη συνεδρία του ΔΣ, ο ίδιος ρώτησε τι έγινε για το θέμα της υπεραξίας και ο Πρόεδρος, κ. Μ, του έκανε ένα νόημα με το χέρι λέγοντας πως αυτό είχε διευθετηθεί και έτσι ο ίδιος θεώρησε πως επήλθε συμφωνία επί τούτου και προχώρησε στην έγκριση των αποτελεσμάτων. Είναι άξιον απορίας γιατί αυτή η αναφορά παραλείπεται στην πρώτη του κατάθεση. Επιπλέον, τέτοια αναφορά δεν προβλήθηκε από κανένα εκ των υπολοίπων παρευρισκομένων μαρτύρων και θεωρούμε πως αυτή εντάσσεται στην προσπάθεια του Μ.Κ.9 να αποκλείσει εαυτόν από οποιασδήποτε τυχόν ευθύνης του αναφορικά με την έγκριση των επίδικων αποτελεσμάτων. Εδώ σημειώνουμε τη θέση της Υπεράσπισης για τη μη κλήτευση του κ. Μ ο οποίος φέρεται ως ο άμεσα εμπλεκόμενος σε τούτο. Πράγματι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κάλεσε τον κ. Μ ως μάρτυρα κατηγορίας, παρόλο που του είχε ληφθεί κατάθεση, πλην όμως εδώ αρκούμαστε να αναφέρουμε την αναντίλεκτη θέση του Μ.Κ.12 πως στα πλαίσια της κατάθεσης του ο κ. Μ δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τα γεγονότα, επομένως προφανώς η μαρτυρία του δεν θα απόβαινε διαφωτιστική επί αυτού του ζητήματος. Άλλωστε παρείχετο και η δυνατότητα κλήτευσης του εν λόγω μάρτυρος από την ίδια την Υπεράσπιση εάν το θεωρούσε χρήσιμο για την υπόθεση της. Ως εκ τούτου, αυτή η θέση του Μ.Κ.9 δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται. Ούτε και η αναφορά του Μ.Κ.9 πως κατά την εν λόγω συνεδρία αυτός εισηγήθηκε όπως η σχετική Σημείωση για τα ΟΕΔ περιληφθεί σε άλλο σημείο στις καταστάσεις, και συγκεκριμένα εκεί που αναγράφεται το Profit & Loss Account, γίνεται δεκτή. Επί τούτου σημειώνουμε πως τέτοια αναφορά δεν έγινε στο στάδιο των καταθέσεων του μάρτυρος, κάτι το οποίο ήταν εύλογα αναμενόμενο να λεχθεί στα πλαίσια της απάντησης του για τη δική του στάση αναφορικά με το θέμα των δύο απομειώσεων, παρά μόνο κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε και τέτοια αναφορά επιβεβαιώθηκε από κανένα των παρευρισκομένων στην εν λόγω συνεδρία. Οι διαπιστώσεις μας αναφορικά με την αξιοπιστία του Μ.Κ.9 επισφραγίζονται με την πλέον επιπόλαιη απάντηση του στο γιατί τελικώς ενέκρινε τα αποτελέσματα, ήτοι πως δεν τοποθετήθηκε ότι συμφώνησε αλλά ούτε και τοποθετήθηκε αρνητικά και πως ούτε στα πρακτικά καταγράφεται ότ