Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 4263/2016, 27/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4263/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Νεοφύτου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Δράκος με κ. M. Φιλίππου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ O XXXXX Γκουγκούρης έχασε την ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα που έγινε στις 15:35 της 3.5.2014, στην οδό Ελευθερίας στην Έγκωμη της Επαρχίας Λευκωσίας, όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, κάτω από συνθήκες που θα διερευνηθούν πιο κάτω, ολίσθησε και κατέπεσε σε αυλάκι ομβρίων υδάτων. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, επέβαιναν συνολικά τέσσερα πρόσωπα. Στην θέση του συνοδηγού καθόταν ο XXXXX Χριστοφόρου. Στο πισινό κάθισμα κάθονταν, ο XXXXX Άραβης στα αριστερά και ο XXXXX Γκουγκούρης στα δεξιά. Το αυτοκίνητο φέρει αριθμούς εγγραφής XXXXX67 και διαθέτει αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων, μηχανικού τύπου χειρόφρενο και σύστημα τροχοπεδήσεως αντί-μπλοκαρίσματος (ABS). Από το δυστύχημα τραυματίσθηκαν σοβαρά όλοι οι επιβάτες. Δυστυχώς, ο XXXXX Γκουγκούρης τραυματίστηκε θανάσιμα (στο εξής θα αναφέρεται ως «το θύμα»). Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, η οδός Ελευθερίας είναι δρόμος επίπεδος και διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή, όπου το όριο ταχύτητας είναι 50ΧΑΩ. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με κατεύθυνση από την Λεωφόρο Ηρώων προς την οδό Επτανήσου. Κατά κοινή παραδοχή, σε κάποιο σημείο του δρόμου, το όχημα που οδηγούσε ξεκίνησε να τροχοπεδεί σε ευθεία πορεία. Μετά την τροχοπέδηση κινήθηκε αριστερά ως η πορεία του και σε κάποιο σημείο ολίσθησε πλάγια και κατέληξε στο μέρος του καναλιού που βρισκόταν αριστερά, ως η πορεία του. Το εν λόγω κανάλι περνά λοξά κάτω από οδό Ελευθερίας και έχει βάθος 3,70 μέτρα από την άσφαλτο και πλάτος που κυμαίνεται μεταξύ 5,10 μέτρων και 5,90 μέτρων. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το πιο πάνω όχημα, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του θύματος. Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 6 μάρτυρες κατηγορίας. Κατατέθηκαν επίσης παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Μεταξύ άλλων, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι, ένεκα του δυστυχήματος, ο Κατηγορούμενος υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς στο κεφάλι και παρουσιάζει περιτραυματική αμνησία, διαταραχή μνήμης και συγκέντρωσης. Πέρασε μακρά περίοδο ανάρρωσης με μειωμένο επίπεδο συνείδησης. Ένεκα της περιτραυματικής αμνησίας, ο Κατηγορούμενος δεν έχει καμιά μνήμη από την διαδρομή του αυτοκινήτου πριν το δυστύχημα και έπειτα αλλά ούτε για την περίοδο νοσηλείας του στην μονάδα εντατικής θεραπείας, μετά το δυστύχημα (βλ. Τεκμήρια 12 και 17). Το Δικαστήριο, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανωμοτί δήλωση. Κάλεσε 1 μάρτυρα υπεράσπισης. Πιο κάτω, παραθέτω συνοπτικά, την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο. Α/Αστ.XX4 XXXXX Σιαλή (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος περί τις 15:55 της 3.5.
- Εκεί, εντόπισε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, το οποίο βρισκόταν στο τσιμεντένιο αυλάκι, γερμένο με την δεξιά του πλευρά στο έδαφος. Στην σκηνή είχαν φτάσει ήδη, μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, οι οποίοι εργάζονταν για απεγκλωβισμό των προσώπων που επέβαιναν στο αυτοκίνητο. Ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (βλ. Τεκμήριο 4). Σε αυτό σημείωσε μεταξύ άλλων, την πορεία, τα ίχνη τροχοπέδησης και την τελική θέση του αυτοκινήτου. Με βάση το πρόχειρο σχέδιο, ο ΜΚ1 ετοίμασε σχέδιο επί κλίμακος (βλ. Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η ανακριτική ομάδα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που εντοπίστηκαν στη σκηνή προκλήθηκαν συνεπεία της χρήσης χειρόφρενου, το οποίο ήταν τοποθετημένο ανάμεσα στα καθίσματα οδηγού και του συνοδηγού. Ο ΜΚ1 εξήγησε ότι το χειρόφρενο του εμπλεκόμενου στο δυστύχημα οχήματος είναι μηχανικό και ότι με το ανασήκωμα του μοχλού, κλειδώνουν οι πισινοί τροχοί. Επισήμανε ότι από το τέλος των ιχνών τροχοπέδησης μέχρι την έναρξη ιχνών πλαγιολίσθησης, υπάρχει απόσταση περίπου 13 μέτρων κάτι που κατά την άποψη του, δείχνει ότι κάποιο πρόσωπο ανασήκωσε το χειρόφρενο, το κράτησε για κάποιο χρονικό διάστημα ανεβασμένο και μετά το κατέβασε. Απαντώντας σε ερώτηση κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε στο αυτοκίνητο που να εμπόδιζε την πρόσβαση στο χειρόφρενο σε οποιονδήποτε από τους επιβαίνοντες. Λοχ.XX8 XXXXX Σωκράτους (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 επισκέφθηκε μαζί με τον ΜΚ1 την σκηνή του δυστυχήματος. Το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου βρισκόταν στην τελική του θέση και μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας εργάζονταν για απεγκλωβισμό των επιβατών. Ο ΜΚ2 αναφέρθηκε στα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκίνητου, υποδεικνύοντας μεταξύ άλλων, ότι είχαν πορεία λοξά δεξιά. Λίγα μέτρα μετά τα ίχνη τροχοπέδησης, εντοπίστηκαν ίχνη διέλευσης του ίδιου αυτοκινήτου, τα οποία οδηγούσαν προς την κοίτη του καναλιού ομβρίων υδάτων. Μετά την πτώση του στο κανάλι όμβριων υδάτων, το αυτοκίνητο κτύπησε στον δεξιό τοίχο αντιστήριξης του καναλιού και κατέληξε στην τελική του θέση. Από τα ευρήματα στη σκηνή και από τον μηχανικό έλεγχο, ο μάρτυρας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κάποιο άτομο που επέβαινε στο αυτοκίνητο τράβηξε το χειρόφρενο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το χειρόφρενο ήταν προσβάσιμο σε όλους τους επιβάτες. Επισήμανε επίσης ότι δεν προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που έκανε χρήση του χειροφρένου. Μεταξύ άλλων, ο ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο την κατάθεση που έλαβε από τον XXXXX Άραβη (βλ. Τεκμήριο 11). Ο XXXXX Άραβης, στην κατάθεση του ανέφερε ότι στις 3.5.2014 είχε συνευρεθεί με τον Κατηγορούμενο, τον XXXXX και το θύμα. Σε κάποια στιγμή, το θύμα τηλεφώνησε σε κάποιο φίλο του και διευθέτησε να τον παραλάβουν από σημείο κοντά στον Τύμβο Μακεδονίτισσας. Αφού μετέβησαν στην περιοχή με το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, το θύμα τηλεφώνησε και πάλι στο φίλο του για να τον ρωτήσει που ακριβώς βρισκόταν. Το εν λόγω πρόσωπο είπε ότι βρισκόταν πίσω από τον Τύμβο και έτσι ο Κατηγορούμενος χωρίς να αναπτύξει ταχύτητα, κατευθύνθηκε προς το σημείο. Σε κάποια στιγμή, ο XXXXX άκουσε τον XXXXX να λέει «έτον τσιηκάτω». Το επόμενο πράγμα που θυμάται ήταν ότι το αυτοκίνητο γύριζε. Επίσης άκουσε μια φωνή να εκφωνεί «Ρεε» και αφού αντιλήφθηκε ότι κάπου έπεφταν και ότι θα πάθαιναν κακό, έχασε τις αισθήσεις του. Αφού συνήλθε, κατάλαβε ότι το αυτοκίνητο ήταν αναποδογυρισμένο. Δεν θυμάται αν πριν το δυστύχημα έγινε οποιαδήποτε επικίνδυνη ενέργεια είτε από τον Κατηγορούμενο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο από τους συνεπιβάτες. Λοχ.XXX1 XXXXX Θεοκλέους (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 είναι κάτοχος πιστοποιητικών τα οποία σχετίζονται με την διερεύνηση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων και με γνώσεις τεχνικού ελέγχου οχημάτων. Στις 5.5.2014 έλεγξε το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX67 και διαπίστωσε ότι αυτό καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο μάρτυρας ελεγξε τα συστήματα του οχήματος και δεν εντόπισε οποιοδήποτε πρόβλημα, εξαιτίας του οποίου να προκλήθηκε το δυστύχημα. Τα ελαστικά ήταν σε άριστη και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση και όλες οι ζημιές είναι πρόσφατες και προκλήθηκαν κατά το δυστύχημα. Ανώτερος Υπαστυνόμος XXXXX Ευριπίδου (ΜΚ4) Ο ΜΚ4 είναι επίσης κάτοχος πιστοποιητικών, τα οποία σχετίζονται με την διερεύνηση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων καθώς και με γνώσεις τεχνικού ελέγχου οχημάτων. Αναφέρθηκε στα ίχνη τροχοπέδησης που εντοπίστηκαν στην σκηνή και εξήγησε ότι αυτά θα μπορούσαν να δημιουργηθούν μόνο με τη χρήση χειρόφρενου. Ειδικότερα, εξήγησε ότι αν είχαν χρησιμοποιηθεί φρένα αντί χειρόφρενο, τότε τα ίχνη τροχοπέδησης δεν θα ήταν συνεχόμενα, αλλά διακοπτόμενα. Τούτο διότι το σύστημα αντί μπλοκαρίσματος (ABS), με το οποίο είναι εφοδιασμένο το εμπλεκόμενο όχημα, δεν θα επέτρεπε το κλείδωμα των τροχών. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στα ίχνη πλαγιολίσθησης που είχαν κλίση προς τα αριστερά ως η πορεία του αυτοκινήτου. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ4 εξήγησε ότι με την χρήση χειροφρένου κλειδώνουν οι τροχοί του αυτοκινήτου και αυτό κινείται χωρίς ο οδηγός να μπορεί να το ελέγξει. Εν αντιθέσει, το σύστημα ABS επιτρέπει τον έλεγχο του οχήματος με την χρήση του τιμονιού. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, τα ίχνη πλαγιολίσθησης υποδηλώνουν ότι έγινε η χρήση του τιμονιού προς τα αριστερά. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι ανάμεσα στα ίχνη τροχοπέδης και στα ίχνη πλαγιολίσθησης μεσολαβεί κάποια απόσταση, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε κάποια στιγμή μετά την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης, το χειρόφρενο κατέβηκε. Ακολούθως, χρησιμοποιήθηκε το τιμόνι που είχε ως αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να κινηθεί αριστερά πλαγιολισθαίνοντας. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η χρήση του τιμονιού είναι ανεξάρτητη από την χρήση του χειροφρένου. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να έστριψε το τιμόνι επειδή η χρήση του χειροφρένου διέκοψε την ομαλότητα της οδήγησης και ο Κατηγορούμενος να φοβήθηκε ότι ίσως κτυπούσε τον πεζό που στεκόταν στο χωμάτινο παγκέτο. XXXXX Πρωτοπαπά Κυριάκου (ΜΚ5) Η ΜΚ5 οδηγούσε το αυτοκίνητο της στη Λεωφόρο Ηρώων, με κατεύθυνση από τον Τύμβο Μακεδονίτισσας προς την οδό Ελευθερίας. Στη συμβολή της Λεωφόρου Ηρώων με την οδό Ελευθερίας, έστριψε αριστερά ως η πορεία της και εισήλθε στην οδό Ελευθερίας ακολουθώντας το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Δεν υπήρχαν άλλα οχήματα σε κίνηση την συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ενώ είχε απόσταση από το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου περί τα 10 - 20 μέτρα, είδε ένα νεαρό που στεκόταν στο δεξιό πακέτο να κάνει σήμα, ένεκα του οποίου, η μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για πρόσωπο που γνωριζόταν με τους επιβαίνοντες στο προπορευόμενο αυτοκίνητο. Μετά τα πιο πάνω, το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου χωρίς κάποια αφορμή, έβγαλε καπνό και απότομα γύρισε σχεδόν 90 μοίρες και κατευθύνθηκε προς το αυλάκι. Ακολούθως, η μάρτυρας έχασε οπτική επαφή με το αυτοκίνητο. XXXXX Λεωνίδου (ΜΚ6) Ο ΜΚ6 ήταν φίλος του θύματος και στις 3.5.2015 είχε συνεννοηθεί μαζί του για να μεταβούν στη Λεμεσό, όπου θα παρακολουθούσαν ποδοσφαιρικό αγώνα. Είχε μιλήσει τηλεφωνικά με το θύμα, ο οποίος του είπε ότι θα ερχόταν με κάποιους φίλους του να τον παραλάβουν. Του εξήγησε το σημείο όπου θα βρισκόταν και θα τους περίμενε πεζός. Περί τις 15:35, είδε ένα αυτοκίνητο που έστριψε αριστερά στην οδό Ελευθερίας και ερχόταν προς το μέρος του. Παρόλο που δεν γνώριζε το αυτοκίνητο, κατάλαβε ότι ήταν αυτό με το οποίο θα τον παραλάμβαναν. Κάποιος που καθόταν στην πίσω δεξιά θέση του αυτοκινήτου, του έκανε νόημα με το χέρι. Ο ΜΚ6 κινήθηκε λίγο προς τα πίσω για να σταματήσει το αυτοκίνητο εντός του χωμάτινου παγκέτου. Σε κάποια στιγμή, το όχημα έκανε ξαφνικά μια απότομη στροφή 90 μοιρών αριστερά και κατευθύνθηκε προς το αυλάκι. Συνέχισε την πορεία του και χωρίς να χτυπήσει πουθενά, έπεσε στο αυλάκι. XXXXX Χριστοφόρου (ΜΥ) Ο ΜΥ διαμένει στην Λεμεσό και την επίδικη μέρα βρισκόταν στην Λευκωσία λόγω της ενασχόλησης του με το τένις. Μετά την προπόνηση πήγε με τον XXXXX και το θύμα σε μια ψησταριά για φαί. Από εκεί τους παρέλαβε ο Κατηγορούμενος και πήγαν όλοι μαζί για παγωτό. Ακολούθως, ο XXXXX συνεννοήθηκε με κάποιο φίλο του, να τον παραλάβουν με σκοπό να τον μεταφέρουν στο σπίτι του Γιώργου. Έτσι, μπήκαν στο αυτοκίνητο και κινήθηκαν σε διάφορους δρόμους. Σε κάποια στιγμή, σταμάτησαν έξω από τον τύμβο της Μακεδονίτισσας, όπου ο XXXXX τηλεφώνησε στον φίλο του και πληροφορήθηκε ότι αυτός βρισκόταν πίσω από τον τύμβο. Ακολούθως, κινήθηκαν προς τα φώτα τροχαίας, όπου σταμάτησαν σε κόκκινο φως. Αφού άναψε το πράσινο φως, ο Κατηγορούμενος έστριψε αριστερά. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με μικρή ταχύτητα και με ελαφριά κλίση προς τα δεξιά με πρόθεση να σταματήσει και να παραλάβει το πεζό. Καθώς πλησίαζαν τον φίλο του Γιώργου κάτι συνέβη, το οποίο δεν μπορεί να προσδιορίσει. Γύρισε και είδε ότι ο Κατηγορούμενος έστριψε απότομα το τιμόνι του αυτοκινήτου αριστερά και φώναξε «ΕΕΕΕΕ». Είδε επίσης το πρόσωπο του Κατηγορουμένου σοκαρισμένο. Έχει στο μυαλό του μια θολή εικόνα ότι ο Κατηγορούμενος είχε και τα δύο του χέρια πάνω στο τιμόνι την ώρα της στραβοτιμονιάς, όπως την χαρακτήρισε. Όταν γύρισε το κεφάλι του μπροστά είδε ότι το αυτοκίνητο τους βρίσκεται στο χείλος ενός γκρεμού. Το επόμενο που θυμάται είναι ότι βρισκόταν σε ασθενοφόρο. Ο ΜΥ ανέφερε ότι ουδέποτε τράβηξε χειρόφρενο, ούτε αντιλήφθηκε οποιαδήποτε επικίνδυνη πράξη από τους επιβαίνοντες. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Επισημαίνω ότι τα σχέδια αποτελούν στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελούν περαιτέρω, οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α ΑΑΔ 267). Ξεκινώ από τους μάρτυρες κατηγορίας τους οποίους κρίνω όλους ως μάρτυρες της αλήθειας. Εξάλλου, η μαρτυρία τους δεν έχει τύχει ουσιαστικής αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης και/ή δεν επιχειρήθηκε ο κλονισμός της αξιοπιστίας τους μέσα από την αντεξέταση τους. Σε κάθε περίπτωση, κρίνω ότι οι εν λόγω μάρτυρες παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με θετική διάθεση και με πρόθεση να βοηθήσουν. Η συνολική παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα χαρακτηρίζεται από φυσικότητα. Η μαρτυρία των αστυνομικών που συμμετείχαν στην διερεύνηση του δυστυχήματος διακρίνεται για την συνοχή της. Οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν με αμεσότητα και με ευθύτητα στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν και δεν δίστασαν σε αρκετές περιπτώσεις να αναφέρουν επιφυλάξεις οι οποίες ενδεχομένως να επενεργούν προς όφελος του Κατηγορουμένου. Έχω συνεπώς πειστεί για την αντικειμενικότητα και αμεροληψία τους. Αξιολογώντας την συνολική παρουσία των μαρτύρων κατηγορίας στο εδώλιο του μάρτυρα και έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, καταλήγω ότι οι εν λόγω μάρτυρες είναι καθ' όλα αξιόπιστοι. Πέραν από την πιο πάνω γενική παρατήρηση που ισχύει για όλους τους υπό αναφορά μάρτυρες, σημειώνω ότι οι μάρτυρες κατηγορίας 3 και 4 παρουσιάστηκαν ως πραγματογνώμονες. Τα προσόντα και η πείρα τους δεν έχουν αμφισβητηθεί. Σε κάθε περίπτωση, έχω πεισθεί για την ικανότητα των εν λόγω μαρτύρων να εκφέρουν γνώμη για τα ζητήματα στα οποία αναφέρθησαν. Η μαρτυρία πραγματογνωμόνων υπόκειται σε αξιολόγηση. Το καθήκον τους είναι να εφοδιάσουν το δικαστήριο με τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή,
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298). Θεωρώ ότι και οι δύο μάρτυρες Κατηγορίας έχουν επιτελέσει αυτό το καθήκον, σε βαθμό που επιτρέπεται η εξαγωγή ευρημάτων μέσα από την μαρτυρία τους. Τέλος, αναφέρομαι ειδικά στον ΜΚ6 ο οποίος, αν και παρουσιάστηκε με πρόθεση να βοηθήσει, εντούτοις δεν κατόρθωσε να με πείσει ότι θυμάται με επαρκείς λεπτομέρειες όσα συνέβησαν κατά το επίδικο δυστύχημα. Αν και στην κατάθεση του, ανέφερε ότι εκείνη την στιγμή το αυτοκίνητο, ανέπτυξε ταχύτητα, κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι δεν είναι βέβαιος. Περαιτέρω, ο ΜΚ6 ανέφερε ότι έδωσε την κατάθεση του υπό συναισθηματική φόρτιση και δεν είναι βέβαιος αν όντως έγινε τράβηγμα του χειρόφρενου και αν ναι ποιος το έκανε. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καταλήγω ότι η μαρτυρία του ΜΚ6 δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή οιωνδήποτε ευρημάτων. Όσον αφορά τον μάρτυρα υπεράσπισης, αναφέρω ότι αυτός απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή απόκρυψης της αλήθειας. Ήταν ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Από την μαρτυρία του, δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος είχε και τα δύο του χέρια πάνω στο τιμόνι όταν έστριψε το τιμόνι απότομα αριστερά, καθότι ο ΜΥ ανέφερε ότι υπάρχει θολούρα στο μυαλό του σε σχέση με το γεγονός αυτό. Κατά τα λοιπά, δέχομαι ότι όσα ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας αντικατοπτρίζουν την αλήθεια. Ανωμοτί Δήλωση Κατηγορουμένου Σε σχέση με την επιλογή του Κατηγορουμένου να προβεί σε ανωμοτί δήλωση, πρέπει να λεχθεί ότι τούτο αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανωμοτί δήλωσης, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία (βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2015, ημερομηνίας 23.10.2015). Η δήλωση χωρίς όρκο, μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Ο Δικαστής θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανωμοτί δήλωση. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Στην προκειμένη περίπτωση, μέσω της δήλωσης του, ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Σε αυτήν ανέφερε ότι ήταν παιδικοί φίλοι με το θύμα, τον οποίο μετέφερε αρκετές φορές με το αυτοκίνητο του. Τον XXXXX Άραβη και τον XXXXX Χριστοφόρου τους γνώρισε μέσω της ενασχόλησης του με το τένις. Η ανωμοτί δήλωση του Κατηγορουμένου δεν πρόσφερε οτιδήποτε όσον αφορά τα γεγονότα που οδήγησαν στο δυστύχημα, καθότι, ως ανέφερε, δεν θυμάται οτιδήποτε αναφορικά με αυτό. Εκείνο που μπορεί να προσφέρει η δήλωση του Κατηγορουμένου, είναι η επίρρωση της θέσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει καμιά μνήμη αναφορικά με το δυστύχημα. Εξάλλου, η θέση αυτή προκύπτει, όπως ήδη αναφέρθηκε από το Τεκμήριο 17 το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καθώς και τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω σε εύρημα ότι στις 15:35 της 3.5.2014, στην οδό Ελευθερίας στην Έγκωμη της Επαρχίας Λευκωσίας, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX67 με κατεύθυνση από την Λεωφόρο Ηρώων προς την οδό Επτανήσου. Στο αυτοκίνητο επέβαιναν ο XXXXX Χριστοφόρου που καθόταν στη θέση του συνοδηγού, ο XXXXX Άραβης που κάθονταν στο πισινό κάθισμα αριστερά και ο XXXXX Γκουγκούρης που καθόταν στο πισινό δεξί κάθισμα. Είχαν πρόθεση να μεταβούν στο συγκεκριμένο σημείο για να παραλάβουν τον XXXXX Λεωνίδου, ο οποίος στεκόταν σε χωμάτινο παγκέτο της οδού Ελευθερίας, δεξιά ως η πορεία του οχήματος του Κατηγορουμένου. Σε κάποια στιγμή, ο Κατηγορούμενος κινήθηκε με ευθεία πορεία προς το σημείο όπου στεκόταν ο XXXXX Λεωνίδου. Ενώ, οι αριστεροί τροχοί του οχήματος του βρίσκονταν περί τα 3,40 μέτρα δεξιά από την αριστερή άκρη του οδοστρώματος, κάποιο πρόσωπο εντός του οχήματος ανασήκωσε τον μοχλό του χειροφρένου. Ο εν λόγω μοχλός ήταν προσβάσιμος σε όλα τα πρόσωπα που επέβαιναν στο αυτοκίνητο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κλειδώσουν οι πισινοί τροχοί του αυτοκινήτου, το οποίο συνέχισε να κινείται σε ευθεία πορεία τροχοπεδώντας, χωρίς ο Κατηγορούμενος να έχει οποιοδήποτε έλεγχο σε αυτό μέσω του τιμονιού. Αφού τροχοπέδησε με αυτό τον τρόπο για περίπου 10 μέτρα, το πρόσωπο που είχε ανασηκώσει το χειρόφρενο, το κατέβασε και ξεκλείδωσαν οι τροχοί. Για κάποιο λόγο, που παρέμεινε άγνωστος, ο Κατηγορούμενος στην συνέχεια έστριψε το τιμόνι του οχήματος αριστερά. Το όχημα κινήθηκε περί τα 13 μέτρα στην άσφαλτο χωρίς να τροχοπεδεί και ακολούθως άρχισε να ολισθαίνει πλάγια και κατέληξε σε κανάλι ομβρίων υδάτων βάθους 3,70 μέτρων, που βρισκόταν αριστερά, ως η πορεία του αυτοκινήτου. Ένεκα του δυστυχήματος, το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος καταστράφηκε ολοσχερώς. Συνεπεία του δυστυχήματος, ο XXXXX Γκουγκούρης απεβίωσε. Ο Κατηγορούμενος υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς στο κεφάλι. Ένεκα περιτραυματικής αμνησίας που υπέστη, ο Κατηγορούμενος δεν έχει καμιά μνήμη του δυστυχήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, απαιτείται η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπίτης κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220) Όπως έχει νομολογηθεί, η «απερίσκεπτη» ενέργεια, δεν στοιχειοθετείται μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στην R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 στην οποία αναφέρθηκε κατ' επανάληψιν το Ανώτατο Δικαστήριο, διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, ). Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving. Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε ότι το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App.Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης με το αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο άλλου προσώπου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πορεία της ακροαματικής διαδικασίας, η μόνη διαφωνία των μερών έγκειται στο κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο ανασήκωσε το χειρόφρενο του οχήματος. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα με την ενέργεια του να ανασηκώσει το χειρόφρενο και την συνακόλουθη απώλεια του ελέγχου του οχήματος. Είναι εμφανές ότι η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει την υπόθεση της σε κάποια ενέργεια του Κατηγορουμένου. Αν και είναι κοινώς αποδεκτό ότι ως ενέργεια, το τράβηγμα του χειροφρένου έγινε, εντούτοις, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι έγινε από τον Κατηγορούμενο. Τόσο, ο XXXXX Άραβης, όσο και ο XXXXX Χριστοφόρου (ΜΥ) οι οποίοι επέζησαν του δυστυχήματος, δεν καταλόγισαν στον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε πράξη η οποία να συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Από την στιγμή που η Κατηγορούσα Αρχή, επιλέγει να στηρίξει την υπόθεση της σε πράξη ή παράλειψη του Κατηγορουμένου, οφείλει να την αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν το έχει πράξει. Δεν μπορώ να θεωρήσω ότι στην παρούσα μπορεί να εφαρμοστεί οποιοδήποτε τεκμήριο με βάση το οποίο να τεκμαίρεται η χρήση του χειροφρένου ένεκα της ιδιότητας του Κατηγορουμένου ως οδηγού, ως ήταν η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής. Υπάρχουν όντως περιπτώσεις, στις οποίες κάποια γεγονότα θεωρούνται ότι έχουν αποδειχθεί ασχέτως αν έχει παρουσιαστεί προς τούτο άμεση μαρτυρία. Ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται τα νομικά τεκμήρια που χαρακτηρίζονται ως συμπεράσματα που πρέπει ή μπορεί να εξαχθούν εκ της ύπαρξης ενός η περισσότερων γεγονότων που έχουν αποδειχθεί. Μεταξύ άλλων, το τεκμήριο της συνέχειας επενεργεί, έτσι ώστε η απόδειξη ύπαρξης μιας κατάστασης πραγμάτων σε μια ορισμένη στιγμή παρέχει στο Δικαστήριο ευχέρεια να συμπεράνει ότι η ύπαρξη της εν λόγω κατάστασης συνεχίστηκε μέχρι τον ουσιώδη χρόνο (Βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδη και Σάντη, σελ. 240-241 και Nanoka Limited v. Αστυνομίας
(2001)2ΑΑΔ 471). Στην προκειμένη περίπτωση όμως, δεν γίνεται λόγος για μια συνεχή κατάσταση πραγμάτων, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το εν λόγω τεκμήριο. Το ανασήκωμα του χειροφρένου είναι, εξ αντικειμένου, μια πράξη η οποία λαμβάνει χώρα σε μια περιορισμένη χρονική στιγμή. Με άλλα λόγια, η εν λόγω πράξη διέρκεσε στην προκειμένη περίπτωση, όσο διήρκεσαν τα ίχνη τροχοπέδησης. Το τεκμήριο της συνέχειας είναι ικανό να καταδείξει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν και συνέχισε να βρίσκεται στην θέση του οδηγού αλλά δεν είναι ικανό να οδηγήσει σε συμπέρασμα μιας μεμονωμένης πράξης. Ναι μεν, ο οδηγός ενός αυτοκινήτου είναι το πρόσωπο που έχει τον έλεγχο ενός οχήματος, πλην όμως δεν είναι υπόλογος για οτιδήποτε συμβαίνει μέσα στο αυτοκίνητο ανεξαρτήτως της θέλησης του. Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει τεκμήριο ότι ο οδηγός ενός οχήματος είναι το πρόσωπο που προέβη σε χρήση ενός μηχανικού χειροφρένου, το οποίο είναι προσβάσιμο σε όλους τους επιβάτες. Αν και η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν μόνο ότι έχει αποδειχθεί η ενέργεια του Κατηγορουμένου που οδήγησε στο δυστύχημα, θα εξετάσω την υπόθεση υπό ένα διαφορετικό πρίσμα. Ειδκότερα, από την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί αλλά και από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι το όχημα, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, για κάποιο λόγο κατέληξε σε αυλάκι με αποτέλεσμα τον θάνατο ενός προσώπου. Στην υπόθεση Χαράλαμπος Ιωάννου ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 399 που αφορούσε αδίκημα στην βάση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την καταδίκη, ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων οδηγεί το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικά χιλιόμετρα πέραν της επιτρεπόμενης των 80χαω, σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, με αναμμένα φώτα. Αφού διέρχεται αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρίσκεται επί της ευθείας, ξαφνικά παρεκκλίνει της πορείας του, προσκρούει στον αριστερό όχθο και, ακυβέρνητο, ακινητοποιείται τελικά μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού. Ως αποτέλεσμα, το αυτοκίνητο καταστρέφεται ολοσχερώς, ο εφεσείων και ένας από τους συνεπιβάτες τραυματίζονται, ο δε δεύτερος συνεπιβάτης τραυματίζεται θανάσιμα. Ο εφεσείων δίδει σειρά εξηγήσεων ως προς τους λόγους για τους οποίους έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτει όλες τις εξηγήσεις του ως αναξιόπιστες. Τι παραμένει ως πραγματικό γεγονός; Το μόνο που παραμένει είναι ότι ο εφεσείων, χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους του ικανοποιητική εξήγηση, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικών μόνο χιλιομέτρων πέραν του επιτρεπομένου, αφού διήλθε αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρέθηκε επί της ευθείας, ξαφνικά παρεξέκλινε της πορείας του, προσέκρουσε στον αριστερό όχθο και, με ακυβέρνητο πλέον το αυτοκίνητο, ακινητοποιήθηκε μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί, κατά την άποψή μας, παρά να θεωρηθεί, πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας, ότι, κατά την ώρα του δυστυχήματος, ο εφεσείων, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά τρόπο που συνιστούσε αλόγιστη και ή απερίσκεπτη εκ μέρους του οδική συμπεριφορά ώστε να στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του Άρθρου 210.» Αναφορά θα μπορούσε να γίνει και στην Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 300 όπου ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε, μεταξύ άλλων, κατηγορία για αμελή οδήγηση. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το όχημα οδειγείτο από τον Κατηγορούμενο και ενεπλάκη σε δυστύχημα. Ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων, ο οποίος διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο οδηγείτο με ελαττωματικά φρένα και κατεστραμμένο πισινό αριστερό ελαστικό. Το Ανώτατο Δικαστήριο (με παραπομπή στην R. v. Spurge [1961] 2 All E.R. 688) ανέφερε ότι αποτελεί υπεράσπιση σε κατηγορία αμελούς οδήγησης ότι ο οδηγός χωρίς δική του υπαιτιότητα στερήθηκε του ελέγχου του οχήματος του. Ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί εάν η εξήγησή του αφήνει πραγματική αμφιβολία στη σκέψη του Δικαστηρίου. Λέχθηκε όμως ότι υποθέσεις στις οποίες μπορούσε με επιτυχία να γίνει επίκληση μιας τέτοιας υπεράσπισης πρέπει να είναι πράγματι σπάνιες. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23rd ed, 2007, σελ. 1/413, §5.50, αναφέρεται ότι στις ποινικές υποθέσεις το δόγμα του res ipsa loquitur δεν έχει εφαρμογή. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αντικρούσει κάθε πιθανή εξήγηση του κατηγορούμενου για να πετύχει καταδίκη εάν τα γεγονότα στη σκηνή του δυστυχήματος είναι τέτοια που, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο δεν έχει επιλογή παρά να καταδικάσει. Είναι σύνηθες, όπως αναφέρεται στο σχετικό σύγγραμμα, ότι η μόνη μαρτυρία που δυνατόν να προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι μαρτυρία ότι το όχημα του κατηγορούμενου εξήλθε του δρόμου και κτύπησε σε παρακείμενο τοίχο ή βρέθηκε αναποδογυρισμένο. Εάν στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης, το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει (βλ. Rabjohns v. Burgar [1971] R.T.R. 234,Watts v Carter [1971] R.T.R. 232 και Wright v. Wenlock [1971] R.T.R. 228). Έχω την άποψη ότι στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ένα και μόνο συμπέρασμα από την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί. Υπάρχουν διάφορα πιθανά σενάρια και το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να επιλέξει, κατά το δοκούν, ένα εξ αυτών ώστε να αποφασίσει ποια πορεία θα ακολουθήσει. Ανέμενα από τον Κατηγορούμενο να δώσει την δική του εξήγηση και τούτος ήταν και ο μοναδικός λόγος που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Είναι όμως παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι δεν μπορεί να το πράξει, θέση την οποία θα μπορούσα να εξετάσω μόνο μετά την κλήση του Κατηγορουμένου σε απολογία. Η θέση αυτή υποστηρίζεται τόσο από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 αλλά και από την ανωμοτί δήλωση του Κατηγορουμένου. Έτσι, η παρούσα διαφοροποιείται από την υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας, (ανωτέρω), αφού κατά κοινή αποδοχή, ο Κατηγορούμενος δεν θυμάται τίποτε από το επίδικο δυστύχημα. Η απαίτηση να παρέχει κάποια εξήγηση θα εναπόθετε στους ώμους του βάρος απόδειξης το οποίο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποσείσει. Υπενθυμίζω εξάλλου, ότι στην παρούσα περίπτωση, η Κατηγορούσα Αρχή δεν ανέμενε κάποια εξήγηση από τον Κατηγορούμενο, ούτε στήριξε την υπόθεση της στην αρχή ότι τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Κάτω από τα δεδομένα και ειδικότερα με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει μνήμες από το επίδικο δυστύχημα, θα τολμούσα να πω ότι η απαίτηση από αυτόν να δώσει εξήγηση για την ανατροπή του οχήματος του, θα ήταν άδικη και θα παραβίαζε την αρχή της ισότητας των όπλων, καθότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να «αμυνθεί». Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Δεν έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι προέβη σε οποιαδήποτε αλόγιστη, επικίνδυνη ή απερίσκεπτη ενέργεια. Κατά συνέπεια, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο