← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνου, Υπόθεση Αρ: 11477/16, 6/6/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνου, Υπόθεση Αρ: 11477/16, 6/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:B137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Υπόθεση Αρ: 11477/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v. XXXXX Κωνσταντίνου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 6 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους (για την απόφαση κα Φρ. Κακούρη) Για τον Κατηγορούμενο: κα Στ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στο αδίκημα πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και στο αδίκημα οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση των άρθρων 2, 5 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/

  1. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων έχουν ανευρεθεί από το Δικαστήριο και αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση ημερομηνίας 30.3.
  2. Συνοπτικά, αυτά έχουν ως ακολούθως: Στις 11.2.2015 και περί ώρα 17:38 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX69 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Τσερίου με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Τσέρι. Η Λεωφόρος Τσερίου είναι ευθύς δρόμος διπλής κατεύθυνσης και αποτελείται από μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Εκείνη την ώρα, οι λαμπτήρες που αποτελούν τον οδικό φωτισμό του συγκεκριμένου δρόμου, δεν βρισκόταν σε λειτουργία. Ο καιρός ήταν συννεφιασμένος και έβρεχε ελαφρώς. Παρά ταύτα, δεν είχε επέλθει ακόμα το σκότος και υπήρχε τέτοια ορατότητα στον δρόμο που οι οδηγοί μπορούσαν να βλέπουν και πέρα από την ακτίνα των φώτων πορείας τους, ήτοι πέραν των 30 μέτρων. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 38 ΧΑΩ. Είχε αναμμένα τα μπροστινά φώτα πορείας του αυτοκινήτου του στην χαμηλή στάση. Την ίδια στιγμή, η XXXXX Παπαγεωργίου ηλικίας 38 ετών (στο εξής «το θύμα») βρισκόταν έξω από τον δρόμο, αριστερά ως η πορεία του Κατηγορούμενου. Συνόδευε τον υιό της ηλικίας 6.5 ετών και ήθελε να μεταβεί στον παιδότοπο «Μαγεμένη Πυξίδα» που βρίσκεται δεξιά ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Για να καταστούν ορατοί σε αυτοκίνητα τα οποία κινούνταν ως ο Κατηγορούμενος, έπρεπε το θύμα και ο υιός της να ξεπεράσουν την πίσω δεξιά γωνία του οχήματος του θύματος που βρισκόταν σταθμευμένο σε κόλπο στάθμευσης οχημάτων αριστερά του Κατηγορουμένου. Η πίσω δεξιά γωνία του οχήματος του θύματος ήταν εκτός δρόμου, δηλαδή αριστερότερα από την άκρη της λωρίδας κυκλοφορίας κατά 70 εκατοστά. Το θύμα κατευθύνθηκε από την δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου της προς τον δρόμο και αφού πέρασε το πίσω μέρος του οχήματος της, στάθηκε για λίγο μαζί με το παιδί της, λίγο πριν την κίτρινη γραμμή. Το θύμα κοίταξε τον δρόμο δείχνοντας την πρόθεση της να διασταυρώσει. Η XXXXX Στυλιανού που εκείνη την στιγμή οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην Λεωφόρο Τσερίου με κατεύθυνση από Τσέρι προς Λευκωσία έχοντας αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου της, είχε δει προηγουμένως το θύμα με το παιδί της να βρίσκονται στα δεξιά της και αντιλήφθηκε ότι προσπαθούσαν να διασταυρώσουν αφού κοίταζαν αριστερά ‑ δεξιά. Η Στυλιανού σταμάτησε το αυτοκίνητο της και άναψε τα φώτα κινδύνου. Την ίδια στιγμή, το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου που ερχόταν από απέναντι, δεν είχε περάσει τη διάβαση πεζών, η οποία βρισκόταν σε απόσταση 19,60 μέτρων πριν το σημείο όπου στεκόταν το θύμα. Η Στυλιανού θεώρησε ότι υπήρχε χρόνος για να διασταυρώσουν οι πεζοί και ενώ το θύμα βρίσκοταν ακόμα εκτός δρόμου, έκανε νόημα με τα φώτα του αυτοκινήτου της (τιπ). Το θύμα κοίταξε αρχικά δεξιά της προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο Κατηγορούμενος και ακολούθως γύρισε αριστερά, είδε και αντιλήφθηκε το νόημα που της έκανε η Στυλιανού και εισήλθε στον δρόμο με γρήγορο βηματισμό, κρατώντας το παιδί της με το δεξί της χέρι. Την στιγμή που το θύμα ξεκίνησε να διασταυρώνει το δρόμο, το αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, μόλις είχε περάσει το στύλο ελέγχου των φώτων της διάβασης πεζών, ήτοι περί τα 15 μέτρα μακριά από το σημείο επαφής. Αφού το θύμα διένυσε περί τα 3 μέτρα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο το όχημα του Κατηγορουμένου, επήλθε η επαφή του σώματος της με το μπροστινό δεξί προφυλακτήρα του οχήματος του Κατηγορουμένου. Σε ελάχιστο χρόνο πριν την πρώτη επαφή, το θύμα πρόλαβε να σπρώξει τον υιό της, ο οποίος έπεσε στη μέση του δρόμου και δεν κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος δεν είδε καθόλου το θύμα και δεν ελάττωσε ταχύτητα πριν την επαφή του οχήματος του με αυτή, ούτε έκανε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια για να αποφύγει την σύγκρουση. Ακολούθησαν κτυπήματα του σώματος του θύματος στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Το θύμα εκτινάχθηκε στον αέρα και έπεσε περίπου στη μέση του δρόμου, πίσω από το αυτοκίνητο της Στυλιανού και τραυματίστηκε θανάσιμα. Αμέσως μετά το χτύπημα, ο Κατηγορούμενος φρέναρε και σταμάτησε το όχημα του. Μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι οδηγούσε το όχημα του έχοντας καταναλώσει τέτοια ποσότητα αλκοόλης ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του ήταν 65mg% σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής και συνεπώς υπερέβαινε το καθορισμένο όριο των 22mg%. Πέραν των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί €200 έξοδα της διαδικασίας. Δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων και των προβλεπόμενων ποινών, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 76 ετών. Είναι απόφοιτος Δημοτικού σχολείου και σε μικρή ηλικία ξεκίνησε να εργάζεται ως μηχανικός αυτοκινήτων. Εξάσκησε την πιο πάνω εργασία για περισσότερα από 50 χρόνια. Η σύζυγος του κατηγορούμενου είναι επίσης ηλικίας 76 ετών. Το ζεύγος τέλεσε τον γάμο του το
  3. Η τουρκική εισβολή είχε ως αποτέλεσμα να εκτοπιστούν και να εγκατασταθούν σε προσφυγική οικία που τους παραχωρήθηκε. Εκεί ζουν μέχρι σήμερα. Από τον γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά ηλικίας σήμερα 53, 50 και 45 ετών. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας. Ειδικότερα, είναι καρδιοπαθής, παρουσιάζει νεφρική ανεπάρκεια και θα χρειαστεί να υποβληθεί σε αιμοκάθαρση, καθώς επίσης διαβήτη τύπου II, με αποτέλεσμα να λαμβάνει ινσουλίνη από το
  4. Λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του, αλλά και λόγω της ηλικίας τους, έχουν ανάγκη από φροντίδα την οποία τους την παρέχουν οι κόρες τους. Η ψυχική και συναισθηματική κατάσταση του Κατηγορουμένου έχει επηρεαστεί σημαντικά μετά το δυστύχημα. Επίσης, το γεγονός αυτό έχει επηρεάσει και τη σύζυγο του, η οποία παρακολουθείται από ψυχολόγο. Ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του συντηρούνται αποκλειστικά από τις συντάξεις που λαμβάνουν, συνολικού ύψους €
  5. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε για πάρα πολλά χρόνια και παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, δεν έχει απασχολήσει την δικαιοσύνη για οιονδήποτε αδίκημα, κάτι το οποίο αντικατοπτρίζεται και στο λευκό του ποινικό μητρώο. Η άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου έχει παραδοθεί στην Αστυνομία και σήμερα δεν οδηγεί. Επισήμανε το γεγονός ότι είναι άτομο με βεβαρυμμένο ιστορικό υγείας και έχει ταραχθεί συναισθηματικά ένεκα της παρούσας υπόθεσης. Εισηγήθηκε ότι η εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας μπορεί να επιφέρει στον Κατηγορούμενο καταλυτικές επιπτώσεις. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, η κ. Ερωτοκρίτου ανέφερε ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα, δεν συνηγορούν σε εγωιστική συμπεριφορά εκ μέρους του Κατηγορουμένου. Και τούτο διότι οδηγούσε στη ορθή λωρίδα κυκλοφορίας, με ταχύτητα χαμηλότερη της κανονικής, με φώτα αναμμένα, και ενώ ήταν σε πολύ μικρή απόσταση από το θύμα, η τελευταία μπήκε στον δρόμο με γρήγορο βηματισμό. Εισηγήθηκε τέλος ότι υπάρχουν όλα εκείνα τα δεδομένα που, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόζει ποινή φυλάκισης, αυτή πρέπει να ανασταλεί. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Το άρθρο 11

(1)(γ) του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/86προνοεί ότι σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή υπερβαίνει τα 55 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής τότε ο καταδικασθείς υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές. Ξεκινώ από το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα που αδιαμφησβήτητα είναι και το σοβαρότερο. Πέρα από το ότι στο νόμο προνοούνται το πολύ αυστηρές ποινές, το γεγονός ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις άπτεται και της επιλογής των μέσω πάταξης του φαινομένου. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Δυστυχώς, η πιο πάνω διαπίστωση είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα. Τούτο επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία. Τούτο επαναλήφθηκε στην Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014 ημερ. 20.3.2015 στην οποία συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για το καθορισμό τόσο του είδους της αλλά και της έκτασης της. Έγινε δε παραπομπή σε αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549 και R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353) αλλά και σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 και Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562). Παραθέτω το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα: «Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού.» Στην απόφαση Παντέλα v. Αστυνομίας (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην R v. Βοswell (ανωτέρω), ανέφερε ως ενδεικτικούς επιβαρυντικούς παράγοντες την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, την ταχύτητα, την αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και την επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια), η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, λέχθηκε ότι οι αρχές των Guilfoyle και Boswell (ανωτέρω) έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας (ανωτέρω) ο εφεσείων δεν πρόσεξε την παρουσία ενός παιδιού ηλικίας 10 ετών στο δρόμο παρά τον ικανοποιητικό φωτισμό και την ανεμπόδιστη θέα της περιοχής του δυστυχήματος. Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Στην ομόφωνη απόφαση του Εφετείου, λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με την πράξη του Κατηγορουμένου: «Η παράλειψή του να επισημάνει την παρουσία του θύματος στο δρόμο χωρίς να παρεμβάλλεται οποιοδήποτε εμπόδιο σε συσχετισμό με τον φωτισμό της περιοχής και την ορατότητα που απολάμβανε εύλογα οδήγησαν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα στο πλαίσιο της ολότητας των γεγονότων της υπόθεσης ότι ο εφεσείων διέπραξε το αδίκημα που προσδιορίζει το άρθρο 210. Επισημαίνουμε όμως ότι η αμέλεια του δεν επιβαρύνετο με το στοιχείο της αδιαφορίας για την τύχη του θύματος, που είναι παράγοντας κεφαλαιώδους σημασίας για τον καθορισμό της ποινής. Πρόθεση του Εφεσείοντα ήταν να διασταυρώσει την οδό Νικοδήμου Μυλωνά ώστε να εισέλθει στην οδό Δοϊράνη, η οποία βρίσκεται απέναντι και δεξιότερα από την οδό Δημόκριτου, πάροδο της Νικοδήμου Μυλωνά, απ' όπου εισήλθε στον κύριο δρόμο. Πριν προχωρήσει στον κύριο δρόμο σταμάτησε όπως είναι παραδεκτό· εισήλθε στον κύριο δρόμο, όταν η πορεία του ήταν απρόσκοπτη και προχώρησε, όπως κατέδειξε η μαρτυρία ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, με χαμηλή ταχύτητα. Η αμέλειά του δεν μπορεί να αποδοθεί είτε σε αδιαφορία είτε σε επικίνδυνη χρήση του δρόμου. Συναρτάται περισσότερο με στιγμιαία απροσεξία ή αβλεψία.». Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει στον Κατηγορούμενο 4 μήνες φυλάκισης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού ανέφερε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με λευκό ή καλό ποινικό μητρώο και αφού διαπίστωσε ότι τα γεγονότα, τα οποία συνέθεταν την αμέλεια του εφεσείοντα, δεν επιβαρύνονταν με το στοιχείο της αδιαφορίας διέταξε την άμεση απόλυση του. Στρεφόμενος τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, αφού εξέτασα τα ενώπιον μου γεγονότα, κρίνω ότι παρά το ότι η έλλειψη επιμέλειας του Κατηγορουμένου ήταν αναμφίβολα μεγάλη και οι συνέπειες της τραγικές, εντούτοις η συμπεριφορά του δεν μπορεί να καταταχθεί στην έννοια της απερίσκεπτης (reckless) πράξης. Από την άλλη, από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, σε κανένα στάδιο δεν είδε το θύμα και το παιδί της ιδιαίτερα από την στιγμή που δεν υπήρχε ψηλή ταχύτητα, ούτε τέθηκε σε εγρήγορση παρά τα ερεθίσματα που υπήρχαν, όπως το ότι στον δρόμο υπήρχε ένα σταματημένο αυτοκίνητο με φώτα κινδύνου αναμμένα ή το νόημα που έκανε η ΜΚ11 με τα φώτα του αυτοκινήτου της (tip), προκύπτει ότι αυτός δεν είχε πλήρη προσοχή στο δρόμο. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία ν. Νικολάου, Ποινική Έφεση 217/2016, ημερομηνίας 11.5.2017, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του επί της Λεωφόρου Αμαθούντος στην Λεμεσό. Η τροχαία κίνηση στο δρόμο κατά την συγκεκριμένη ώρα ήταν αραιή. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ενώ διερχόταν έξω από νυχτερινό κέντρο κανονικά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, συγκρούστηκε με το θύμα με το μπροστινό αριστερό μέρος του οχήματος του και την παρέσυρε τραυματίζοντας την θανάσιμα. Το θύμα τη στιγμή της σύγκρουσης διασταύρωνε λεωφόρο από δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Από τη σύγκρουση το θύμα εκτινάχθηκε πάνω στο ανεμοθώρακα του οχήματος του κατηγορούμενου και στη συνέχεια έπεσε στην άσφαλτο. Το Ανώτατο Δικαστήριο αντικαθιστώντας την χρηματική ποινή με ποινή φυλάκισης 3 μηνών, ανέφερε τα εξής (απόφαση πλειοψηφίας): «Σ' ένα δρόμο ευθύ, χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο, ο εφεσίβλητος οδηγούσε, αδιαφορώντας, όπως αποδείχθηκε, για τους άλλους που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Η συμπεριφορά αυτή ανάγεται σε επικίνδυνη οδήγηση, που δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ότι υποβαθμίστηκε πρωτοδίκως και διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής από το δικαστήριο. . . . Στην προκείμενη υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη ότι το θύμα διασταύρωνε μια πλατιά λεωφόρο από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του εφεσιβλήτου, δεν είχε αντιληφθεί το θύμα το οποίο είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη διασταύρωση, η αμέλεια που υπέδειξε, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι εμπεριείχε έκδηλα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Υπ' αυτή τη θεώρηση, κρίνεται ότι, υπό τις περιστάσεις, η μόνη επιβαλλόμενη ποινή ήταν η ποινή της φυλάκισης και ως συνέπεια τούτου, η επιβληθείσα χρηματική ποινή κρίνεται ως έκδηλα ανεπαρκής και επιβάλλεται η παρέμβασή μας. Η αμέλεια την οποία υπέδειξε, υπό τις περιστάσεις, όπως την αναλύσαμε πιο πάνω, επιβάλλει την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας.» Κάθε περίπτωση κρίνεται στην βάση των δικών της δεδομένων. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου ως ελαφρυντικό υπέρ του Κατηγορουμένου, το λευκό του ποινικό και οδικό μητρώο τα οποία πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση με το προχωρημένο της ηλικίας του. Παρά τα 76 του χρόνια ο Κατηγορούμενος δεν έχει απασχολήσει για παρόμοιας φύσης αδικήματα στο παρελθόν. Στην υπόθεση Νίκος Χ" Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453 το Ανώτατο Δικαστήριο είπε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Στα πιο πάνω πρέπει να προστεθεί ότι, όπως παρατήρησε και η ευπαίδευτη Δικαστής, ο Εφεσείων, στα 50 χρόνια του, δεν έχει άλλως πως απασχολήσει τα Δικαστήρια και παρουσιάζει την εικόνα ενός καθ' όλα νομοταγούς και κοινωνικώς σωστού πολίτη. Ο παράγων αυτός λαμβάνεται υπ' όψη (ίδε Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και ιδιαιτέρως Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241) και, σε συνδυασμό με τα πιο πάνω, προσθέτει έρεισμα στην έφεση ώστε η σημασία του να πρέπει να αντανακλάται δεόντως στην ποινή.» Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 11.2.2015 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 6.6.2016 και ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 30.8.2016. Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355). Αναμφίβολα, το Δικαστήριο θα εκτιμήσει τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι και την επιβολή ποινής, σημειώνοντας ταυτόχρονα, ως η νομολογία καταδεικνύει, ότι αυτός δεν μπορεί από μόνος του να εξουδετερώσει κάθε άλλο σχετικό και επιβαρυντικό παράγοντα, όπως τη σοβαρότητα του αδικήματος και την συνακόλουθη αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου, Ποιν. Έφ. 5.2016, ημερ. 1.3.2016). Σημειώνω επίσης ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι επήλθε οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, παράγοντας ο οποίος συνεξετάζεται με την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου την συντρέχουσα ευθύνη του θύματος. Όπως ανέφερα και στην καταδικαστική απόφαση, το σφάλμα του Κατηγορουμένου δεν ήταν η μοναδική αιτία της επικίνδυνης κατάστασης που δημιουργήθηκε στον δρόμο. Στην δημιουργία αυτής της επικίνδυνης κατάστασης συνέβαλε και το θύμα που εισήλθε στον δρόμο με γοργό βήμα χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι ο Κατηγορούμενος είχε σταματήσει ή έστω ότι την είχε δει και ότι θα αντιδρούσε. Επισημαίνω επίσης το γεγονός ότι λίγα μέτρα προηγουμένως υπήρχε φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών. Παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd ed του κ. Πική σελ 235 όπου αναφέρεται ότι η συντρέχουσα αμέλεια δεν αποτελεί υπεράσπιση αποτελεί όμως σοβαρό ελαφρυντικό παράγοντα. Έχω επίσης κατά νου τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου ως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Ειδικότερη βαρύτητα προσδίδω στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα και ότι ολόκληρο το επίδικο συμβάν είχε και εξακολουθεί να έχει έντονο συναισθηματικό και ψυχολογικό αντίκτυπο σε αυτόν και την οικογένεια του. Έχω επίσης κατά νου τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Khalife v. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ.315 και Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.144 αναφέρθηκε στο ότι μια σοβαρή κατάσταση υγείας παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο, όχι επί τη βάσει κάποιας γενικής αρχής αλλά ως πράξη ευσπλαχνίας (act of mercy) να επιβάλει χαμηλότερη ποινή από την κατά τα άλλα αρμόζουσα. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αν, λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας». Από την άλλη, θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις του εκάστοτε κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Έχοντας υπόψη μου το σύνολο των εγγράφων που επισυνάπτονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, παρά το βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό του Κατηγορουμένου, δεν προκύπτει ότι τίθεται άμεσα η αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων, αλλά ούτε προκύπτει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης θα προκαλούσε ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού και θα συνιστούσε άνευ ετέρου απάνθρωπη μεταχείριση ή ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης θα επιδείνωνε την κατάσταση της υγείας του (βλ. Adli Yousef El-Disi v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ.536 και Χαραλάμπους Παντελής ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 816). Στην Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 129, 142 λέχθηκε ότι η έκφραση ιατρικής γνώμης ότι η κράτηση του εφεσείοντα στις φυλακές θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του, κατά τρόπο γενικό, η οποία δε φαίνεται να υποστηρίζεται από τη γνώμη των θεραπόντων γιατρών του "δε συνιστά από μόνη της εξαιρετικές προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα που να δικαιολογούν την επέμβαση του Εφετείου για λόγους καθαρά ανθρωπιστικούς". Έχω κατά νου ότι η ποινή φυλάκισης είναι το ύστατο μέτρο στα χέρια του ποινικού δικαστή και πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ. Πλην όμως στην παρούσα περίπτωση, οι περιβάλλουσες το αδίκημα συνθήκες, δεν αφήνουν άλλη επιλογή. Θεωρώ ότι οποιαδήποτε ποινή άλλη από την επιβολή ποινής φυλάκισης, θα ήταν επιεικέστερη του ορθού. Ο Κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα του χωρίς να στρέψει σε καμία στιγμή την προσοχή του στους πεζούς. Η αμέλεια που υπέδειξε, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Δεν επρόκειτο για στιγμιαία αβλεψία υπό την έννοια της μια μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Επιβαρυντικός παράγοντας για τον Κατηγορούμενο είναι και το γεγονός ότι οδηγούσε το όχημα του μετά από κατανάλωση αλκοόλης ώστε η αναλογία αλκοόλη στην εκπνοή του να υπερβαίνει το καθορισμένο στο νόμο όριο (βλ. Παντέλα v. Αστυνομίας ανωτέρω). Στην Δημοκρατία ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ.355, ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του 104 ml και δεν είχε αντιληφθεί το θύμα που βάδιζε μαζί με άλλα πρόσωπα τα οποία επίσης κτυπήθηκαν από το όχημα του κατηγορουμένου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, παρόλο ότι έκρινε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης σε εκείνη την περίπτωση αντενδείκνυτο λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος και αλλαγής των περιστάσεων του Κατηγορουμένου, εντούτοις σημείωσε ότι, τα περιστατικά του αδικήματος, ήταν τέτοια που η αρμόζουσα ποινή, ήταν αυτή της φυλάκισης. Περαιτέρω, παρά το ότι, ως αναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος έχει καταρρακωθεί συνεπεία του επίδικου συμβάντος, δεν εξέφρασε σε κανένα στάδιο την μεταμέλεια του. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και συνυπολογίζοντας τη σοβαρότητα του αδικήματος, τις περιστάσεις διάπραξης του, τις συνέπειες που ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου, την πάγια θέση της νομολογίας για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους υποθέσεις, έχω καταλήξει ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί. Όλοι οι παράγοντες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Επιδεικνύοντας στον Κατηγορούμενο κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω σε αυτήν ποινή φυλάκισης 9 μηνών στην 1η Κατηγορία. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 18 μηνών από σήμερα. Επιβάλλονται επίσης 10 βαθμοί ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Στην 2η Κατηγορία δεν επιβάλλω ποινή καθότι τα γεγονότα που την συνθέτουν έχουν ληφθεί υπόψη ως επιβαρυντικός παράγοντας κατά την επιβολή ποινής στην 1η Κατηγορία. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχω ήδη επιβάλει. Το Δικαστήριο διατάσσει αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή να αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι μεταξύ άλλων (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
  1. Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
  2. Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
  3. Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Εξέτασα με προσοχή όλους τους παράγοντες και περιστάσεις που αφορούν στον Κατηγορούμενο και που νομολογιακά υπέχουν σημασίας στην εξέταση του κατά πόσο θα ανασταλεί ή όχι η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης. Κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υφίστανται τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν την αναστολή, ιδιαίτερα λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος και της έξαρσης που παρουσιάζει η διάπραξή του. Οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για άμεση εκτέλεση της ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαραλαμπίδη
(2009)2 Α.Α.Δ. 537, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδης
(2013)2 Α.Α.Δ. 191). Η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου που είχε ως συνέπεια την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής, η εγγενής σοβαρότητα της παράνομης του πράξης, όπως ορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, η ανάγκη για αποτροπή και τέλος η απουσία στοιχείων μεταμέλειας επικυριαρχούν στην παρούσα περίπτωση. Τα ελαφρυντικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν είναι αρκετά ώστε να δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, έχουν δε ληφθεί υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες στην επιμέτρηση της. [Υπ.] .............. Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.