Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντωνιάδης, Αρ. Υπόθεσης: 18392/2016, 25/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B150 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18392/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Αντωνιάδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: κ. Σ. Παπαθεοδώρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ν.86/72. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, o Κατηγορούμενος στις 24.6.2016, στη Λεωφόρο Λεμεσού στη Νήσου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX44 αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Για να αποδείξει την υπόθεση, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Α/Αστ.XX0 XXXXX Κουτσίδης (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 εργάζεται στην Τροχαία Αρχηγείου. Στις 24.6.2016 και περί ώρα 17:30 οδηγούσε το ιδιωτικό του όχημα στον παλαιό δρόμο Λεμεσού - Λευκωσίας με προορισμό τον χώρο εργασίας του στα Λατσιά. Μπροστά του προπορεύονταν περί τα 10 - 12 οχήματα τα οποία ακολουθούσαν μια μπετονιέρα. Κινούνταν όλοι με ταχύτητα περί τα 45ΧΑΩ. Ο ΜΚ1 πέρασε την διασταύρωση με την οδό Τεύκρου Ανθία και ενώ βρισκόταν περί τα 20 μέτρα πέραν της διασταύρωσης, είδε από το δεξί καθρεφτάκι του οχήματος του, ένα αυτοκίνητο μάρκας Smart με αριθμούς εγγραφής XXXXX44 (στο εξής «το Smart) να τον προσπερνά χρησιμοποιώντας την λωρίδα της αντίθετης κατεύθυνσης. Κατά τον χρόνο που ο οδηγός του εν λόγω οχήματος προσπερνούσε, στην λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης έρχονταν αυτοκίνητα, οι οδηγοί των οποίων άναβαν τα φώτα, κόρναραν και προέβαιναν σε ελιγμούς προς τα αριστερά χρησιμοποιώντας το έρεισμα του δρόμου προκειμένου να αποφύγουν την σύγκρουση. Το Smart προσπέρασε περί τα 8 προπορευόμενα οχήματα και οδηγείτο με τον ίδιο τρόπο και μετά που η γραμμή που διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις του δρόμου έγινε από διακεκομμένη σε συνεχόμενη. Ο ΜΚ1 έχασε οπτική επαφή με το εν λόγω αυτοκίνητο μετά την αριστερή στροφή που παρουσιάζει ο δρόμος. Στην συνέχεια, ο ΜΚ1 μετέβη στην εργασία του όπου επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο και τον ρώτησε εάν γνωρίζει ποιος οδηγούσε το πιο πάνω όχημα κατά τον χρόνο των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Ο Κατηγορούμενος είπε ότι το οδηγούσε ο ίδιος και ότι βιαζόταν να πάει σε μια συνάντηση και για αυτό ήθελε να προσπεράσει το φορτηγό. Στην συνέχεια, ο ΜΚ1 κάλεσε τον Κατηγορούμενο να προσέλθει στην Τροχαία Αρχηγείου για την διερεύνηση της υπόθεσης κάτι που ο τελευταίος αρνήθηκε κλείνοντας το τηλέφωνο. Ο ΜΚ1 δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του ήταν διάχυτη ασαφειών σε τέτοιο βαθμό που προκαλούνται εύλογα ερωτηματικά σε σχέση με την αλήθεια του περιεχομένου της. Είναι βεβαίως κοινώς αποδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο επιχείρησε προσπέρασμα. Ο μάρτυρας όμως δεν ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστικός ούτε ως προς την διαρρύθμιση του δρόμου ούτε ως προς τις συνθήκες που επικρατούσαν στον δρόμο κατά την στιγμή του προσπεράσματος. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι μόλις πέρασε τη διασταύρωση, είδε από το καθρεφτάκι του οχήματος του, το όχημα του Κατηγορουμένου το οποίο κινήθηκε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σε σημείο όπου η αντίθετη κατεύθυνση αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Μετά πέρασε πάνω από μια ζωγραφιστή νησίδα και συνέχισε την πορεία του στην αντίθετη κατεύθυνση σε σημείο όπου υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή. Όλες οι πιο πάνω λεπτομέρειες αναφέρθηκαν από τον ΜΚ1 για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι στην κατάθεση που ετοίμασε ο ίδιος την ημέρα του συμβάντος κατά την οποία θα ανέμενε κανείς ότι τα γεγονότα θα ήταν νωπά στην μνήμη του. Δημιουργώντας σύγχυση, ο μάρτυρας ενώ στην κατάθεση του, είχε πει ότι οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή για 100 μέτρα πριν αυτή μετατραπεί σε άσπρη συνεχή γραμμή, κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανέφερε ότι αφού ο Κατηγορούμενος πέρασε την ζωγραφιστή νησίδα, συνέχισε την πορεία του σε σημείο όπου οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται με άσπρη συνεχή γραμμή. Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος συνέχιζε να οδηγεί «με τον ίδιο τρόπο», ήτοι στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, μέχρι που ο ΜΚ1 έχασε οπτική επαφή με το όχημα του, εντούτοις κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι σε κάποια στιγμή πριν τη στροφή, ο Κατηγορούμενος μπήκε ξανά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Επίσης, παραδόξως, ο ΜΚ1 δεν θυμάται αν τελικά ο Κατηγορούμενος προσπέρασε την μπετονιέρα. Δε θυμάται επίσης πόσα αυτοκίνητα έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Όλα τούτα είναι πολύ σημαντικά στοιχεία τα οποία έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο καλείται να εξετάσει κατά πόσον όντως ο Κατηγορούμενος οδηγούσε αλόγιστα, επικίνδυνα ή απερίσκεπτα. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο ΜΚ1 είδε κάποια οδική συμπεριφορά από τον Κατηγορούμενο, η οποία του προκάλεσε έντονη αντίδραση ή δυσφορία και την οποία ο ίδιος θεώρησε ως μεμπτή. Πλην όμως, δεν έχω πεισθεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας μετέφερε στο Δικαστήριο όσα ακριβώς είδε εκείνη την ημέρα. Δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο, η όλη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου περιλαμβανομένου και του μεταγενέστερου τηλεφωνήματος, να προκάλεσε στον μάρτυρα τέτοια ένταση, που να τον ώθησε να αναφέρει γεγονότα τα οποία να τείνουν να παρουσιάσουν τον Κατηγορούμενο ως ένα παντελώς ασυνείδητο και επιπόλαιο οδηγό. Ο μάρτυρας όμως δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει αυτή την θέση με σαφή μαρτυρία. Για παράδειγμα, δεν έχω πεισθεί ότι αυτοκίνητα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση χρησιμοποιούσαν το έρεισμα για να αποφύγουν την σύγκρουση. Εξάλλου, κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το προσπέρασμα ξεκίνησε από σημείο όπου η αντίθετη κατεύθυνση αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Σε τέτοια περίπτωση, τα ισχυριζόμενα οχήματα που έρχονταν από απέναντι θα μπορούσαν απλά να χρησιμοποιήσουν την αριστερή λωρίδα ως η πορεία τους. Λαμβάνοντας υπόψη μου τη συνολική εικόνα του ΜΚ1 καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του απορρίπτω την μαρτυρία του. Αστ.XXX6 XXXXX Καυκαλιάς (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 4). Αφού του επίστησε την προσοχή του στον Νόμο, ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι την συγκεκριμένη μέρα και ώρα της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος, ήταν ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς έγγραφης XXXXX44. Ακολούθως, ο ΜΚ2 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο και αυτός απάντησε «Προτιμώ να μην πω τίποτα» (βλ. Τεκμήριο 5). Ο ΜΚ2 δεν αντεξετάστηκε και δεν έγινε προσπάθεια κλονισμού της αξιοπιστίας του. Αποδέχομαι την μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στηρίζεται στο άρθρο 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, το οποίο, προνοεί ότι: «Πάς όστις οδηγεί µηχανοκίνητον όχηµα επί τινος οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαµβανοµένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγµατικώς υπάρχει κατά τον δεδοµένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεµένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήµατος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστηµα µη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηµατικήν ποινήν µη υπερβαίνουσαν τας διακοσίας λίρας ή εις αµφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηµατικής τοιαύτης.» Το τι συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει αποτελέσει αντικείμενο της νομολογίας. Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Η δε απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται επιπρόσθετα απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Το στοιχείο αυτό (του σφάλματος) είναι το λιγότερο που θα πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Σε σχέση με την απερίσκεπτη πράξη, σχετική είναι η υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All E.R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea), υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπ' όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Τέλος, «αλόγιστος» σύμφωνα με το λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη, Β' έκδοση, σελ. 127 πρόκειται για ενέργεια που δε στηρίζεται στη λογική, που ξεπερνά το μέτρο, που αγγίζει τα όρια της υπερβολής ή του παραλογισμού. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και της μη αποδοχής της μαρτυρίας του ΜΚ1, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα ως προς το αν όντως ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366, «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Κατά συνέπεια, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο