← Κύπρος

HTZ MINAS RECYCLING CORPORATION LTD ν. SALAMIS SHIPPING SERVICES LTD, Αρ. Αγωγής: 1055/11, 26/6/2018

HTZ MINAS RECYCLING CORPORATION LTD ν. SALAMIS SHIPPING SERVICES LTD, Αρ. Αγωγής: 1055/11, 26/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1055/11 Μεταξύ: HTZ MINAS RECYCLING CORPORATION LTD, Λεωφ. Κυριάκου Μάτση 1Α, 1082 Λευκωσία Ενάγουσα -και- SALAMIS SHIPPING SERVICES LTD, Φραγκλήνου Ρούσβελ 124, 3781 Λεμεσός. Εναγόμενη Ημερομηνία: 26 Ιούνιου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη/Αιτήτρια: κα Πελεκάνου. Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Πλατής. Ενδιάμεση απόφαση Η αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα επί των νομικών βάσεων α) της διάρρηξης συμφωνίας, β) αμέλειας, γ) παράβασης νομικού καθήκοντος, δ) ποσού που εισπράχθηκε και κατακρατήθηκε παράνομα, ε) αδικαιολόγητου πλουτισμού και στ) του ανταλλάγματος που απέτυχε, αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης την έκδοση απόφασης για το ποσό των €40.150, πλέον γενικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Η Εναγόμενη, μέσω της Υπεράσπισης της δεν αρνείται την επικαλούμενη από πλευράς της Ενάγουσας συμβατική σχέση των διάδικων και προβάλλει ισχυρισμούς που την θέλουν να ενήργησε εντός και σύμφωνα με τους όρους της ρηθείσας συμφωνίας και κατά συνέπεια προβάλλει και τη θέση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Το κλητήριο ένταλμα, το οποίο είναι ειδικώς οπισθογραφημένο, καταχωρήθηκε στις 15.02.11 και η Υπεράσπιση στις 28.06.11. Έκτοτε η υπόθεση αναβλήθηκε αρκετές φορές για τους λόγους που αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά του Δικαστηρίου. Στις 06.11.17, στα πλαίσια σχετικής αιτήσεως της Ενάγουσας (ημερομηνίας 19.10.17), εκ συμφώνου, εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και δόθηκαν οι ανάλογες οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων. Τα τροποποιημένα δικόγραφα συμπληρώθηκαν με την καταχώρηση της Απάντησης της Ενάγουσας στις 11.12.17. Ακολούθως, η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 05.03.18, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε και ειδοποίηση αλλαγής/αντικατάστασης του Δικηγόρου της Εναγόμενης, γεγονός που οδήγησε στην αναβολή της ακρόασης της υπόθεση και τον εκ νέου ορισμό της (για ακρόαση) στις 28.03.18. Η αίτηση Στις 23.03.18, και δη πέντε μέρες πριν την ημερομηνία που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, η Εναγόμενη καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποίαν επιδιώκει την τροποποίηση της Υπεράσπισης της ως ακολούθως: (
  2. i)Να αντικατασταθούν οι παράγραφοι 1, 2 κaι 3 της Έκθεσης Απαίτησης με τις πιο κάτω παραγράφους 1, 2, 3 και 3α: 1. H Εναγόμενη εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η Ενάγουσα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και λανθασμένα η αγωγή στρέφεται εναντίον της αφού καμία συμβατική σχέση μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης δεν υπάρχει. Η Ενάγουσα έχει συμβληθεί με την Σαλαμίς Ναυτιλιακή Α.Ε. η οποία ανέλαβε μεταφορά φορτίου από πόρτα σε πόρτα, δηλαδή ανέλαβε όπως παραλάβει 8 πλατφόρμες από το σημείο φόρτωσης, δηλαδή από τον Ασπρόπυργο, και να τις παραδώσει στο σημείο εκφόρτωσης, δηλαδή στο χώρο της Ενάγουσας στο Δάλι. Είναι η Σαλαμίς Ναυτιλιακή Α.Ε που έχει συμβληθεί με την Ενάγουσα για να μεταφέρει τα 8 φορτία από το λιμάνι Λεμεσού στο χώρο της Ενάγουσας στο Δάλι. 2. Η Εναγόμενη δέχεται τις παραγράφους αρ. 1 και 2 της Έκθεσης Απαίτησης. 3. Η Εναγόμενη αρνείται την παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης και αναφέρει ότι η Ενάγουσα είναι με την Σαλαμίς Ναυτιλιακή Α.Ε. που προέβηκε σε συμφωνία. Η Εναγόμενη περαιτέρω αναφέρει ότι στις 23/07/2010 δόθηκε μια ενδεικτική προσφορά από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα αναφορικά με την μεταφορά των φορτίων της και στην ενδεικτική αυτή προσφορά περιλαμβάνονταν οι όροι μεταφοράς σε περίπτωση που η Ενάγουσα θα συμβαλλόνταν με την Εναγόμενη. Η Ενάγουσα όμως τελικά επέλεξε προσφορά που της δόθηκε από την εταιρεία Σαλαμίς Ναυτιλιακή Α.Ε. στην Ελλάδα και συμβλήθηκε μαζί της. Το περιεχόμενο της προσφοράς το αγνοεί η Εναγόμενη. Η Εναγόμενη έχει μόνο εκτελέσει την εκφόρτωση από το πλοίο στο λιμάνι της Λεμεσού και την μεταφορά των συγκεκριμένων πλατφορμών στον παραλήπτη και χρέωσε για τις υπηρεσίες της αυτές την Σαλαμίς Ναυτιλιακή Α.Ε. 3.α. Άνευ βλάβης της ανωτέρω προδικαστικής ένστασης και τους ανωτέρω ισχυρισμούς, η Εναγόμενη αναφέρει ότι στην προσφορά που δόθηκε στην Ενάγουσα στις 23/07/2010 περιλαμβάνονταν όροι που εφαρμόζονται παργκόσμια στις μεταφορές. Μεταξύ άλλων, συμπεριλαμβάνονταν και ο όρος ότι η στοιβασία, δέσιμο και ασφάλιση του φορτίου ήταν ευθύνη του φορτωτή. Ο ίδιος όρος αναγράφεται και στην σχετική με τη μεταφορά φορτωτική και ισχύει σύμφωνα με τους διεθνείς όρους και προϋποθέσεις (shippers stow load and count). (
  3. ii)Να προστεθεί στην παράγραφο αρ. 4 στην πρώτη γραμμή, μετά από τη λέξη επιφύλαξη η ακόλουθη φράση: «ότι οι πλατφόρμες ήταν 8 και». (iii) Να αντικατασταθεί η πράγραφος 5 με την ακόλουθη παράγραφο: 5.Ta aναφερόμενα στην παρ. 5 είναι δεκτά με την επιφύλαξη ότι οι πλατφόρμες ήταν 8. Η Εναγόμενη απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου αρ. 6 και αναφέρει ότι τιμολόγιο έχει εκδοθεί στις 9/08/2010 από την Σαλαμίς Ναυτιλιακή Α.Ε., το οποίο και προεξοφλήθηκε από την Ενάγουσα, χωρίς η Εναγόμενη να έχει κάποια εμπλοκή και/ή γνώση αναφορικά με τα έξοδα. (
  4. iv)Να προστεθούν μετά από την παράγραφο 14 οι πιο κάτω παράγραφοι και να αριθμηθούν ως ακολούθως: 14(α). Ο οδηγός του φορτίου είναι επαγγελματίας οδηγός με επαγγελματική άδεια από το 1980. Επίσης την περίοδο 1998 μέχρι 2008 εκτελούσε μεταφορές στην Ευρώπη. Κατά ή περί τις πρωινές ώρες στις 12/8/2010 παρέλαβε την πλατφόρμα με αριθμό εγγραφής 132CT από το λιμάνι Λεμεσού και ξεκίνησε να την μεταφέρει στην βιομηχανική περιοχή στο Δάλι, μέσω του αυτοκινητόδροου Λεμεσού - Λευκωσίας. Καθ' όλη τη διαδρομή πήγαινε με χαμηλές ταχύτητες αφού ήταν φορτωμένος και όχι πέραν των 89 km αφού αυτό είναι το μέγιστο όριο ταχύτητας που μπορεί να αναπτύξει το συγκεκριμένο φορτηγο. Επίσης στον συγκεκριμένο σημείο ου αυτοκινητόδρομου εκτελούνταν οδικά έργα και μόνο μια λωρίδα κυκλοφορίας ήταν σε χρήση όπου με αυτό επιβεβαιώνεται ότι δεν ήταν σε θέση ο οδηγός να αναπτύξει μεγάλες ταχύτητες. Λίγο πριν την έξοδο Δαλίου και ενώ οδηγούσε στη μονή λωρίδα κυκλοφορίας άκουσε ένα θόρυβο και είδε μία λάμψη από το καθρεφτάκι του και αμέσως σταμάτησε αμέσως το φορτηγό να δει τι έγινε. Είδε το μηχάνημα μετακινημένο και/ή κομμένο και για αυτό χαμήλωσε τον τράκτορα και ψήλωσε την πλατφόρμα για να μην αγγίζει το φορτίο στο έδαφος και μετέφερε την πλατφόρμα στην έξοδο Δαλίου για να μην ενοχλεί τη κυκλοφορία. 14(β). Η Εναγόμενη απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ότι κομμάτι της ταινίας έπεσε στο οδόστρωμα και ο οδηγός συνέχισε την πορεία του χωρίς να σταματήσει σέρνωντας το κομμάτι στο οδόστρωμα μέχρι την έξοδο Τσερίου, αφού αν γινόταν αυτό θα έκλεινε η κυκλοφορία στην μονή λωρίδα κυκλοφορίας. Αντίθετα η Εναγόμενη επαναλαμβάνει την ανωτέρω παράγραφο και ισχυρίζεται ότι το μοναδικό κομμάτι από το φορτίο που έπεσε στο οδόστρωμα ήταν ένα λαμάκι, το οποίο κτύπησε πάνω σε αυτοκίνητο που ήταν πίσω από το φορτηγό και ο οδηγός του αυτοκινήτου αποζημιώθηκε από την ασφάλεια του οδηγού. Η ζημιά του οδηγού αφορούσε την αλλαγή ενός λαστίχου και ενός μικρού φαναριού μόνο. 14(γ). Ο οδηγός άφησε την πλατφόρμα στο συγκεκριμένο σημείο στην έξοδο Δαλίου και πήγε στη Λεμεσό και έφερε ακόμα μία πλατφόρμα από το Λιμάνι Λεμεσού και την παρέδωσε στο χώρο της Ενάγουσας, ΄που και τους ενημέρωσε ότι μετακινήθηκε και/ή αποκόπηκε το φορτίο της πλατφόρμας με αριθμό εγγραφής 132CT. Αντιπρόσωποι της Ενάγουσας πήγαν στο σημείο με ανυψωτικό (forklift), σήκωσαν και/ή μετακίνησαν το φορτίο στην πλατφόρμα με δικές τους ενέργειες και τρόπο μετακίνησης του φορτίου και χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκη της Εναγόμενης και/ή του οδηγού. Επίσης έδωσαν οδηγίες στον οδηγό να το πάρει στο χώρο τους και το ξεφόρτωμα οι ίδιοι. 14(δ). Το φορτίο αποκόπηκε στη διαδρομή του φορτηγού στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας λίγο πριν την έξοδο για το Δάλι και ενώ ο δρόμος είναι ευθύς. Επίσης κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο το σημείο αυτό του αυτοκινητόδρομου ήταν μονής κατεύθυνσης αφού εκτελούνταν τα έργα για την διαπλάτυνση του αυτοκινητόδρομου και ο οδηγός δεν μπορούσε να αναπτύξει μεγάλες ταχύτητες.» Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στη Δ.25 Θ. 1‑ 6, Δ.48 Θ. 1‑ 3, 7‑ 9, Δ.57, Δ.64 και στη γενική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Βασιλείου, ο οποίος δηλώνει Διευθυντής της Εναγόμενης και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτήν να προβεί στη ρηθείσα ένορκή του δήλωση. Επικαλείται άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, δηλώνοντας ωστόσο ότι, για γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση, αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης του. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, εκείνο που αναφέρει ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση είναι ότι, περί τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του τρέχοντος έτους, η Εναγόμενη ενημερώθηκε από τον πρώην συνήγορό της, ότι θα συνταξιοδοτείτο και ότι δεν ήταν δυνατή η περαιτέρω εκπροσώπηση της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, υπεύθυνο πρόσωπο εκ μέρους της Εναγόμενης για να δίδει οδηγίες στον πρώην συνήγορο ήταν ο Σωτήρης Κατράμης, ο οποίος απεβίωσε περί τα τέλη του 2015. Μετά την ενημέρωση περί απόσυρσης του πρώην συνηγόρου της Εναγόμενης, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, ως το νέο υπεύθυνο πρόσωπο εκ μέρους της Εναγόμενης για την παρούσα αγωγή, άρχισε να μελετά τα στοιχεία, έγγραφα και λεπτομέρειες της υπόθεσης, ώστε να πληροφορήσει σχετικά τους νέους δικηγόρους που διορίστηκαν εις αντικατάσταση του προηγούμενου. Στα πλαίσια της μελέτης του αυτής, σε συνεννόηση και με τους νέους δικηγόρους της Εναγόμενης, διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν ουσιώδη στοιχεία, τα οποία, σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις που ισχύουν για τη ναυτιλία και τις μεταφορές, κρίνονται σημαντικά και θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στην Υπεράσπιση, με αποτέλεσμα να αποφασιστεί η προώθηση της παρούσας αίτησης, ώστε, με σαφήνεια και πληρότητα, να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν στην πλευρά της Εναγόμενης. Κατά τον ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε εσκεμμένη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, ούτε η αγωγή βρίσκεται σε τέτοιο στάδιο που ο παράγοντας καθυστέρηση να κρίνεται ουσιαστικός. Προς τούτο υπερτονίζεται ότι η αντίληψη περί της ανάγκης τροποποίησης προέκυψε τον Μάρτιο του 2018 και προβάλλεται επίσης η θέση ότι «από λάθος και/ή εκ παραδρομής δεν είχαν συμπεριληφθεί όλα τα στοιχεία και λεπτομέρειες αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση». Ως επιχείρημα για έγκριση της υπό εξέταση αίτησης, η Εναγόμενη προβάλλει και το γεγονός ότι κατά τις 06.11.17, εκ συμφώνου, εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Ενάγουσας και κατά αναλογία, θα έπρεπε να επιτραπεί και στην Εναγόμενη να τροποποιήσει το δικό της δικόγραφο. Είναι περαιτέρω η θέση της Εναγόμενης, ως τούτη προβάλλει μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, ότι, με τη σκοπούμενη τροποποίηση δεν αλλάζει η γραμμή υπεράσπισης, αλλά, τουναντίον, μέσω της, θα προσδιοριστούν τα επίδικα θέματα με μεγαλύτερη σαφήνεια και πληρότητα και θα διατυπωθεί καθαρότερα η θέση της Εναγόμενης. Επίσης, πάντα κατά την Εναγόμενη, η προς προσθήκη προδικαστική ένσταση σε σχέση με την ανυπαρξία συμβατικής σχέσης μεταξύ των διάδικων, εδράζεται επί γεγονότων γνωστών στην Ενάγουσα, μιας και προκύπτουν από έγγραφα, τα οποία η ίδια απεκάλυψε στα πλαίσια της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Όσον δε αφορά στις επιπτώσεις από την τυχόν έγκριση της επίδικης αίτησης, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει τούτην, υποστηρίζει ότι καμία ζημιά δεν θα προκληθεί στην Ενάγουσα, ενώ από την άλλη, αν δεν επιτραπεί η τροποποίηση, η Εναγόμενη θα ζημιωθεί, καθότι δεν θα δυνηθεί να εκθέσει το σύνολο των γεγονότων που αφορούν στην υπόθεση της. Τέλος, και τούτο πάντα προς υποστήριξη της αίτησης, στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει αναφέρεται ότι με την έγκριση της, (α) δεν μεταβάλλεται το πλαίσιο της δίκης, (β) δεν ανατρέπεται η πορεία της διαδικασίας, (γ) δεν αλλάζει καθόλου η θέση της Εναγόμενης με τρόπο που να επηρεάζει την Ενάγουσα, (δ) η ζητούμενη τροποποίηση είναι μέσα στο πλαίσιο της επίδικης διαφοράς και (ε) η όποια δυσχέρεια προκαλείται συνεπεία της Αιτήσεως μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η ένσταση Στις 02.05.18 η Ενάγουσα καταχώρησε την Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής "η ένσταση"), επί της οποίας, ως λόγοι ένστασης, αναφέρονται οι ακόλουθοι: «1. Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή από αυτή ελλείπει το ορθό νομικό και/ή δικονομικό υπόβαθρο και/ή ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο και/ή μέρος των ισχυρισμών επί των οποίων επιχειρείται η εισαγωγή προσκρούουν και/ή αντίκεινται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. 2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 3. Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέων υπερασπίσεων και/ή ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και/ή ουσιαστική και/ή ριζική αναμόρφωση της Υπεράσπισης. 4. Η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και/ή υπάρχει μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. 5. Δεν υπάρχουν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων. 6. Η αλλαγή δικηγόρου δεν συνιστά λόγο για τροποποίηση και/ή υποκατάσταση της υπεράσπισης ούτε δικαιολογία για την καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος τροποποίησης. 7. Τα γεγονότα επί των οποίων επιδιώκεται η τροποποίηση ήταν σε γνώση της Αιτήτριας και/ή των αξιωματούχων της εξ' αρχής και/ή από το 2015 και/ή όταν συνετάσσετο η τροποποιημένη υπεράσπιση της Αιτήτριας και όχι μετά τον διορισμό των νέων δικηγόρων. 8. Η υπό κρίση αίτηση πλήττει το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση να δικαστεί η υπόθεση της εντός εύλογου χρόνου. 9. Η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και/ή αντινομική και/ή αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως της Αιτήτριας και/ή με την υπό κρίση αίτηση επιχειρείται ακόμη μια ευκαιρία για καταχώρηση ουσιαστικά νέας Έκθεσης Υπεράσπισης και/ή με τους νέους ισχυρισμούς η Αιτήτρια επιχειρεί να περιπλέξει την διαδικασία της παρούσας αγωγής και/ή να καθυστερήσει την ακρόαση της ουσίας της παρούσας αγωγής. 10. Η Αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Συγκεκριμένα δεν αποκάλυψε ότι τα έγγραφα επί των οποίων βασίζονται οι υπό κρίση τροποποιήσεις ή μερικές από αυτές ήταν στην κατοχή της Αιτήτριας πριν από την καταχώρηση της αρχικής υπεράσπισης, δηλαδή πριν από τις 28/6/2011. 11. Τυχόν έγκριση της υπό κρίση Αίτησης τροποποίησης δημιουργεί τον κίνδυνο πρόκλησης ζημιάς στην Καθ' ης η Αίτηση η οποία δεν μπορεί ενανορθωθεί με έξοδα αφού οποιαδήποτε αγώγιμα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση εναντίον των οντότητων των οποίων επικαλείται η Αιτήτρια έχουν παραγραφεί.» Η ένσταση βασίζεται στη Δ.25 Θ. 1‑ 6, Δ.39, Δ.48 Θ.1‑ 9, Δ.64, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις συμφυείς εξουσίες, τη γενική πρακτική και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της XXXXX Παντελίδου, η οποία δηλώνει ότι, μέχρι πρόσφατα, κατείχε τη θέση του Γενικού Διευθυντή στη μητρική εταιρεία της Ενάγουσας, ενώ, επί του παρόντος, συνεργάζεται μαζί της ως σύμβουλος. Αφού αρχικά δηλώνει εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα για να προβεί στην ένορκη δήλωσή της, επαναλαμβάνει, στην ουσία, πλην όμως με πολύ μεγαλύτερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης. Την ένορκή της δήλωση, συνοδεύουν τέσσερα τεκμήρια/επιστολές, που ανταλλάγησαν μεταξύ των διάδικων και/ή των συνηγόρων τους, το περιεχόμενο των οποίων (πάντα κατά την ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση), υποστηρίζει τη θέση ότι ορθώς η Ενάγουσα επικαλείται συμβατική σχέση με την Εναγόμενη και κατά συνέπεια, εντελώς αδικαιολογήτως η τελευταία επιχειρεί, διά της επίδικης αίτησης της, να προβάλλει αντίθετη θέση. Η ακροαματική διαδικασία Αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αναπτύσσουν τους λόγους για τους οποίους έκαστη πλευρά υποστηρίζει τις θέσεις της. Ο συνήγορος που εμφανίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας, ζήτησε και του δόθηκε ο λόγος, ώστε, προφορικά, να υπερτονίσει συγκεκριμένα σημεία της γραπτής του αγόρευσης, χωρίς με τις προφορικές του αυτές αναφορές να διαφοροποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα αναφερόμενα στη γραπτή του αγόρευση. Καμία πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση του ομνύοντα της άλλης. Διεξήλθα, τόσο της αίτησης, όσο και της ένστασης, όπως επίσης και των ένορκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διάδικων, ως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφων έχουν κατ' επανάληψη απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία είναι ότι, το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή, η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι, στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα και ότι ο Αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, ο παράγων της καθυστέρησης δεν είναι καθοριστικός και συνυπολογίζεται µε όλους τους άλλους παράγοντες που καθιέρωσε η νομολογία και ότι, όπου δεν προκαλείται ζημιά, ακόμα και η µη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση, δεν µπορεί να στερεί από ένα διάδικο το δικαίωμά του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Η έναρξη της δίκης, δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφου, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά το εν λόγω στάδιο, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για τον εναγόμενο, όπως απώλεια υπεράσπισης για παραγραφή (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, βλέπε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation

(1989)1(E) AAΔ 33, Δ. Χριστοδούλου ν. Α. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Γρ. Τρίνζι Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44, και Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1Β ΑΑΔ 1005). Σε ότι αφορά ειδικά τη δυνατότητα ενός εναγομένου να τροποποιήσει την Υπεράσπισή του δια της απόσυρσης παραδοχών στις οποίες προέβη στο αρχικό του δικόγραφο, τούτο μπορεί να επιτευχθεί, νοουμένου ότι, ο εναγόμενος, θα ικανοποιήσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ως προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα αγγλική νομολογία, αλλά και συγγράμματα, το Δικαστήριο, προτού επιτρέψει μια τέτοια τροποποίηση, θα πρέπει να διερευνήσει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η παραδοχή που επιχειρείται να αποσυρθεί. Αν από τη διερεύνησή του Δικαστηρίου προκύψει ότι τούτη (η παραδοχή), έγινε εκ παραδρομής, τότε νομιμοποιείται να επιτρέψει μια τέτοια τροποποίηση. Διαφορετικά, μια τέτοια τροποποίηση, δεν είναι επιτρεπτή, εκτός φυσικά της περίπτωσης, που νέα γεγονότα που ήλθαν στην επιφάνεια, δικαιολογούν μια τέτοια απόσυρση. Κατά τα λοιπά, και αφού ο εναγόμενος θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλες εκείνες τις πληροφορίες που θα το ικανοποιήσουν ότι είναι επιτρεπτή η απόσυρση των παραδοχών του, τότε θα εκδοθεί σχετικό διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης, νοουμένου ότι ο ενάγοντας, δεν έχει ενεργήσει στη βάση των εν λόγω παραδοχών εις βλάβη των δικαιωμάτων του, και δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς σε βαθμό που να μην μπορεί να θεραπευθεί η βλάβη του με σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλέπε Clarke v. Yorke
(1882)W.R. 62, Hollis v. Burton
(1892)3 Ch. 226, H. Clark (Dοncaster) Ltd v. Wilkinson [1965] 1 All E.R. 934, Gale v Superdrug Stores Plc [1996] 3 All E.R. 468 και Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 1975). Ενδιαφέρουσες αποφάνσεις επί του θέματος και ειδικότερα ως προς την υποχρέωση που υπέχει ένας εναγόμενος να δώσει εξηγήσεις στο Δικαστήριο για το λόγο που στο αρχικό δικόγραφο της Υπεράσπισης γίνονται οι διάφορες παραδοχές που επιχειρείται να αποσυρθούν, εκφράστηκαν και στις δύο πιο κάτω αποφάσεις των Δικαστηρίων του Hong Kong, και δη στις Taisei Kogyo Kaisha Ltd v. Billiongold Co. Ltd [1992] HKCA 286 και Tse Yuk Tin v. Chee Cheung Hing and Anr [1984] HKLR 391. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την Αίτηση στο μόλις πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο Πρέπει εξ' αρχής να σημειωθεί ότι, παρά το γεγονός ότι επί του κυρίου σώματος της ένστασης προβάλλονται 11 λόγοι ένστασης, εν τούτοις, τόσο από το ίδιο το λεκτικό τους, όσο και από την ανάπτυξη τους στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αλλά και την αγόρευση του συνήγορου της Ενάγουσας, προκύπτει ότι η ένσταση, στην ουσία, βασίζεται στους τέσσερις ακόλουθους λόγους: Πρώτο ότι, η αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη, αναιτιολόγητη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση (βλέπε λόγους ένστασης 4, 7, 8, 9 και 10), δεύτερο ότι, με την αίτηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέων υπερασπίσεων, οι οποίες επιχειρούν ουσιαστική και ριζική αναδιαμόρφωση της Υπεράσπισης σε βαθμό που προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα (βλέπε λόγους ένστασης 3, 9 και 11), τρίτο ότι, η υπό εξέταση αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική με τα επίδικα ζητήματα νομολογία και γενικά δεν δίδεται καλός λόγος για έγκριση της (βλέπε λόγους ένστασης 2, 5 και 9) και τέταρτο ότι, η επίκληση από την Εναγόμενη της αλλαγής του δικηγόρου της, νομολογιακά, κρίθηκε ως μη ικανοποιητικός λόγος για τροποποίηση δικογράφων (βλέπε λόγος ένστασης 6). Ο λόγος ένστασης 1 (επί του κυρίως σώματος της ένστασης) δεν προωθήθηκε, ούτε από την ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση, ούτε από τον συνήγορο της Ενάγουσας στα πλαίσια της αγόρευσης του, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε και κατά συνέπεια δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο. Για σκοπούς δομής της παρούσας απόφασης και για τους λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω, κρίνω ορθότερο όπως εξετάσω αρχικά τη θέση της Ενάγουσας ότι, με την επιδιωκόμενη τροποποίηση, η Εναγόμενη επιχειρεί να εισάξει ισχυρισμούς οι οποίοι μεταβάλλουν ουσιωδώς και ριζικά την υφιστάμενη Υπεράσπιση της. Αν το θέμα εξεταζόταν απλά στη βάση της θέσης της Ενάγουσας και μόνο, και δη της μεταβολής της υπερασπιστικής γραμμής διά προσθήκης νέας βάσης υπεράσπισης, δεν θεωρώ ότι θα παρουσίαζε οποιαδήποτε ιδιαίτερη δυσκολία και ούτε θεωρώ ότι ένα τέτοιο γεγονός θα αποτελούσε λόγο για απόρριψη της αίτησης, εν απουσία άλλων παραγόντων, που σε συνάρτηση με το ζήτημα αυτό, να μπορούσαν να αποτελέσουν εμπόδιο στην έγκριση της. Με το ζήτημα αυτό καταπιάστηκε το Ανώτατο Δικαστήριο στη υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοι Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1 Α.Α.Δ. 745. Εκείνο που κρίνεται σημαντικό, από τα όσα εκεί λέχθηκαν, να αναφερθεί, για τα όσα εδώ ενδιαφέρουν, είναι ότι «η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική[1] (με την επιδίωξη προσθήκης νέας βάσης αγωγής), εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στη Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, sel. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης[2], η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707)». Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, αυτό που η Εναγόμενη επιχειρεί να πράξει με την υπό εξέταση αίτηση και ειδικότερα τους προς εισαγωγή ισχυρισμούς που θέλουν τους διάδικους να μην συνδέονται με συμβατική σχέση, είναι να αποσύρει μεγάλο αριθμό παραδοχών της (ως τούτες προβάλλονται στην υφιστάμενη Υπεράσπιση της) επί της σχετικής, αντίθετης, δικογραφημένης θέσης της Ενάγουσας. Ως προκύπτει από την πιο πάνω αναφερόμενη, σχετική με το υπό συζήτηση θέμα, νομολογία, η προσπάθεια αυτή της Εναγόμενης θα ήταν δυνατό να στεφθεί με επιτυχία μόνο αν έθετε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα στοιχεία και/ή ισχυρισμούς που θα καθιστούσαν δυνατή τη διενέργεια της απαραίτητης έρευνας από πλευράς του Δικαστηρίου αναφορικά με τους λόγους που έγιναν οι εν λόγω παραδοχές στο υφιστάμενο δικόγραφο της και τούτο ώστε να αποφασιστεί το κατά πόσον η συμπερίληψη των εν λόγω παραδοχών στην Υπεράσπιση που επιχειρείται να τροποποιηθεί, ήταν ή όχι το αποτέλεσμα αβλεψίας ή παραδρομής από πλευράς της Εναγόμενης και/ή των Δικηγόρων της. Το περιεχόμενο, όμως, της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, δεν είναι διαφωτιστικό επί του προκειμένου. Τουναντίον, μοναδική αναφορά σε λάθος και/ή παραδρομή γίνεται στην παράγραφο 6, και τούτη ως δικαιολογία για τη μη συμπερίληψη στην Υπεράσπιση κάποιων στοιχείων και λεπτομερειών που αφορούν σε ισχυριζόμενα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και όχι για την συμπερίληψη των παραδοχών. Πουθενά στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά, που να διαφωτίζει για τον λόγο που στην υφιστάμενη Υπεράσπιση της Εναγόμενης (η οποία, επί του προκειμένου, δεν διαφοροποιήθηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, κατά την τροποποίηση της τον Δεκέμβριο του 2017), όχι απλά γίνονται παραδοχές περί συμβατικής σχέσης των μερών (βλέπε παράγραφος 2, 3, 9 και 15), αλλά προωθούνται και ειδικές θέσεις ως προς τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Επομένως, ως προς το γιατί η Εναγόμενη παραδέχθηκε τη βασική θέση της Ενάγουσας περί συμβατικής σχέσης των μερών παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο, μιας και καμία σχετική με το ζήτημα αυτό μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς της Εναγόμενης. Ούτε η ίδια η φύση της επιδιωκόμενης τροποποίησης, σε συνδυασμό με τους υφιστάμενους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης, μπορούν να σχηματίσουν το αναγκαίο υπόβαθρο για δικαστική κρίση επί του προκειμένου. Η αναφορά στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως περί του ότι η Εναγόμενη με τους νέους Δικηγόρους της διαπίστωσε "ότι υπήρχαν ουσιώδη στοιχεία σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις που ισχύουν για τη ναυτιλία και τις μεταφορές και λεπτομέρειες τα οποία δεν είχαν συμπεριληφθεί στην Υπεράσπιση", δεν μεταβάλλει την ήδη εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου περί απουσίας οποιασδήποτε δικαιολογίας για τον λόγο που έγιναν οι διάφορες παραδοχές στο υφιστάμενο δικόγραφο. Ούτε η υπό συζήτηση περίπτωση μπορεί να ενταχθεί στον έτερο λόγο, για τον οποίον είναι δυνατό να επιτραπεί η απόσυρση παραδοχών (σύμφωνα πάντα με τη πιο πάνω σχετική με το ζήτημα νομολογία) και δη ότι η ανάγκη και/ή αιτία για απόσυρση τους προκύπτει στη βάση νέων γεγονότων που ήλθαν στην επιφάνεια. Το αν οι διάδικοι είχαν ή όχι, σε σχέση πάντα με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, συμβατική σχέση, είναι θέμα πραγματικό και δεν είναι ζήτημα (στη βάση των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) που εξαρτάται από γεγονότα που ήλθαν στη επιφάνεια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Η όποια αναφορά στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περί συμβατικής σχέσης της Ενάγουσας με κάποια άλλη ελληνική εταιρεία, δεν συσχετίστηκε με οποιαδήποτε γεγονότα που ήλθαν τώρα στην επιφάνεια, ούτε και εξηγεί ή διαφωτίζει γιατί η Εναγόμενη παραδέχθηκε στο υφιστάμενο δικόγραφό της την επικαλούμενη από την Ενάγουσα συμβατική σχέση των μερών. Ας μην λησμονείται ότι, με την μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση, δεν επωμίζεται ευθύνη παραπληροφόρησης στον τέως εκπρόσωπο της Εναγόμενης προς τον πρώην συνήγορό της ή λανθασμένη αντίληψη του τελευταίου περί των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, αν τα γεγονότα και οι λεπτομέρειες που περιβάλλουν της σχέσης των μερών δεν μεταφέρθηκαν σωστά από τον τέως εκπρόσωπο της Εναγόμενης στον πρώην συνήγορο της ή αν ο τελευταίος, ενδεχομένως, δεν εκτίμησε σωστά τη σχέση των διάδικων και τέλος αν τούτη ήταν η αιτία για την προώθηση των διάφορων παραδοχών που γίνονται στο δικόγραφο της υφιστάμενης Υπεράσπισης, είναι θέμα για το οποίο θα έπρεπε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία, έτσι ακριβώς που να δοθεί ο λόγος για τον οποίον προβλήθηκαν οι συγκεκριμένες παραδοχές και/ή το υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο να μπορεί εδράσει την αναγκαία επί του ζητήματος κρίση του. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε. Σε συνέχεια των πιο πάνω, παρατηρώ ότι, στη βάση του κατ' ισχυρισμό δεδομένου ότι η επικαλούμενη συμβατική σχέση της Ενάγουσας με την Ελληνική εταιρεία και όχι την Εναγόμενη, προκύπτει από έγγραφα που η πρώτη αποκάλυψε ενόρκως (βλέπε παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση), γεννάται το εξής εύλογο ερώτημα. Γιατί από τις 05.01.2012 (ημερομηνία καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψής εγγράφων από πλευράς της Ενάγουσας), επιχειρείται σήμερα, έξι και πλέον χρόνια μετά, η επίδικη τροποποίηση (ως προς την όποια σχέση των διαδίκων); Καμία εξήγηση, έστω και μη πλήρως αιτιολογημένη, δεν δίδεται μέσω του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την αίτηση. Δεν παραγνωρίζεται η τάση, που ομολογουμένως παρατηρείται από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που θέλει την έγκριση μιας αίτησης τροποποίησης, εκεί που, από τη μια η επιζητούμενη τροποποίηση δικαιολογείται και από την άλλη η όποια καθυστέρηση σε σχέση με την προώθηση της αίτησης δεν προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον έτερο διάδικο και μπορεί ευχερώς να αποζημιωθεί με σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα. Η τάση όμως αυτή, δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση του να συνυπολογίσει γενικότερα τον παράγοντα καθυστέρηση. Όπως σχετικά σημειώθηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, «όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσείοντων, στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρομοίως, στην υπόθεση C&Α Pelekanos Associates Ltd ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2075, με παραπομπή και στα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon ν. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, αναφέρθηκε ότι, εκεί που παρατηρείται καθυστέρηση και αργοπορία στην εκδήλωση του διαβήματος για άδεια τροποποίησης διά προσθήκης ισχυρισμών για τους οποίους υπήρχε δυνατότητα προώθησης τους σε προηγούμενο στάδιο, θα πρέπει ο αιτητής να εξηγεί ικανοποιητικά την παράλειψη του αυτή. Στη βάση δε του δεδομένου που ίσχυε σε εκείνη την περίπτωση και δη του γεγονότος ότι οι εφεσείοντες δεν προσδιόρισαν τον χρόνο κατά τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή και γνώση τους τα έγγραφα (το περιεχόμενο των οποίων δικαιολογούσε, κατά τους ίδιους, την προώθηση της αίτησης τροποποίησης), το Δικαστήριο έκρινε ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του επίδικου αιτήματος, δεν δικαιολογήθηκε. Έκρινε δε την παράλειψη αυτή ως καθοριστική και επί αυτής της βάσης απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στον τρόπο που αντιμετώπισε το ζήτημα το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ανέφερε τα εξής: «Η πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση είναι, μέχρι του σημείου που εκτείνεται ορθή». Με το ίδιο σκεπτικό, και δη της απουσίας εξήγησης αναφορικά με το γιατί η προτεινόμενη τροποποίηση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε προγενέστερο, του σταδίου που επιχειρείται, χρόνο, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε, κύριος Πικής, απέρριψε αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd ν. MTR Metals(Overseas) Ltd, Αρ. 1
(1996)1 Α.Α.Δ. 162. Στην υπόθεση A. Xατζηλαμπρή ν. Πετεινού
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο ειδικά στην πάροδο του χρόνου από τη μέρα της καταχώρησης του Κλητήριου Εντάλματος, μέχρι και τη μέρα υποβολής της αίτησης τροποποίησης, σημείωσε τα εξής σχετικά: «κατά την άποψη μας, η καθυστέρηση των 2 1/2 χρόνων από την ημέρα καταχώρησης του κλητήριου εντάλματος, μέχρι την υποβολή της πρώτης αίτησης τροποποίησης που απορρίφθηκε και των 4 1/2 χρόνων μέχρι την υποβολή της δεύτερης αίτησης, ήταν ένας ακόμη ισχυρός παράγοντας για απόρριψη της αίτησης, ανεξάρτητα από τη γενική πρόνοια των θεσμών ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η καθυστέρηση όχι μόνο δεν δικαιολογήθηκε, αλλά εμφανώς παραβίαζε το θεμελιώδες δικαίωμα του αντίδικου, για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο. Η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την άποψη μας, ασκήθηκε ορθά με γνώμονα πρωτίστως τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Τέλος, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, αναφερόμενο, ειδικά, στον τρόπο που προσέγγισε το πρωτόδικο Δικαστήριο την αίτηση, σημείωσε ότι «δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε μεμπτό στην πρωτόδικη απόφαση. Τόσο η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο εφεσείων επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη διαβημάτων για τροποποίηση του δικογράφου του, όσο και η κατάληξη ότι η εν λόγω παράλειψη του ουδόλως αιτιολογήθηκε, μας βρίσκει σύμφωνους. Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. (Bold Astor Manufactury (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω)). Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αργοπορία του εφεσείοντα να επιδιώξει τροποποίηση του δικογράφου του, προβάλλει ανάγλυφη μέσα από το ιστορικό των γεγονότων που περιβάλλουν το θέμα. Η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναμένοντας εκδίκαση για 7 και πλέον χρόνια. Μετά από μια σειρά ανησυχητικών εξελίξεων, στα πλαίσια των οποίων η εκδίκαση της υπόθεσης οδηγείτο από αναβολή σε αναβολή, εξελίξεις για τις οποίες η πλευρά του εφεσείοντα δεν είναι απαλλαγμένη ευθυνών, η υπόθεση ορίστηκε τελικά για ακρόαση στις 13/01/09, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακρόαση. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς του εφεσείοντα συνιστά το γεγονός ότι ενώ η υπεράσπιση των εφεσίβλητων καταχωρήθηκε τον Μάρτιο του 2003, η απάντηση στην υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε παρά μόνο έναν χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα στις 21.05.04, όπως και το γεγονός ότι για έναν και πλέον χρόνο ο εφεσείων, για λόγους που δεν έχουν αποκαλυφθεί παρέμεινε άπρακτος, δεν επεδίωξε τροποποίηση του δικογράφου του, ειμί μόνο, τέσσερεις μέρες πριν την ακρόαση της αγωγής, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με τις πραγματικές προθέσεις του και τους στόχους της αίτησης». Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την πιο πάνω, σχετική με τη καθυστέρηση στην προώθηση ενός αιτήματος, ως το υπό εξέταση, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ότι, ανεξάρτητα της ομολογουμένως φιλελεύθερης προσέγγισης που πρέπει το Δικαστήριο να επιδεικνύει όταν αντιμετωπίζει αίτημα για τροποποίηση δικογράφων, η υποχρέωση ενός αιτητή που προωθεί ένα τέτοιο αίτημα καθυστερημένα, να αιτιολογήσει την καθυστέρηση και να εξηγήσει τους λόγους που δεν το προώθησε προηγουμένως, δεν ατονεί. Τουναντίον, παράλειψη του να ενεργήσει προς αυτή τη κατεύθυνση, δυνατό (ανάλογα με την επιχειρούμενη τροποποίηση και το κίνητρο πίσω από την προσπάθεια μεταβολής του δικογράφου) να οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης του. Στην υπό εξέταση υπόθεση, ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που επιθυμεί η Εναγόμενη να θέσει ως μέρος της Υπεράσπισής της διά της αιτούμενης τροποποίησης, ήταν γνωστά σε αυτή εδώ και έξι και πλέον χρόνια. Παρά ταύτα, καμία μαρτυρία δεν πρόσφερε που να δικαιολογεί ή αιτιολογεί ή καθ' οιονδήποτε τρόπο εξηγεί, αφενός τον λόγο που η υπό εξέταση αίτηση προωθείται τόσο καθυστερημένα και αφετέρου το γιατί δεν επιχειρήθηκε η τροποποίηση της Υπεράσπισης σε προγενέστερο στάδιο. Εκείνο που παρατηρείται στο μαρτυρικό υλικό που συνοδεύει την αίτηση, είναι πλήρης απουσία κάθε σχετικού με το ζητούμενο ισχυρισμού. Η απουσία οποιασδήποτε αιτιολογίας για την ομολογουμένως πολύ μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, δημιουργεί, τουλάχιστον εύλογα ερωτήματα ως προς τις πραγματικές προθέσεις της εναγόμενης σε σχέση με το επιχείρημά της να μεταβάλει πλήρως την υπερασπιστική της γραμμή δια της απόσυρσης των παραδοχών περί συμβατικής σχέσης των διαδίκων. Το σίγουρο είναι ότι, ελλείψει μαρτυρίας από πλευράς της Εναγόμενης αναφορικά με το λόγο ή λόγους που παρατηρείται η καθυστέρηση στην προώθηση της επίδικης αίτησης, ο αναγκαίος, από πλευράς του Δικαστηρίου, συνυπολογισμός του παράγοντα καθυστέρηση δεν μπορεί να διενεργηθεί επαρκώς, λόγω άγνοιας των κινήτρων πίσω από τους λόγους πρόκλησής της. Με δεδομένη τη μόλις πιο πάνω εκφρασθείσα επιχειρηματολογία και τις συνεπακόλουθες καταλήξεις μου και δη, (α) ότι η Εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει ότι οι διάφορες παραδοχές της (τις οποίες, στην ουσία, επιδιώκει να αποσύρει διά της προσθήκης των αντίθετων με αυτές ισχυρισμών, που επιχειρεί να εισαγάγει στο δικόγραφο της) έγιναν εκ παραδρομής, ή, έστω ότι η απόσυρση τους δικαιολογείται στη βάση νέων γεγονότων που ήλθαν στην επιφάνεια και (β) ότι η Εναγόμενη δεν αιτιολόγησε, έστω και μη πλήρως, το λόγο που οδήγησε στην προώθηση της αίτησης τόσο καθυστερημένα αφήνοντας, έτσι, τουλάχιστον αμφιβολίες για τις προθέσεις της σε σχέση με το επιχείρημα της να αποσύρει υφιστάμενες παραδοχές της, δεν είναι δυνατό να της επιτραπεί, μέσω της παρούσας αίτησης της, να τις αποσύρει, πόσο μάλλον όταν με την απόσυρσή τους μεταβάλλει πλήρως την υπερασπιστική της γραμμή, την οποία, εδώ και χρόνια, η Ενάγουσα προετοιμάστηκε (εξασφαλίζοντας προς τούτο σχετική μαρτυρία) να αντιμετωπίσει, θεωρώντας μη επίδικη (λόγω των σχετικών παραδοχών της Εναγόμενης) την δικογραφημένη της θέση περί συμβατικής σχέσης των μερών. Συνεπεία δε της πιο πάνω κρίσης, η Αίτηση, ως προς τους προς προσθήκη, υπό στοιχεία (
  1. i)(παράγραφοι 1 και 3) και (iii) (η δεύτερη πρόταση - «Η Εναγόμενη [.] τα έξοδα»), ισχυρισμούς, δεν μπορεί να επιτύχει μιας και τούτοι είναι μετωπικά συγκρουόμενοι με τις υφιστάμενες παραδοχές στο δικόγραφο της Εναγομένης. Ως προς την υπό στοιχείο (
  2. i)(παράγραφος 2) αιτούμενη θεραπεία, τούτη δεν εξυπηρετεί κάτι αν αποδοθεί, μιας και η αποδοχή του περιεχομένου των παραγράφων 1 και 2 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται ήδη μέσω της υφιστάμενης παραγράφου 1 της Υπεράσπισης. Ως προς τους λοιπούς προς προσθήκη ισχυρισμούς επί του κυρίως σώματος της Αίτησης και δη τις υπό στοιχεία (
  3. i)(παράγραφος 3.α. - από το σημείο «η Εναγόμενη», στη δεύτερη γραμμή, μέχρι τέλος), (ii), (iii) (πρώτη πρόταση - «Τα αναφερόμενα [.] ήταν 8») και (iv), πρόκειται για εντελώς διευκρινιστικούς, των υφιστάμενων, ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν προκαλούν οποιαδήποτε ζημιά στην Ενάγουσα, ούτε καθιστούν το έργο αντιμετώπισης τους από την Ενάγουσα δύσκολο. Το σίγουρο είναι ότι, με τη προσθήκη των υπό συζήτηση ισχυρισμών στη Υπεράσπιση, η Ενάγουσα δεν δικαιολογείται να προβάλλει τους βασικούς λόγους ένστασής της, και δη ζήτημα παραγραφής του δικαιώματος της να ενάγει τρίτο πρόσωπο, ούτε ότι έχει ενεργήσει σε βλάβη των δικαιωμάτων της στη βάση υφιστάμενων ισχυρισμών που θα μεταβληθούν συνεπεία της τροποποίησης, ούτε ότι μεταβάλλεται, είτε ριζικά, είτε άλλως πως, η γραμμή υπεράσπισης. Ο δε παράγοντας καθυστέρηση, δεν υπέχει τη ίδια σημασία που του αποδόθηκε ανωτέρω κατά την εξέταση του μέρους εκείνου της αίτησης που αποσκοπούσε στη μεταβολή της υπερασπιστικής γραμμής, γιατί το κίνητρο πίσω από τη επιθυμία της εναγόμενης να τους προσθέσει στο δικόγραφό της, είναι εμφανές και αδιαμφισβήτητο λόγω των ήδη υφιστάμενων, άρρηκτα συνυφασμένων με αυτούς, ισχυρισμών που προβάλλονται στη Υπεράσπισή της. Είναι αβίαστα έκδηλο ότι με την προσθήκη τους, απλά διευκρινίζονται και/ή εμπλουτίζονται υφιστάμενοι γενικότεροι ισχυρισμοί της Εναγόμενης, με ειδικότερους πλέον ισχυρισμούς, περιορίζοντας έτσι και το εύρος του αποδεκτού μαρτυρικού υλικού προς απόδειξή τους. Η φύση της υπό συζήτηση τροποποίησης και ο σκοπός της, είναι τέτοιος που τη καθιστά επιθυμητή και από πλευράς του Δικαστηρίου. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας σημειώνω ότι, ο λόγος ένσταση της Ενάγουσας, που εδράζεται στη βάση της επίκληση από πλευράς της Εναγόμενης της αλλαγής του δικηγόρου της, δεν μπορεί να γίνει δεκτός, καθότι, μεσώ της μαρτυρίας της, η Εναγόμενη δεν περιορίζεται στο γεγονός αυτό, αλλά προβάλλει και την ανάμιξη και έρευνα του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση και την ανάληψη από αυτόν της ευθύνης εκπροσώπησης της για την παρούσα αγωγή λόγω θανάτου του μέχρι πρότινος υπευθύνου προσώπου. Εν πάση περιπτώσει, η αλλαγή του δικηγόρου της Εναγόμενης δεν αποτέλεσε το λόγο ή μέρος των λόγων για την εν μέρει επιτυχία της αίτησης. Για τους λόγους αυτούς, η αίτηση, ως προς τις, υπό στοιχεία (
  4. i)(παράγραφος 3.α. - από το σημείο «η Εναγόμενη», στη δεύτερη γραμμή, μέχρι τέλος), (ii), (iii) (πρώτη πρόταση - «Τα αναφερόμενα [.] ήταν 8») και (
  5. iv)(παράγραφοι α, β, γ και δ), αιτούμενες θεραπείες, επιτυγχάνει, και κατά συνέπεια εκδίδεται σχετικό με αυτές διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Διάβημα για σύνταξη να προωθηθεί από πλευράς της Εναγόμενης εντός τριών εργάσιμων ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την επίδοση/παράδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης στην Ενάγουσα. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, καθώς επίσης και όποια έξοδα θα προκληθούν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλην όμως τούτα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Υπογράμμιση δική μου. [2] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.