← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ε.Α., Αρ. Υπόθεσης:19362/16, 13/6/2018

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ε.Α., Αρ. Υπόθεσης:19362/16, 13/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2018:25 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Ε. Γεωργίου‑Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:19362/16 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ε.Α. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13/06/18 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Δρυμιώτου Για Κατηγορούμενο: κ. Ρ. Μαππουρίδης Κατηγορούμενος παρών --------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ Με τον δέοντα σεβασμό, διαφωνώ με την καταδικαστική απόφαση της πλειοψηφίας για τους λόγους που παραθέτω στη συνέχεια. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 83 συνολικά κατηγορίες. Όλες αφορούν στο αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 10 του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007 (Ν. 87(Ι)/2007). Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος σε άγνωστες ημερομηνίες, μεταξύ των ετών 2008-2014, εκμεταλλεύθηκε σεξουαλικά την Α.Σ., γεννηθείσα στις 08/04/1998, καταχρώμενος τη θέση που κατείχε και της φύλαξης της. Η σεξουαλική εκμετάλλευση εξειδικεύεται ως ακολούθως: (α) αγγίγματα στο στήθος (κατηγορίες 1-4 και 81-83) (β) αγγίγματα στο στήθος και χαϊδέματα των γεννητικών οργάνων (κατηγορίες 5-29, 36-40, 50-54 και 66-70) και (γ) εξαναγκασμός σε «πεοθηλασμό» (κατηγορίες 30-35, 41-49, 55-65 και 71-80). Σύντομο ιστορικό Παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση είναι η Α.Σ., ηλικίας σήμερα 20 ετών. Γεννήθηκε στην Ουκρανία στις 08/04/1998 από γονείς Ουκρανούς. Μητέρα της είναι η Ο.Α. η οποία ήλθε στην Κύπρο το έτος 2001 για να εργαστεί, αφού στο μεταξύ χώρισε από το σύζυγο της - πατέρα της Α.Σ. Τη θυγατέρα της (Α.Σ.) την άφησε στους γονείς της στην Ουκρανία. Στην Κύπρο η Ο.Α., γνώρισε τον Κατηγορούμενο με τον οποίο συνήψε δεσμό και αφού ταξίδεψαν μαζί κάποιες φορές στην Ουκρανία, όπου γνώρισε τους γονείς και τη θυγατέρα της, αποφάσισαν να τελέσουν γάμο και να φέρουν και την Α.Σ. στην Κύπρο. Τέλεσαν το γάμο τους στις 16/06/2006 και τον Αύγουστο του έτους 2007 έφεραν και την Α.Σ. στην Κύπρο, η οποία διέμενε μαζί τους. Τον Αύγουστο του έτους 2010 απέκτησαν και μια θυγατέρα. Ο Κατηγορούμενος ηλικίας σήμερα 50 ετών είναι Ελληνοκύπριος επίσης διαζευγμένος και πατέρας ακόμη τριών ενήλικων παιδιών, δύο από τον πρώτο του γάμο και ενός εξώγαμου το οποίο έχει αναγνωρίσει. Περί το Μάιο του έτους 2015 η Ο.Α. έφυγε από το συζυγικό διαμέρισμα, παίρνοντας και την Α.Σ. μαζί της. Στις 21/06/2016 λύθηκε ο γάμος τους με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Στο μεσοδιάστημα επανασυνδέθηκαν δύο φορές εντός του έτους 2015 για πολύ μικρά χρονικά διαστήματα, ήτοι 7-8 ημέρες την πρώτη φορά και 2-3 ημέρες τη δεύτερη. Στις 24/11/2016 η Ο.Α. μαζί με τη θυγατέρα της Α.Σ., μετέβηκαν στο ΤΑΕ Λευκωσίας και κατάγγειλαν τον Κατηγορούμενο για σεξουαλική παρενόχληση της Α.Σ. κατά τη χρονική περίοδο 2008 μέχρι

  1. Κατ' ακολουθίαν της υπό αναφορά καταγγελίας ανακρίθηκε ο Κατηγορούμενος και καταχωρίστηκε εναντίον του η παρούσα υπόθεση. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής Η Κατηγορούσα Αρχή, στηριζόμενη, κυρίως, στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία η Α.Σ., υποστήριξε, σε συντομία τα ακόλουθα: - Κατά τον πρώτο χρόνο της άφιξης της Α.Σ. στην Κύπρο, η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου απέναντι της ήταν καλή. - Μετά τον πρώτο χρόνο άρχισε να της συμπεριφέρεται άσχημα, να την υβρίζει και γενικά η στάση του ήταν μειωτική απέναντι της. Την αποκαλούσε άχρηστη, της έφτυνε ακόμη και όταν έτρωγε, της θύμωνε και της έλεγε πως θα γίνει «η πουτανίτσα του Στροβόλου». - Την ίδια περίοδο, δηλαδή από το έτος 2008, άρχισε να την παρενοχλεί σεξουαλικά. Πιο συγκεκριμένα το πρώτο διάστημα οι παρενοχλήσεις είχαν τη μορφή απλών χαϊδεμάτων στο στήθος ενώ με την πάροδο του χρόνου της χάιδευε το στήθος και τα γεννητικά της όργανα. Από το έτος 2011 την εξανάγκαζε να του κάνει πεολειξία ενώ συνέχιζε να της χαϊδεύει το στήθος και τα γεννητικά της όργανα μέχρι το έτος
  2. Οι παρενοχλήσεις σταμάτησαν όταν η Α.Σ. έγινε 15 χρονών και γνώρισε ένα παιδί με το οποίο αργότερα συνήψε δεσμό. Για να αποδείξει τις κατηγορίες η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 10 μάρτυρες ως ακολούθως: - Τη Γ/Λοχ. XXXXX Αναστασιάδου (ΜΚ1) - Την Ο.Α. (ΜΚ2) - Την Α.Σ. (ΜΚ3) - Τον XXXXX Χριστοδούλου πρώην συνάδελφο του Κατηγορούμενου στην Εταιρεία XXXXX & Sons Ltd (ΜΚ4) - Τον XXXXX Βιωλεττή (ΜΚ5) οικογενειακό φίλο του Κατηγορούμενου και της Ο.Α. - Τον XXXXX Μενελάου (ΜΚ6) φίλο της Α.Σ. - Τη συμπατριώτισσα και φίλη της Ο.Α. XXXXX Μεσιήτη (ΜΚ7) - Τον Αστ. XX6 XXXXX Θεοδώρου (ΜΚ8) - Τον οικογενειακό φίλο τους XXXXX Φελλά (ΜΚ9) και - Τον κλινικό ψυχολόγο XXXXX Πανταζή (ΜΚ10). Η εκδοχή του Κατηγορούμενου Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι παρενόχλησε καθ' οιονδήποτε τρόπο την Α.Σ. Δέχθηκε ωστόσο ότι σε αρκετές περιπτώσεις της θύμωνε επειδή δεν ήταν επιμελής στο σχολείο και αργότερα, όταν συνήψε δεσμό με τον ΜΚ6, αντιδρούσε επειδή ήταν πολύ μικρή και εκείνος την περνούσε 8 χρόνια. Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε την εκδοχή του καταθέτοντας ενόρκως και χωρίς να καλέσει μάρτυρες υπεράσπισης. Η μαρτυρία καταγράφεται στην απόφαση της πλειοψηφίας και θεωρώ αχρείαστο να την επαναλάβω. Η διαφωνία μου εστιάζεται κατά κύριο λόγο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σε πλήρη αντίθεση με την εκτίμηση της πλειοψηφίας, θεωρώ ότι η Α.Σ. δεν ήταν μάρτυρας αλήθειας. Σε κάθε περίπτωση, η ποιότητα της μαρτυρίας της δεν ήταν τέτοια ώστε να επιτρέπεται καταδίκη χωρίς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Είναι πολύ καλά γνωστή η Αρχή πως σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων είναι επιθυμητή, ως θέμα πρακτικής, η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Οι λόγοι έχουν πλειστάκις αναφερθεί και θεωρώ αχρείαστο να τους επαναλάβω. Για το επιθυμητό αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας και το πώς πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία παραπονουμένων προσώπων θα περιοριστώ να παραπέμψω στην πασίγνωστη επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Καϊλής ν. Δημοκρατίας

(2004)2 Α.Α.Δ. 251, Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459). Αποτελεί, βέβαια, πάγια νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει κατηγορούμενο πρόσωπο χωρίς την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας, στηριζόμενο στη μαρτυρία του παραπονούμενου προσώπου, αφού προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους να καταδικάσει χωρίς ενίσχυση (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, Σ.Π. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 207/2013, ημερ. 25/06/2014). Προτού παραθέσω τα κενά και τις αντιφάσεις που έχω εντοπίσει στη μαρτυρία της Παραπονούμενης (Α.Σ.), θεωρώ χρήσιμο να επισημάνω κάποια δεδομένα της υπόθεσης τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα ως προς το αληθές της εκδοχής της Α.Σ. Τα δεδομένα αυτά είναι τα ακόλουθα: Α) Η πρώτη μου παρατήρηση είναι ότι η Α.Σ. δεν ήταν ένα απροστάτευτο κορίτσι. Ζούσε σε ένα σπίτι με τη φυσική της μητέρα (ΜΚ2) και τον πατριό της (Κατηγορούμενο) έχοντας επαρκή φροντίδα, όπως τουλάχιστον προέκυψε από τη μαρτυρία. Η μητέρα της ναι μεν εργαζόταν, όπως και ο Κατηγορούμενος, αλλά επεδείκνυε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τόσο για την ευημερία της Α.Σ. όσο και για τη μόρφωση της. Δεδομένου, μάλιστα, ότι την έφερε από την Ουκρανία, όπου ζούσε με τους γονείς της, σε ένα νέο για το κορίτσι των 9 ετών περιβάλλον, της έθετε λογικά μια αυξημένη ευθύνη για την ασφάλεια και την ευημερία της. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως η κρίση της πλειοψηφίας σε σχέση με την αξιοπιστία της ΜΚ2, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Παρά την - δικαιολογημένη - εμπάθεια, που έκδηλα συνάγεται μέσα από τη μαρτυρία της, προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου, λόγω κυρίως των όσων πληροφορήθηκε από τη θυγατέρα της (Α.Σ.) τον Οκτώβριο του 2016, αλλά και του γεγονότος ότι την είχε απατήσει, κατέθεσε με ειλικρίνεια τα γεγονότα. Ανέφερε, για παράδειγμα, πως δεν περιέπεσε ποτέ στην αντίληψη της οποιαδήποτε ενέργεια ή προσπάθεια του Κατηγορούμενου για σεξουαλική παρενόχληση της Α.Σ. Ανέφερε, επίσης, πως όταν ρώτησε την Α.Σ. το λόγο που είχε αυτοτραυματιστεί της είπε ότι το είχε κάνει «για ένα αγόρι». Η ειλικρίνεια της συνάγεται και από άλλα μέρη της μαρτυρίας της, τα οποία θα μπορούσαν να κριθούν ευνοϊκά για τον Κατηγορούμενο. Δέχθηκε, για παράδειγμα, πως είχε αναζητήσει τη βοήθεια συμβούλων και ψυχολόγου για να βοηθήσουν την Α.Σ. στα θέματα που αντιμετώπιζε σε σχέση με τη χαμηλή της επίδοση στο σχολείο. Ανέφερε, ακόμη, πως είχε συχνές συζητήσεις με τους συμβούλους και τους καθηγητές της για το θέμα αυτό. Δέχθηκε, περαιτέρω, πως ο Κατηγορούμενος την προέτρεψε να πάρει την Α.Σ. σε ψυχίατρο, όταν είχε αυτοτραυματιστεί τον Αύγουστο του έτους
  1. Τα ανωτέρω στοιχεία, υποδηλώνουν ότι η ΜΚ2 κατέθεσε τα γεγονότα, όπως η ίδια τα είχε αντιληφθεί και καταρρίπτουν την εισήγηση της Υπεράσπισης περί δήθεν συνωμοσίας της με την Παραπονούμενη για να εκδικηθούν τον Κατηγορούμενο, επειδή δεν της πλήρωνε τη διατροφή. Επανερχόμενος στη διαπίστωση πως η Α.Σ. ζούσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον, έχοντας την ενδεδειγμένη επίβλεψη και το γνήσιο μητρικό ενδιαφέρον, θα ανέμενε κανείς ότι: - Θα γινόταν αντιληπτό από τη μητέρα κάτι παράξενο ή κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά της Παραπονούμενης, ώστε να υποψιαζόταν ότι κάτι κακό συνέβαινε στο σπίτι. Οι μόνες της διαπιστώσεις, όπως ανέφερε στη μαρτυρία της ήταν ότι: (α) ο Κατηγορούμενος δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για την Παραπονούμενη και δεν την αγαπούσε, (β) την κακολογούσε για τη συμπεριφορά της και έψαχνε αφορμές για να καταφέρεται εναντίον της, (γ) την αποκαλούσε άσχημη και γενικά την ύβριζε, (δ) διαμαρτυρόταν για τις χαμηλές επιδόσεις της στο σχολείο, (ε) αντιδρούσε στις εξόδους της τα βράδια, ενώ ήταν υπερβολικά ανήσυχος όταν αργούσε να επιστρέψει στο σπίτι και τέλος, (στ) ήταν πολύ αρνητικός στο δεσμό που είχε συνάψει με τον ΜΚ
  2. - Λόγω του ενδιαφέροντος και της πολύ καλής σχέσης που υπήρχε μεταξύ τους (μητέρας και θυγατέρας), θα αναμένετο να είχε αποκαλύψει η Α.Σ. στη μητέρα της, τυχόν παρενόχληση της από τον Κατηγορούμενο. Αξίζει να αναφερθεί πως με βάση τη μαρτυρία της ΜΚ2, συνομιλούσαν μεταξύ τους στα ρωσικά (μητρική τους γλώσσα) όταν δεν ήθελαν να ακούσει ο Κατηγορούμενος τι έλεγαν. Υποδεικνύεται, επίσης, πως με βάση τη μαρτυρία της μητέρας, η Παραπονούμενη της έλεγε ότι την εξύβριζε ο Κατηγορούμενος. Στη γραπτή κατάθεση της (Έγγραφο 2(α)), η ΜΚ3 αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι «η κόρη μου η Α. μου έλεγε ότι την έβριζε δηλαδή της έλεγε ότι είναι η πουτανίτσα του Στροβόλου και πως ήταν άχρηστη». Εύλογα, συνεπώς, θα μπορούσε κάποιος να διερωτηθεί γιατί να μην της έλεγε και τις, κατ' ισχυρισμόν, άσεμνες πράξεις του Κατηγορούμενου. Β) Μια δεύτερη παρατήρηση είναι ότι ο Κατηγορούμενος παρουσιάζεται να εξύβριζε, μείωνε και εξευτέλιζε την Α.Σ., αποκαλώντας την «άχρηστη», «πουτανίτσα του Στροβόλου» κλπ, ενώ την ίδια στιγμή την εκμεταλλευόταν σεξουαλικά. Χωρίς να παραγνωρίζω τη θέση του κλινικού ψυχολόγου (ΜΚ10) ότι δεν αποκλείει το ένα το άλλο, ως θέμα κοινής λογικής και εμπειρίας, οι σάτυροι και οι παιδεραστές προσεγγίζουν, συνήθως, τα ανήλικα θύματα τους με «καλοπιάσματα» και όχι με τη χρήση βίας. Με την επισήμανση αυτή δεν απορρίπτεται η θέση του ΜΚ10 ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου είναι δυνατό κάποιος να εκφοβίζει, να απειλεί και να ασκεί βία σε ένα παιδί για να το εκμεταλλεύεται σεξουαλικά, υπό την απειλή άσκησης βίας. Δεν μπορεί όμως να υποστηριχθεί ότι η περίπτωση της Α.Σ. θα μπορούσε να υπαχθεί σ' αυτή την κατηγορία σεξουαλικά κακοποιημένων παιδιών. Όπως υποδείχθηκε, τελούσε υπό την προστασία της μητέρας της, η οποία έδωσε στο Δικαστήριο την εικόνα μιας δυναμικής και έξυπνης γυναίκας. Γ) Το τρίτο δεδομένο σχετίζεται με τη μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του παραπόνου. Με βάση τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, οι παρενοχλήσεις άρχισαν το έτος 2008 και σταμάτησαν το έτος
  3. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, όταν μεγάλωσε και έγινε 15 χρονών, ένιωσε ότι μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό της και δεν επέτρεπε πλέον στον Κατηγορούμενο να την παρενοχλεί. Υπενθυμίζεται ότι η Παραπονούμενη γεννήθηκε στις 08/04/
  4. Παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος φέρεται να σταμάτησε να την παρενοχλεί το 2013, αποκάλυψε για πρώτη φορά στη μητέρα της την κατ' ισχυρισμό σεξουαλική κακοποίηση της από τον Κατηγορούμενο τον Οκτώβριο του έτους 2016, ήτοι 3 και πλέον χρόνια μετά που είχε σταματήσει να την παρενοχλεί. Το στοιχείο αυτό, δηλαδή της καθυστέρησης, δεν θα αποτελούσε εμπόδιο στην αποδοχή της εκδοχής της, εάν δεν υπήρχαν οι πιο κάτω ιδιαιτερότητες: - Ο Κατηγορούμενος, όπως ήδη αναφέρθηκε, εξύβριζε και μείωνε την Παραπονούμενη πολύ συχνά και μάλιστα στην παρουσία της μητέρας της. Πέραν από την αντιφατικότητα που έχει υποδειχθεί πιο πάνω, θα αναμενόταν να αντιδρούσε η Παραπονούμενη στις συχνές και βαριές ύβρεις που δεχόταν από τον Κατηγορούμενο, αποκαλύπτοντας στη μητέρα της την κατ' ισχυρισμό σεξουαλική της κακοποίηση από τον Κατηγορούμενο. Όταν για παράδειγμα την αποκάλεσε άσχημη, επειδή είχε βγάλει σπυράκια κατά την εφηβεία στο πρόσωπο, λέγοντας «πάρτην σε κανένα γιατρό γιατί θα μας κολλήσει λέπρα» και τσακωνόταν η μητέρα της μαζί του, θα ανέμενε κανείς ότι θα αντιδρούσε η Α.Σ., λέγοντας στη μητέρα της, όσα υποστήριξε ότι της έκανε ο Κατηγορούμενος. - Υπήρξαν όμως και άλλα περιστατικά τα οποία αναμενόταν αντίδραση από την Παραπονούμενη. Όταν, για παράδειγμα, αυτοτραυματίστηκε τον Αύγουστο του έτους 2010, επειδή, όπως υποστήριξε, ήθελε να δώσει ένα μήνυμα στον Κατηγορούμενο για όσα υφίστατο, η μητέρα της ανησύχησε και τη ρωτούσε για ποιο λόγο το έκανε. Αντί, όμως, να το αποκαλύψει, της είπε ότι το έκανε για ένα αγόρι. - Σε μια άλλη περίπτωση, υποστήριξε πως είχε τσακωθεί με τον Κατηγορούμενο επειδή αρνήθηκε να του κάνει πεολειξία και την βρήκε σε έξαλλη κατάσταση η μητέρα της, να κλαίει και να κτυπά τις πόρτες, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στη μαρτυρία της. Και πάλι δεν ανέφερε στη μητέρα της τι συνέβη, παρότι την είχε ρωτήσει. Σημειώνεται, μάλιστα, πως στην περίπτωση εκείνη, η Παραπονούμενη υποστήριξε πως όταν την ρώτησε η μητέρα της τι συνέβη, παρενέβη ο Κατηγορούμενος λέγοντας της να την «πάρει σε κανένα ψυχίατρο». - Άλλο περιστατικό ήταν όταν, με βάση τη μαρτυρία της, έσπασε ο Κατηγορούμενος με σφυρί την οθόνη του υπολογιστή που της είχε χαρίσει ο φίλος της XXXXX (ΜΚ6). Ανέφερε για το περιστατικό αυτό ότι έκλαιγε, ενοχλήθηκε πολύ και το είχε συζητήσει με τη μητέρα της. Ανέφερε, επίσης, ότι βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση και διερωτήθηκε τι θα έλεγε στον XXXXX. Χωρίς, όμως και πάλι να αποκαλύψει τις κατ' ισχυρισμόν κακοποιήσεις της από τον Κατηγορούμενο. - Πέραν των πιο πάνω περιστατικών, είχε ακόμη μια καλή ευκαιρία η Παραπονούμενη να μιλούσε στη μητέρα της για τα επίδικα γεγονότα. Όπως ανάφερε η μητέρα της, περί το 2011 (5 περίπου χρόνια πριν, όπως αναφέρει στη γραπτή της κατάθεση, Έγγραφο 2(α)), την είχε προβληματίσει η συζήτηση που είχε με την αδελφή του Κατηγορούμενου, η οποία την ρώτησε «εντζαι πειράζει τη μιτσιά;». Όταν πήγε σπίτι, ανέφερε, ρώτησε την Α.Σ. εάν την «πείραξε» ο Κατηγορούμενος και της απάντησε αρνητικά. Το περιστατικό αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, καθόσον η Παραπονούμενη ρωτήθηκε ευθέως και συγκεκριμένα από τη μητέρα της εάν την «πείραξε» ο Κατηγορούμενος και της απάντησε πως δεν την είχε παρενοχλήσει. Στη μαρτυρία της, μάλιστα, ανέφερε πως δεν αρκέστηκε σε μια απλή ερώτηση αλλά μίλησε μαζί της και την ρώτησε αν συνέβαινε κάτι. Παρατίθεται αυτούσια η μαρτυρία της επί της πτυχής αυτής, καθότι κρίνεται ιδιαιτέρως κατατοπιστική (πρακτικά ημερ. 29/11/2017 σελ. 25 γραμμές 1-20): «A. ................. Λαλώ τι εννοείς την πειράζει; Δεν μου εξήγησε τι ακριβώς εννοούσε, εγώ έκανα ένα μικρό έτσι κλικ μα σοβαρά; Τούτο μπορεί να συμβεί; Σεξουαλικά πήγε το κεφάλι μου και αμέσως μετά που εφύγαμε από το νοσοκομείο εγώ επήγα σπίτι και έβαλα την XXXXX και ρώτησα την, αν συμβαίνει κάτι αν πειράζει την, είπε η XXXXX όχι. Εκείνη την ημέρα. E. Και εσύ αρκέστηκες σε τούτο δηλαδή; Η ίδια του η αδελφή σου έκανε μία τόσο σοβαρή νύξη. Εσύ μας λες ότι απλώς ρώτησες την XXXXX; A. Μιλούσα μαζί της, αν συμβαίνει κάτι, είπε όχι μάμα, δεν συμβαίνει. Σοβαρά; Σοβαρά. Εγώ πίστεψα το μωρό μου. E. Υπήρχαν κάποιοι άλλοι λόγοι που σε έκαναν να μην οδηγηθείς κάπου αλλού; Να μην το ψάξεις παραπάνω; Να καθησυχαστείς θα έλεγε κάποιος τόσο εύκολα. A. Μα να ψάξω πώς μπορούσα να ψάξω; E. Εννοείς επίστεψες την; Δικαστήριο: Αφού σας το έχει πει. Μάρτυρας: Πίστεψα το μωρό μου. Είπε όχι μάμα, όχι.» - Θα μπορούσε, επίσης, να αποκάλυπτε τα γεγονότα στους συμβούλους καθηγητές που την έβλεπαν στο σχολείο, με τους οποίους συζητούσε για τη χαμηλή της επίδοση. - Επί πλέον κίνητρο να αποκάλυπτε στη μητέρα της τα γεγονότα είχε κατά την περίοδο της διάστασης της μητέρας της με τον Κατηγορούμενο, όταν έμενε με τη μητέρα και τη μικρή της αδελφή, χωρίς να είναι μαζί τους ο Κατηγορούμενος. Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν επανασυνδέθηκαν σε δύο περιπτώσεις, ενώ η ίδια αντιδρούσε. Ούτε και τότε τα είχε αποκαλύψει, ενώ είχε κάθε λόγο να τα έλεγε στη μητέρα της για να απέφευγε τη δυσάρεστη για εκείνην επανασύνδεση, με την παρουσία του Κατηγορούμενου στο διαμέρισμα τους. - Υποστήριξε, βέβαια, πως είχε αναφέρει στο φίλο της Κυριάκο ότι την παρενοχλούσε ο Κατηγορούμενος όταν ήταν μικρή, χωρίς να του πει άλλες λεπτομέρειες. Για το ζήτημα όμως αυτό γίνεται αναφορά στη συνέχεια στο κεφάλαιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και του Κυριάκου (ΜΚ6), ο οποίος επιβεβαίωσε τη πτυχή αυτή της μαρτυρίας της. Δ) Το τέταρτο δεδομένο είναι ότι, κατά το διάστημα της κατ' ισχυρισμόν σεξουαλικής κακοποίησης της από τον Κατηγορούμενο, τόσο η Παραπονούμενη όσο και η μητέρα της, είχαν επαφές και συζητήσεις με συμβούλους στο σχολείο, καθώς και σε μια τουλάχιστον περίπτωση με ψυχολόγο, στα πλαίσια των μαθησιακών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η Παραπονούμενη. Επιπλέον, είχε συνέντευξη με ειδικό ο οποίος είχε διαπιστώσει ότι η Παραπονούμενη είχε δυσαριθμία. Η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε βέβαια πως οι συζητήσεις της με τους συμβούλους και τον ψυχολόγο είχαν αποκλειστικά ως αντικείμενο τις χαμηλές της επιδόσεις. Θεωρώ εντελώς απίθανο να μην ρωτήθηκε από τους ειδικούς τί την απασχολούσε και είχε τόσο χαμηλές επιδόσεις στα μαθήματα της. Όπως είναι παραδεκτό έμεινε στην ίδια τάξη τόσο στη Β τάξη Γυμνασίου όσο και στην Α τάξη Λυκείου. Ούτε στο ψυχολόγο ούτε και στους συμβούλους καθηγητές αποκάλυψε τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις που ισχυρίστηκε στη μαρτυρία της ότι υφίστατο από τον Κατηγορούμενο, οι οποίες με βάση τη μαρτυρία της, ήταν ο κύριος λόγος που την εμπόδιζε να προσηλώνεται στα μαθήματα και γι' αυτό είχε χαμηλές επιδόσεις. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΗΣ Έχω εξετάσει τη μαρτυρία της Παραπονούμενης έχοντας κατά νουν, τη φύση της υπόθεσης και την ηλικία της, τόσο κατά τους επίδικους χρόνους (10-15 ετών) όσο και κατά το χρόνο της μαρτυρίας της (19½ ετών περίπου). Προσπάθησα, στο μέτρο του δυνατού, να βεβαιωθώ για την αλήθεια των ισχυρισμών της, αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία της με την υπόλοιπη μαρτυρία και όλα τα δεδομένα της θλιβερής αυτής υπόθεσης. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 456 (απόφαση πλειοψηφίας): «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Έχω επίσης υπόψη μου, τα όσα διαχρονικά υποδείχθηκαν σε σχέση με μικροαντιφάσεις, ιδιαίτερα σε υποθέσεις αυτής της φύσης, όταν μάλιστα δίδεται μαρτυρία μετά παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος. Χαρακτηριστικό, επί του προκειμένου, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 2012: «Είναι ανθρωπίνως αδύνατο, όταν οι μάρτυρες καταθέτουν μετά την παρέλευση κάποιου χρόνου, να περιγράφουν τα γεγονότα κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως τα έχουν περιγράψει στην Αστυνομία. Η περιγραφή, ιδιαίτερα όταν αυτή γίνεται στα πλαίσια μιας επίμονης αντεξέτασης, με περισσότερες λεπτομέρειες, δεν αναμένεται να είναι η ίδια με αυτήν που γίνεται στα πλαίσια μιας κατάθεσης στην Αστυνομία, όπου περιγράφεται το παράπονο. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν πλήττουν την αξιοπιστία του μάρτυρα, αντίθετα απομακρύνουν τον κίνδυνο ύπαρξης προσχεδιασμού στη μαρτυρία.» Όσον αφορά τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας παραπονουμένων προσώπων σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, στην υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, λέχθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις, επιθέσεις ή βιασμοί που εκδηλώνονται επί ανηλίκων προσώπων, αγγίζουν τόσο βαθειά την προσωπικότητα των θυμάτων ώστε να μην μπορεί να ανευρεθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς από τα παραπονούμενα πρόσωπα, εφόσον διαφορετικές είναι οι αντιδράσεις ενός εκάστου ανάλογα με το ψυχισμό τους. Χωρίς προς στιγμήν να παραγνωρίζεται η πρωταρχική ανάγκη η ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση να αξιολογείται στη βάση του τεκμηρίου της αθωότητας αφενός, αλλά και στην ανάγκη θεμελίωσης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφετέρου, πρέπει και το Δικαστήριο να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση, ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και την δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους, αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος.» (βλ. επίσης Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146, Λ.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Σ.Π. ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2014:B426, Ποιν. Έφεση Αρ. 207/2013, ημερ. 25/06/2014 και Παπανδρέας Αθανάση ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2016:B470, Ποιν. Έφεση Αρ. 45/2014, ημερ. 5/10/2016). Τέλος, στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, υποδείχθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε πρόσφατα (δες: Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71) πως η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στην ποινική δίκη όπου η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε αντίθεση με την πολιτική δίκη στην οποία ο ενάγων αποδεικνύει την υπόθεση του στο ισοζύγιο της πιθανότητας να έχει δίκαιο στην αξίωση του.» Έχοντας διεξέλθει με προσοχή τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών, διαπίστωσα ότι υπάρχουν κενά και αντιφάσεις σε ουσιαστικές πτυχές της εκδοχής της. - Αρχίζοντας από τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, δεν μπορεί να αγνοηθεί η παράλειψη της να αναφερθεί στο επεισόδιο του αυτοτραυματισμού της. Υποδεικνύεται πως δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση το γεγονός. Όταν ρωτήθηκε από τη μητέρα της γιατί προέβη σ' αυτή την πράξη, της είπε ότι το είχε κάνει για ένα αγόρι. Στην ένορκη μαρτυρία της υποστήριξε πως είπε ψέματα στη μητέρα της και πως η αλήθεια είναι ότι προέβη σ' αυτή την ενέργεια, επιδιώκοντας να στείλει ένα μήνυμα στον Κατηγορούμενο για να σταματήσει να την παρενοχλεί σεξουαλικά. Εάν όμως έτσι είχαν τα πράγματα, θα αναμενόταν να είχε αναφέρει στην κατάθεση της ένα τόσο σημαντικό γεγονός, συνδέοντας το με την κατ' ισχυρισμό σεξουαλική παρενόχληση που ήταν και το αντικείμενο της καταγγελίας της. - Για το ίδιο περιστατικό, ερωτηθείσα ποια ήταν η αντίδραση του Κατηγορούμενου, απάντησε πως δεν θυμάται εάν ήταν παρών. Επί του προκειμένου, η μητέρα της υποστήριξε πως ο Κατηγορούμενος ήταν εκεί και της φώναζε, μάλιστα, να την πάρει σε κανένα ψυχίατρο γιατί «έννα μας μπερτέψει». - Η αναφορά του Κατηγορούμενου σε ψυχίατρο, υποστήριξε, έγινε σε άλλο επεισόδιο, όταν κατά τον ισχυρισμό της, τσακώθηκαν επειδή είχε αρνηθεί να του κάνει πεολειξία. Μετά από τον τσακωμό τους, βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση, κτυπώντας τις πόρτες και εκείνη τη στιγμή επέστρεψε η μητέρα της στο σπίτι και την ρώτησε τι έπαθε, χωρίς και πάλι να της πει την αλήθεια. Τότε, κατά τον ισχυρισμό της, ήταν που επενέβη ο Κατηγορούμενος και είπε στη μητέρα της να την πάρει σε ψυχίατρο. Το αξιοπερίεργο είναι πως στη μαρτυρία της η μητέρα δεν αναφέρθηκε σε τέτοιο περιστατικό. - Θέση της Παραπονούμενης είναι ότι ο Κατηγορούμενος, πέρα από τις παρενοχλήσεις, την μείωνε, την χλεύαζε και την εξύβριζε. Περιγράφοντας την κατ' ισχυρισμό σεξουαλική της κακοποίηση το βράδυ που βρισκόταν η μητέρα της στην κλινική για να γεννήσει (Αύγουστος 2010), υποστήριξε πως, αφού πρώτα την υποχρέωσε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του, άρχισε να την παρενοχλεί. Εκείνη τότε αντιστάθηκε και έφυγε από το κρεβάτι αφού πρώτα κατάφερε να τον δαγκώσει. Ο Κατηγορούμενος, τότε, την ακολούθησε και την ρωτούσε εάν ήθελε να την παντρευόταν όταν θα μεγάλωνε, επειδή «τάχα ήμουν πιο όμορφη που τη μάμμα». Η αντιφατικότητα της εκδοχής της είναι έκδηλη. Από τη μια υποστήριζε πως την αποκαλούσε άσχημη, επειδή είχε σπυράκια στο πρόσωπο, άχρηστη και άλλα παρόμοια, ενώ από την άλλη ότι την καλόπιανε, λέγοντας της ότι είναι ωραία. - Όσον αφορά τη χυδαία συμπεριφορά του υποστήριξε, ανάμεσα σε άλλα, ότι της έφτυνε μέσα στο φαγητό ενώ έτρωγε. Πρόκειται για μια εμφανώς εξωπραγματική και υπερβολική αναφορά που προδίδει και την εμπάθεια της προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου. - Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ένα από τα εκβιαστικά τεχνάσματα που χρησιμοποιούσε ο Κατηγορούμενος για να την δελεάσει να υποκύψει στις σεξουαλικές του ορέξεις και συγκεκριμένα να προέβαινε σε πεολειξία, ήταν τα γλυκά τα οποία, όπως υποστήριξε, έπαιρνε ο Κατηγορούμενος στο σπίτι. Για να της επιτρέψει να φάει, έπρεπε να δεχθεί να του κάνει πεολειξία. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της ανάφερε πως την ρωτούσε τι γλυκό ήθελε να φέρει και όταν έπαιρνε τα γλυκά στο σπίτι της ζητούσε να του κάνει στοματικό έρωτα για να της δώσει τα γλυκά. Το ερώτημα που εγείρεται είναι γιατί η Παραπονούμενη δεν του έλεγε πως δεν ήθελε να φάει γλυκά αφού γνώριζε ότι θα της ζητούσε να του έκανε στοματικό σεξ για να της τα έδιδε; Άλλο «δέλεαρ», σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ήταν το χαρτσιλίκι που της έδιδε για να βγαίνει έξω. - Δεν είναι δυνατό να γίνουν πιστευτοί αυτοί οι ισχυρισμοί. Όπως υποδείχθηκε πιο πριν, η Παραπονούμενη είχε μια μητέρα που ενδιαφερόταν πραγματικά για την ευημερία της, η οποία εργαζόταν και είχε την οικονομική δυνατότητα να της αγοράζει γλυκά εάν ήθελε ή να της έδινε χρήματα για τις εξόδους της. Δεν ρωτήθηκε, βέβαια, αλλά ούτε η ίδια εξήγησε γιατί δεν ζητούσε από τη μητέρα της το χαρτσιλίκι ή τα γλυκά και τα ανέμενε από τον Κατηγορούμενο, γνωρίζοντας, όπως υποστήριξε, ότι θα της ζητούσε τα ανήθικα και ανίερα ανταλλάγματα. - Εξηγώντας τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες μετεξελίχθηκαν οι κατ' ισχυρισμόν σεξουαλικές κακοποιήσεις της, από απλά αγγίγματα στο στήθος και χαϊδέματα στα γεννητικά όργανα, σε πεολειξίες, υποστήριξε, σε συντομία, ότι αυτή η εκμετάλλευση άρχισε όταν είχαν μετακομίσει. Όπως ανέφερε, εκείνο το διάστημα βρισκόταν σε κατάθλιψη για όλα όσα της έκανε ο Κατηγορούμενος και για το λόγο αυτό έπεφταν οι βαθμοί της. Επειδή, υποστήριξε, βρισκόταν σε αυτή την άσχημη ψυχολογική κατάσταση δεν έγραφε καλά στα διαγωνίσματα και έπαιρνε βαθμούς κάτω από τη βάση και τα διαγωνίσματα τα έκρυβε στο δωμάτιο της. Ο Κατηγορούμενος όμως, που έμπαινε στο δωμάτιο της και «ανακάτωνε», τα βρήκε και την εκβίαζε να πηγαίνει στην τουαλέτα και να του κάνει «στοματικό», διαφορετικά θα έλεγε στη μητέρα της ότι έπαιρνε χαμηλούς βαθμούς στα διαγωνίσματα (βλ. πρακτικά ημερ. 15/12/2017, σελ. 10 και 11). Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Παραπονούμενης ελέγχονται ως ανακριβείς όσο και αντιφατικοί με τη μαρτυρία της μητέρας. Υποδεικνύεται, κατ' αρχάς ότι στη γραπτή της κατάθεση, Έγγραφο 3, δεν αναφέρει ότι την εκβίαζε ότι θα αποκάλυπτε στη μητέρα της τα διαγωνίσματα που, δήθεν, πήρε από το δωμάτιο της, αλλά αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, (βλ. σελ. 2 γρ. 19 επ. Τεκμηρίου 3) ότι: «. μου έλεγε ότι αν δεν του έκαμνα στοματικό θα με έστελνε πίσω στην Ουκρανία, θα πήγαινε στο σχολείο μου να ρωτήσει πως τα πάω και να πει της μάμας μου ότι δεν είμαι καλή μαθήτρια .». Η αντίφαση είναι εμφανής. Άλλο είναι να ισχυρίζεται ότι την απειλούσε ότι θα πήγαινε στο σχολείο για να ρωτήσει πως τα πάει και άλλο ότι θα αποκάλυπτε στη μητέρα της τα διαγωνίσματα που είχε βρει, «ανακατώνοντας» μέσα στο δωμάτιο της. Θα μπορούσε, βέβαια, να υποστηρίξει κάποιος πως πρόκειται για μικροαντίφαση η οποία δυνατό να οφείλεται στο μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει. Υπάρχει όμως και το ενδεχόμενο (και αυτή είναι η εκτίμηση μου) πως πρόκειται για μυθοπλασίες της Παραπονούμενης, οι οποίες επινοήθηκαν στην προσπάθεια της να γίνει πιστευτή. Εξετάζοντας, περαιτέρω, την ουσία του ισχυρισμού της, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος την εκβίαζε ότι θα αποκάλυπτε στη μητέρα της, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, τις κακές επιδόσεις της στο σχολείο, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί εξωπραγματική και εντελώς ανίσχυρη μια τέτοια θέση. Υποδεικνύεται πως η μητέρα, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της, ήταν πλήρως ενήμερη για τα μαθησιακά προβλήματα που αντιμετώπιζε η θυγατέρα της. Όπως δε εξήγησε στη μαρτυρία της, είχε συχνές επαφές με τους καθηγητές της, καθώς και με συμβούλους και άλλους ειδικούς, με τους οποίους συζητούσε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Παραπονούμενη σε σχέση με τις χαμηλές επιδόσεις της. Δεν είναι, συνεπώς, δυνατό να γίνει αποδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος την εκβίαζε ότι θα ενημέρωνε τη μητέρα της για τις χαμηλές της επιδόσεις. - Αλλά και οι αναφορές της περί δήθεν απειλών που κατά τους ισχυρισμούς της εκστόμιζε ο Κατηγορούμενος, ότι θα την έστελλε στην Ουκρανία εάν δεν ενέδιδε στις ορέξεις του ή εάν το έλεγε στη μητέρα της, κρίνονται εντελώς αστήρικτες και εξωπραγματικές. Επαναλαμβάνω ότι η Παραπονούμενη είχε τη στήριξη και συμπαράσταση της μητέρας της, γεγονός αδιαμφισβήτητο. Αρκεί να υποδειχθεί πως η μητέρα τσακωνόταν με τον Κατηγορούμενο για τις προσβολές και τις ύβρεις του εναντίον της, γεγονός που ανέφερε και η ίδια η Παραπονούμενη. Ακόμη και εάν, για σκοπούς συζήτησης, γινόταν αποδεκτό ότι στην ηλικία των 10 ή 11 ετών, η Παραπονούμενη φοβόταν ότι θα την έστελλε πίσω στην Ουκρανία ο Κατηγορούμενος, αυτό σίγουρα δεν θα μπορούσε να συνέβαινε στην ηλικία των 13, 14 ή/και 15 χρόνων, όταν με βάση τους ισχυρισμούς της, την υποχρέωνε να του κάνει στοματικό σεξ. - Εξωπραγματικές κρίνονται και οι περιγραφές της σε σχέση με τις παρενοχλήσεις της από τον Κατηγορούμενο που αφορούσαν τα αγγίγματα και τα χαϊδέματα στα γεννητικά της όργανα. Υποστήριξε, για παράδειγμα, πως ενώ καθόταν, στα καλά καθούμενα την έπιανε από το λαιμό με το ένα χέρι και με το άλλο την άγγιζε στο στήθος και στα γεννητικά όργανα. Περιέγραψε, μάλιστα, και ένα περιστατικό κατά το οποίο την πήρε από το λαιμό και την «έσυρε» πάνω στον καναπέ, βάζοντας το άλλο χέρι του μέσα στο εσώρουχο της, προσθέτοντας ότι τον δάγκωσε για να την αφήσει. Υποστήριξε, επίσης, ότι για να της επιτρέψει να χρησιμοποιήσει το computer, έπρεπε να περνά, όποτε αποφάσιζε εκείνος και να την αγγίζει απλά, ενώ εκείνη καθόταν στην καρέκλα και χρησιμοποιούσε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Πρόκειται, κατά την εκτίμηση μου, για εντελώς φανταστικά σενάρια. Το ίδιο ισχύει, εκτιμώ, και σε σχέση με τις υπόλοιπες περιγραφές της. Ότι, για παράδειγμα περνούσε από κοντά της και απλά την άγγιζε ή όταν της μιλούσε και δεν του απαντούσε την άγγιζε στο στήθος ή την χαστούκιζε και άλλα παρόμοια. - Πέραν του γεγονότος ότι οι περιγραφές της στερούνται πειστικότητας, προέκυψαν και αντιφάσεις σε όσα η μητέρα κατέθεσε ότι της είχε αναφέρει η Παραπονούμενη. Ειδικότερα η ΜΚ2 ανέφερε πως της είχε πει ότι ο Κατηγορούμενος πήγαινε στο δωμάτιο της και την έριχνε κάτω και με το ένα χέρι της έκλεινε το στόμα ενώ με το άλλο την άγγιζε. Υποδεικνύεται ότι η Παραπονούμενη σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της υποστήριξε ότι την παρενοχλούσε σεξουαλικά μέσα στο δωμάτιο της. Της υποβλήθηκε συγκεκριμένη ερώτηση «πού γίνονταν» τα περιστατικά και ειδικότερα «σε ποιο μέρος του σπιτιού» και η απάντηση της ήταν η ακόλουθη: «Τις παραπάνω φορές ήταν στην κουζίνα και μια φορά που θυμούμαι ήταν στο σαλόνι, τζείνην τη φορά που με έσυρε στον καναπέ» (βλ. πρακτικά ημερ. 25/12/2017, σελ. 7, γρ. 8-10). Σε σχέση με τη συχνότητα, η μητέρα ανέφερε πως από τη συζήτηση που είχε με την Παραπονούμενη κατάλαβε ότι οι παρενοχλήσεις γίνονταν τα πρωινά του Σαββάτου που η ίδια πήγαινε δουλειά και ο Κατηγορούμενος έμενε σπίτι. Η Παραπονούμενη υποστήριξε επί του προκειμένου πως την παρενοχλούσε όποτε ήταν μόνοι τους στο σπίτι, κυρίως τα μεσημέρια που πήγαινε στο σπίτι για φαγητό ο Κατηγορούμενος, ενώ η μητέρα της δεν βρισκόταν στο σπίτι. - Υποδεικνύεται, περαιτέρω, πως η μητέρα δεν ανέφερε στη μαρτυρία της ότι της είχε αναφέρει ποτέ η Παραπονούμενη ότι την κτυπούσε, ενώ στη μαρτυρία της η Παραπονούμενη, υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος κάποιες φορές την χαστούκιζε ή την κτυπούσε χωρίς να υπήρχε κάποιος λόγος. Η μαρτυρία της ελέγχεται και επί της πτυχής αυτής. Εάν όντως ο Κατηγορούμενος την χαστούκιζε ή την κακοποιούσε σωματικά, όπως υποστήριξε, δεν υπήρχε λόγος να μην το έλεγε στη μητέρα της, η οποία σίγουρα θα την προστάτευε, δεδομένης και της αντίδρασης της, όταν ο Κατηγορούμενος κατηγορούσε ή εξύβριζε την Παραπονούμενη. - Σε σχέση με το χρόνο που αποφάσισε να αποκαλύψει τα γεγονότα στη μητέρα της (Οκτώβριο του έτους 2016), υποστήριξε ότι τότε ένιωσε ότι ήταν έτοιμη να μιλήσει, προσθέτοντας ότι εκείνο το χρονικό σημείο ήρθε πιο κοντά με τη μητέρα της λόγω του ότι είχαν πάει μαζί διακοπές στην Ιταλία και όταν επέστρεψαν αποφάσισε να της μιλήσει. Υποδεικνύεται, βεβαίως, πως στο ταξίδι ήταν μαζί τους και μια φίλη της μητέρας της. Το ερώτημα, όμως, που εγείρεται είναι ότι η Παραπονούμενη έμενε μαζί με τη μητέρα της από τον Ιούνιο του 2015 που είχε επέλθει η διάσταση της μητέρας της με τον Κατηγορούμενο και δεν της τα είχε πει όλο εκείνο το διάστημα, παρά μόνο τον Οκτώβριο του έτους 2016, όταν επέστρεψαν από την Ιταλία. Όπως δε έχει υποδειχθεί, είχε κάθε λόγο να της μιλούσε προηγουμένως, ιδιαίτερα όταν συζητούσε με τη μητέρα της το ενδεχόμενο επανασύνδεσης της μητέρας της με τον Κατηγορούμενο και εκείνη μάλιστα αντιδρούσε. Εύλογα προκύπτει, συνεπώς, το ερώτημα: μήπως ήταν άλλο το κίνητρο που της μίλησε τότε και μήπως ήθελε για κάποιο λόγο να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο; - Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι είχε αναφέρει στο φίλο της Κυριάκο ότι ο Κατηγορούμενος την παρενοχλούσε σεξουαλικά, χωρίς να του αποκαλύψει τις λεπτομέρειες, παρατηρώ τα ακόλουθα: - Εν πρώτοις, θα πρέπει να σημειωθεί ότι και ο ΜΚ6 υποστήριξε ότι του είχε πει η Παραπονούμενη σε κάποια φάση ότι ο Κατηγορούμενος την παρενοχλούσε όταν ήταν μικρή, στην ηλικία των 9-13 χρόνων. Σχετική με το θέμα είναι η αναφορά στη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο 6) ότι η Παραπονούμενη του είχε αναφέρει, περί τα μέσα του έτους 2015 (πριν από περίπου 1 με 1½ χρόνο αναφέρει στην κατάθεση του, η οποία δόθηκε στις 26/11/2016), ότι ο Κατηγορούμενος «την πείραζε όταν ήταν μικρή». Στην ίδια κατάθεση αναφέρει πως την είχε ρωτήσει αλλά η Παραπονούμενη έκλαιγε και δεν του είπε «πως ακριβώς την πείραζε» και ο ίδιος δεν επέμενε για να μην την φέρει σε άσχημη θέση. - Στην ένορκη μαρτυρία του διευκρίνισε πως στις σχετικές ερωτήσεις του προς την Παραπονούμενη τι ακριβώς της έκανε ο Κατηγορούμενος, άρχιζε να του λέει αλλά έβαζε τα κλάματα και σταματούσε η συζήτηση. Το μόνο που μπόρεσε να του πει είναι ότι την κλείδωνε σε ένα δωμάτιο και κατέβαζε το παντελόνι του. - Όσον αφορά τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου απέναντι του, τόσο ο ΜΚ6 όσο και η Παραπονούμενη, υποστήριξαν πως ήταν εχθρική. Ανέφεραν επίσης πως δεν έβλεπε ευνοϊκά τη σχέση τους και τους ενοχλούσε συνεχώς με τηλεφωνήματα όταν έβγαιναν έξω. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε ότι αντιδρούσε στη σχέση που ανέπτυξε ο ΜΚ6 με την Παραπονούμενη. Τόσο μέσω της αντεξέτασης του ΜΚ6, όσο και κατά την ένορκη μαρτυρία του, υποστήριξε πως η αντίδραση του στηριζόταν, κυρίως, στη μεγάλη διαφορά ηλικίας που υπήρχε μεταξύ τους, αφού ο ΜΚ6 περνούσε την Παραπονούμενη 8 χρόνια. Υποστήριξε, μάλιστα, πως την πρώτη φορά τους βρήκε ξαπλωμένους πάνω στον καναπέ του σπιτιού του να φιλιούνται, γεγονός που του προκάλεσε ιδιαίτερη αναστάτωση. Σημειώνεται βεβαίως ότι τόσο ο ΜΚ6 όσο και η Παραπονούμενη αρνήθηκαν ότι τους βρήκε ο Κατηγορούμενος να φιλιούνται, υποστηρίζοντας πως τότε ήταν απλά φίλοι και η σχέση τους εξελίχθηκε σε δεσμό μετά από 1 περίπου χρόνο γνωριμίας. - Προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες είδε την Παραπονούμενη να βρίσκεται μαζί με τον ΜΚ6 στο σπίτι την πρώτη φορά, συνηγορεί υπέρ της αποδοχής της εκδοχής του Κατηγορουμένου. Η όλη εξέλιξη του συμβάντος και τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που ακολούθησαν, τείνουν να καταδείξουν ότι είχε προηγηθεί κάποια επιλήψιμη συμπεριφορά των ΜΚ6 και ΜΚ3, η οποία είχε εξοργίσει τον Κατηγορούμενο. Υποδεικνύεται πως αμέσως μετά, ο Κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο την πρώην σύζυγο του και της φώναζε ότι θα χωρίσουν, επειδή, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στη μαρτυρία της, της είπε: «. δεν γίνεται εγώ να έρχομαι στο σπίτι και να βρίσκω τη πουτανίτσα στον καναπέ με έναν μπάσταρτο να γλείφεται .» (βλ. πρακτικά ημερ. 29/11/2017 σελ. 28). Υπάρχει όμως και συνέχεια. Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο ο Κατηγορούμενος, την πήρε ο ΜΚ6 και αφού της συστήθηκε της είπε ότι ήθελε να την επισκεφθεί στο σπίτι επειδή, όπως της είπε «. είμαι φίλος της κόρης σας της Α., αγαπώ την λαλεί τζαι δεν θέλω κανένας να της κάμνει κακό .». Όπως είναι παραδεκτό το ίδιο βράδυ ο ΜΚ6, επισκέφθηκε το σπίτι για να τους καθησυχάσει. Το ερώτημα που εγείρεται είναι γιατί να τηλεφωνούσε ο ΜΚ6 στη μητέρα της ΜΚ3, εάν η παρουσία του στο σπίτι της ήταν εντελώς αθώα, όπως υποστήριξαν στην μαρτυρία τους η ΜΚ3 και ο ΜΚ6; Τα πιο πάνω δεδομένα, υποδηλώνουν, κατά την εκτίμηση μου, πως κάθε άλλο παρά αθώα ήταν η συνεύρεση του ΜΚ6 με τη ΜΚ3. Κρίνεται συνεπώς αληθής η μαρτυρία του Κατηγορουμένου επί της πτυχής αυτής και απορρίπτεται η «αθώα» εξήγηση που έδωσαν οι ΜΚ3 και 6. Το ψέμα αυτό μολύνει και την υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ6 σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ότι δήθεν η Παραπονούμενη του είχε αναφέρει περί το έτος 2015 ότι ο Κατηγορούμενος την «επείραζε» όταν ήταν μικρή καθώς και τις διευκρινίσεις που πρόσθεσε στη μαρτυρία του. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως, ούτως ή άλλως, η μαρτυρία του ΜΚ6 θα πρέπει να ιδωθεί με ιδιαίτερη προσοχή και καχυποψία, δεδομένου ότι είχε κάθε λόγο να μην αποκαλύψει τα αληθή γεγονότα. Υποδεικνύεται, συναφώς, πως όταν τους βρήκε στο σπίτι του ο Κατηγορούμενος, υπό τις περιστάσεις που περιέγραψε, εκείνος ήταν 23 χρόνων και η ΜΚ3 μόλις 15. Παρόλο που το ζήτημα δεν αναδείχθηκε από την Υπεράσπιση, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο ΜΚ6 να είχε υπόψη του ότι πιθανό να είχε διαπράξει σοβαρά ποινικά αδικήματα κατά παράβαση του Νόμου 87
(1)/
  1. Υποδεικνύεται πως με βάση το άρθρο 16 του υπό αναφορά Νόμου, δεν αίρεται το αξιόποινο του αδικήματος της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού στην περίπτωση που το παιδί (ήτοι πρόσωπο κάτω των 18 ετών - άρθρο 2 του Νόμου) συγκατατίθεται στην παράνομη πράξη. Θεωρώ αχρείαστο να προβώ σε σχόλια της υπόλοιπης μαρτυρίας δεδομένων των αδυναμιών που υποδείχθηκαν στη μαρτυρία της Παραπονούμενης που ήταν η ουσιαστικότερη μάρτυρας της υπόθεσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν θα ήμουν διατεθειμένος να στηριχθώ στη μαρτυρία της Παραπονούμενης για όσα ανήθικα καταλόγισε στον Κατηγορούμενο με τη μαρτυρία της. Από τη μαρτυρία της αποδέχομαι μόνο ότι ο Κατηγορούμενος την πίεζε φορτικά να διαβάζει, λόγω των χαμηλών επιδόσεων της στο σχολείο. Αποδέχομαι, επίσης, ότι στα πλαίσια αυτά, πολλές φορές την εξύβριζε, όπως εξάλλου προκύπτει και από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ
  2. Η μαρτυρία της σε σχέση με τις, κατ' ισχυρισμό, σεξουαλικές κακοποιήσεις της από τον Κατηγορούμενο κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτεται. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε εξ αρχής, την εμπλοκή του με οποιασδήποτε μορφής σεξουαλική κακοποίηση της Παραπονούμενης. Στην ένορκη μαρτυρία του υποστήριξε σθεναρά την αθωότητα του. Έχω ήδη επισημάνει πως η μαρτυρία του σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρήκε την Παραπονούμενη μαζί με τον ΜΚ6 στο σπίτι τους, κρίνεται αληθής. Η όλη στάση και εναντίωση του στο δεσμό της ΜΚ3 με τον ΜΚ6, παρότι υπερβολική, κρίνεται στην ουσία δικαιολογημένη, ενόψει της μεγάλης διαφοράς ηλικίας. Όπως υποδείχθηκε, ο ΜΚ6 ήταν, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο, 23 ετών και η Παραπονούμενη μόλις
  3. Παρότι δικαιολογημένα ανησυχούσε, δεν εδικαιολογείτο, βέβαια, η υβριστική συμπεριφορά του προς τη ΜΚ3 ούτε και οι συχνές παρεμβάσεις του κατά τις εξόδους της, όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΚ
  4. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να του αποδοθεί υπερβάλλον ζήλος στην προστασία της ΜΚ3 αλλά δεν αποδέχομαι ότι η συμπεριφορά του είχε προσλάβει τη μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης, όπως του αποδόθηκε από την Παραπονούμενη. Εκτός από τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, η οποία δεν έγινε αποδεκτή, για τους λόγους που έχω επισημάνει νωρίτερα, δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο με τέτοια διαστροφή, δηλαδή να παρενοχλεί σεξουαλικά ανήλικα παιδιά. Όπως δε υποδείχθηκε πιο πριν, η ίδια η μητέρα (ΜΚ2), πρώην σύζυγος του Κατηγορούμενου, ανέφερε πως δεν περιέπεσε στην αντίληψη της τέτοια ενέργεια. Είναι βέβαιο πως εάν, στα δέκα χρόνια περίπου που ζούσε με τον Κατηγορούμενο, αντιλαμβανόταν οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία θα μπορούσε να συσχετισθεί με την υπόθεση θα την είχε αναφέρει στη μαρτυρία της. Όπως για παράδειγμα, εάν αντιλαμβανόταν ότι ασχολείτο με παιδικό πορνογραφικό υλικό, δραστηριότητα με την οποία, συνήθως, ασχολούνται τα παιδόφιλα άτομα, ή να προέβαινε σε κάποια άλλη ανάλογη ενέργεια. Οι μόνες επιλήψιμες ενέργειες που του αποδόθηκαν από τη ΜΚ2 ήταν η αντιπάθεια του προς την Παραπονούμενη και η υβριστική του συμπεριφορά, που εύλογα θα μπορούσαν να αποδοθούν στην αδιαφορία που επεδείκνυε η Παραπονούμενη στις σχολικές της υποχρεώσεις, σε συνάρτηση με τις πολύ χαμηλές επιδόσεις της στα μαθήματα. Υποδεικνύεται πως η ΜΚ2 δέχθηκε με ειλικρίνεια πως ο Κατηγορούμενος πίεζε την Παραπονούμενη να διαβάζει. Οι ανωτέρω επισημάνσεις δεν στοχεύουν, ασφαλώς, να δικαιολογήσουν την υβριστική και ενίοτε αυστηρή στάση του Κατηγορούμενου απέναντι στην Παραπονούμενη. Εκτιμώ, όμως, πως η στάση αυτή του Κατηγορούμενου οφειλόταν στο χαρακτήρα του και η όποια αυστηρότητα επεδείκνυε, θα μπορούσε να αποδοθεί στις προσπάθειες που κατέβαλλε να νουθετήσει την Παραπονούμενη και όχι, κατ' ανάγκη, σε σεξουαλικές βλέψεις, όπως εξέλαβε η ΜΚ2, επειδή πίστεψε όσα της είχε εξιστορήσει η θυγατέρα της τον Οκτώβριο του έτους
  5. Εν κατακλείδι, εκτιμώ ότι ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε την εικόνα ανθρώπου που θα μπορούσε να διαπράξει τα αδικήματα που του καταλογίζονται. Ανεξαρτήτως της κρίσης μου, όσον αφορά την αναξιοπιστία της Παραπονούμενης, εκτιμώ πως οι περιστάσεις της υπόθεσης θα επέβαλλαν την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Θεωρώ πως αυτή θα ήταν η πρέπουσα προσέγγιση, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης και των εγγενών αδυναμιών που προσπάθησα να επισημάνω. Δεδομένου δε πως δεν εντοπίζεται ίχνος ενισχυτικής μαρτυρίας, θα κατέληγα στο ίδιο αποτέλεσμα, ακόμη και στην περίπτωση που έκρινα, κατ' αρχήν, αξιόπιστη την Παραπονούμενη. Τέτοια ήταν η προσέγγιση του Εφετείου στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), στην οποία υποδείχθηκε η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας, λόγω των αντιφάσεων που υπήρχαν στη μαρτυρία της εκεί παραπονούμενης. Στα καταληκτικά του σχόλια, το Εφετείο επεσήμανε πως η κρίση του Δικαστηρίου ελέγχεται στη βάση των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και όχι στη βάση της αυτοπροειδοποίησης η οποία θα μπορούσε και να μην καταγράφεται στην απόφαση. Στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υποστηρίζει, ανάμεσα σε άλλα, πως υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία. Επικαλέστηκε προς τούτο τη μαρτυρία του ΜΚ6, υποστηρίζοντας ότι συνιστά πρώτο παράπονο καθώς και άλλα σημεία από τη μαρτυρία των ΜΚ2, 7, 9 και
  6. Υποστήριξε, ακόμη, πως η αναστατωμένη κατάσταση της Παραπονούμενης, όπως διαπιστώθηκε από τη ΜΚ1, όταν έδιδε κατάθεση η Παραπονούμενη (στις 24/11/2016) ενισχύει την εκδοχή της. Είναι βέβαια μόνο για σκοπούς συζήτησης που πραγματεύομαι το ζήτημα, αφού με βάση τη γνωστή επί του θέματος νομολογία, ενισχυτική μαρτυρία τότε μόνο αναζητείται όταν ο μάρτυρας κριθεί κατ' αρχήν αξιόπιστος, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση (βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 469 κ.ά.). Σε κάθε όμως περίπτωση, θεωρώ εντελώς αβάσιμες και άστοχες τις εισηγήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής περί ύπαρξης ενισχυτικής μαρτυρίας. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για αποδοχή του πρώτου παραπόνου, είναι αρκετό να υποδειχθεί ότι, με βάση την πάγια νομολογία, το παράπονο θα πρέπει να γίνεται αυθόρμητα και με την πρώτη ευκαιρία που εύλογα προσφέρεται (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 618). Στην εξεταζόμενη υπόθεση το υποτιθέμενο παράπονο έγινε μετά από παρέλευση πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος, αφού στο μεταξύ η Παραπονούμενη συνήψε δεσμό, ενώ είχε πολλές ευκαιρίες να έλεγε στη μητέρα της τα όσα καταλόγιζε στον Κατηγορούμενο. Όσον αφορά την αναστατωμένη εμφάνιση της Παραπονούμενης θα περιοριστώ να παραπέμψω στις καθιερωμένες αρχές, όπως διατυπώθηκαν με ενάργεια στην υπόθεση Καϊλής ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 251 (βλ., επίσης, Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476 και Α.Δ. ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014 ημερ. 22/06/2016). Η κα Δρυμιώτου επικαλέστηκε επίσης τη συνομιλία του Κατηγορούμενου με το ΜΚ9, το Σεπτέμβριο του έτους 2008, έξω από ταχυφαγείο στη Λακατάμεια, κατά την οποία ο Κατηγορούμενος φέρεται να είπε στο ΜΚ9, ανάμεσα σε άλλα, τη φράση «έχω τον αθθό έσσο μου, εν να τον δώκω να τον φαν άλλοι». Στην πιο πάνω φράση, ακόμη και αν λέχθηκε, δεν θα μπορούσε να προσδοθεί οποιαδήποτε ενοχοποιητική έννοια για δύο λόγους: - Πρώτον επειδή, με βάση τη μαρτυρία της μητέρας και της Παραπονούμενης, το Σεπτέμβριο του έτους 2008 δεν είχαν αρχίσει οι αποδιδόμενες στον Κατηγορούμενο σεξουαλικές παρενοχλήσεις. Υπενθυμίζεται πως με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, η ΜΚ3 ήλθε στην Κύπρο τον Αύγουστο 2007 και κατά τον πρώτο χρόνο της παραμονής της στην Κύπρο η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου απέναντι της ήταν καλή. Άρχισε να εκδηλώνει την «αντιπάθεια» του προς το πρόσωπο της Παραπονούμενης το Σεπτέμβριο του 2008, με βάση τη μαρτυρία της ΜΚ3 ενώ η ΜΚ2, ανέφερε πως είχε αρχίσει να την υβρίζει και να την κακολογεί 2-3 ή 4 μήνες μετά το Σεπτέμβριο 2008, δηλ. περί το τέλος του 2008. Να σημειωθεί πως με βάση τη μαρτυρία της ΜΚ3, η υβριστική συμπεριφορά είχε προηγηθεί των άσεμνων επιθέσεων. - Ο δεύτερος λόγος είναι πως αμέσως μετά τη φερόμενη δήλωση του ο Κατηγορούμενος φέρεται να είπε στο ΜΚ9 ότι αστειευόταν. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω επισημάνσεων διατηρώ επιφυλάξεις εάν ο Κατηγορούμενος προέβη σε τέτοια δήλωση. Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι ο ΜΚ9, θυμήθηκε 8 και πλέον χρόνια μετά, τη φερόμενη δήλωση. Εντύπωση και ερωτηματικά προκαλεί και το γεγονός ότι η σύζυγος του (συγχωριανή, φίλη και κουμπάρα της ΜΚ2) δεν το συζήτησε με τη ΜΚ2, παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι της το είχε αναφέρει, θεωρώντας μάλιστα τη δήλωση επιλήψιμη, σε σημείο που απέφευγαν, έκτοτε, να συναναστρέφονται με τον Κατηγορούμενο. Πολύ σημαντική, κατά τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ήταν η μαρτυρία του κλινικού ψυχολόγου (ΜΚ10) η οποία ενισχύει σε πολλά σημεία τη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Δεν προτίθεμαι να μακρυγορήσω για το ζήτημα αυτό. Όπως υποδείχθηκε στη Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390 «η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του Κατηγορούμενου ανήκει στο Δικαστήριο και δεν γίνεται ανεκτή καμιά εξωγενής επέμβαση σ' αυτό το έργο». Ενδελεχής ανάλυση ως προς την αναγκαιότητα προσκόμισης μαρτυρίας ψυχολόγων και ψυχιάτρων και την ορθή προσέγγιση τέτοιας μαρτυρίας από τα Δικαστήρια, γίνεται στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Σάββας Ομήρου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 91/2017, ημερ. 2 Μαΐου 2018. Στα καταληκτικά του σχόλια, ο Δικαστής Οικονόμου επισημαίνει, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: "Εν κατακλείδι, σε σχέση ειδικότερα με μαρτυρία ψυχιάτρων και ψυχολόγων, υποδεικνύουμε με επίταση ότι, εκτός από τις περιπτώσεις όπου τέτοια μαρτυρία έχει άμεση σχέση και είναι το ουσιαστικό στοιχείο στην επίδικη διαφορά (βλ. Νικολάου, σελ. 404) όπως είναι λ.χ. η περίπτωση όπου προβάλλεται η υπεράσπιση της παραφροσύνης (insanity), η μαρτυρία ψυχιάτρων και ψυχολόγων δεν πρέπει να προσφέρεται ούτε να επιτρέπεται ως ζήτημα ρουτίνας. Αποτελεί την εξαίρεση και πρέπει να περιορίζεται εξ αρχής, με ευθύνη του Δικαστηρίου, στα ορθά πλαίσια όπως καθορίστηκαν, περιοριστικά και με μεγάλη προσοχή, από τη νομολογία στην οποία έχουμε αναφερθεί. Διαφορετικά δημιουργείται κίνδυνος για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, προκαλείται σύγχυση ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αφενός και το ρόλο των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, αφετέρου και δαπανάται πολύτιμος δικαστικός χρόνος λόγω του αποπροσανατολισμού της ακροαματικής διαδικασίας. Διευκρινίζεται ότι οι παρατηρήσεις μας δεν έχουν την έννοια της αποθάρρυνσης προσαγωγής τέτοιας φύσεως επιστημονικής μαρτυρίας, της οποίας η σημασία δεν αμφισβητείται, αλλά αυτό πρέπει να γίνεται μέσα στα ορθά πλαίσια." Υποδεικνύεται ότι στην παρούσα υπόθεση, η Παραπονούμενη παραπέμφθηκε για εξέταση από ψυχολόγο των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας το Νοέμβριο 2017 ήτοι ένα περίπου χρόνο μετά την καταγγελία της. Σημειώνεται ότι κατά το χρόνο των συνεντεύξεων της με τον ΜΚ10 (7-24/11/2017) η Παραπονούμενη ήταν 19½ ετών, ενώ τα κατ' ισχυρισμόν αδικήματα είχαν διαπραχθεί όταν ήταν σε ηλικία 10-15 ετών. Σε κάθε περίπτωση, ότι ενδιαφέρει από τις διαπιστώσεις του κλινικού ψυχολόγου είναι ότι η Παραπονούμενη δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε παθολογία ή άλλη μορφή ψυχοπαθολογίας. Με κάθε σεβασμό, κρίνω πως οι διαπιστώσεις του ΜΚ10 όπως διατυπώθηκαν στην Έκθεση του (Έγγραφο 9), και επεξηγήθηκαν στην ένορκη μαρτυρία του, ουδόλως ενισχύουν την εκδοχή της Παραπονούμενης, όπως εισηγήθηκε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής. Το ζητούμενο ήταν και παραμένει κατά πόσο οι ισχυρισμοί της Παραπονούμενης για σεξουαλική παρενόχληση της από τον Κατηγορούμενο στην ηλικία των 10-15 χρόνων, ήταν αληθείς, έργο που ανάγεται αποκλειστικά στο Δικαστήριο να επιτελέσει, στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας. Έγινε, επίσης, εισήγηση ότι αποτελεί ενίσχυση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης η στάση που τήρησε ο Κατηγορούμενος, όταν η ΜΚ3 είχε μεταβεί στο χώρο εργασίας του, συνοδευόμενη από το ΜΚ5, για να του παραδώσει τα προσωπικά του αντικείμενα. Υπενθυμίζεται ότι το περιστατικό έλαβε χώρα λίγες μέρες μετά που η Παραπονούμενη αποκάλυψε στη μητέρα της τα γεγονότα και προτού καταγγελθεί η υπόθεση στην Αστυνομία. Η ΜΚ2 ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος, βλέποντας ότι τη συνόδευε ο ΜΚ5, την ειρωνεύτηκε, λέγοντας της ότι πάει με γέρους και εκείνη του απάντησε ότι πάει με άντρες και όχι με μωρά. Του είπε επίσης «τι με κοιτάζεις να σου φέρω την Α. να σου πει;» και ο Κατηγορούμενος, αντί απάντησης, έμεινε σκυφτός. Αυτή η στάση του Κατηγορούμενου, με βάση την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής, ενισχύει τη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Διαφωνώ πως η πιο πάνω στάση του Κατηγορούμενου υποδηλώνει ενοχή για τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Το γεγονός ότι η σιωπή του εκλήφθηκε από τη ΜΚ2 ως παραδοχή, δεν προσθέτει κάτι στην υπόθεση. Ας σημειωθεί ότι η ΜΚ2 ήταν, φυσιολογικά, φορτισμένη και επηρεασμένη από όσα της είχε αναφέρει η Παραπονούμενη. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος έδωσε μια εξήγηση για τη στάση του, η οποία δεν μπορεί να αποκλειστεί. Όπως ανέφερε, δεν ήθελε να κάνει διάλογο γιατί είχε γίνει ρεζίλι στον κόσμο που ήταν εκεί από το γεγονός ότι η ΜΚ3 του έριξε τα προσωπικά του αντικείμενα στο δρόμο και προσπαθούσε να τα μαζέψει. Μια άλλη εισήγηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής είναι πως η Παραπονούμενη δεν είχε κανένα λόγο ή κίνητρο να ήθελε να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο και κατά συνέπεια η μαρτυρία της θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστη. Είναι γεγονός ότι το κίνητρο που έχει αποδοθεί από την Υπεράσπιση δεν ευσταθεί. Υπενθυμίζω ότι υποβλήθηκε στις ΜΚ2 και ΜΚ3 από το συνήγορο του Κατηγορούμενου η θέση ότι συνωμότησαν μεταξύ τους να εκδικηθούν τον Κατηγορούμενο, καταγγέλλοντας τον ψευδώς ότι παρενοχλούσε τη ΜΚ3, επειδή δεν κατέβαλλε τη διατροφή. Η θέση αυτή, όπως έχω εξηγήσει, δεν κρίνεται βάσιμη. Δεν είναι όμως στους ώμους του Κατηγορούμενου να αποδείξει το κίνητρο ή τους λόγους που ώθησαν την Παραπονούμενη να υποβάλει μια ανυπόστατη καταγγελία εναντίον του. Διαφορετική προσέγγιση, θα αντέστρεφε το βάρος απόδειξης, το οποίο είναι πάντοτε στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Munteanu v. Δημοκρατίας - πιο πάνω: «Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η απόδειξη της κατηγορίας ή των κατηγοριών βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και όπου διαπιστώνονται κενά στα πρωτογενή γεγονότα αφήνουν τις κατηγορίες έκθετες σε απόρριψη, (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 365). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να αποδείξει κάθε στοιχείο και συστατικό της κατηγορίας, (Woolmington v. D.P.P. [1935] AC 462), στο επίπεδο που απαιτείται από τη νομολογία. Η διαχρονική επιβεβαιωμένη φόρμουλα «beyond reasonable doubt», παρά την κριτική που έχει κατά καιρούς υποστεί, παραμένει αποδεκτή και ισχυρή. Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με μια έστω υποβόσκουσα αμφιβολία («lurking doubt»), η αθώωση είναι αναπόφευκτη, (R. v. Cooper [1969] 1 All E.R. 32 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) - πιο πάνω -).» Θα μπορούσαν, ωστόσο, να υποδειχθούν λόγοι ή/και εκδικητικά κίνητρα από την πλευρά της Παραπονούμενης. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος αντιδρούσε για τις κακές επιδόσεις της Παραπονούμενης στο σχολείο και την πίεζε φορτικά να διαβάζει. Αντιδρούσε, επίσης, στις νυκτερινές εξόδους της, ενώ δεν είχε αποδεχθεί το δεσμό της με το ΜΚ6. Του αποδόθηκε επίσης υβριστική μέχρι και χυδαία συμπεριφορά, όπως ότι την αποκαλούσε άσχημη, άχρηστη και «πουτανίτσα του Στροβόλου». Άλλο κίνητρο θα μπορούσε να ήταν ο χωρισμός της με το ΜΚ6, για τον οποίο, ίσως, να θεωρούσε υπεύθυνο τον Κατηγορούμενο. Υποδεικνύεται πως με βάση τη μαρτυρία της, την κατηγορούσε στο ΜΚ6 και τον προέτρεπε να την εγκαταλείψει. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέρα από κάθε λογική αμφιβολία, ως όφειλε, την υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και θα τον αθώωνα σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.